Κ. GP COMMERCIAL SEA SERVICES LTD ν. SUN TOWER HOME CENTER DIY LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12209/07, 20.02.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12209/07 Μεταξύ: Κ. G.P. COMMERCIAL & SEA SERVICES LTD Kατηγορούσας Αρχής ν.
- SUN TOWER HOME CENTER D.I.Y. LTD
- ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΗΣ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 20.02.2009 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Μιχαήλ Για Κατηγορούμενο: κα Σούρπη για κο Χ¨Σέργη Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της υπόθεσης είναι η κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αναφορικά με άνευ λόγου πρόκληση μη εξόφλησης επιταγής. Σύμφωνα με την έκθεση του αδικήματος η κατηγορία εδράζεται στο άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Αφορά δε επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, με αριθμό 95433537, ποσού Λ.Κ.500 και ημερομηνίας 12.06.
- Προς απόδειξη της υπόθεσής της η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο δικαστήριο δύο μάρτυρες. Πρόκειται για τους Κυριάκο Παπαγεωργίου (Μ.Κ.1) και Πόλυ Πολυκάρπου (Μ.Κ.2). Όταν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κλήθηκαν σε απολογία ο κατηγορούμενος 2 επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως. Άλλη μαρτυρία δεν προσφέρθηκε από την υπεράσπιση. Η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής σύγκειται στο ότι η κατήγορος εταιρεία, μέσω του διευθυντή της Μ.Κ.1, συμφώνησε με την κατηγορουμένη 1, πάλιν μέσω του διευθυντή της τελευταίας, κατηγορουμένου 2, όπως εξεύρει και προμηθεύσει τους τελευταίους με έμψυχο δυναμικό για εργοδότηση. Η συμφωνία αφορούσε οκτώ στον αριθμό εργάτες οι οποίοι ανευρέθηκαν από την κατήγορο εταιρεία και εργοδοτήθηκαν από την κατηγορουμένη
- Ένεκα αυτών των ενεργειών, η κατήγορος εξέδωσε τιμολόγιο εν σχέσει με οκτώ άτομα. Έναντι του τιμολογίου η κατηγορουμένη 1 κατέβαλε μέρος του συνολικού ποσού και στη συνέχεια, συγκεκριμένα στις 04.06.07, εξέδωσε την επιταγή υπ΄ αριθμό 95433537 για το ποσό των Λ.Κ.500, πληρωτέα την 12.06.
- Η εν λόγω επιταγή, η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως τεκμήριο 1, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο 2 και παρότι παρουσιάστηκε στην τράπεζα δεν ετιμήθηκε ένεκα οδηγιών του πελάτη. Ο Μ.Κ.2, τραπεζικός υπάλληλος στο επάγγελμα, ανέφερε ότι η επιταγή τεκμήριο 1 ανήκει σε λογαριασμό που τηρείτε στο κατάστημα της τράπεζας όπου εργάζεται. Σύμφωνα με τον ίδιο, η επιταγή τεκμήριο 1, παρουσιάστηκε στην τράπεζα είτε στις 13 είτε στις 14.06.07 και όμως δεν ετιμήθηκε εφόσον έντυπο υπογεγραμμένο από τον κατηγορούμενο 2, ως διευθυντή της κατηγορουμένης 1, έδιδε οδηγίες ανάκλησής της. Σύμφωνα με το Μ.Κ.2, στο εν λόγω έντυπο, το οποίο δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο, δεν αναφέρετο οιοσδήποτε λόγος ανάκλησης της επιταγής. Στον αντίποδα η θέση της υπεράσπισης εκφράστηκε από τον κατηγορούμενο
