← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Γιώργου Σοφοκλέους Σιακόλα, Αρ. Υπόθεσης: 18595/2007, 19.01.2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Γιώργου Σοφοκλέους Σιακόλα, Αρ. Υπόθεσης: 18595/2007, 19.01.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:B2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18595/2007 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας Kατηγορούσας Αρχής ν. Γιώργου Σοφοκλέους Σιακόλα Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 19.01.2009 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ¨Μιχαήλ Για Κατηγορούμενο: κος Πουργουρίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της υπόθεσης είναι οι τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Με τη σειρά που αναφέρονται στο κατηγορητήριο αφορούν τα αδικήματα πλαστογραφίας εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 333 και 335 του Κεφ. 154, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 333 και 339 του Κεφ. 154 και απόσπασης περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Κεφ.

  1. Αξίζει εξαρχής να σημειωθεί πως η παρούσα απόφαση έπεται αιτήματος της υπεράσπισης για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου. Λεπτομέρειες αναφορικά με το αίτημα και τις σχετικές τούτου αγορεύσεις θα αναφέρω στη συνέχεια. Για την ώρα κρίνω αναγκαίο να αναφέρω ό,τι αφορά η υπόθεση και να συνοψίσω το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που απαρτίζει τούτη. Σύμφωνα πάντα με την κατηγορούσα αρχή η υπόθεση αφορά δύο ακίνητα. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο το ένα εκ των δύο ανήκε σε εταιρεία της οποίας ένας εκ των διευθυντών και μετόχων ήταν ο κατηγορούμενος, ενώ το άλλο ανήκε στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου. Το μεν ακίνητο της εταιρείας του κατηγορουμένου αξίζει πολύ λίγα χρήματα, το δε άλλο αξίζει πέραν των Λ.Κ.500.
  2. Το πρώτο ακίνητο, του οποίου ιδιοκτήτρια είναι η εταιρεία JONCH ESTATES LTD, είναι το τεμάχιο 37, Φ/Σχ. LV/41 στη Μονή Λεμεσού τοποθεσία Βαθιές και έχει αριθμό εγγραφής 8916 (στη συνέχεια τεμάχιο 37). Το ακίνητο που ανήκει στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου είναι το τεμάχιο 207, Φ/Σχ. LIV/47 και ευρίσκεται στον Πύργο Λεμεσού (στη συνέχεια τεμάχιο 207). Το εν λόγω τεμάχιο ως αριθμό εγγραφής φέρει τον αριθμό
  3. Η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής θέλει τον κατηγορούμενο περί τις αρχές του έτους 1999 να υποβάλει αίτηση για εξασφάλιση δανείου από το πιστωτικό ίδρυμα ALPHA BANK. Προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου ο κατηγορούμενος, σύμφωνα πάντα με την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, πρόσφερε στην τράπεζα ως εμπράγματη εξασφάλιση το τεμάχιο 37 της εταιρείας JONCH ESTATES LTD. Ως εκ τούτου, ο τραπεζικός οργανισμός ζήτησε από τον κατηγορούμενο εκτίμηση της αξίας του ακινήτου το πιστοποιητικό εγγραφής του οποίου είχε παρουσιάσει. Σύμφωνα πάντα με την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής ο κατηγορούμενος παρουσίασε και παρέδωσε στον τραπεζικό οργανισμό και συγκεκριμένα στον Παναγιώτη Βασιλείου (Μ.Κ.3) έκθεση εκτίμησης του Αντώνη Λοΐζου ημερομηνίας 31.12.1998 με αναφορά DR/AS/98/4086 (τεκμήριο 3). Παρόλα ταύτα, σύμφωνα πάντα με τη θέση της κατηγορούσας αρχής, το περιεχόμενο και δη η αξία του τεμαχίου που αναφέρεται στο τεκμήριο 3, δεν ανταποκρίνεται στο τεμάχιο 37 αλλά στο τεμάχιο 207, εκτίμηση του οποίου ο κατηγορούμενος ζήτησε και εξασφάλισε από το γραφείο του Αντώνη Λοΐζου λίγες ημέρες πρότερων της παράδοσης του τεκμηρίου 3 στον τραπεζικό οργανισμό. Οι πρώτες δύο κατηγορίες, πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου είναι αυτό το τεκμήριο 3 που αφορούν. Σύμφωνα πάντα με την κατηγορούσα αρχή, στο εν λόγω έγγραφο είναι εσφαλμένα τα στοιχεία που αναγράφονται και συγκεκριμένα ότι η αξία του ακινήτου τεμάχιο 37 ανέρχεται σε Λ.Κ.500.
