Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ελενόδωρου Σωτηρίου, Αρ. Υπόθεσης: 7565/2007, 27.02.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7565/2007 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας Kατηγορούσας Αρχής ν. Ελενόδωρου Σωτηρίου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 27.02.2009 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ¨Μιχαήλ Για Κατηγορούμενο: κος Ταμπούρλας Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες. Αντικείμενο τούτων είναι τα αδικήματα κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β (1η κατηγορία), καλλιέργειας φυτών κάνναβης (2η κατηγορία), κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (3η κατηγορία) και κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α (4η κατηγορία). Πρέπει να λεχθεί εδώ ότι οι τρεις πρώτες κατηγορίες έχουν κοινό αντικείμενο, δηλαδή είκοσι φυτά κάνναβης, ενώ η τέταρτη αφορά ποσότητα 0,0999 γραμμαρίων ουσίας ecstacy. Αξίζει περαιτέρω να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε την τέταρτη κατηγορία ευθύς μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου δια προσθήκης τούτης, ενώ οι υπόλοιπες κατηγορίες οδηγήθηκαν σε ακρόαση. Σύμφωνα λοιπόν με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 1, 2 και 3, ο κατηγορούμενος διέπραξε τα εκεί αναφερόμενα αδικήματα στις 04.04.07 στην Πύλα της επαρχίας Λάρνακος. Εις απόδειξη της υπόθεσής της η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο δικαστήριο τέσσερις συνολικά μάρτυρες. Αυτοί είναι ο αν. λοχίας 3711 Φ. Φιλίππου (Μ.Κ.1) και οι αστυφύλακες 2448 Ε. Κωνσταντίνου (Μ.Κ.2), 2389 Μ. Κακουλλής (Μ.Κ.3) και 2733 Κ. Κωνσταντίνου (Μ.Κ.4). Όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία επέλεξε και προέβη σε ανώμοτη δήλωση, ενώ κάλεσε και ένα μάρτυρα επ' ονόματι Απόστολο Αριστοτέλους (Μ.Υ.1). Περαιτέρω, κάνοντας χρήση των διατάξεων του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, οι συνήγοροι των δύο πλευρών προέβησαν και σε παραδεκτά γεγονότα. Τα εν λόγω θα αναφερθούν εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Διαπιστώνω ότι μεγάλο μέρος του μαρτυρικού υλικού αποτελεί κοινό για τις δύο πλευρές τόπο, ως εκ τούτου προχωρώ σε παράθεσή του. Στις 04.04.07 ομάδα αστυνομικών της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Ναρκωτικών (Υ.ΚΑ.Ν.), δηλαδή οι Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 και οι αστυφύλακες 1850 και 2786, μετέβη στο χωρίο Πύλα για έρευνα, εφόσον υπήρχε πληροφορία ότι σε κάποια οικία υπήρχαν φυτεμένα φυτά κάνναβης. Περί τις 06:05π.μ. εντόπισαν ακατοίκητη οικία στην αυλή της οποίας, σύμφωνα με τους Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 που κατά τον ίδιο χρόνο εισήλθαν σε αυτή, ευρίσκονταν φυτά κάνναβης. Τα εν λόγω φυτά ήταν φυτεμένα σε λασάνι και δύο γλάστρες. Ένας εκ των αστυνομικών, συγκεκριμένα ο Μ.Κ.3, ενημέρωσε τον υπεύθυνο της Υ.ΚΑ.Ν., ο οποίος έδωσε οδηγίες όπως η εν λόγω οικία τεθεί υπό παρακολούθηση από ένα εκ των μελών της ομάδας και πιο συγκεκριμένα από το Μ.Κ.