- Ανέφερε ότι συμφώνησε με το Μ.Κ.1 όπως η εταιρεία του τελευταίου προμηθεύσει την κατηγορουμένη 1 με εργάτες. Όρος της συμφωνίας, η οποία ήτο προφορική, ήταν όπως οι εργάτες παραμείνουν στην εργοδότηση της κατηγορουμένης 1 για χρονικό διάστημα ενός έτους. Προς τούτο η κατηγορουμένη 1 θα κατέβαλλε ως προκαταβολή το 1/3 του τιμήματος, στο μεσοδιάστημα της εργοδότησης άλλο 1/3 και στο χρόνο το υπόλοιπο. Εις δε την περίπτωση που οι εργάτες εγκατέλειπαν την εργασία τους πρότερων του ενός έτους, η κατήγορος όφειλε να τους αντικαταστήσει. Στην προκείμενη περίπτωση, ουδείς εκ των επτά και όχι οκτώ, εργατών που ανηύρε η κατήγορος παρέμεινε στην εργοδότηση της κατηγορουμένης 1 μέχρι ολοκλήρωσης της συμφωνίας. Τέλος, ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι υπέγραψε το τεκμήριο 1 στις 04.06.07 και ότι ο λόγος που μεταχρονολόγησε την επιταγή ήταν αυτή ακριβώς η αναμονή εκπλήρωσης της υποχρέωσης της κατηγόρου εταιρείας για αντικατάσταση των εργατών που εγκατέλειψαν την κατηγορουμένη
- Εφόσον κάτι τέτοιο δεν έγινε, ανακάλεσε την πληρωμή της επιταγής. Άλλη μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από την υπεράσπιση. Απ΄ όλα τα πιο πάνω συνάγεται πως ό,τι αμφισβητείται είναι μόνο το εύλογο της ανάκλησης της επιταγής. Τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, είτε ρητά είτε εμμέσως, δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Λόγου χάριν ο κατηγορούμενος 2 ρητά ανέφερε ότι εκείνος ήταν που υπέγραψε την επίδικη επιταγή. Περαιτέρω, η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τις αναφορές των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 ότι η κατηγορουμένη 1 είναι εταιρεία, όπως ούτε ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι ο διευθυντής τούτης. Ο δε Μ.Κ.2 αναφέρθηκε σε έντυπο ανάκλησης που υπέγραψε ο διευθυντής της κατηγορουμένης 1, η οποία είναι και ο πελάτης της τράπεζας, και ότι το έντυπο υπογράφτηκε από τον κατηγορούμενο 2 υπό αυτή την ιδιότητά του. Ούτε αυτή λοιπόν η θέση αμφισβητήθηκε. Υπό το φως όλων των πιο πάνω στρέφομαι τώρα στην αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια-βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Δεν έχω καμία αμφιβολία πως ο Μ.Κ.2 είπε στο δικαστήριο την αλήθεια. Η μαρτυρία του, τυπική στη φύση της, δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Περαιτέρω, η αφήγηση τούτης διαπνέετο από σταθερότητα, ετοιμολογία και φιλαλήθεια. Ως εκ τούτου, τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 την αποδέχομαι στην ολότητά της. Δράττομαι εδώ της ευκαιρίας να σημειώσω ότι δεν διαλανθάνει την προσοχή μου πως μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 είναι εξακοής. Συγκεκριμένα υποδεικνύω τις αναφορές του μάρτυρα εν σχέσει με την κατηγορουμένη, δηλαδή το εταιρικό καθεστώς αυτής αλλά και ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι διευθυντής της. Παρότι εξακοής, εφόσον η υπεράσπιση όχι μόνο δεν αμφισβήτησε αυτές τις αναφορές αλλά στη βάση τούτων προώθησε την υπεράσπισή της, τις αποδέχομαι. Αναφορικά τώρα με το Μ.Κ.1 κρίνω ότι δεν είπε την αλήθεια. Μπορεί μεν να μην εντοπίζονται στη μαρτυρία του τέτοιες εξόφθαλμες αντιφάσεις, εντούτοις τα εγγενή αυτής χαρακτηριστικά κρίνω ότι είναι ανίκανα να υπερπηδήσουν τη βάσανο της λογικής. Υποδεικνύω συναφώς ότι αρχική θέση του μάρτυρα ήτο πως εντόπισε οκτώ συνολικά εργάτες για εργοδότηση. Αυτή δε τη θέση τη συνάρτησε με δική του υποχρέωση, δηλαδή ότι παρείχε εγγύηση παραμονής των εργατών υπό την εργοδότηση της κατηγορουμένης 1 για χρονικό διάστημα τριών μηνών. Παρότι αρνήθηκε πως οι εργάτες που εξηύρε δεν παρέμειναν στην εργασία της κατηγορουμένης 1, όταν