  4. Περαιτέρω, και πάλι σύμφωνα με την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, εάν δεν ήταν αυτό το περιεχόμενο του τεκμηρίου 3 και ιδιαίτερα η αξία του ακινήτου τεμάχιο 37, ο κατηγορούμενος δεν θα εξασφάλιζε δάνειο Λ.Κ.200.000 και εδώ είναι που προσδιορίζεται και η εμβέλεια της τρίτης κατηγορίας. Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω στρέφομαι τώρα στο μαρτυρικό υλικό που ευρίσκεται ενώπιον του δικαστηρίου. Πέραν των παραδεκτών γεγονότων που δηλώθηκαν από τους δύο συνηγόρους και εγκρίθηκαν από το δικαστήριο (βλ. Έγγραφο Α), ενώπιον του δικαστηρίου κατέθεσαν τέσσερις μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας κατηγορούσας αρχής ήταν ο υπαστυνόμος Χρίστος Ανδρέου (Μ.Κ.1). Ο μάρτυρας έκανε αναφορά στο παράπονο που έλαβε στις 30.10.2001 από τον Παναγιώτη Βασιλείου (Μ.Κ.3), διευθυντή του κεντρικού καταστήματος του τραπεζικού οργανισμού ALPHA BANK. Περαιτέρω, ζητήθηκε από το μάρτυρα και κατέθεσε στο δικαστήριο ως τεκμήρια διάφορα έγγραφα που είχε στην κατοχή του. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Λεύκιος Βασιλείου (Μ.Κ.2). Σύμφωνα με το μάρτυρα (βλ. τεκμήριο 12 - κατάθεση Μ.Κ.2) κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν ως εκτιμητής στο γραφείο του Αντώνη Λοΐζου στη Λεμεσό. Ο κατηγορούμενος ήταν ένας εκ των πελατών του γραφείου και κατά τον ουσιώδη χρόνο, ζήτησε, προφορικά, εκτίμηση για το τεμάχιο
  5. Ο μάρτυρας δεν ήταν εις θέση να αναφέρει εάν τα στοιχεία του ακινήτου δόθηκαν στον ίδιο ή σε άλλο πρόσωπο ή ακόμη εάν δόθηκαν από τον κατηγορούμενο, τον οποίο δεν ήταν εις θέση να αναγνωρίσει ενώπιον του δικαστηρίου, ήταν όμως βέβαιος ότι δόθηκαν προφορικά και δεν ήταν αυτά που φαίνονται στο τεκμήριο
  6. Ο Μ.Κ.2 είδε συναφώς και αναγνώρισε ως δική του χειρόγραφη σημείωση που φαίνεται στην πρώτη σελίδα του τεκμηρίου 7 και η οποία αναφέρει ''Θα πληρώσει ο πελάτης. Να μην σταλεί στην τράπεζα. Να σταλεί στη Λεμεσό. Λεύκιος". Το δε υπόλοιπο περιεχόμενο του τεκμηρίου 7 ο μάρτυρας το αναγνώρισε ως την προκαταρκτική εκτίμηση που ετοίμασε ο ίδιος και απέστειλε στο γραφείο της Λευκωσίας στον Αντώνη Λοΐζου. Τρίτος μάρτυρας κατηγορούσας αρχής ήταν ο Παναγιώτης Βασιλείου (Μ.Κ.3). Ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθετήθηκε το περιεχόμενο τριών καταθέσεων (βλ. τεκμήρια 13, 14 και 15). Σύμφωνα με το Μ.Κ.3 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν διευθυντής του κεντρικού καταστήματος της ALPHA BANK. Περί το Δεκέμβριο του 1998 ο κατηγορούμενος αιτήθηκε δάνειο ανερχόμενο συνολικά σε Λ.Κ.200.
  7. Το δάνειο θα ήτο ενυπόθηκο και ως εμπράγματη εξασφάλιση προσφέρθηκε από τον κατηγορούμενο το τεμάχιο 37 της εταιρείας JONCH ESTATES LTD (βλ. τεκμήριο 5) κατόπιν σχετικής απόφασης της ιδιοκτήτριας εταιρείας (βλ. τεκμήρια 10 και 11 ). Ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο εκτίμηση του εν λόγω ακινήτου από ένα εκ των εγκεκριμένων από την τράπεζα εκτιμητών και ο κατηγορούμενος επέλεξε το γραφείο του Αντώνη Λοΐζου και Συνεργάτες. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος παρέδωσε στην τράπεζα, συγκεκριμένα στο Μ.Κ.3, το τεκμήριο 3 στο οποίο αναφερόταν ότι το τεμάχιο 37 ήτο αξίας Λ.Κ.500.000 και ένεκα τούτου, σύμφωνα πάντα με το Μ.Κ.3, η τράπεζα ενέκρινε το αιτούμενο από τον κατηγορούμενο δάνειο. Παρόλα ταύτα, στις 30.10.2001, δηλαδή κατόπιν δανειοδότησης του κατηγορουμένου από την τράπεζα, περιήλθε εις γνώση του Μ.Κ.3 ότι το ακίνητο που υποθηκεύτηκε είχε αξία Λ.Κ.10.000 και όχι Λ.Κ.500.