- Είναι επίσης αποδεκτό ότι την ίδια ημέρα και περί τις 08:05π.μ. ο κατηγορούμενος εισήλθε εντός της αυλής της περί ου ο λόγος οικίας και παρέμεινε σε αυτή μέχρι τη στιγμή που επέδραμαν οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 και οι αστυφύλακες 1850 και
- Περαιτέρω, αναμφισβήτητο είναι πως στη συνέχεια, δηλαδή μετά την επιδρομή της αστυνομίας, ο Μ.Κ.2 ορίστηκε χειριστής τεκμηρίων και παρέλαβε από την εν λόγω οικία διάφορα τεκμήρια. Μεταξύ άλλων είναι και τα τεκμήρια 6, 8α μέχρι και 8ρ και 9α. Το πρώτο εκ των παραδεκτών γεγονότων που προαναφέρθηκαν αφορά αυτό καθ΄ εαυτό το περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων και πιο συγκεκριμένα ότι πρόκειται για φυτά κάνναβης από τα οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη. Ας σημειωθεί εδώ ότι το σύνολο των εν λόγω φυτών ανέρχεται σε είκοσι τον αριθμό, εφόσον το παραδεκτό γεγονός αφορά και το ότι στο τεκμήριο 8ι περιέχονται δύο φυτά κάνναβης από τα οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη. Περαιτέρω, ο Μ.Κ.1 μετέβη στην οικία μετά τη σύλληψη του κατηγορουμένου και έλαβε αριθμό φωτογραφιών, δέσμη των οποίων κατατέθηκε ως τεκμήριο (βλ. τεκμήριο 2). Τέλος, είναι αποδεκτό ότι στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης ο ΜΚ3 έλαβε γραπτή κατάθεση από πρόσωπο επ' ονόματι Απόστολος Αριστοτέλους. Η κατάθεση τούτου κατατέθηκε και σημειώθηκε ως τεκμήριο 16 όχι για την αλήθεια του περιεχομένου της αλλά εις απόδειξη και μόνο του ότι λήφθηκε. Όλα τα ανωτέρω συνιστούν την αναμφισβήτητη μαρτυρία και μέρος των παραδεκτών γεγονότων. Η εν λόγω μαρτυρία εξετάστηκε από το δικαστήριο ενδελεχώς. Εφόσον δεν διαπιστώθηκε οιοσδήποτε λόγος απόρριψης της, υιοθετήθηκε ως αξιόπιστη και αποτέλεσε βάση των ευρημάτων που ακολουθούν. Όπως καταφαίνεται απ΄ όλα τα πιο πάνω ό,τι αμφισβητείται από την υπεράσπιση δεν είναι η παρουσία ή μη του κατηγορουμένου στην αυλή της επίδικης οικίας, όπως ούτε εάν τα φυτά που ήτο φυτεμένα εκεί, ήταν του γένους κάνναβης. Ό,τι αμφισβητείται είναι οι αναφερόμενες από την κατηγορούσα αρχή ενέργειες του κατηγορουμένου στον εν λόγω χώρο, καθώς επίσης, ό,τι κατ΄ ισχυρισμό της κατηγορούσας αρχής διημείφθη μεταξύ κατηγορουμένου και αστυφυλάκων μετά την επιδρομή των τελευταίων. Αυτή λοιπόν την αμφισβητούμενη μαρτυρία σπεύδω τώρα να παραθέσω. Σύμφωνα με τη μαρτυρία των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 αφότου η ομάδα της Υ.ΚΑ.Ν. εντόπισε την επίδικη οικία οι προαναφερόμενοι δύο μάρτυρες εισήλθαν στην αυλή τούτης και εντόπισαν τα προαναφερόμενα είκοσι φυτά κάνναβης σε λασάνι και δύο γλάστρες. Σύμφωνα με τη μαρτυρία των δύο αστυφυλάκων, επιθεώρησαν τα φυτά και πρόσεξαν ότι δεν ήτο ποτισμένα, διαπίστωση η οποία αμφισβητήθηκε έντονα από την υπεράσπιση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.4, όταν στη συνέχεια αναχώρησαν από την οικία, ο ίδιος τοποθετήθηκε ως παρατηρητής τούτης. Το ακριβές σημείο που βρισκόταν κατά την παρακολούθηση ήταν ένα εκ των θεμάτων που ερωτήθηκε κατά κόρον. Αξίζει να παρεμβάλω εδώ πως ο Μ.Κ.4 αρνήθηκε να απαντήσει αναφορικά με το σημείο όπου τοποθετήθηκε ως παρατηρητής. Έχοντας κατά νου τις αυστηρές για ανυπότακτο μάρτυρα πρόνοιες του άρθρου 58
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 και παρότι δεν υποβλήθηκε ένσταση από την κατηγορούσα αρχή, ένεκα της αρνητικής και μόνο απάντησης του μάρτυρα, προέβηκα σε διευκρινιστικές ερωτήσεις. Ό,τι προέκυψε ήταν πως η αποκάλυψη της τοποθεσίας του μάρτυρα θα είχε ως επάλληλη επίπτωση την αποκάλυψη και του ιδιοκτήτη της περιουσίας και ότι, το εν λόγω πρόσωπο θα ετίθετο σε κίνδυνο ένεκα της όποιας βοήθειας παρείχε στην αστυνομία. Παρά τις διατάξεις του προαναφερόμενου άρθρου και έχοντας υπόψη μου και τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Phipson on Evidence 16η έκδοση, σελ. 705, παράγραφος 25-33, κάτω από τον τίτλο Information leading to the detection of crime, έκρινα ορθό να μην εξαναγκάσω το Μ.Κ.4 να απαντήσει την εν λόγω ερώτηση. Επανέρχομαι όμως στη μαρτυρία του Μ.Κ.
