← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ιωάννης Ορθοδόξου, Αρ. Υπόθεσης: 7385/08, 30 Δεκεμβρίου 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ιωάννης Ορθοδόξου, Αρ. Υπόθεσης: 7385/08, 30 Δεκεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B215 Αρ. Υπόθεσης: 7385/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Ιωάννης Ορθοδόξου, εκ Λεμεσού Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 30 Δεκεμβρίου 2009 Για την αστυνομία: κος Γιάννος Αργυρού Για κατηγορούμενο: κος Ντίνος Σαβεριάδης Κατηγορούμενος: Παρών Π Ο Ι Ν Η Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού ακούστηκαν 3 μάρτυρες κατηγορίας, ο κατηγορούμενος με άδεια του Δικαστηρίου άλλαξε απάντηση και παραδέχθηκε ενοχή σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Οι δύο πρώτες κατηγορίες, αφορούν αδικήματα άσκησης βίας στην εν διαστάσει σύζυγο του και στην παρουσία ανηλίκων μελών της οικογένειας κατά παράβαση των άρθρων 2 & 3 του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου (Ν.119

(1)/2000). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 10 Νοεμβρίου 2007 άσκησε βία στην εν διαστάσει σύζυγο του, στην παρουσία τριών ανηλίκων μελών της οικογένειας με αποτέλεσμα να προκαλέσει άμεσα ψυχική βλάβη σε αυτή (1η κατηγορία) αλλά και με ενδεχόμενο πρόκλησης ψυχικής βλάβης στους ανηλίκους (2η κατηγορία). Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε επίσης την 3η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της επίθεσης εναντίον οργάνου της τάξης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος την ίδια ημερομηνία επιτέθηκε εναντίον του Λοχ. 4822 κατά την δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως αναφέρθηκαν από τον Δημόσιο κατήγορο και διευκρινίστηκαν στα πλαίσια διαδικασίας newton trial είναι τα ακόλουθα: Στις 10.1.2007, ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον αστυνομικό σταθμό Πολεμιδιών και ζητούσε επιτακτικά την επέμβαση της αστυνομίας για να βγάλει από το σπίτι που βρίσκεται στην οδό Ιανού 5 στην Εκάλη, την εν διαστάσει σύζυγο του. Το σπίτι που ήταν αντικείμενο διεκδίκησης στο Οικογενειακό Δικαστήριο, ανήκε κατά τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου στον ίδιο αφού ήταν αυτός που το έκτισε. Η παραπονούμενη επιχείρησε πολλές φορές να εισέλθει στο σπίτι και την συγκεκριμένη μέρα, είχε πάει εκεί μαζί με τα τρία ανήλικα παιδιά τους. Ο αστυφύλακας που βρισκόταν στην άλλη γραμμή, προσπάθησε να τον ηρεμήσει και να δει πιο ακριβώς ήταν το πρόβλημα αλλά ο κατηγορούμενος του είπε σε έντονο ύφος «το σπίτι το έκτισα εγώ τζιαί εν μπορώ να μπω μέσα εν να φέρω πετόνια να το κρούσω αν δεν έρτετε δαμέ τωρά να την φκάλετε έξω». Συνέχισε δε να φωνάζει στον αστυνομικό από το τηλέφωνο και προτού κλείσει του είπε «Αφού εν έρκεστε δαμέ εγώ εν να το κρούσω». Ο αστυφύλακας ενημέρωσε τον υπεύθυνο αλλαγής για το τηλεφώνημα. Αμέσως μετά λήφθηκε τηλεφώνημα από την παραπονουμένη, η οποία ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος έφυγε από το σπίτι με ένα μπετόνι για να πάει να φέρει βενζίνη. Τότε ο Λοχίας 4822 Δράκου, αναχώρησε για την Ιανού 5 ενημερώνοντας παράλληλα και τον αξιωματικό υπηρεσίας για να σταλεί περιπολικό στην σκηνή. Φτάνοντας στο μέρος, συνάντησε την παραπονουμένη στα σκαλιά της εισόδου της διώροφης κατοικίας. Εντός της οικίας βρίσκονταν τα τρία ανήλικα παιδιά της. Ενώ εξηγούσε στον Λοχία τα γεγονότα, έφτασε ο κατηγορούμενος και απευθυνόμενος σε αυτόν σε έντονο ύφος τον ρώτησε «έφκαλες την πουτάνα έξω;» Ο Λοχίας κατέβηκε τα σκαλιά και προσπάθησε να πλησιάσει τον κατηγορούμενο ακολουθούμενος από την παραπονούμενη. Ο κατηγορούμενος πήρε τότε πήρε ένα άσπρο πλαστικό δοχείο με το αριστερό του χέρι. Επειδή ο Λοχίας θεώρησε ότι πιθανό να περιείχε βενζίνη προσπάθησε να τον εμποδίσει από του να πλησιάσει την παραπονουμένη αφού διαπίστωσε ότι στο άλλο χέρι του ο κατηγορούμενος κρατούσε αναπτήρα. Ενώ ο Λοχίας είχε αγκαλιασμένο τον κατηγορούμενο, ζήτησε από την παραπονουμένη να ανοίξει την πόρτα και να βγει έξω στο δρόμο. Αφού η παραπονουμένη τους πλησίασε, ο κατηγορούμενος με πολύ έντονο τρόπο άρχισε να κουνά το πλαστικό δοχείο, το οποίο μύριζε έντονα βενζίνη με αποτέλεσμα αυτό να χυθεί τόσο πάνω στην παραπονουμένη όσο και στον Λοχία, ο οποίος προσπαθούσε να τον κρατήσει. Βλέποντας ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν εκτός ελέγχου, ο Λοχίας άνοιξε μερικώς την πόρτα και η παραπονουμένη έτρεξε έξω στον δρόμο. Την ίδια στιγμή, τα τρία παιδιά τα οποία ευρίσκοντο στο πάνω μέρος της σκάλας, βλέποντας τι γινόταν έκλαιγαν τρομοκρατημένα. Τα παιδιά με την βοήθεια της μεγαλύτερης τους αδελφής, κατέβηκαν από το σπίτι μέσω ανεμόσκαλας που βρίσκεται έξω από την κουζίνα. Ο κατηγορούμενος αφού αντιλήφθηκε τι συνέβηκε, είπε στον Λοχία «Φύε που δαμέ γιατί εννα σε κρούσω εσένα». Ο Λοχίας όταν άκουσε από γείτονες που μαζεύτηκαν στο μέρος ότι τα παιδιά εγκατέλειψαν το σπίτι, άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Δίπλα από την είσοδο της οικίας, ήταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο της παραπονουμένης με αρ. εγγρ. KPQ
  1. Ο κατηγορούμενος το περιέλουσε με το υπόλοιπο της βενζίνης και απευθυνόμενος πάλι προς τον Λοχία του είπε: «φύε που δαμε γιατί εννα κρούσω εσένα και το περιπολικό που εν δίπλα». Ο Λοχίας μετακίνησε τόσο το περιπολικό όσο και το όχημα της παραπονουμένης ενώ ο κατηγορούμενος κλειδώνοντας την πόρτα, βγήκε στο μπαλκόνι της οικίας και άρχισε να πετά στο δρόμο προσωπικά αντικείμενα και ρούχα της παραπονουμένης και των παιδιών του. Στην σκηνή έφτασε ισχυρή αστυνομική δύναμη, πυροσβεστικό όχημα καθώς και ασθενοφόρο. Μέλη της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, παρέλαβαν τα αντικείμενα και ρούχα που έριξε ο κατηγορούμενος και τα μετέφεραν στον Κεντρικό Σταθμό Πυροσβεστικής. Μετά πάροδο τριών ωρών, ο κατηγορούμενος αφού προηγουμένως αρνείτο να μιλήσει με οποιοδήποτε, συνοδεύτηκε από αστυνομικούς και τον δικηγόρο του που ήρθε στο μέρος, στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Αφού εξετάστηκε από τον επί καθήκοντι ιατρό της Ψυχιατρικής Κλινικής, διαπιστώθηκε ότι χρήζει υποχρεωτικής νοσηλείας. Εκδόθηκε σχετικό διάταγμα και μεταφέρθηκε στα Ψυχιατρικά Ιδρύματα Αθαλάσσας όπου κρατήθηκε για δύο μέρες ήτοι μέχρι 12/11/
  2. Την 1.12.07, ο κατηγορούμενος έδωσε ανακριτική κατάθεση στον Αστυνομικό Σταθμό Πολεμιδιών σε σχέση με το επεισόδιο. Ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι την βενζίνη την βρήκε στο γκαράζ της οικίας του ενώ σύμφωνα με τον ίδιο δεν απείλησε ούτε την σύζυγο του ούτε τον Λοχία που μετέβη στην σκηνή. Επίσης ανέφερε ότι την βενζίνη δεν την έριξε εσκεμμένα πάνω στον Λοχία ενώ αρνήθηκε ότι έπραξε κάτι τέτοιο στην παραπονουμένη. Στην συνέχεια, αρνήθηκε να απαντήσει σε οιανδήποτε ερώτηση. Κατηγορήθηκε γραπτώς χωρίς όμως να παραδεχθεί καμία από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τέλος, ο Δημόσιος Κατήγορος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, έδωσε έμφαση στην κατά τους ισχυρισμούς του πρόκληση της παραπονουμένης, η οποία οδήγησε τον κατηγορούμενο στην διάπραξη των αδικημάτων. Αυτή συνίστατο σύμφωνα με τον συνήγορο στην προσπάθεια της να καταλάβει με παράνομο τρόπο την οικία, η κατοχή της οποίας αποτελούσε αντικείμενο διαφοράς στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι η επίδικη οικία κτίστηκε αποκλειστικά από τον κατηγορούμενο, ο οποίος δικαιώθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο μετά την διάπραξη των αδικημάτων. Η παραπονουμένη όμως μετά την διάσταση του ζευγαριού, προσπάθησε πολλές φορές παράνομα να εισέλθει στην οικία. Είχε προηγηθεί η υπογραφή συμφωνητικών εγγράφων που προέβλεπαν που θα διέμενε η παραπονουμένη και είχε εκδοθεί επίσης Δικαστικό Διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν στην παραπονουμένη να διαμένει ή να πλησιάζει στην επίδικη οικία. Η παραπονουμένη κατά παράβαση όλων των πιο πάνω, επιχείρησε πολλές φορές να εισέλθει παράνομα στην οικία. Γινόταν καταγγελία στην αστυνομία που έδινε λύση την ίδια ημέρα. Την συγκεκριμένη μέρα του επεισοδίου, ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον αστυνομικό σταθμό για να καταγγείλει την παράνομη είσοδο της παραπονουμένης στην επίδικη οικία. Θεώρησε όμως ότι οι αστυνομικοί δεν του έδωσαν την κατάλληλη σημασία. Άρχισε να χάνει τον έλεγχο του επειδή κατά τον ίδιο, ο γάμος του διαλύθηκε για λόγους τιμής. Επιπλέον, του δόθηκε η εντύπωση ότι οι αστυνομικοί τον χλεύαζαν. Τότε ήταν που εκτόξευσε την απειλή ότι θα κάψει το σπίτι. Όμως από την στιγμή που η αστυνομία έφτασε έγκαιρα δεν ετίθετο θέμα να πραγματοποιήσει την απειλή του. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι αν κάποιος θέλει να προβεί σε μια εγκληματική πράξη δεν είναι λογικό να ειδοποιήσει την αστυνομία προηγουμένως γι' αυτό. Είναι ως εκ τούτου προφανές ότι ο κατηγορούμενος είχε χάσει προσωρινά τον αυτοέλεγχο του και ότι οι πράξεις του θα πρέπει να κριθούν κάτω από αυτή την σκοπιά. Ο συνήγορος δέχθηκε ότι το παρόν Δικαστήριο δεν θα επιλύσει βέβαια τις οικογενειακές διαφορές των διαδίκων. Από την άλλη η συναισθηματική φόρτιση του κατηγορουμένου, είναι έντονη για τις διαφορές αυτές και ο ίδιος πιστεύει ότι έχει το δίκαιο με το μέρος του. Ο κατηγορούμενος που είναι σήμερα 54 ετών, είναι λευκού ποινικού μητρώου. Οι προσωπικές του συνθήκες κατά τον συνήγορο, έχουν αλλάξει από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων. Έχει επανέλθει η επικοινωνία με τα τέκνα του, τα οποία βλέπει συχνά. Τυχόν ποινή άμεσης φυλάκισης θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις και στα παιδιά αφού θα διακόψει αυτή την προσπάθεια επανασύνδεσης. Επιπλέον, στην απουσία του πιθανόν να υπάρξει και νέα απόπειρα κατάληψης της οικίας του από την παραπονουμένη. Αναφορά έγινε και στην έκθεση του γραφείου ευημερίας. Σύμφωνα με αυτή ο κατηγορούμενος τέλεσε 2ο γάμο το 1996 με την παραπονούμενη που κατάγεται από την Ρουμανία. Μαζί της απέκτησε δύο παιδιά ενώ υιοθέτησε και παιδί της συζύγου του που προέρχεται από προηγούμενο γάμο της. Από το πρώτο γάμο του, έχει δύο ενήλικους γιούς. Επαγγέλλεται τον μαραγκό και διατηρεί δικό του εργαστήριο, στο οποίο εργοδοτεί δύο υπαλλήλους. Από τον περασμένο Απρίλιο μέχρι πρόσφατα δεν εργαζόταν αφού παρουσίασε προβλήματα υγείας και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. Τέλος, ο συνήγορος υπεράσπισης ισχυρίστηκε ότι οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου αλλά και η συναισθηματική φόρτιση κάτω από την οποία ενήργησε θα δικαιολογούσαν μια επιεικέστερη ποινή από αυτή της άμεσης φυλάκισης παρά την σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε. Η σοβαρότητα των αδικημάτων Οι δύο πρώτες κατηγορίες αφορούν αδικήματα βίας στην οικογένεια τα οποία από την φύση τους χαρακτηρίζονται ως σοβαρά. Αμφότερα στηρίζονται στο άρθρο 3
(1)
(4)του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 το οποίο όπως τροποποιήθηκε, έχει ως ακολούθως: ΜΕΡΟΣ ΙΙ - Έννοια Βίας 3.
(1). Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και την βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς την συγκατάθεση του θύματος καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.
(2)......................................
(3)..........................
(4). Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1), διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού που τιμωρείται εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 272 τονίστηκε ότι η αύξηση που έχει παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια στα περιστατικά βίας στην οικογένεια, κατέστησε αναγκαία την αντιμετώπιση του κοινωνικά απαράδεκτου αυτού φαινομένου με τη θέσπιση του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου (Ν. 47
(1)/94). Οι αυστηρές ποινές που προβλέπει ο νόμος, καθιστούν τα εγκλήματα βίας στην οικογένεια ακόμα πιο σοβαρά από ανάλογα εγκλήματα εναντίον προσώπων που βρίσκονται έκτος του κύκλου της οικογένειας και η τιμωρία τους προβλέπεται από τον Ποινικό Κώδικα. Η διάκριση είναι εμφανής. Η αποδοκιμασία του κοινωνικού συνόλου προς τους ενόχους αδικημάτων βίας στην οικογένεια, εκφράζεται μέσω της αυστηρότερης ποινής που προβλέπει ο Νόμος ενώ ταυτόχρονα επιδιώκεται μέσω της ποινής και η εξυπηρέτηση του σκοπού της αποτροπής. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2002)2 ΑΑΔ 464, τονίστηκαν τα πιο κάτω στην σελίδα 469: « Η σοβαρότητα εγκλημάτων βίας στην οικογένεια είναι αυτόδηλη. Εκτός από το τραύμα που επιφέρουν, τείνουν να πλήξουν τη συνοχή της οικογένειας και την υπόσταση των μελών της. Χρήση βίας από το σύζυγο κατά της συζύγου του αποτελεί ιδιαίτερη πτυχή εγκλημάτων βίας στην οικογένεια, τα οποία έχουν ως γενεσιουργό αιτία τη χρήση βίας ως μέσο επιβολής της θέλησης του συζύγου επί της συζύγου του και την κυριαρχία του στην οικογένεια, με έρεισμα τη σωματική του δύναμη. Η βία αντικαθιστά το λόγο και η ισχύς τη λογική. Εξαρθρώνεται το κλίμα ισότητας που πρέπει να χαρακτηρίζει τις σχέσεις των συζύγων - (βλ. Κούλλουρος ν. Κούλλουρου & άλλου
(1989)1 Α.Α.Δ.(Ε) 50). Η άσκηση βίας από το σύζυγο εις βάρος της συζύγου του αποτελεί ανάθεμα για τις συζυγικές σχέσεις και πλήττει τον πυρήνα της οικογένειας. Τέτοια συμπεριφορά δεν γίνεται ανεκτή. Πρέπει να εκριζωθεί από την οικογένεια.» Σύμφωνα με το άρθρο 3.3 του Νόμου, όταν η βία ασκείται στην παρουσία ανήλικου μέλους της οικογένειας εφόσον δύναται να προκαλέσει σε αυτό ψυχική βλάβη, θεωρείται ως βία που ασκείται εναντίον του ιδίου του ανηλίκου. Η ποινή για τα αδικήματα αυτά, ανέρχεται σε φυλάκιση μέχρι πέντε χρόνια και/ή πρόστιμο μέχρι £3000,00 πλην αδικημάτων κοινής επίθεσης για τα οποία προβλέπεται ποινή δύο χρόνων φυλάκισης. Επιπλέον, τα αδικήματα αυτά εντάσσονται στην κατηγορία αδικημάτων βίας για τα οποία το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένα τονίσει την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλου
(2001)2 ΑΑΔ 95 λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας· πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.» Είναι προφανές από τα πιο πάνω αλλά και από τα γενικότερα περιστατικά της υπόθεσης ότι τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος, είναι πάρα πολύ σοβαρά. Επειδή θεώρησε ότι η σύζυγος του προσπάθησε να εισέλθει παράνομα στην συζυγική οικία, έκρινε ότι μπορούσε να συμπεριφερθεί με τον τρόπο που συμπεριφέρθηκε, προσπαθώντας να βάλει φωτιά στο σπίτι στο οποίο παρεμπιπτόντως