  8. Τότε επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Αντώνη Λοΐζου ο οποίος του απέστειλε μέσω τηλεομοιότυπου το τεκμήριο 6 ως την πραγματική εκτίμηση που διενήργησε για τον κατηγορούμενο και η οποία αφορούσε το τεμάχιο 207 του οποίου η αξία ήταν Λ.Κ.500.000, αλλά δεν ανήκε στον κατηγορούμενο και δεν ήταν αυτό που υποθηκεύτηκε. Τελευταίος μάρτυρας κατηγορούσας αρχής ήταν ο Αντώνης Λοΐζου (Μ.Κ.4). Όπως ανέφερε ο μάρτυρας (βλ. τεκμήριο 17), ο κατηγορούμενος το Δεκέμβριο του 1998 επισκέφθηκε το υποκατάστημα του γραφείου του στη Λεμεσό και ζήτησε από το Λεύκιο Βασιλείου εκτίμηση κάποιου τεμαχίου. Όταν του ζητήθηκε κοτσιάνι, επειδή δεν το είχε στην κατοχή του δήλωσε τα στοιχεία του ακινήτου προφορικά, σύνηθες, σύμφωνα με το μάρτυρα, πρακτική. Τα στοιχεία που έδωσε ήταν∙ αριθμός εγγραφής 8916, τεμάχιο 207, Φ/Σχ. LIV/
  9. Παρότι η εκτίμηση θα απευθύνετο σε συγκεκριμένο υπάλληλο της ALPHA BANK - κο Παναγιώτη Βασιλείου - ζήτησε όπως την παραλάβει ο ίδιος. Η εκτίμηση ετοιμάστηκε στη Λευκωσία και υπογράφτηκε από το Μ.Κ.4 και στη συνέχεια στάληκε στο γραφείο της Λεμεσού για να παραδοθεί στον πελάτη. Ο Μ.Κ.4 δεν ήταν εις θέση να αναφέρει ποιος παρέδωσε την εκτίμηση στον κατηγορούμενο. Ό,τι ήταν εις θέση να αναφέρει στο δικαστήριο ήταν ότι η εκτίμηση που ετοίμασε αφορούσε το τεμάχιο 207, Φ/Σχ. LIV/47 στο χωριό Πύργος και έφερε τα διακριτικά στοιχεία DR/AS/98/
  10. Τέλος ο Μ.Κ.4 είδε τα τεκμήρια 3 και 6 και αναγνώρισε το μεν τεκμήριο 6 ως την εκτίμηση που ετοίμασε για τον κατηγορούμενο, ενώ για το τεκμήριο 3 ανέφερε ότι τα στοιχεία που εκεί αναφέρονται δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Τέλος, ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι το τεκμήριο 7 είναι η πρόχειρη εκτίμηση που απεστάλη κοντά του για ετοιμασία της εκτίμησης που ζήτησε ο κατηγορούμενος. Ο μάρτυρας αναγνώρισε το εν λόγω τεκμήριο ως έγγραφο που ο ίδιος παρέδωσε στην αστυνομία. Έχοντας συνοψίσει το σύνολο του μαρτυρικού υλικού κρίνω ορθό να σχολιάσω πρώτη την εισήγηση του κου Πουργουρίδη περί διακοπής της διαδικασίας ένεκα παραβίασης του συνταγματικού δικαιώματος του κατηγορουμένου για δίκη εντός εύλογου χρόνου. Η προτεραιότητα στην εξέταση αυτής της εισήγησης δικαιολογείται ένεκα των δραστικών επιπτώσεων που επιφέρει στην όλη διαδικασία η τυχόν αποδοχή τούτης. Εν προκειμένω ο κος Πουργουρίδης ισχυρίστηκε ότι τίποτα στη μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου δεν επεξηγεί γιατί ενώ η καταγγελία του τραπεζικού οργανισμού υποβλήθηκε στις 30.10.2001 το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε στις 18.12.
  11. Σύμφωνα με την εισήγηση, το χρονικό διάστημα που παρήλθε συνιστά κατάφωρη παραβίαση του εν λόγω συνταγματικού δικαιώματος. Στον αντίποδα η κα Χ¨Μιχαήλ συμφώνησε ότι η μαρτυρία δεν επεξηγεί το διαρρεύσαντα χρόνο, παρόλα ταύτα, ήταν η θέση της ότι αυτός ο χρόνος δεν συνιστά παραβίαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Το εν λόγω θέμα δεν αποτελεί καινοτομία. Πλειάδα σχετικών με τούτο αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχουν εξαντλητικά επεξηγήσει κάθε πτυχή του (βλ. Καυκαρής ν. Αστυνομίας

(1990)2 ΑΑΔ 203, Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 294, Χασάν ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 78, Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Χριστόπουλος ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 100, Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 405, Πολυβίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 11, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μενελάου
(2004)2 ΑΑΔ 223, Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 330 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Βάσου
(2005)2 ΑΑΔ 653). Η διαπίστωση της τυχόν ποινικής ευθύνης κατηγορουμένου εντός εύλογου χρόνου αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα. Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 30 του Συντάγματος αναφέρει ότι: "Έκαστος κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρέαστου, δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξάρτητου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου." Στην υπόθεση Μιχάλης Μαγκάκης
(1990)1 ΑΑΔ 1068, 1078 το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε πως "η διασφάλιση του διακιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος αναφορικά με το χρόνο εκδίκασης των υποθέσεων αποτελεί πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου", ενώ, στην υπόθεση Ευσταθίου (πιο πάνω) επεξηγήθηκαν οι επιπτώσεις που δυνατό να επιφέρει η τυχόν καθυστέρηση. Σε αυτή την τελευταία υπόθεση η καθυστέρηση οδήγησε στην ακύρωση της καταδίκης καθώς και της διαδικασίας στο σύνολό της ένεκα παραβίασης του εν λόγω συνταγματικού δικαιώματος. Ανάλογη ήταν η κατάληξη του Δικαστηρίου και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Καψού
(2004)2 ΑΑΔ 127 σε άλλη όμως διάσταση της διαδικασίας. Στην τελευταία υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε πως δεδομένου του χρόνου που παρήλθε από την ημερομηνία της κατ' ισχυρισμό διάπραξης του αδικήματος αλλά και του αναγκαίου χρόνου για διεξαγωγή νέας δίκης, η τυχόν διαταγή επανεκδίκασης της υπόθεσης θα οδηγούσε σε παραβίαση του δικαιώματος του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Διαφορετική ήταν η κατάληξη του Δικαστηρίου στην υπόθεση Λεβέντης (πιο πάνω). Στη σελίδα 635 το Δικαστήριο ανέφερε ότι "Δεν θα συμφωνήσουμε πως η αργοπορία στην εκδίκαση ποινικής υπόθεσης οδηγεί αναπόφευκτα στην απαλλαγή του κατηγορούμενου. Το ζήτημα της πιθανής παραβίασης συνταγματικού δικαιώματος κατηγορουμένου, ή διάδικου κατά τη δίκη, και οι πιθανές επιπτώσεις και θεραπείες που προσφέρονται, αποτέλεσαν αντικείμενο της νομολογίας μας, (δες: Αστυνομία ν. Φάντη και Άλλων
(1994)2 Α.Α.Δ. 160 και Alan Ford και Άλλων (Αρ.2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232, και Παναγιώτη Χαραλάμπους Ρούσου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 471.). Εδώ δεν επηρεάστηκε κανένα δικαίωμα του εφεσείοντος και, προφανώς, η καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ελήφθη υπόψη στο ύψος του προστίμου που επιβλήθηκε, κάτι που σχολιάζουμε παρακάτω." Εξάγεται βέβαια το συμπέρασμα ότι η αναφορά του Δικαστηρίου σε "κανένα δικαίωμα που επηρεάστηκε" εννοεί το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το εύλογο του χρόνου που παρήλθε, εφόσον ως επεξηγείται στην απόφαση Χαραλαμπίδης (πιο πάνω) "Για να θεμελιωθεί παραβίαση του άρθρου 6
(1)της Σύμβασης λόγω υπερβολικής διαδικαστικής καθυστέρησης δεν είναι ανάγκη να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος έχει επηρεαστεί δυσμενώς στην ετοιμασία ή παρουσίαση της υπεράσπισής του." Επισημαίνεται μάλιστα ότι η συναφής αγγλική νομολογία διαφέρει ενώ η κυπριακή νομολογία, ως έχει επεξηγηθεί στην Ευσταθίου (πιο πάνω), είναι ευθυγραμμισμένη με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Το δε καθοριστικό σημείο από το οποίο άρχεται ο μετρήσιμος χρόνος, είναι όταν ο κατηγορούμενος ειδοποιείται επισήμως για τους εναντίον του ισχυρισμούς ή όταν επηρεάζεται ουσιωδώς από τη διαδικασία που καταχωρείται εναντίον του (βλ. Χαραλαμπίδης, πιο πάνω, σελ. 350) ή ακόμη, για απλές υποθέσεις, η ημερομηνία που ο κατηγορούμενος κατηγορείται (βλ. Χριστόπουλος, πιο πάνω, σελ. 105). Η διαπίστωση κατά πόσο το υπό αναφορά δικαίωμα παραβιάστηκε, δεν προκύπτει αβασάνιστα αλλά κατόπιν εξέτασης νολογημένων κριτηρίων. Τούτα τα κριτήρια συνοψίζονται στην υπόθεση Μενελάου (πιο πάνω) όπου στη σελ. 228 αναφέρθηκε ότι: "Δεν είναι όμως αυτά που υποστηρίζει η δική μας νομολογία, (βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203) μήτε και οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το εύλογο διάστημα αποφασίζεται με καθιερωμένα κριτήρια όπως, η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η σημασία για εκείνον που υποβάλλει το αίτημα, η στάση των αρχών και η συμπεριφορά του ιδίου του αιτούντος. Στη Σειρά «Θεσμικά Κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης» των Donna Gomien, David Harris, Leo Zwaak, σε επιμέλεια και μετάφραση των Γαβριήλ Αμίτση και Έφης Τσατσαρέλη, διαβάζουμε τα εξής σχετικά: «Η συνολική διάρκεια της διαδικασίας είναι προφανώς αντικειμενικό γεγονός, εφόσον βέβαια είναι γνωστά τα χρονικά της ορόσημα, υπεισέρχονται όμως και άλλοι παράγοντες όταν χρειάζεται να εκτιμηθεί ο εύλογος χαρακτήρας της προθεσμίας. Η Επιτροπή και το Δικαστήριο εφάρμοσαν ειδικότερα τα ακόλουθα κριτήρια: α. την πολυπλοκότητα της υπόθεσης β. τη σημασία για τους αιτούντες γ. τη στάση των αρχών δ. τη συμπεριφορά του ίδιου του αιτούντα.» Στην ανάλυση που ακολουθεί, και σε αναφορά με την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, επισημαίνεται πως αυτή σχετίζεται ταυτόχρονα με θέματα πραγματικών περιστατικών και δικαίου, όπως η φύση και σοβαρότητα των συγκεκριμένων ζητημάτων και παραβάσεων, ο αριθμός των ζητημάτων και των αξιόποινων πράξεων που μελετώνται στην ίδια υπόθεση, η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Σε σχέση δε με τη σημασία που το ζήτημα έχει για τον αιτούντα, σημειώνεται πως εφαρμόζεται γενικά πιο αυστηρό κριτήριο όταν πρόκειται για ποινικές διαδικασίες, ιδιαίτερα όταν ο κατηγορούμενος τελεί υπό προφυλάκιση. Η συμπεριφορά δε αυτού που επικαλείται το δικαίωμα, εδώ του εφεσίβλητου, μη συνεργασίας ή κωλυσιεργίας λαμβάνεται επίσης υπόψη. Σπεύδω τώρα να εφαρμόσω τα προαναφερόμενα κριτήρια στα γεγονότα της παρούσας και εξετάζω πρώτη την τυχόν πολυπλοκότητα της υπόθεσης. Εξαρχής σημειώνω ότι τα υπό διερεύνηση αδικήματα, δηλαδή το αντικείμενο καθεμιάς από τις τρεις κατηγορίες που εμφαίνονται στο κατηγορητήριο, είναι σοβαρά. Η εν λόγω διαπίστωση προκύπτει όχι μόνο από την ανώτατη στο νόμο προβλεπόμενη ποινή αλλά και από το ύψος του ποσού που κατ΄ ισχυρισμό αποσπάστηκε κατόπιν πλαστογραφίας. Παρόλα ταύτα, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο μοναδικό ζήτημα προς εξέταση ήτο η πλαστότητα του τεκμηρίου 3 (το έντυπο εκτίμησης που ο κατηγορούμενος έδωσε στην τράπεζα) και η όποια σχετική τέτοιου γεγονότος, γνώση του κατηγορουμένου. Δεν επρόκειτο για σωρεία ζητημάτων παρά μόνο για τις ενέργειες που αφορούν το τεκμήριο 3 και το τεκμήριο 6 (δηλ. την κατ΄ ισχυρισμό αυθεντική εκτίμηση), αλλά και τον καταρτισμό και διακίνηση των δύο αυτών τεκμηρίων. Τα δε γεγονότα που η αστυνομία εξέτασε όταν υπεβλήθη η καταγγελία (30.10.2001), παρότι αφορούσαν τη χρονική περίοδο του 1999, ήτο αλληλένδετα εγγράφων των οποίων η εξασφάλιση και εξέταση ουσιαστικά ολοκλήρωνε τη διερεύνηση της υπόθεσης. Όπως άλλωστε διαφαίνεται από το μαρτυρικό υλικό η υπόθεση ουσιαστικά διερευνήθηκε εντός ολίγων ημερών από την καταγγελία. Πέραν των πιο πάνω, η περισυλλογή μαρτυρίας δεν ήταν χρονοβόρα και δεν επέβαλε λήψη πολυάριθμων και ογκωδέστατων καταθέσεων. Τουναντίον, η μαρτυρία αποκαλύπτει ότι οι ουσιώδεις μάρτυρες είναι τρεις, ενώ ως τέταρτος προστίθεται ο εξεταστής της υπόθεσης. Αυτός είναι άλλωστε και ο αριθμός των μαρτύρων που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο. Όλοι οι μάρτυρες, πλην ενός, έδωσαν μια μόνο κατάθεση, ενώ στο σύνολο τους ο αριθμός των τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και οι καταθέσεις των μαρτύρων που παρέλασαν από το δικαστήριο, είναι μόλις δεκαεπτά. Οι δε ημερομηνίες που λήφθηκαν πλείστες των καταθέσεων είναι πέριξ της 30.10.2001 (ημερομηνία καταγγελίας). Δύο μόνο καταθέσεις λήφθηκαν αργότερα δηλαδή η τρίτη και τελευταία κατάθεση του Μ.Κ.3 (ημερομηνίας 25.09.02 - βλ. τεκμήριο 15) και η κατάθεση του εξεταστή της υπόθεσης (ημερομηνίας 21.11.02 - βλ. τεκμήριο 1). Ας σημειωθεί τέλος ότι άλλο ένα στοιχείο πρόδηλο της σύντομης ολοκλήρωσης του ανακριτικού έργου και της ετοιμότητας της ανακριτικής αρχής για προώθηση της υπόθεσης ενώπιον δικαστηρίου, είναι η ημερομηνία πρόσαψης γραπτής κατηγορίας στον κατηγορούμενο. Παρότι το εν λόγω έντυπο δεν προσκομίστηκε στο δικαστήριο, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 (βλ. τεκμήριο 1), ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς στις 25.09.02, δηλαδή την επαύριον της σύλληψής του και αρνήθηκε ενοχή. Άλλο σημαντικό γεγονός μεταγενέστερο της γραπτής κατηγορίας είναι, πέραν των προαναφερομένων, μόνο η καταχώριση του κατηγορητηρίου στις 18.12.
  1. Η μαρτυρία που έχει το δικαστήριο ενώπιον του δεν αποκαλύπτει ούτε χρονοβόρες επιστημονικές εξετάσεις, λόγου χάριν γραφολογικές, όπως ούτε οποιοδήποτε λόγο γιατί η υπόθεση παρέμεινε στα συρτάρια του οποιουδήποτε υπευθύνου και ανεσύρθη μετά πάροδο πέντε ετών από την ημερομηνία που κατηγορήθηκε ο κατηγορούμενος. Ας σημειωθεί εδώ ότι αναφέρομαι σε πέντε έτη καθυστέρηση εφόσον, υπό τις περιβάλλουσες της υπόθεσης περιστάσεις και την υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία, είμαι της γνώμης ότι η ημέρα που ο κατηγορούμενος συνελήφθη αλλά και η επόμενη, που κατηγορήθηκε γραπτώς, είναι η πρώτη χρονικά στιγμή που ο κατηγορούμενος λαμβάνει γνώση της επικείμενης διαδικασίας. Παρόλα ταύτα, όλα τα πιο πάνω υποδηλώνουν ότι η υπόθεση παρότι σοβαρή, τόσο ένεκα της φύσης των επίδικων αδικημάτων όσο και του αντικειμένου των κατηγοριών, επρόκειτο για απλούστατη προς διερεύνηση υπόθεση για την οποία δεν εδικαιολογείτο ο διαρρεύσαντας χρόνος, του οποίου η παρέλευση δεν εξηγήθηκε στο δικαστήριο. Εδώ δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας πως παρότι η θέση της υπεράσπισης εστιάστηκε στο χρόνο προ της καταχώρισης του κατηγορητηρίου, εντούτοις, στα πέντε έτη καθυστέρησης προστίθεται άλλο ένα χρονικό διάστημα δεκατεσσάρων μηνών που αφορά την ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασία (από την καταχώριση του κατηγορητηρίου μέχρι και σήμερα), αυξάνοντας έτσι το διαρρεύσαντα χρόνο σε πέραν των έξι ετών. Αναφορικά με τη σημασία που το αίτημα ενέχει για τον κατηγορούμενο δεν πρέπει να διαλανθάνει την προσοχή μας ότι πρόκειται για ποινική υπόθεση. Ο κατηγορούμενος συνελήφθη στις 24.09.02 και κατηγορήθηκε γραπτώς στις 25.09.
  2. Έκτοτε τελεί εν αμφιβόλω για το τι μέλλει γενέσθαι. Αυτή η αμφιβολία στην οποία τέθηκε όλο αυτό το διάστημα δεν μπορεί παρά να του πιστωθεί σε αυτό το αίτημα. Η δε στάση των αρχών μόνο ερωτηματικά εγείρει. Η μαρτυρία τηρεί σιγήν ιχθύος αναφορικά με ότι μεσολάβησε τουλάχιστον από την ημερομηνία που ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε (25.09.02) μέχρι την ημερομηνία που καταχωρίστηκε το κατηγορητήριο (18.12.07). Γιατί παρήλθαν πέραν των πέντε ετών δεν επεξηγήθηκε στο δικαστήριο. Αυτή την ανεξήγητη από τη μαρτυρία καθυστέρηση αναπόφευκτα την επωμίζονται οι αρχές οι οποίες, αν μη τι άλλο, όφειλαν να επεξηγήσουν με πειστικό τρόπο γιατί το δικαστήριο να μην ανακόψει μια αδικαιολόγητα καθυστερημένη ποινική δίωξη. Τέλος, καμία μαρτυρία δεν εμπλέκει τον κατηγορούμενο στην όλη καθυστέρηση. Το μαρτυρικό υλικό, δηλαδή οι ημερομηνίες που περισυνελέγησαν τα τεκμήρια, υποδεικνύει ως μοναδικό υπαίτιο τις αρχές και όχι τον κατηγορούμενο. Ενόψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορουμένου είναι καθυστερημένη σε βαθμό που παραβιάζει κατάφωρα το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα για δίκη εντός εύλογου χρόνου. Η εν λόγω διαπίστωση δεν αφήνει άλλα περιθώρια από ανακοπή της διαδικασίας εναντίον του κατηγορουμένου και απαλλαγή του τελευταίου από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ως εκ των ανωτέρω, οι κατηγορίες εναντίον του κατηγορουμένου απορρίπτονται και ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται. Εν πάση όμως περιπτώσει, είμαι της γνώμης ότι παρά το αποτέλεσμα της απόφασης και την απαλλαγή του κατηγορουμένου, το δικαστήριο ούτως ή άλλως οφείλει να προχωρήσει και να παραθέσει άποψη και για την ουσία της υπόθεσης. Εγχείρημα έστω και θεωρητικό. Κάτι τέτοιο δυνατόν να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο σε τυχόν δευτεροβάθμια διαδικασία. Το νομικό πλαίσιο που διέπει αίτημα μη απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. άρθρο 74 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) είναι ευκρινώς αποσαφηνισμένο από την υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία. Απόφαση σταθμός η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 όπου το ανώτατο δικαστήριο συνόψισε τις αναγκαίες προϋποθέσεις, παρουσία των οποίων δικαιολογεί την απαλλαγή κατηγορουμένου από αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Σύμφωνα με την εισήγηση του κου Πουργουρίδη ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να κληθεί σε απολογία εφόσον η κατηγορούσα αρχή δεν απέδειξε τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. Όπως ανέφερε, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος πλαστογράφησε το τεκμήριο 3 (1η κατηγορία), όπως ούτε ότι ο κατηγορούμενος είχε γνώση πως το τεκμήριο 3 ήταν πλαστό (1η και 2η κατηγορία). Τέλος, ήταν η θέση του κου Πουργουρίδη πως δεν έχουν αποδειχθεί ούτε τα συστατικά στοιχεία της τρίτης κατηγορίας, δηλαδή ψευδής παράσταση και σκοπός καταδολίευσης. Αντίθετη ήταν η θέση της κας Χ¨Μιχαήλ η οποία αντέτεινε ότι αναμφισβήτητη παρέμεινε η θέση πως ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που παρέδωσε στην τράπεζα το τεκμήριο 3, το οποίο είναι πλαστό. Σύμφωνα με την κα Χ¨Μιχαήλ αυτή η μαρτυρία αποδεικνύει, γι΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, τόσο πλαστογραφία όσο και γνώση ότι το έγγραφο ήταν πλαστό. Ως εκ των πιο πάνω, παρεπόμενος είναι και ο σκοπός καταδολίευσης, αντικείμενο της τρίτης κατηγορίας, αλλά και η ψευδής παράσταση που προκύπτει από την παρουσίαση του εγγράφου. Προτού σχολιάσω οτιδήποτε άλλο κρίνω ορθό να αναφέρω πως η μαρτυρία που το δικαστήριο έχει ενώπιον του δεν φανερώνει θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία που να οδηγεί σε αντινομικότητα. Καταλήγω συναφώς ότι η μαρτυρία δεν είναι αντινομική σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο να μην δύναται να αποδεχθεί τούτη (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191, 196). Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας διαπιστώθηκαν στην υπόθεση Demetrios Evgeniou Ioannou v. The Police
(1985)2 CLR 14,