στη συνέχεια αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση αναφορικά με την εκπλήρωση του δικού του μέρους της συμφωνίας, διαφοροποιήθηκε και δήλωσε ότι συνολικά εξηύρε και πρόσφερε περί τους δεκαπέντε εργάτες. Ένεκα αυτής της θέσης γεννάται το ερώτημα· εάν οι εργάτες που ο ίδιος εξηύρε δεν έφυγαν από την εργασία της κατηγορουμένης 1 πρότερων των 3 μηνών, γιατί τότε προχώρησε και εξηύρε και άλλους πέραν των 8 που ο ίδιος αναφέρει ότι ήταν η συμφωνία του με την κατηγορουμένη 1; Περαιτέρω, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι η συμφωνία ήτο για χρονικό διάστημα ενός έτους. Ερωτάται και πάλι, εάν η συμφωνία του με την κατηγορουμένη 1 διέπετο από εγγύηση για 3 μόνο μήνες εργασίας, γιατί τότε η συμφωνία να χαρακτηρίζεται ενός έτους; Τέλος, σύμφωνα με τον ίδιο επειδή εξηύρε τους τελευταίους εργάτες την 01/03/07 ο κατηγορούμενος 2 εξέδωσε στις 04/06/07 εκ μέρους της κατηγορουμένης 1 επιταγή ημερομηνίας 12/06/07, δηλαδή η επιταγή εξεδόθη μετά πάροδο τριών μηνών ως η εγγύηση του αναφορικά με την παραμονή των εργατών στην εργασία της κατηγορουμένης
- Ένα άλλο όμως ερώτημα που γεννάται είναι, γιατί, εφόσον η κατήγορος εταιρεία εκπλήρωσε το δικό της μέρος της συμφωνίας, δεν έλαβε επιταγή για ολόκληρο το εναπομείναν ποσό, Λ.Κ.940 ως ο Μ.Κ.1 ανέφερε, και της δόθηκε το ποσό των Λ.Κ.500 και δη δια μεταχρονολογημένης επιταγής; Τα πιο πάνω ερωτήματα, τα οποία αναδεικνύουν το άλογο των ισχυρισμών του Μ.Κ.1, απαντώνται από τη μαρτυρία του κατηγορουμένου
- Στρωτή και τεκμηριωμένη η μαρτυρία του κατηγορουμένου 2, χωρίς αντιφάσεις και αοριστίες έδωσε απαντήσεις σε όλα τα κρίσιμα ερωτήματα. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2 η συμφωνία ήτο ενός έτους εφόσον τότε, και μόνο εάν οι εργάτες παρέμεναν στην εργοδότηση της κατηγορουμένης 1, ολοκληρώνετο η συμφωνία. Η δε αποπληρωμή της οφειλής έναντι της κατηγορουμένης 1 ήτο τμηματική καταβάλλοντας 1/3 ως προκαταβολή, 1/3 στη συνέχεια και το υπόλοιπο με την ολοκλήρωση της συμφωνίας. Παρακλήσεις του Μ.Κ.1 για καταβολή ποσού πέραν των Λ.Κ.900 που είχε μέχρι στιγμής καταβάλει η εταιρεία (βλ. τεκμήρια 2 και 3) και υποσχέσεις ότι θα αντικαθιστούσε τους εργάτες που διέκοψαν την εργασία τους, ήταν ότι οδήγησε στην έκδοση της επίδικης επιταγής. Ας σημειωθεί εδώ ότι η ονομαστική αναφορά οι αναφορές του κατηγορουμένου 2 τόσο σε άτομα που εξηύρε ο Μ.Κ.1 και εργοδοτήθηκαν από την κατηγορουμένη και πρόωρα διέκοψαν την εργασία τους, όσο και στην παράκληση του Μ.Κ.1 για καταβολή περαιτέρω χρημάτων ένεκα οικονομικών δυσκολιών, δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση από την κατηγορούσα αρχή. Ένεκα όλων των πιο πάνω κρίνω πως ο Μ.Κ.1 δεν είπε την αλήθεια στο δικαστήριο. Ορθολογιστική εξέταση των πραγμάτων φανερώνει πως η αλήθεια κρύβεται στη μαρτυρία του κατηγορουμένου 2, την οποία και αποδέχομαι. Ως εκ τούτου, διαπιστώνω ότι ο κατηγορούμενος 2, υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της κατηγορουμένης 1, υπέγραψε την επίδικη επιταγή στις 04/06/