εκτός από την εν διαστάσει σύζυγο του, βρίσκονταν και τα τρία ανήλικα παιδιά του. Ο κατηγορούμενος όφειλε εφόσον ένιωθε ότι πλήττονταν τα δικαιώματα του να αποταθεί στα θεσμοθετημένα όργανα του κράτους για βοήθεια. Συμπεριφορές όπως αυτή προς την αστυνομία ότι αν δεν επέμβουν και βάλουν έξω την παραπονούμενη θα κάψει το σπίτι, είναι εκβιαστικές και ταυτόχρονα καταδεικνύουν ασέβεια και έλλειψη εμπιστοσύνης προς τα όργανα της τάξης. Ο κατηγορούμενος όφειλε μετά την καταγγελία που έκανε στην αστυνομία να αναμένει την επέμβαση της όπως έγινε και σε προηγούμενες περιπτώσεις σύμφωνα με τον συνήγορο υπεράσπισης. Δεν είχε όμως κανένα δικαίωμα να πάρει μόνος του τον νόμο στα χέρια του με το να περιλούσει την σύζυγο του με βενζίνη και να απειλεί να κάψει το σπίτι, στο οποίο βρισκόταν μέσα η εν διαστάσει σύζυγος και τα παιδιά του. Να σημειωθεί επίσης ότι ακόμη και μετά που κατέφτασε η αστυνομία στην σκηνή, ο κατηγορούμενος δεν ηρέμησε αλλά επιτέθηκε στην παραπονουμένη περιλούοντας την με βενζίνη όταν αυτή με την συνοδεία του Λοχία Δράκου επιχείρησε να βγει από την οικία. Το γεγονός δε ότι κρατούσε αναπτήρα στο χέρι του, καταδεικνύει την πρόθεση του να πραγματώσει την απειλή του, η οποία αποφεύχθηκε μόνο μετά την επέμβαση του Λοχία. Με την έννοια αυτή δεν ισχύει η θέση της υπεράσπισης ότι η επίθεση έγινε γιατί η αστυνομία δεν έλαβε υπόψη την καταγγελία του κατηγορουμένου. Σημειώνω ότι η επίθεση εναντίον της παραπονουμένης, έγινε μετά που ο Λοχίας Δράκου έφτασε στην σκηνή προσπαθώντας να κατευνάσει τον κατηγορούμενο. Είναι δε ευχής έργο που οι απειλές του κατηγορουμένου δεν πραγματώθηκαν γιατί σε αντίθετη περίπτωση πιθανόν να αντιμετώπιζε σήμερα πολύ σοβαρότερες κατηγορίες ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε όμως οι προσπάθειες του Λοχία αλλά ούτε και η παρουσία των ανήλικων παιδιών του που έκλαιγαν δεν ήταν ικανή να σταματήσει τον κατηγορούμενο. Με τον τρόπο αυτό άσκησε βία όχι μόνο στην σύζυγο του αλλά και στα παιδιά του. Η με οιονδήποτε τρόπο κακοποίηση της μητέρας μπροστά στα παιδιά, αφήνει ανεξίτηλα σημάδια ψυχικής βλάβης σε αυτά. Πόσο μάλλον όταν βλέπουν τον πατέρα τους να βρίζει την μητέρα τους με χυδαίες εκφράσεις και να την περιλούει βενζίνη ενώ στην συνέχεια έριχνε τα ρούχα της αλλά και τα δικά τους στον δρόμο. Οποιεσδήποτε και να ήταν οι διαφορές του κατηγορουμένου με την μητέρα των παιδιών του δεν του έδιναν βέβαια το δικαίωμα να συμπεριφερθεί με τον πιο πάνω απαράδεκτο τρόπο. Σημειώνω επίσης ότι το επεισόδιο συνεχίστηκε εκ μέρους του κατηγορουμένου έξω στον δρόμο μετά την εγκατάλειψη της οικίας από την παραπονουμένη και τα παιδιά της. Συγκεκριμένα έριξε το υπόλοιπο της βενζίνης στο αυτοκίνητο της παραπονουμένης και απείλησε επίσης τον Λοχία ότι θα κάψει και το περιπολικό. Οι συμπεριφορές αυτές καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος δεν διέπραξε τα αδικήματα λόγω της απροθυμίας της αστυνομίας να τον βοηθήσει ως ισχυρίστηκε η υπεράσπιση αλλά εσκεμμένα και δείχνοντας πλήρη ασέβεια προς τα όργανα της τάξης που έφτασαν στην σκηνή για να επιληφθούν της υπόθεσης. Σοβαρό είναι και το αδίκημα της 3ης κατηγορίας για επίθεση εναντίον αστυνομικού κατά την εκτέλεση του καθήκοντος του. Αυτό όχι μόνο λόγω της αυστηρής ποινής που προβλέπει ο νόμος αλλά και από την ίδια την φύση του αδικήματος αφού τείνει να υπονομεύσει την έννοια του νόμιμου κράτους. Επίθεση εναντίον αστυνομικού κατά την εκτέλεση του καθήκοντος του, καταδεικνύει πλήρη ασέβεια προς τον νόμο τον οποίο την συγκεκριμένη στιγμή εκπροσωπεί το όργανο της τάξης. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπογραμμίζει την σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245 ως ακολούθως: «Οι Αστυνομικές Αρχές στην εκτέλεση του καθήκοντός τους είναι φορείς της εξουσίας του δικαίου. Αντιστράτευση και υπονόμευση του έργου τους κάτω από τις συνθήκες που είχε διαπραχθεί το αδίκημα δε μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως πράξη εξαιρετικής σοβαρότητας.» Ελαφρυντικοί παράγοντες. Ο συνήγορος υπεράσπισης επικαλέστηκε πρόκληση εκ μέρους της παραπονουμένης, η οποία μαζί με τα ανήλικα παιδιά της προσπάθησε να εισέλθει χωρίς άδεια στον συζυγικό οίκο, η κατοχή του οποίου αποτελούσε αντικείμενο διαμάχης στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Δεν συμφωνώ ότι στην παρούσα υπόθεση μπορεί να ληφθεί υπόψη για μετριασμό της ποινής, πρόκληση με την έννοια που αποδίδει στον όρο η νομολογία. Η έννοια της πρόκλησης όπως είναι γνωστή στο κοινοδίκαιο, περιγράφεται ως ακολούθως από τον Devlin J, στην κλασική όπως χαρακτηρίστηκε υπόθεση Duffy
(1949)1 ALL ER 932: Provocation is some act, or series of acts, done by the dead man to the accused which would cause in any reasonable person, and actually causes in the accused, a sudden and temporary loss of self-control, rendering the accused so subject to passion as to make him or her for the moment not master of his mind. Στην ίδια υπόθεση, αναφέρεται ότι το Δικαστήριο στην διερεύνηση του κατά πόσον υπήρξε πρόκληση, δεν εξετάζει ζητήματα υπαιτιότητας του θύματος. Οι πράξεις του θύματος θα κριθούν αποκλειστικά και μόνο από την σκοπιά, του κατά πόσον δικαιολογούσαν την προσωρινή απώλεια αυτοελέγχου του δράστη αφού βέβαια δεν είναι το θύμα που δικάζεται εδώ. Το ζητούμενο λοιπόν, είναι αν από τις ενέργειες του θύματος, δικαιολογείται αιφνίδια και προσωρινή απώλεια αυτοελέγχου του δράστη (sudden and temporary loss of self-control). Λέχθηκε επίσης στην Duffy (ανωτέρω) ότι ενέργειες του θύματος όπου απλώς προδιαθέτουν για βίαιη αντίδραση δεν είναι αρκετές για να στοιχειοθετήσουν πρόκληση. Ούτε έντονος θυμός λόγω μακράς συμπεριφοράς που προκαλεί πόνο και ταραχή στον δράστη δεν επαρκεί για να στοιχειοθετηθεί πρόκληση εν τη εννοία του νόμου. Επισημαίνεται επίσης ότι ενέργειες του θύματος που δημιουργούν έντονη οργή και διάθεση αντεκδίκησης δεν συνάδουν με νομική πρόκληση αφού μια συνειδητή απόφαση αντεκδίκησης, προϋποθέτει ότι ο δράστης είχε τον χρόνο να ηρεμήσει και να σκεφτεί την πράξη του. Από την στιγμή που λαμβάνεται απόφαση για αντεκδίκηση, εξουδετερώνεται το στοιχείο της αιφνίδιας προσωρινής απώλειας αυτοελέγχου (sudden temporary loss of self-control), το οποίο αποτελεί συστατικό στοιχείο της πρόκλησης. Στην υπόθεση Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342, λέχθηκε ότι η πρόκληση ως παράγοντας μετριασμού της ποινής δεν αποτιμάται αόριστα αλλά συγκεκριμένα, στο πλαίσιο το οποίο εκδηλώνεται και σε συνάρτηση πάντα με τις αντιδράσεις του προκληθέντα. Στην υπόθεση αυτή αποφασίστηκε ότι η πρόκληση που αρχικά δέχθηκε ο εφεσείων δεν μπορεί να συσχετιστεί παρά απομακρυσμένα με την εγκληματική ενέργεια του να ανασύρει σουγιά και να πλήξει το θύμα στο λαιμό. Το ίδιο ισχύει και στην παρούσα περίπτωση. Το γεγονός της εισόδου της παραπονουμένης στην επίδικη οικία μόνο απομακρυσμένα μπορεί να συσχετιστεί με την ενέργεια του κατηγορουμένου να την περιλούσει με βενζίνη και να απειλεί ότι θα κάψει το σπίτι αλλά και τον Λοχία Δράκου και το περιπολικό της αστυνομίας. Αντιθέτως, η εντύπωση που δόθηκε είναι ότι οι ενέργειες του κατηγορουμένου συνιστούν υπέρμετρη αντίδραση και περισσότερο είχαν να κάνουν με προσπάθεια αντεκδίκησης εις βάρος της παραπονουμένης, η οποία επιχείρησε κατά τον ίδιο να του υφαρπάξει το σπίτι του αλλά και γιατί ένιωθε έντονα επειδή ο γάμος του λύθηκε για λόγους τιμής κάτι που δεν απέφυγε να σημειώσει και ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής. Εν πάση περιπτώσει, κρίνω ότι η είσοδος της κατηγορουμένης στην οικία δεν αποτελεί πρόκληση που να δικαιολογεί την πιο πάνω υπερβολική αντίδραση του κατηγορουμένου. Να επαναλάβω επίσης ότι η επίθεση εναντίον της παραπονουμένης ξεκίνησε και συνεχίστηκε μετά που έφτασε η αστυνομία στο μέρος και ενώ αυτή προσπαθούσε να εγκαταλείψει την οικία. Θα λάβω υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, τους υπόλοιπους ελαφρυντικούς παράγοντες που ο συνήγορος υπεράσπισης επικαλέστηκε στην αγόρευση του. Ιδιαίτερα λαμβάνεται υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου αλλά και οι προσωπικές του συνθήκες όπως περιγράφονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας. Επιπλέον θα λάβω υπόψη το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Τέλος λαμβάνονται υπόψη τα ιατρικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και το γεγονός της νοσηλείας του στην ψυχιατρική κλινική για δύο μέρες. Αλλά επίσης και το ότι σε προγενέστερο στάδιο χρειάστηκε να υποβληθεί σε εγχείριση με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να εργαστεί για περίοδο 5 μηνών. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων ως εκτίθεται ανωτέρω. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής, η οποία πρέπει να είναι ποινή φυλάκισης. Έχω την αίσθηση ότι οιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Συμπεράσματα Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη την σοβαρότητα των αδικημάτων και τους μετριαστικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, επιβάλω στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης πέντε μηνών σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Οι ποινές να συντρέχουν. Τα έξοδα της διαδικασίας εκ €440,00 να πληρωθούν από την Δημοκρατία αφού ως θέμα αρχής δεν ενδείκνυται η καταβολή εξόδων στις περιπτώσεις επιβολής ποινής άμεσης φυλάκισης. ............ Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχ. Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.