  1. Τούτα έχουν ως ακολούθως: (α) δημιουργία πλαστού εγγράφου (the making and uttering of a false document). (β) ο κατηγορούμενος να είναι ο δημιουργός τέτοιου εγγράφου (that the accused was the maker of such document and the person who uttered same) και (γ) πρόθεση καταδολίευσης (an intent to defraud). Η μαρτυρία που ευρίσκεται ενώπιον του δικαστηρίου έχει ήδη αναφερθεί. Είναι γεγονός πως η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 ότι το τεκμήριο 3 παραδόθηκε στο μάρτυρα από τον κατηγορούμενο. Το ίδιο ισχύει και για τη θέση του Μ.Κ.4 ότι το τεκμήριο 3 είναι πλαστό εφόσον δεν ανταποκρίνεται στο έγγραφο που ετοίμασε ο ίδιος. Εντούτοις, αναπάντητα παραμένουν σωρεία ερωτημάτων. Κατ΄ αρχάς, ποιος ζήτησε την εκτίμηση τεκμήριο 3 από το γραφείο του Αντώνη Λοΐζου στη Λεμεσό και τί στοιχεία έδωσε; Ειρήσθω εν παρόδω, το τεκμήριο 7 το οποίο αποτέλεσε τη βάση της πραγματικής εκτίμησης τεκμήριο 6, εσφαλμένα φέρει ως αριθμό εγγραφής του τεμαχίου 207 τον αριθμό εγγραφής του τεμαχίου 37, δηλαδή αντί του 16350 που είναι ο πραγματικός αριθμός εγγραφής του τεμαχίου 207 αναγράφει
  2. Είναι αυτά τα στοιχεία που δόθηκαν, δηλαδή ο αριθμός εγγραφής μόνο, ή άλλα; Περαιτέρω, όταν στο τέλος ετοιμάστηκε η εκτίμηση, ποιος την παρέδωσε και σε ποιον την παρέδωσε; Σε όλη αυτή τη διαδικασία η εκτίμηση παρέμεινε αναλλοίωτη; Αυτά είναι ερωτήματα που δεν απαντώνται από το μαρτυρικό υλικό. Καταλήγω λοιπόν ότι στη δοσμένη περίπτωση η μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου δεν φανερώνει την ταυτότητα του κατασκευαστή του πλαστού εγγράφου τεκμήριο
  3. Έχω ήδη παραθέσει τη μαρτυρία και δεν προτίθεμαι να την επαναλάβω. Το γεγονός και μόνο ότι το τεκμήριο 3, το οποίο δεν αμφισβητήθηκε ότι είναι πλαστό, παραδόθηκε από τον κατηγορούμενο στο Μ.Κ.3, χωρίς όμως η μαρτυρία να διαφωτίζει το δικαστήριο ποιος παρέλαβε την εκτίμηση από το υποκατάστημα των Αντώνη Λοΐζου και Συνεργάτες στη Λεμεσό, από ποιον την παρέλαβε αλλά και ποιος ζήτησε την εκτίμηση από το ίδιο γραφείο και τι ακριβώς στοιχεία έδωσε, δεν παρέχει ευχέρεια διαπίστωσης του εν λόγω συστατικού στοιχείου. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο που πλαστογράφησε το τεκμήριο
  4. Αυτή όμως η διαπίστωση και εφόσον τίποτα άλλο σχετικό της όποιας γνώσης του κατηγορουμένου αναφορικά με τη γνησιότητα του τεκμηρίου 3 ευρίσκεται ενώπιον του δικαστηρίου, αποκλείει διαπίστωση καταδολιευτικής πρόθεσης. Εν ολίγοις, ούτε αυτό το συστατικό στοιχείο απεδείχθη εφόσον καμία πτυχή του μαρτυρικού υλικού αποδεικνύει τέτοια πρόθεση. Η απλή και μόνο κατοχή του εν λόγω τεκμηρίου δίχως απόδειξη, έστω και συμπερασματικά, ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε πως το τεκμήριο 3 ήτο πλαστογραφημένο, καθιστά αδύνατο το συμπέρασμα ότι πρόθεση του κατηγορουμένου ήτο η καταδολίευση. Διαφορετική θα ήταν βέβαια η κατάληξη για το υπό κρίση συστατικό στοιχείο εάν αποδεικνύετο ότι ο κατηγορούμενος ήτο το πρόσωπο που πλαστογράφησε το επίδικο έγγραφο, εφόσον τότε θα είχε γνώση ότι το περιεχόμενο του εγγράφου ήτο πλαστό και η όποια καταδολιευτική πρόθεση θα ήτο τεκμαρτή δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 334 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  5. Η προαναφερόμενη διαπίστωση για τη γνώση του κατηγορουμένου αναφορικά με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 3 και την αναγκαία πρόθεση καταδολίευσης, οδηγεί σε απόρριψη και τη δεύτερη κατηγορία εφόσον τα ίδια συστατικά στοιχεία εντοπίζονται και εκεί. Ανάλογα όμως ισχύουν και για την τρίτη κατηγορία. Το αναπόδεικτο της πρόθεσης του κατηγορουμένου αλλά και της γνώσης του για την πλαστότητα του εγγράφου τεκμήριο 3, καθιστούν την απόδειξη ψευδούς παράστασης αδύνατη. Εάν δηλαδή ο κατηγορούμενος δεν πλαστογράφησε το τεκμήριο 3 και δεν γνώριζε κάτι τέτοιο, πώς είναι δυνατό η προσκόμιση του εγγράφου και μόνο στην τράπεζα να αποτελεί ψευδή παράσταση; Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι ούτε η τρίτη κατηγορία απεδείχθη. Παρά τα όσα προαναφέρονται δεν πρέπει να διαλανθάνει την προσοχή μας ότι το ratio της απόφασης εντοπίζεται μόνο στα όσα λέχθηκαν για την παρατηρούμενη καθυστέρηση στη δίωξη του κατηγορουμένου και ότι η εξέταση των συστατικών στοιχείων των εν λόγω αδικημάτων δεν διαφοροποιεί το αποτέλεσμα της απόφασης. Ως εκ των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ένεκα υπέρμετρης καθυστέρησης στην καταχώριση της υπόθεσης συνεπαγόμενης παραβίασης του δικαιώματος για δίκη εντός εύλογου χρόνου. Υπογρ. ............ Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.