← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Α. Β., Αρ. Yπόθεσης: 3438/08, 24/2/2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Α. Β., Αρ. Yπόθεσης: 3438/08, 24/2/2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων Αρ. Υπόθεσης: 3483/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν -

  1. Α.Β, από την Κυπερούντα
  2. Vinoventi Ltd, από την Κυπερούντα
  3. Lorena Valerio Marquez, από τις Φιλιππίνες Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 24 Φεβρουαρίου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για τον κατηγορούμενο: κος Ν. Νεοκλέους Κατηγορούμενος 1: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (για κατηγ. 1 & 2) Ο κατηγορούμενος 1, είναι μέτοχος και διευθυντής της κατηγορουμένης 2 εταιρείας, η οποία διαχειρίζεται πιτσαρία στο χωριό Κυπερούντα της επαρχίας Λεμεσού. Είναι η θέση της αστυνομίας ότι μεταξύ Ιουνίου και Δεκεμβρίου 2007, οι κατηγορούμενοι 1 & 2 εργοδότησαν παράνομα στην πιο πάνω πιτσαρία την 3η κατηγορουμένη, η οποία κατάγεται από τις Φιλιππίνες. Σύμφωνα με την μαρτυρία που προσκομίστηκε από την αστυνομία ενώ η κατηγορουμένη 3 εισήλθε στην Κύπρο με άδεια οικιακής βοηθού για την γιαγιά της συζύγου του κατηγορουμένου 1, παράνομα εργοδοτείτο στην πιτσαρία του χωρίς ποτέ να εργαστεί ως οικιακή βοηθός. Ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι 1 & 2 αντιμετωπίζουν την 1η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της εργοδότησης αλλοδαπού χωρίς άδεια κατά παράβαση του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ.105). Η κατηγορουμένη 3, αντιμετώπιζε την 2η κατηγορία για άσκηση επαγγέλματος χωρίς άδεια. Παραδέχθηκε ενοχή και της επιβλήθηκε ποινή προστίμου. Στην συνέχεια, κατέθεσε ως βασικός μάρτυρας κατηγορίας εναντίον των κατηγορουμένων 1 &
  4. Αντίθετη ήταν η θέση της υπεράσπισης όπως προκύπτει από την ακροαματική διαδικασία. Υποστηρίχθηκε ότι η κατηγορουμένη 3 ουδέποτε εργάστηκε στην πιτσαρία αλλά μετακόμισε από το Τσέρι στην Κυπερούντα με την γιαγιά της συζύγου του κατηγορουμένου 1, λόγω προβλημάτων υγείας της τελευταίας. Οι θέσεις δε που εκφράστηκαν με την μαρτυρία της κατηγορουμένης 3 περί του αντιθέτου, αποδόθηκαν σε προσωπικά κίνητρα της τελευταίας, η οποία δεν ήθελε να συνεχίσει να εργάζεται ως οικιακή βοηθός αλλά και για να επεκτείνει την άδεια παραμονής της στην Κύπρο. Μαρτυρία Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο αστυφύλακας 3098 Ευστρατίου. Κατέθεσε ανακριτική κατάθεση που πήρε από τον από τον κατηγορούμενο 1 στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης (τεκμ.2). Ακολούθως κατατέθηκαν από κοινού για την αλήθεια του περιεχομένου τους οι καταθέσεις των αστυνομικών Γ. Αγρότη (τεκμ.3), Δ. Κωνσταντινίδη (τεκμ.4) καθώς και πιστοποιητικό Διευθυντών & Γραμματέως της κατηγορουμένης 2 Εταιρείας (τεκμ.5). Σύμφωνα με την κατάθεση του αστυφύλακα Αγρότη (τεκμ.3), στις 6.12.2007 προσήλθε στον αστυνομικό σταθμό Αγρού η κατηγορουμένη 3 και κατήγγειλε ότι ενώ αφίχθηκε στην Κύπρο για να εργαστεί ως οικιακή βοηθός στην Ελένη Λοΐζου στο Τσέρι, στην πραγματικότητα εργαζόταν παράνομα στην οικία και την πιτσαρία του κατηγορουμένου 1 στην Κυπερούντα από τον Ιούνιο του
  5. Παρέμεινε εκεί μέχρι τον Νοέμβριο του 2007 και αργότερα κατήγγειλε το γεγονός στην Υ.Α.Μ Λεμεσού λόγω διαφοράς που προέκυψε με τον 1ο κατηγορούμενο αναφορικά με τον μισθό της. Ο μάρτυρας πήρε κατάθεση από την κατηγορουμένη 3 την ίδια ημέρα στην Αγγλική γλώσσα, την οποία η τελευταία μιλά και γράφει πολύ καλά. Την κατηγόρησε επίσης γραπτώς για το ότι εργαζόταν παράνομα στην πιο πάνω πιτσαρία και αυτή παραδέχθηκε ενοχή. Ο αστυφύλακας Κωνσταντινίδης της Υ.Α.Μ Λεμεσού στην δική του κατάθεση (τεκμ. 4), αναφέρει ότι η κατηγορουμένη 3 προσήλθε στα γραφεία της Υ.Α.Μ στις 6.2.2007 για να υποβάλει εργατικό παράπονο εναντίον του κατηγορουμένου.
  6. Σύμφωνα με επιστολή που παρέδωσε στον μάρτυρα αντί να εργάζεται ως οικιακή βοηθός στην Ελένη Λοΐζου στο Τσέρι για την οποία εκδόθηκε η άδεια παραμονής και εργασίας στην Κύπρο, εργαζόταν στην πιτσαρία «Εν Οίκω» στην Κυπερούντα που ανήκει στον κατηγορούμενο
  7. Την εφοδίασε με το σχετικό έντυπο για να μεταβεί στο γραφείο εργασίας ούτως ώστε να εξεταστεί το αίτημα της και στην συνέχεια ενημέρωσε τον αστυνομικό σταθμό Αγρού για περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης σε σχέση με τα αδικήματα της παράνομης εργοδότησης. Στο πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών (τεκμ. 5) εμφανίζεται ως διευθυντής της κατηγορουμένης 2 εταιρείας ο 1ος κατηγορούμενος. Στην συνέχεια κατέθεσε ως Μ.Κ.2 η κατηγορουμένη 3 Lorena Valerio Marquez. Στην κατάθεση της στην αστυνομία (τεκμ. 6), αναφέρει ότι κατάγεται από τις Φιλιππίνες και αφίχθηκε στην Κύπρο στις 31 Μαρτίου 2007 για να εργαστεί ως οικιακή βοηθός. Ο πράκτορας της, την μετέφερε στο σπίτι της εργοδότριας της Ελένης Λοϊζίδου στο Τσέρι. Εκεί παρέμεινε για τρεις ώρες και στην συνέχεια η εγγονή της εργοδότριας της και σύζυγος του κατηγορουμένου 1, την μετέφερε στην Κυπερούντα. Εκεί ο 1ος κατηγορούμενος, της είπε ότι θα δουλεύει στην πιτσαρία του με μισθό £250,00 τον μήνα και δωρεάν διαμονή και φαγητό. Θα της απέκοπτε £100,00 μηνιαίως μέχρι να εξοφληθεί η εγγύηση και τα έξοδα του αεροπορικού της εισιτηρίου. Η κατηγορουμένη 3 εργαζόταν έκτοτε στην πιο πάνω πιτσαρία από τις 11.00 μέχρι της 15.00 και από τις 18.00 μέχρι τα μεσάνυκτα. Αρκετές όμως φορές αναγκαζόταν να μένει πιο αργά χωρίς να πληρώνεται επιπλέον μισθό. Περί τα μέσα του Σεπτέμβρη η πιτσαρία άνοιγε μόνο Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή. Τις υπόλοιπες μέρες, ο κατηγορούμενος 1 την έβαζε να ετοιμάσει στον υπολογιστή, ιστοσελίδα για την πιτσαρία του. Ορισμένες φορές ενώ εργαζόταν στην πιτσαρία, της τηλεφωνούσε για να μαγειρέψει φαγητό για το σπίτι του και άλλες φορές να προσέχει τα παιδιά του. Τέλος, αναφέρει ότι της χρωστά τους μισθούς δύο μηνών, τους οποίους αρνείται να πληρώσει λέγοντας της ότι θα πρέπει να του ξοφλήσει την εγγυητική και το αεροπορικό εισιτήριο. Ενώπιον του Δικαστηρίου, η μάρτυρας κατέθεσε ότι γνωρίστηκε με τον κατηγορούμενο μέσω του διαδικτύου. Τότε η ίδια εργαζόταν στην χώρα της ως web designer. Της πρόσφερε εργασία μέσω του internet στην πιτσαρία του και αυτή δέχθηκε. Συμφωνήθηκε να δηλωθεί ως οικιακή βοηθός στην γιαγιά της γυναίκας του Ελένη Λοΐζου. Έφτασε στην Κύπρο στις 31.5.
  8. Την παρέλαβε από το αεροδρόμιο ο πράκτορας της και την μετέφερε στο σπίτι της Ελένης Λοΐζου στο Τσέρι. Έμεινε εκεί γύρω στις τρείς ώρες και στην συνέχεια την μετέφερε στην Κυπερούντα η σύζυγος του κατηγορουμένου. Στην Κυπερούντα, έμενε στο σπίτι της μητέρας του κατηγορουμένου, το οποίο είναι πολύ κοντά στο δικό του και σε απόσταση μόνο 50 μέτρων από την πιτσαρία. Στην πιτσαρία έκανε όπως είπε τα πάντα. Από την προετοιμασία των φαγητών μέχρι και το καθάρισμα του εστιατορίου. Αρνήθηκε υποβολές κατά την αντεξέταση ότι η πιτσαρία δεν άνοιγε τα μεσημέρια. Επανέλαβε όμως ότι από τον Σεπτέμβριο άνοιγε μόνο Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή. Χαρακτήρισε την φυγή της από την Κυπερούντα τον Δεκέμβριο του 2007 ως «δραπέτευση» και ισχυρίστηκε ότι εργαζόταν στην πιτσαρία αρκετές ώρες την ημέρα. Δέχθηκε ότι υπέγραψε συμβόλαιο εργασίας με την Ελένη Λοΐζου ως οικιακή βοηθός αλλά ανέφερε ότι αυτή ήταν η διευθέτηση με τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος την διαβεβαίωσε ότι δεν θα υπήρχε πρόβλημα. Επέμενε δε ότι η συμφωνία της με τον κατηγορούμενο 1 μέσω internet ήταν ότι θα εργαζόταν στην πιτσαρία και όχι ως οικιακή βοηθός. Επικαλέστηκε προς τούτο τα emails που τις έστελνε, τα οποία δεν είχε όμως μαζί της για να τα καταθέσει στο Δικαστήριο. Ακολούθως κατατέθηκε και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ως παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 είναι μέτοχος στην κατηγορουμένης 2 εταιρείας μαζί με την μητέρα του και ότι επίσης η εμπορική επωνυμία της πιτσαρίας «Εν Οικω Αλβίνω» είναι εγγεγραμμένη στο όνομα της κατηγορουμένη 2 εταιρεία. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, οι κατηγορούμενοι 1 & 2 κλήθηκαν σε απολογία. Ο κατηγορούμενος 1 αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Με αυτή, υιοθέτησε αρχικά την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (τεκμ.2). Στην πιο πάνω κατάθεση του ο κατηγορούμενος 1 αναφέρει μεταξύ άλλων και τα εξής: Συμφώνησε μέσω διαδικτύου με την κατηγορουμένη 3 να έλθει στην Κύπρο και να εργοδοτηθεί ως οικιακή βοηθός στη γιαγιά της συζύγου του Ελένη Λοΐζου στο Τσέρι. Τον Ιούλιο του 2007, η Ελένη Λοΐζου μαζί με την κατηγορουμένη 3, μετακόμισαν στην Κυπερούντα επειδή το κλίμα ήταν καλύτερο από το Τσέρι. Η γιαγιά της συζύγου του, έμεινε στο χωριό μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2007 οπόταν επέστρεψε στο Τσέρι και επισκεπτόταν το ίδρυμα Αροδαφνούσα για θεραπεία. Η κατηγορουμένη 3 όμως έμεινε στο χωριό γιατί η γιαγιά δεν την ήθελε μαζί της. Την φιλοξενούσαν οι γονείς του κατηγορουμένου 1 μέχρι να βρει νέο εργοδότη. Αρχές Νοεμβρίου του 2007, η κατηγορουμένη 3 εγκατέλειψε την Κυπερούντα χωρίς να ειδοποιήσει κανένα και από πληροφορίες διέμενε στην Λεμεσό με άγνωστο άνδρα. Μετά πάροδο μιας βδομάδας, επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο 1 και του ζήτησε να την φιλοξενήσει ξανά όπως και έγινε. Στην συνέχεια όμως επανασυνδέθηκε με τον φίλο της και έφυγε ξανά από την Κυπερούντα. Ο κατηγορούμενος 1 αναφέρει στην συνέχεια της κατάθεσης του ότι από τον Σεπτέμβριο του 2007, σταμάτησε να ανοίγει καθημερινά την πιτσαρία αφού διορίστηκε ως καθηγητής στην Λεμεσό. Η πιτσαρία λειτουργεί έκτοτε περιστασιακά μερικά Σάββατα. Τέλος, αρνείται ότι η κατηγορουμένη 3 εργάστηκε στην πιτσαρία του και ισχυρίζεται ότι προέβηκε στην επίδικη καταγγελία με σκοπό να παραμείνει στην Κύπρο ως μάρτυρας μέχρι και την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Ενώπιον του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος 1, κατέθεσε αποκόμματα αεροπορικών εισιτηρίων (τεκμ. 7), σύμφωνα με τα οποία ταξίδευσε μαζί με την οικογένεια του στην Γαλλία τον Ιούλιο του 2007 και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να είχε ανοικτή την πιτσαρία του. Ανέφερε στην συνέχεια ότι το καλοκαίρι εκείνου του χρόνου, η γιαγιά Ελένη Λοΐζου, μεταφέρθηκε μαζί με την κατηγορουμένη 3 στην Κυπερούντα λόγω της μεγάλης ζέστης που επικρατούσε στην Λευκωσία. Παρότι όμως η δουλειά της κατηγορουμένης 3 ήταν να φροντίζει την γιαγιά, δέχθηκε ότι οι δύο διέμεναν σε διαφορετικές οικίες. Η κατηγορουμένη 3 φιλοξενείτο στο σπίτι των γονιών του ενώ η γιαγιά έμενε στο δικό του σπίτι. Ισχυρίστηκε όμως ότι τα δύο σπίτια είναι δίπλα - δίπλα ενώ η γιαγιά δεν ένιωθε άνετα με την κατηγορουμένη 3 και δεν την ήθελε μαζί της. Ανέφερε επίσης ότι ο ίδιος δεν είχε χώρο στο σπίτι του για να φιλοξενήσει και την κατηγορουμένη 3 και αυτός ήταν ο λόγος που διέμεναν σε διαφορετικές οικίες. Επανέλαβε την θέση του ότι η κατηγορουμένη 3 δεν εργάστηκε ποτέ στην πιτσαρία. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι η ίδια του εισηγήθηκε να εργαστεί στην πιτσαρία αλλά ο ίδιος δεν της επέτρεψε κάτι τέτοιο. Ήταν η θέση του ότι αν το ήθελε θα μπορούσε να την εργοδοτήσει νομότυπα. Όμως η κατηγορουμένη 3 δεν έμαθε να μιλά Ελληνικά και δεν θα μπορούσε να δουλέψει στην πιτσαρία ενός χωριού όπως η Κυπερούντα όπου κανένας δεν μιλά την Αγγλική γλώσσα. Αρνήθηκε επίσης ότι της ανέθεσε να ετοιμάσει ιστοσελίδα στο διαδίκτυο για την πιτσαρία. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είναι καθηγητής ηλεκτρονικών υπολογιστών και δεν έχει ανάγκη βοήθειας σε αυτά τα θέματα. Δέχθηκε όμως ότι η κατηγορουμένη 3 ήξερε να χειρίζεται ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Ισχυρίστηκε ότι αυτή επικοινωνούσε μέσω διαδικτύου με την οικογένεια της και με πολλούς φίλους της. Ανέφερε δε ότι αυτό γινόταν μέχρι πολύ αργά το βράδυ, κάτι που ενοχλούσε τους γονείς του, οι οποίοι δεν μπορούσαν να κοιμηθούν. Ο κατηγορούμενος ανέφερε στην συνέχεια ότι η κατηγορουμένη 2 εταιρεία, είναι ιδιοκτήτρια της επίδικης πιτσαρίας, η οποία λειτουργούσε από το 2006 μέχρι που ο ίδιος διορίστηκε ως καθηγητής στο δημόσιο. Αρνήθηκε όμως ότι άνοιγε και τα μεσημέρια, ισχυριζόμενος ότι η προετοιμασία γινόταν το βράδυ. Σε ερώτηση της δημόσιας κατηγόρου γιατί δεν αποδέσμευσε (release) την κατηγορουμένη 3 από το συμβόλαιο της αφού δεν την χρειαζόταν, απάντησε ότι ήταν με την εσφαλμένη εντύπωση ότι δεν εδικαιούτο να πράξει κάτι τέτοιο πριν περάσει ένα χρονικό διάστημα από την σύναψη της σύμβασης. Ανέφερε επίσης ότι συνέχισε να την φιλοξενεί γιατί είχε πληρώσει εγγύηση £500,00 γι' αυτήν και θεωρούσε ότι μέχρι να την αποδεσμεύσει , η κατηγορουμένη 3 ήταν υπό την ευθύνη του. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε η πενθερά του κατηγορουμένου 1 Χρυσούλα Τριχινά. Κατέθεσε ιατρική βεβαίωση (τεκμ. 8) σύμφωνα με την οποία η μητέρα της Ελένη Λοΐζου πάσχει από καρκίνο του μαστού και εμφανίζει επίσης συμπτώματα άνοιας. Επανέλαβε στην συνέχεια την εκδοχή της υπεράσπισης σε σχέση με την εργοδότηση της κατηγορουμένης 3 από την μητέρα της και την μεταφορά της στην Κυπερούντα. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η ίδια μετέβαινε κάθε βδομάδα στην Κυπερούντα και μπορούσε να διαπιστώσει ότι η κατηγορουμένη 3 δεν εργαζόταν στην πιτσαρία. Τέλος, κατέθεσε επιστολή της επιτροπής εξέτασης εργατικών διαφορών προς την Ελένη Λοΐζου με την οποία την καλούσε να πληρώσει προς την κατηγορουμένη 3, συγκεκριμένο ποσό που αφορούσε αναλογία 13ου μισθού και ετήσιας άδειας. Στην αντεξέταση ισχυρίστηκε ότι η μητέρα της δεν ήθελε την κατηγορουμένη 3 να την φροντίζει γι' αυτό και η τελευταία παρέμεινε στο χωριό μετά που η μητέρα της επέστρεψε στην Λευκωσία. Η κατηγορουμένη 3 ζήτησε τότε να εργαστεί στην πιτσαρία αλλά ο κατηγορούμενος 1 αρνήθηκε. Η κατηγορουμένη 3, παρέμεινε στην Κυπερούντα χωρίς να κάνει τίποτα και στην συνέχεια ζήτησε χρήματα από την μητέρα της για την περίοδο που δεν εργαζόταν. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε ο Μαρίνος Αριστείδου. Είναι κάτοικος Κυπερούντας και είναι πελάτης της επίδικης πιτσαρίας. Ανέφερε ότι το καλοκαίρι του 2007 η πιτσαρία ήταν ανοικτή. Εκεί εργαζόταν ο κατηγορούμενος 1, η γυναίκα του, και δύο άλλοι νεαροί. Δεν είδε όπως είπε εκτός από τους πιο πάνω, κανένα άλλο να εργάζεται στην πιτσαρία. Κατά την αντεξέταση ισχυρίστηκε ότι η πιτσαρία ήταν ανοικτή από τον Ιούλιο μέχρι τον Σεπτέμβριο και λειτουργούσε μόνο το βράδυ από τις 6.00 μέχρι τις 11.00 μ.μ. Ο ίδιος έπαιρνε take away όπως είπε και δεν εισερχόταν στην κουζίνα. Ισχυρίστηκε όμως ότι είχε οπτική επαφή με την κουζίνα και μπορούσε να δει ποιος εργαζόταν εκεί. Δεν έτυχε ποτέ να δει καμιά ξένη κοπέλα από τις Φιλιππίνες να εργάζεται στην πιτσαρία. Όσον αφορά την κατηγορουμένη 3, δεν την είδε πουθενά στην Κυπερούντα ούτε και οπουδήποτε αλλού. Αγορεύσεις Ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του, έκαμε εκτενή αναφορά στην δοθείσα μαρτυρία και κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την εκδοχή της κατηγορουμένης 3, επισημαίνοντας κάποιες κατ' ισχυρισμό αντιφάσεις που κατά την άποψη του πλήττουν την αξιοπιστία της. Αντιθέτως, η μαρτυρία που προσκόμισε η υπεράσπιση, ήταν κατά τον συνήγορο αξιόπιστη και αντανακλά στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Η μαρτυρία δε αυτή, καταδεικνύει ότι η καταγγελία της κατηγορουμένης 3 αποσκοπούσε στο να εξυπηρετήσει δικούς της σκοπούς, θυματοποιώντας και ταλαιπωρώντας τους κατηγορουμένους 1 &
  9. Η δημόσια κατήγορος στην δική της αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι η κατηγορουμένη 3 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ανέφερε με λεπτομέρεια τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάστηκε στην πιτσαρία των κατηγορουμένων 1 & 2 και η μαρτυρία της στο σημείο αυτό θα πρέπει να κριθεί ως αξιόπιστη. Η πιο πάνω μαρτυρία κατά την κατήγορο, αποδεικνύει το συστατικό στοιχείο της εργοδότησης για το οποίο δεν χρειάζεται η απόδειξη σύμβασης εργασίας με την στενή έννοια του όρου. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία στην ζωντανή ατμόσφαιρά της Δίκης να παρακολουθήσω με μεγάλη προσοχή, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Η κατηγορουμένη 3 υπήρξε βασική μάρτυρας κατηγορίας επί της μαρτυρίας της οποίας στηρίζεται ουσιαστικά η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Πρόκειται στην ουσία για μαρτυρία συνεργού αφού η κατηγορουμένη 3 ισχυρίστηκε ότι συμφώνησε με τον κατηγορούμενο 1 να δηλωθεί ψευδώς ότι θα εργάζεται στην Ελένη Λοΐζου ως οικιακή βοηθός στο Τσέρι ενώ στην πραγματικότητα, η διευθέτηση ήταν να εργάζεται στην πιτσαρία των κατηγορουμένων 1 & 2 στην Κυπερούντα. Υπενθυμίζεται δε ότι η μάρτυρας αυτή ήταν συγκατηγορούμενη στην παρούσα υπόθεση με τους κατηγορουμένους 1 &
  10. Στο σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη «Η Απόδειξη», αναφέρεται στην σελίδα 180 ότι: «Η απλή ερμηνεία της λέξης "συνεργός" υποδηλώνει ένα πρόσωπο που έχει αναμιχθεί με κάποιο τρόπο στην διάπραξη ενός εγκλήματος» Ο ρόλος που διαδραμάτισε λοιπόν η κατηγορουμένη 3 στο υπό κρίση αδίκημα δεν μπορεί παρά να είναι ρόλος συνεργού. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία της θα πρέπει να προσεγγιστεί με ιδιαίτερη προσοχή, καχυποψία και περίσκεψη, όπως επιβάλλεται να προσεγγίζεται κάθε μαρτυρία που προέρχεται από συνεργό, γιατί τέτοια είναι η κατηγορουμένη 3 στη βάση της δικής της μαρτυρίας. Έχοντας κρίνει ότι η κατηγορουμένη 3 είναι συνεργός θα πρέπει να υπενθυμίσουμε την καλά εμπεδωμένη από τη νομολογία αρχή (βλ. Γιουρούκης ν. Δημοκρατίας

(1993)2 ΑΑΔ 231) ότι το Δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει ένα κατηγορούμενο βασιζόμενο στη μαρτυρία συνεργού, ακόμη και χωρίς ενίσχυση αφού βέβαια προειδοποιήσει τον εαυτό του δεόντως για τους κινδύνους που εγκυμονεί τέτοιο ενδεχόμενο. Μπορεί όμως αν κρίνει ότι δεν είναι διατεθειμένο να προχωρήσει σε καταδίκη χωρίς ενίσχυση να ακολουθήσει το γνωστό κανόνα πρακτικής, σύμφωνα με τον οποίο κανένα πρόσωπο δεν καταδικάζεται με την χωρίς ενίσχυση μαρτυρία συνεργού. Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας, κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να στηριχθεί αποκλειστικά στην μαρτυρία της κατηγορουμένης 3 και να καταδικάσει τους κατηγορουμένους 1 & 2 χωρίς ενίσχυση. Υπενθυμίζω ιδιαίτερα το γεγονός ότι η καταγγελία της κατηγορουμένης 3 έγινε μετά από εργατική διαφορά που προέκυψε σχετικά με την πληρωμή κάποιων μισθών της και όχι σε προγενέστερο στάδιο. Υπενθυμίζω επίσης ότι σύμφωνα με την μαρτυρία (τεκμ. 9), η καταγγελία στην αρμόδια αρχή για την μη πληρωμή μισθών έγινε εναντίον της Ελένης Λοΐζου και όχι εναντίον των κατηγορουμένων 1 & 2. Προκύπτει από το τεκμήριο 9 ότι τουλάχιστον για σκοπούς πληρωμής μισθών, η κατηγορουμένη 3 θεωρούσε ακόμα την Ελένη Λοΐζου ως εργοδότρια της. Υπό τας περιστάσεις, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως αναζητηθεί ενισχυτική μαρτυρία στην μαρτυρία της κατηγορουμένης 3 που να εμπλέκει τους κατηγορουμένους 1 & 2 στο υπό κρίση αδίκημα ότι δηλαδή την εργοδότησαν παράνομα στην πιτσαρία τους. Το τι συνιστά ενισχυτική μαρτυρία και ποια μορφή μπορεί να πάρει, εξηγείται στο πιο κάτω απόσπασμα της Ττοουλιάς v. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 258, σελ. 265, που υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερες υποθέσεις, όπως στην Ρόπας κ.α v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 628, σελ. 658. Αναφέρεται συναφώς ότι η ενισχυτική μαρτυρία έχει: «... προέλευση ανεξάρτητη από το μάρτυρα τη μαρτυρία του οποίου αποβλέπει να ενισχύσει και να τείνει να καταδείξει ουσιωδώς ότι όχι μόνο διαπράχθηκε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο υπόδικος, αλλά επίσης ότι εκείνος που το διέπραξε ήταν ο κατηγορούμενος. Όπως υποδεικνύεται στην πρόσφατη δικαστική απόφαση Turner v. Blunden
(1986)2 All E.R. 75 δεν απαιτείται όπως η ενισχυτική μαρτυρία αποδεικνύει αφ' εαυτής τα αμφισβητούμενα γεγονότα ή τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Ότι απαιτείται είναι η μαρτυρία να έχει ανεξάρτητη προέλευση από το συνένοχο (accomplice) και να τείνει να καταδείξει σε μια ή περισσότερες ουσιώδεις λεπτομέρειες ότι διαπράχθηκε το κρινόμενο έγκλημα και ότι ο εγκληματίας είναι ο κατηγορούμενος ». Σκοπός της ενισχυτικής μαρτυρίας όπως τέθηκε στην υπόθεση Ρόπας (ανωτέρω) με αναφορά στην υπόθεση του Privy Council - Attorney General of Hong Kong v. Worey Muk-ping
(1987)2 All E.R. 488, «...είναι η άρση των εγγενών αμφιβολιών για την ποιότητα της μαρτυρίας του συνεργού, λόγω της συμμετοχής ή σύμπραξης του στο έγκλημα. Είναι προς άρση αυτών των αμφιβολιών, που αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία για την ανάμειξη του κατηγορουμένου στο έγκλημα. Παραμένει, όμως, το δικάζον δικαστήριο κριτής του αξιόπιστου, της σημασίας και της βαρύτητας, που αποδίδεται στη μαρτυρία συνεργού και στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας. Η απουσία της δεν αναιρεί το δικαίωμα του δικάζοντος δικαστηρίου να αποδεχτεί ως βάσιμη τη μαρτυρία συνεργού». Όσον δε αφορά τον τρόπο προσέγγισης και αξιολόγησης της μαρτυρίας κάποιου μάρτυρα που ως θέμα πρακτικής αναζητείται ενίσχυση, παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελ. 659 της υπόθεσης Ρόπα (ανωτέρω):- «Ορθολογιστική αντιμετώπιση του θέματος επιβάλλει όπως πρώτα εξεταστεί κατά πόσο υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία, πριν το δικάζον δικαστήριο προχωρήσει σε τελική κρίση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του συνεργού. Τονίζουμε τον όρο «ορθολογιστική», για να υπογραμμίσουμε ότι δεν ισχύει άκαμπτος κανόνας δικαίου ή πρακτικής για τον ακριβή τρόπο προσέγγισης και αξιολόγησης της μαρτυρίας συνεργού, αφού, βέβαια, δοθεί η πρέπουσα προειδοποίηση». Ακολουθώντας τον τρόπο προσέγγισης που εισηγείται η πιο πάνω απόφαση, θα εξετάσω πρώτα κατά πόσο υπάρχει ή όχι ενισχυτική μαρτυρία στην μαρτυρία της κατηγορουμένης
  1. Έχω διεξέλθει με προσοχή τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων και δεν εντόπισα ίχνος ενισχυτικής μαρτυρίας που να συνδέει τους κατηγορούμενους 1 & 2 με τη διάπραξη του αδικήματος που τους καταλογίζεται. Εξετάζοντας την δοθείσα μαρτυρία στο σύνολο της, διαπιστώνω ότι δεν έχει δοθεί καμία μαρτυρία που να ενισχύει την θέση της κατηγορουμένης 3 ότι όντως οι κατηγορούμενοι 1 & 2 την εργοδότησαν στην επίδικη πιτσαρία. Έχοντας προβεί στην πιο πάνω διαπίστωση, κρίνω ότι η κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 & 2 παρέμεινε ατεκμηρίωτη ενώπιον μου αφού αυτή βασίζεται αποκλειστικά στην μαρτυρία συνεργού για την οποία δεν δόθηκε καμία ενισχυτική μαρτυρία. Η υπόλοιπη μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει την κατηγορία αφού η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, στηρίζεται αποκλειστικά στην μαρτυρία της κατηγορουμένης
  2. Ενόψει όλων των πιο πάνω, οι κατηγορούμενοι 1 & 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.