- Την εν λόγω επιταγή ανακάλεσε υπό την ιδιότητα του και πάλι ως διευθυντής της κατηγορουμένης 1, δίδοντας ρητές προς τούτο οδηγίες στην τράπεζα, εφόσον η κατήγορος εταιρεία δεν προέβη εις αντικατάσταση των εργατών που πρόωρα διέκοψαν την εργασία τους. Δυνάμει των πιο πάνω διαπιστώσεων τίθεται τώρα το ερώτημα εάν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 είχαν εύλογη αιτία ανάκλησης της επίδικης επιταγής. Σχετική είναι βέβαια η υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Χρίστου Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ. 763. Στη σελίδα 768 αναφέρεται ότι «Κρίθηκε ότι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και οι λόγοι συνείδησης των εφεσειόντων (ήταν μάρτυρες του Ιεχωβά) δεν συνιστούσαν εύλογη αιτία, αφού ο νόμος δεν τους απαλλάσσει των στρατιωτικών τους υποχρεώσεων εξαιτίας των θρησκευτικών δοξασιών τους. Το Δικαστήριο συγκρότησε ως εξής το συλλογισμό του: "That "reasonable" is a relative term and there must be bona fides; for the cause to be reasonable there must be good faith in it; it must be objectively fair; that the "cause" must be one that is not contrary to or incompatible with the Law of the land; that the religious beliefs and grounds of conscience of the appellants by themselves are not "reasonable cause"." Η ίδια φράση έχει συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία. Στην υπόθεση Osgood v. Nelson [1872] L.R. 5 H.L. 636 έχει λεχθεί από τον Lord Hatherley L.C. στη σελ. 649: "There is a power in the Courts of Law ... ... to examine whether reasonable cause has been assigned; and ... ... by "reasonable" must be meant "just cause." Θα μπορούσε να γίνει χρήσιμη αναφορά και στην φράση bona fide (καλή τη πίστει) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη "honestly" (ειλικρινά) (βλ. Bramwell L.J. στην υπόθεση R. v. Hall, 7 Q.B.D. 575). Κατά τη Road Safety Act 1967 [(c.30, s.2
(1)] αστυνομικός έχει "εύλογη αιτία" να υποψιασθεί πως ο οδηγός οχήματος οδηγεί υπό την επήρρεια οινοπνευματωδών ποτών άνκαι η μόνη μαρτυρία που έχει είναι από μήνυμα που έλαβε μέσω ασυρμάτου ότι αυτός είναι μεθυσμένος (McNicol v. Peters [1969] S.L.T. 261), και παρόλο ότι δεν τον είδε να οδηγεί, αλλά κλήθηκε στη σκηνή από συναδέλφους του που δεν φορούσαν αστυνομική στολή (Copeland v. Mcpherson [1970] S.L.T. 87). Βλ. τη φράση "reasonable cause" στο Stroud's Judicial Dictionary of Words and Phrases, 4η έκδοση σελ. 22612.» Υπαγάγοντας τις εν λόγω νομικές αρχές στις προμνησθείσες διαπιστώσεις οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι η κατηγορουμένη 1 αλλά και ο κατηγορούμενος 2 ως διευθυντής της είχαν κάθε εύλογο δικαίωμα να ενεργήσουν όπως ενήργησαν. Διαφορετική προσέγγιση οδηγεί σε άλογα αποτελέσματα μακριά από τις πραγματικές προθέσεις του νομοθέτη. Καταλήγω σε αυτό εφόσον θεωρώ πως η μη εκπλήρωση των συμφωνηθέντων εύλογα παρέχει δικαίωμα μη πληρωμής. Το εν λόγω μάλιστα δικαίωμα ο κατηγορούμενος 2, για την κατηγορουμένη 1 το επεφύλαξε εξαρχής εκδίδοντας την επίδικη επιταγή ως μεταχρονολογημένη και το άσκησε στη συνέχεια όταν οι ελπίδες του για τις υποσχέσεις του Μ.Κ.1 δεν καρποφόρησαν. Συνεπώς κρίνω ότι οι κατηγορούμενοι εύλογα ανακάλεσαν την πληρωμή της επιταγής διαπίστωση η οποία μοιραία οδηγεί στην απόρριψη της υπόθεσης εναντίον τους. Συνεπώς, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν ενώ υπέρ τους και εναντίον της κατηγόρου εταιρείας επιδικάζονται έξοδα που έχουν υπολογιστεί από το δικαστήριο ως ανερχόμενα σε €700 πλέον Φ.Π.Α. Υπογρ. ............ Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο