← Κύπρος

Aστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ελευθερίας Μάστρου, Υπόθεση αρ. 17536/08, 31.12.2009

Aστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ελευθερίας Μάστρου, Υπόθεση αρ. 17536/08, 31.12.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B217 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ. 17536/08 Aστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ελευθερίας Μάστρου Κατηγορούμενης ------------------------------- Ημερομηνία: 31.12.2009 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Παπαπέτρου (για ν' ακούσει απόφαση η κα Ιωαννίδου) Για την Κατηγορούμενη: κ. Α. Βασιλείου Κατηγορούμενη, παρούσα. ------------------------------ ΑΠΟΦΑΣΗ ------------------------------ H κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράλειψης παράδοσης περιουσίας στον επίσημο παραλήπτη, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 116(β) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής κατηγορίας, της καταλογίζεται ότι μεταξύ των ετών 2006 και 2007 στη Λεμεσό, ενώ, στις 17.4.2006 εναντίον της εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της, παρέλειψε να παραδώσει στον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου, με βάση τις οδηγίες του επίσημου παραλήπτη, το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής XJ 198, αξίας $7.091 και έπιπλα οικίας, αξίας €2.563, τα οποία είχε υπό τον έλεγχο της ή τη φύλαξη της. Η κατηγορούσα αρχή, προς απόδειξη της υπόθεσής της, κάλεσε ως μάρτυρες την εξετάστρια της υπόθεσης Γ/Αστυφύλακα 2942 Β. Ττίκκου (Μ.Κ.1) και τη Χρ. Καμπούρη, υπάλληλο στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη (Μ.Κ.2). Η κατηγορούμενη αφού κλήθηκε σε απολογία και της εξηγήθηκαν τα δικαιώματά της, προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση - με την οποία υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής της κατάθεσης (τεκμήριο 2) - ενώ, προς υπεράσπισή της παρουσίασε στο δικαστήριο ως μάρτυρα, τον εν διαστάσει σύζυγό της Χ. Αντιδώρου. Τα ακόλουθα γεγονότα είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, είτε συντίθενται από ισχυρισμούς που παρέμειναν αναντίλεκτοι. Η κατηγορούμενη, με δύο ξεχωριστές συμφωνίες ενοικιαγοράς που σύναψε με τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, η πρώτη στις 26.2.1998 και η δεύτερη στις 24.12.1999, κατέστη ενοικιάστρια, με δικαίωμα αγοράς, των αντικειμένων που αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής κατηγορίας: δηλαδή, των επίπλων και του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής XJ 198 (βλ. μέρος του τεκμηρίου 6, οι εν λόγω συμφωνίες ενοικιαγοράς). Σε εφαρμογή των παραπάνω συμφωνιών και τα δύο αντικείμενα, περιήλθαν στην κατοχή της κατηγορούμενης (βλ. και το περιεχόμενο της ανακριτικής της κατάθεσης). Στις 17.4.2006, εναντίον της κατηγορούμενης, εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της (βλ. το τεκμήριο 5). Δυνάμει του εν λόγω διατάγματος, ο επίσημος παραλήπτης διορίστηκε παραλήπτης της περιουσίας της κατηγορούμενης. Η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, με επιστολή της προς το Τμήμα Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρειών, ημερομηνίας 6.2.2007 (βλ. το πρώτο έγγραφο επί του τεκμηρίου 6), ζήτησε την εξουσιοδότησή του, για παραλαβή των επίπλων καθώς και του αυτοκινήτου που αποτελούν το αντικείμενο των δύο συμφωνιών ενοικιαγοράς, αλλά και της σχετικής κατηγορίας, για να πωληθούν σε δημόσιο πλειστηριασμό ή με προσφορές, ουσιαστικά, έναντι του χρέους της κατηγορούμενης προς την τράπεζα, που τότε ανερχόταν στις ΛΚ10.639, πλέον τόκους και έξοδα. Ο επίσημος παραλήπτης, με την επιστολή της Μ.Κ.2, ημερομηνίας 12.3.2007 (βλ. το τεκμήριο 7), εξουσιοδότησε την τράπεζα Κύπρου (υπηρεσία Recoveries) όπως παραλάβει και πωλήσει με δημόσιο πλειστηριασμό και/ή με προσφορές, τόσο τα έπιπλα, όσο και το αυτοκίνητο. Με την εν λόγω επιστολή, ο επίσημος παραλήπτης, βασικά, ικανοποίησε το σχετικό αίτημα της τράπεζας, όπως αυτό είχε υποβληθεί, δυνάμει του τεκμηρίου
  2. Η τράπεζα Κύπρου, στις 3.12.2007 απέστειλε στον επίσημο παραλήπτη επιστολή (βλ. το τεκμήριο 8), με το ακόλουθο, επί της ουσίας, περιεχόμενο: «Aναφερόμαστε στην πιο πάνω χρεώστιδα και σας πληροφορούμε ότι παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες μας δεν έχει συμμορφωθεί με την εξουσιοδότηση σας ημερομηνίας 12/03/07 για την παράδοση των επίδικων αντικειμένων. Σας παρακαλούμε όπως ληφθούν τα δέοντα μέτρα για να συμμορφωθεί η πιο πάνω χρεώστιδα.» Η Μ.Κ.2, με επιστολή της προς την Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού, ημερομηνίας 3.1.2008 (βλ. το τεκμήριο 9) κατάγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία και ουσιαστικά, ζήτησε την ποινική δίωξη της κατηγορούμενης. Η κατηγορούμενη καθώς ήδη έχει αναφερθεί, αφού κλήθηκε σε απολογία και της εξηγήθηκαν τα δικαιώματά της, προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση, με την οποία υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής της κατάθεσης. Με αυτή, αφού αναφέρεται στις δύο συμφωνίες ενοικιαγοράς, επί της ουσίας, για ό,τι αφορά την κατηγορία που αντιμετωπίζει, ισχυρίζεται ότι τα έπιπλα καταστράφηκαν και τα πέταξε πριν από δύο χρόνια, όταν χώρισε, δηλαδή, το 2006, ενώ το αυτοκίνητο, όταν το 2003 παρέλαβε μια επιστολή από την τράπεζα, στην οποία αναφερόταν ότι έπρεπε να το παραδώσει διότι δεν πλήρωνε τις καθορισμένες δόσεις της, το ανέφερε στο σύζυγό της, ο οποίος το παρέδωσε σε ένα χωράφι δίπλα στην τράπεζα. Συγκεκριμένα, επειδή το αυτοκίνητο ήταν στο μηχανικό λόγω μηχανικής βλάβης, ανέλαβε ο σύζυγος της να το πάρει στην τράπεζα και το πήρε με ρυμουλκό. Επειδή όπως της είπε, όταν το πήρε, το κάγκελο της εισόδου στο χωράφι ήταν κλειστό, το άφησε έξω και έφυγε. Το Νιόβρη του 2007 παρέλαβε μια επιστολή από την τράπεζα Κύπρου στην οποία αναφερόταν ότι έπρεπε να παραδώσει το αυτοκίνητο, διότι διαφορετικά θα αναλάμβανε την υπόθεση η αστυνομία. Για τα έπιπλα, έμαθε από τη Μ.Κ.1 που της πήρε την κατάθεση ότι έπρεπε να παραδοθούν. Η μαρτυρία του εν διαστάσει συζύγου της κατηγορούμενης (Μ.Υ.1) κατά κύριο λόγο, περιστρέφεται γύρω από τις συνθήκες παράδοσης του αυτοκινήτου στην τράπεζα, με αναφορά στο χρόνο, τόπο, τρόπο κ.λ.π.. Επισημαίνεται ότι αποτελεί θέση της κατηγορούσας αρχής, η οποία υποβλήθηκε στο μάρτυρα, ότι ουδέποτε παρέδωσε το αυτοκίνητο στην τράπεζα. Σε σχέση με τα έπιπλα, η θέση του μάρτυρα είναι ότι τα έχει ξοφλήσει ο ίδιος. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω και τους τρεις μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός εκάστου αυτών αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο, καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Σε σχέση με την ανώμοτη δήλωση της κατηγορούμενης και την αποδεικτική της αξία, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Θεοχάρους ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 185/06 και 210/06, ημερομηνίας 21.1.2008): «..Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973 2 C.L.R. 139, 188 - 191, Anastasiades v. Republic

(1977)2 C.L.R. 97, σε. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245 - 288, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195).» Ούτε και μου διαφεύγει το ανεπίτρεπτο σχολιασμού, ως σχετικού προς την ενοχή, το γεγονός ότι η κατηγορούμενη επέλεξε να ασκήσει το συγκεκριμένο δικαίωμα (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 κ.ο.α). Επειδή, πρόκειται για το περιεχόμενο της ανακριτικής της κατάθεσης, η ανώμοτη δήλωση της κατηγορούμενης, λαμβάνω υπόψη, ότι το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη της εν λόγω κατάθεσης, καθώς επίσης έχει νομολογηθεί (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109), επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια. Η Μ.Κ.1, Γ/Αστυφύλακας 2942 Β. Ττίκκου, είναι η εξετάστρια της υπόθεσης. Η ουσία της μαρτυρίας της, έγκειται στο γεγονός, ότι στις 22.2.2008, προέβη στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από την κατηγορούμενη, σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, ενώ, την ίδια μέρα, την κατηγόρησε γραπτώς (βλ. το τεκμήριο 3) Δέχομαι τη μαρτυρία της εξετάστριας σε σχέση με τις εν λόγω ενέργειές της, κάτι που δεν ισχύει αναφορικά με τον ισχυρισμό της, ότι στην αλληλογραφία που λήφθηκε από το Υπουργείο Εμπορείου, Βιομηχανίας και Τουρισμού - Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι η κατηγορούμενη αρνήθηκε να παραδώσει την περιουσία της. Από το συγκεκριμένο τμήμα - του επίσημου παραλήπτη - σε σχέση με την υπόθεση, κατέθεσε η Μ.Κ.2, Χρ. Καμπούρη, η οποία παρουσίασε τα τεκμήρια 5 μέχρι 9. Η εν λόγω μάρτυρας, αφού αναφέρθηκε σε διάφορες ενέργειες στις οποίες προέβηκε η ίδια σε σχέση με την υπόθεση - βλ. το τεκμήριο 4, που είναι η κατάθεσή της, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της - αντεξεταζόμενη, ουσιαστικά, παραδέχθηκε ότι είναι στο περιεχόμενο της επιστολής της τράπεζας Κύπρου (τεκμήριο 8) που βασίστηκε και κατάγγειλε την υπόθεση και την κατηγορούμενη στην αστυνομία, με την επιστολή της, ημερομηνίας 3.1.2008 (βλ. το τεκμήριο 9). Στην επιστολή της τράπεζας (τεκμήριο 8, ανωτέρω) αναφέρεται απλώς ότι η κατηγορούμενη παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες της τράπεζας, δεν έχει συμμορφωθεί με την εξουσιοδότηση του επίσημου παραλήπτη, ημερομηνίας 12.3.2007 (τεκμήριο 7). Είναι σαφές, ότι, ενώ από τη μια, το ρήμα «συμμορφώνομαι» δεν σημαίνει ακριβώς το ίδιο πράγμα με το ρήμα «αρνούμαι», από την άλλη, παραμένει γεγονός, ότι στην επιστολή της τράπεζας (τεκμήριο 8) αναφέρεται ότι η κατηγορούμενη δε συμμορφώθηκε με την εξουσιοδότηση του επίσημου παραλήπτη, για την παράδοση των επίδικων αντικειμένων και όχι ότι αρνήθηκε να παραδώσει τα επίδικα αντικείμενα, που εξυπακούει συνειδητή και εκ προθέσεως στάση, ενώ υπάρχει δυνατότητα συμμόρφωσης. Όμως, ούτως ή άλλως, στο βαθμό που και οι δύο μάρτυρες κατηγορίας φέρουν την κατηγορούμενη να αρνείται να παραδώσει τα αντικείμενα, πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία, την οποία και δεν αποδέχομαι, αφού, δεν έχει δοθεί καμία εξήγηση ή δικαιολογία, γιατί δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο ο συντάκτης της επιστολής (τεκμήριο 8) προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στην υπεράσπιση να τον αντεξετάσει και να του θέσει την εκδοχή της κατηγορούμενης επί του προκειμένου. Θα ήταν ακόμη σημαντικό να παρουσιαζόταν ως μάρτυρας, είτε ο συντάκτης είτε το πρόσωπο που υπογράφει τη συγκεκριμένη επιστολή - αν είναι διαφορετικό - για να διαφανεί και ο βαθμός εξ ακοής μαρτυρίας, σε σχέση με την ουσία όσων αναφέρονται σ' αυτή. Ούτε καν σε τι συνίστανται οι προσπάθειες της τράπεζας για συμμόρφωση της κατηγορούμενης με την εξουσιοδότηση του επίσημου παραλήπτη αναφέρεται στην επιστολή της τράπεζας. Ούτε και μπορεί να λεχθεί, ότι το κενό αυτό, καλύπτεται από την παραδοχή της κατηγορουμένης (βλ. το περιεχόμενο της ανακριτικής της κατάθεσης - τεκμήριο 2 - ) ότι το Νιόβρη του 2007, παρέλαβε μια νέα επιστολή από την τράπεζα Κύπρου, στην οποία αναφερόταν ότι έπρεπε να παραδώσει το αυτοκίνητο, διότι διαφορετικά θα αναλάμβανε την υπόθεση η αστυνομία. Θεωρώ παρακινδυνευμένο ένα τέτοιο συσχετισμό, μιας και δε γνωρίζω, για παράδειγμα, υπό ποία ιδιότητα απευθύνθηκε η τράπεζα τότε στην κατηγορουμένη - στο πλαίσιο της σχετικής εξουσιοδότησης που ζήτησε και πήρε από τον επίσημο παραλήπτη ή υπό διαφορετική ιδιότητα - ενώ, σε σχέση με τα έπιπλα, η κατηγορούμενη, ουσιαστικά αρνείται ότι της ζητήθηκε οποτεδήποτε από την τράπεζα να τα παραδώσει. Είναι σαφές, από τα παραπάνω, ότι, είναι ουσιαστικής σημασίας η μαρτυρία της τράπεζας Κύπρου σε σχέση με την υπόθεση, οπότε, η κατηγορούσα αρχή, θεωρώ ότι είχε την υποχρέωση να κλητεύσει τον κατάλληλο μάρτυρα ή μάρτυρες από την τράπεζα, για να καταθέσουν πρωτογενώς, σε σχέση με τις ενέργειες της τράπεζας και ό,τι γνωρίζουν επί του προκειμένου. Συνάγεται από την υπόθεση Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 657, με αναφορά και στις υποθέσεις Brown v. R [1997] 1 Cr. App. R. 112 και R. v. Russel - Jones [1995] 1 Cr. App. R. 538, ότι η κατηγορούσα αρχή, κανονικά πρέπει να καλεί ή προσφέρει όλους τους μάρτυρες που μπορούν να δώσουν άμεση μαρτυρία για τα κύρια γεγονότα της υπόθεσης, εκτός αν ο δημόσιος κατήγορος θεωρεί τη μαρτυρία ως μη ικανή για να γίνει πιστευτή. Ουδέποτε ισχυρίστηκε η δημόσια κατήγορος, πως δε θεωρεί τη μαρτυρία του Δημήτρη Κουμπάρου που υπογράφει την επιστολή της τράπεζας Κύπρου (τεκμήριο 8) ικανή να γίνει πιστευτή. Επομένως, είμαι της γνώμης, ότι η κατηγορούσα αρχή, έπρεπε να τον καλέσει στο δικαστήριο για να δώσει άμεση μαρτυρία σε σχέση με το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής. Αυτό δεν έγινε, οπότε, η σχετική μαρτυρία απορρίπτεται. Κατά τα λοιπά, δέχομαι τη μαρτυρία της Μ.Κ.2. Θεωρώ σκόπιμο να ασχοληθώ με τη νομική πτυχή της υπόθεσης και μετά με τη μαρτυρία του εν διαστάσει συζύγου της κατηγορούμενης. Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 2 και 116 (β) του περί Πτώχευσης Νόμου, Κεφ. 105, προκύπτει ότι το αδίκημα που καταλογίζεται στην κατηγορούμενη, για να στοιχειοθετηθεί, απαιτείται η απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι: πρώτο, σχετικά με την περιουσία της εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής· δεύτερο, της ζητήθηκε από το διαχειριστή (που για τους σκοπούς του άρθρου 116 του Νόμου, Κεφ. 105, είναι ο επίσημος παραλήπτης - βλ. την τελευταία φράση στο εν λόγω άρθρο - ) να παραδώσει, όπως έχει διατάξει, συγκεκριμένο μέρος της κινητής της περιουσίας· τρίτο, που στον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν υπό τη φύλαξη ή υπό τον έλεγχό της· τέταρτο, η οποία συνιστά από το Νόμο, ενεργητικά που δύνανται να διανεμηθούν μεταξύ των πιστωτών της και, πέμπτο, δεν παραδίδει την περιουσία αυτή. Νοείται ότι σε περίπτωση σωρευτικής απόδειξης όλων των παραπάνω στοιχείων, το σχετικό αδίκημα στοιχειοθετείται, εκτός αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί, ότι η κατηγορούμενη δεν είχε πρόθεση καταδολίευσης. Επειδή, είναι σαφές, ότι το βάρος απόδειξης ότι δεν υπήρχε πρόθεση καταδολίευσης, μετατοπίζεται από τον ίδιο το Νόμο στην κατηγορούμενη, αναγκαιεί να επισημανθούν τα εξής: Το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται για το σκοπό αυτό είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (on the balance of probabilities) εν αντιθέσει με αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας που έχει η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει την υπόθεσή της (βλ. μεταξύ άλλων, σε σχέση με το πρώτο, τις υποθέσεις Ζαβός ν. Αστυνομίας
(1963)C.L.R.57, Ταραπουλούζης ν. Έπαρχος Λευκωσίας
(1962)C.L.R 91, Cross on Evidence, 4η έκδοση, σελ. 85-87 κ.ο.κ., ενώ σε σχέση με το δεύτερο, Woolminghton v. D.P.P.
(1935)A.C. 462, Χαρίτωνος ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. 40 κ.ο.κ.). Θα πρέπει ακόμα να σημειωθεί, ότι αν στο τέλος της δίκης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του δικαστηρίου για την ενοχή της κατηγορούμενης, αυτή θα πρέπει να απαλλαγεί της κατηγορίας (βλ. και τις Τούμπα ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97). Διαπιστώνω τα εξής: Το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Προς τούτο, παραπέμπω στο περιεχόμενο του σχετικού διατάγματος (τεκμήριο 5). Ούτε και αμφισβητείται από την κατηγορουμένη η έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας της. Έχει επίσης αποδειχθεί, μέρος του δεύτερου συστατικού στοιχείου του αδικήματος και συγκεκριμένα, ότι η επίδικη περιουσία, που σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής κατηγορίας, ζητήθηκε από την κατηγορούμενη να παραδώσει, συνιστά περιουσία τη έννοια του νόμου, η οποία, κάποια στιγμή περιήλθε στην κατοχή της κατηγορούμενης. Σε σχέση με το δεύτερο, παραπέμπω και στο περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης της κατηγορούμενης. Προκύπτει από αυτή, ομολογία της, ότι συνήψε τις δύο συμφωνίες ενοικιαγοράς με την τράπεζα (μέρος του τεκμηρίου 6, αυτές) το αντικείμενό τους - έπιπλα και αυτοκίνητο - και ότι το παρέλαβε. Σε σχέση με το πρώτο, μολονότι, δε μου διαφεύγει, ότι η κατηγορουμένη δυνάμει των δύο συμβάσεων ενοικιαγοράς, ως ζήτημα καθαρά νόμου και στις δύο περιπτώσεις, κατέστη ενοικιάστρια του αντικειμένου της σύμβασης και όχι ιδιοκτήτριά του, κάτι που θα συνέβαινε με την πληρωμή όλων των ενοικίων και την καταβολή του συμφωνημένου δικαιώματος αγοράς, εντούτοις, το αντικείμενο και στις δύο συμβάσεις, αποτελεί περιουσία τη έννοια του Νόμου, Κεφ. 105, αφού, η «περιουσία» σύμφωνα με το άρθρο 2 περιλαμβάνει «.συμφέρον και όφελος παρόν ή μελλοντικό, κεκτημένο ή υπό αίρεση, που προκύπτει από ή είναι συναφές με περιουσία όπως ορίζεται πιο πάνω·». Για όλους τους λόγους που έχω αναφέρει, προκειμένου να αιτιολογήσω την απόφασή μου να μην αποδεχτώ τη μαρτυρία των δύο μαρτύρων κατηγορίας, στο βαθμό που πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία, έχω έντονες αμφιβολίες κατά πόσο ζητήθηκε από την κατηγορούμενη όπως είχε διατάξει ο διαχειριστής -επίσημος παραλήπτης - να παραδώσει την επίδικη περιουσία. Έχω τη γνώμη, ότι για να ικανοποιείτο η σχετική αξίωση του Νόμου, θα έπρεπε να υπήρχε μαρτυρία ενώπιόν μου, που να αποδείκνυε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι, όταν η τράπεζα απαιτούσε από την κατηγορούμενη παράδοση των επίδικων αντικειμένων, κατέστη σαφές στην κατηγορούμενη, ότι η τράπεζα ενεργούσε κατ' εξουσιοδότηση του επίσημου παραλήπτη και πιο συγκεκριμένα, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσίας της κατηγορούμενης σε σχέση με την οποία εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής, κάτι που δε συμβαίνει. Μολονότι, απ' όσα προηγήθηκαν είναι κατάδηλη η τύχη της σχετικής κατηγορίας, εντούτοις, χάριν πληρότητας της απόφασής μου και για το ενδεχόμενο που αυτή ήθελε αμφισβητηθεί σε άλλο - ανώτερο επίπεδο, θεωρώ σκόπιμο να αποφανθώ και για εκείνα τουλάχιστον τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, για τα οποία οι εκατέρωθεν εκδοχές διίστανται. Για να καταστεί όμως αυτό δυνατό, απαιτείται αξιολόγηση της μαρτυρίας του εν διαστάσει συζύγου της κατηγορούμενης. Ο εν διαστάσει σύζυγος της κατηγορούμενης, δε με έπεισε ότι κατέθεσε την αλήθεια στο δικαστήριο. Επί της ουσίας, η εκδοχή του ήταν παράλογη και αφύσικη και, σε κάθε περίπτωση, στερούμενη πειστικότητας, οπότε και την απορρίπτω. Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας γενικά και αόριστα, ότι ξόφλησε ο ίδιος τα επίδικα έπιπλα. Ωστόσο, ούτε πότε έγινε αυτό ανέφερε, μα ούτε και κάποια απόδειξη εξόφλησης παρουσίασε. Ισχυρίστηκε ακόμη, ότι παράδωσε το 2003 στην τράπεζα, το επίδικο αυτοκίνητο. Ειλικρινά, δυσκολεύομαι να πιστέψω, ότι ένας λογικός άνθρωπος είναι δυνατό να εγκαταλείπει ένα ολόκληρο αυτοκίνητο έξω από κάποιο χωράφι, εν γνώσει του ότι αυτό αποτελεί αντικείμενο σύμβασης, οπότε, συνεπάγονται επιπτώσεις σε περίπτωση απώλειας ή φθοράς του και να μην ενδιαφέρεται, είτε να μάθει αν όντως αυτό παραλήφθηκε από την τράπεζα είτε ακόμη - και αυτό είναι το σπουδαιότερο - να εξασφαλίσει από την τράπεζα κάποιο έγγραφο, που να βεβαιώνει τόσο την παράδοση όσο και την παραλαβή του οχήματος. Η κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του εν διαστάσει συζύγου της κατηγορούμενης ως μάρτυρα, δίνει απάντηση και στο ερώτημα, κατά πόσο έχει αποδειχθεί το πέμπτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Καταφατική ασφαλώς είναι η απάντηση. Ούτε τα έπιπλα μα ούτε και το αυτοκίνητο παραδόθηκαν οποτεδήποτε στην τράπεζα. Το αυτοκίνητο, επειδή, για όλους τους λόγους που έχω αναφέρει, η μαρτυρία του εν διαστάσει συζύγου της κατηγορούμενης κρίθηκε αναξιόπιστη, ενώ, στο βαθμό που και η κατηγορούμενη προέβαλε ανάλογο ισχυρισμό, το έκανε στο πλαίσιο της ανακριτικής της κατάθεσης, που αποτελεί το περιεχόμενο της ανώμοτης της δήλωσης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, σε σχέση με την αποδεικτική της αξία, κυρίως όμως, επειδή, πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία, τα όσα αναφέρει επί του προκειμένου, με αναφορά στον εν διαστάσει σύζυγό της, ως το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση, του οποίου τη μαρτυρία έχω απορρίψει. Τα έπιπλα, επειδή ο ισχυρισμός της κατηγορούμενης (στην ανακριτική της κατάθεση πάντοτε) ότι τα έχει πετάξει - επειδή καταστράφηκαν - δεν επιβεβαιώνεται με μαρτυρία, αλλά και για τον επιπλέον λόγο, ότι ο εν διαστάσει σύζυγός της, ισχυρίστηκε αναληθώς ότι τα έχει ξοφλήσει. Εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχει ενώπιόν μου αποδεκτή μαρτυρία, ότι τα έπιπλα, παραδόθηκαν οποτεδήποτε στην τράπεζα. Ακολουθεί απάντηση στο ερώτημα εάν το αυτοκίνητο και τα έπιπλα στον ουσιώδη χρόνο βρίσκονταν υπό τη φύλαξη ή υπό τον έλεγχο της κατηγορούμενης. Το πρώτο που θέλω να πω, είναι ότι, με δεδομένο το συμπέρασμα μου ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι ζητήθηκε από την κατηγορούμενη με το συγκεκριμένο τρόπο να παραδώσει τα εν λόγω αντικείμενα, εξ αντικειμένου, είναι αδύνατο, αλλά και χωρίς νόημα να δοθεί απάντηση, στο παραπάνω ερώτημα. Πώς μπορώ να αποφανθώ κατά πόσο η κατηγορούμενη στον ουσιώδη χρόνο είχε είτε υπό τον έλεγχο είτε υπό τη φύλαξη της τα επίδικα αντικείμενα, όταν δεν μπορώ να καθορίσω τον ουσιώδη χρόνο; Θα πρέπει όμως να επισημάνω και τα εξής: Ούτε το γεγονός ότι ο εν διαστάσει σύζυγος της κατηγορούμενης κρίθηκε αναξιόπιστος μα ούτε και το γεγονός ότι η κατηγορούμενη επέλεξε - ως είχε δικαίωμα - να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, που δεν ισοδυναμεί ασφαλώς με μαρτυρία, αποδεικνύουν άνευ άλλου, ότι η κατηγορούμενη στον ουσιώδη χρόνο - ακόμη και αν μπορούσα να τον προσδιορίσω - είχε υπό τον έλεγχο ή φύλαξή της τα επίδικα αντικείμενα. Το συγκεκριμένο στοιχείο, αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος, η απόδειξη του οποίου βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή και όχι ασφαλώς την κατηγορουμένη (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Έχει νομολογηθεί (βλ. Αλ Χαμάτ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117) ότι η προσφυγή στο ψεύδος, δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Περαιτέρω, όπως αναφέρεται από τον Τάκη Ηλιάδη στο σύγγραμμά του «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)» σελ. 164 επ., τα ψεύδη του κατηγορούμενου - πολλώ μάλλον, που επί του προκειμένου, δεν ισχύει κάτι τέτοιο, αφού πρόκειται για ψεύδη που προέρχονται από μάρτυρα της κατηγορούμενης και όχι από την ίδια - είτε εντός είτε εκτός δικαστηρίου, μπορούν να θεωρηθούν ενισχυτική μαρτυρία. Είναι φανερό, ότι, ακόμη κι αν αποδεικνυόταν με θετικό τρόπο από την κατηγορούσα αρχή, ότι η κατηγορούμενη στον ουσιώδη χρόνο είχε υπό τον έλεγχο ή υπό τη φύλαξή της τα επίδικα αντικείμενα, τα όποια ψεύδη, ακόμη κι αν προέρχονταν από την κατηγορούμενη, θα μπορούσαν να θεωρηθούν ενισχυτική μαρτυρία. Αυτονόητο πως, η ενισχυτική μαρτυρία, καλείται να ενισχύσει άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία. Παρέλκει νομίζω να ασχοληθώ με οτιδήποτε άλλο, έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις και συμπεράσματα μου. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανέφερα, είναι η κατάληξή μου ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή της κατηγορούμενης στη σχετική κατηγορία. Η κατηγορούμενη αθωώνεται. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. /Γ.Ι./Δ.Δ. Subject: /Criminal/Final (Αναφορά: Άρθρο 116 (β) Κεφ. 105, ανώμοτη δήλωση, βάρος απόδειξης -ανώμοτης δήλωσης, ανακριτικής κατάθεσης - εξ ακοής μαρτυρία, ψεύδη κατηγορούμενου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.