- Ανέφερε ότι ενόσω ήτο παρατηρητής είδε τον κατηγορούμενο να προσεγγίζει την επίδικη οικία λαμβάνοντας προφυλάξεις και στη συνέχεια να εισέρχεται στην αυλή τούτης πηδώντας πάνω από κάποιο τοίχο. Στη συνέχεια, είδε τον κατηγορούμενο να μετακινεί τις δύο γλάστρες στις οποίες βρίσκονταν δύο εκ των φυτών κάνναβης, τοποθετώντας τη μεν πρώτη κοντά στο σημείο από το οποίο εισήλθε στην αυλή της οικίας και τη δε δεύτερη, κοντά σε κάποιο τοίχο. Στη συνέχεια, σύμφωνα πάντα με το Μ.Κ.4, πήγε προς το λασάνι στο οποίο ήταν φυτεμένα τα υπόλοιπα φυτά κάνναβης και χρησιμοποιώντας λάστιχο πότισε τούτα. Αυτές καθ΄ εαυτές οι παρατηρήσεις, δηλαδή ως απόρροια της παρακολούθησης, η ορθότητά τους, αλλά και η δυνατότητα του μάρτυρα να παρακολουθήσει τον κατηγορούμενο ευχέρως, ως επίσης η ειλικρίνειά του, αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Πέραν των πιο πάνω, τη σθεναρή αμφισβήτηση της υπεράσπισης δέχθηκαν και οι αναφορές των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 αναφορικά με ό,τι διαδραματίστηκε κατά και μετά την επιδρομή τους στην αυλή της οικίας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.3, αφότου ενημερώθηκε από το Μ.Κ.4 για την παρουσία του κατηγορουμένου στην αυλή της οικίας και τις εκεί ενέργειές του, κατευθύνθηκε προς τούτη λαμβάνοντας προφυλάξεις. Οι προφυλάξεις που έλαβε ο Μ.Κ.3, σε συνδυασμό μάλιστα με το εάν έγιναν αντιληπτές από τον παρατηρητή (Μ.Κ.4) μέσα στο οπτικό πεδίο του οποίου κινήθηκε ο Μ.Κ.3, ήταν άλλο ένα εκ των θεμάτων που απασχόλησε την υπεράσπιση. Περαιτέρω, άλλη θέση του Μ.Κ.3 η οποία αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης ήταν ότι προσεγγίζοντας τον κατηγορούμενο με προφύλαξη είδε τούτον να χαϊδεύει, να οσφρένεται και να σιγοτραγουδά στο φυτό που εβρίσκετο στη γλάστρα που είχε δίπλα του. Ας σημειωθεί εδώ ότι και ο Μ.Κ.4 έκανε λόγο για χάϊδεμα και όσφρηση του φυτού από τον κατηγορούμενο, θέση η οποία επίσης αμφισβητήθηκε. Ανάλογη ήταν η αντιμετώπιση και της άλλης θέσης του Μ.Κ.3 ότι αφότου αποκαλύφθηκε από τη θέση όπου βρισκόταν και παρότι απεκάλυψε την αστυνομική του ταυτότητα, ο κατηγορούμενος σηκώθηκε με τρόπο που τον έκανε να πιστέψει ότι θα προσπαθούσε να διαφύγει. Κάτι τέτοιο, δηλαδή εντύπωση διαφυγής του κατηγορουμένου, ανέφεραν τόσο ο Μ.Κ.2, ο οποίος εισήλθε στην αυλή της οικίας αφότου ο Μ.Κ.3 άρπαξε τον κατηγορούμενο, όσο και ο Μ.Κ.4 ο οποίος κατά τον ίδιο χρόνο συνέχιζε να παρακολουθά τις κινήσεις του κατηγορουμένου. Ανάλογης αμφισβήτησης αναφορικά με τα περί εντυπώσεως διαφυγής έτυχαν και οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.
- Περαιτέρω, σύμφωνα με τη μαρτυρία των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.2, αφότου ο πρώτος (Μ.Κ.3) υπέδειξε στον κατηγορούμενο τα φυτά κάνναβης και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε «δεν ξέρω τίποτε για τα άλλα, εγώ μόνο για τούτο ξέρω», υποδεικνύοντας, σύμφωνα με τους μάρτυρες (Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3), τη γλάστρα που βρισκόταν δίπλα του την ώρα της επιδρομής. Όλα τα πιο πάνω, δηλαδή οι υποδείξεις των φυτών από το Μ.Κ.3 στον κατηγορούμενο, καθώς επίσης η ισχυριζόμενη απάντηση του κατηγορουμένου, αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Πέραν τούτων, η υπεράσπιση αμφισβήτησε και τη θέση του Μ.Κ.3 πως αφότου ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε και ενόσω βρίσκετο στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν., ανακρινόμενος προφορικά ανέφερε πως τα εν λόγω φυτά ανήκαν σε κάποιο τούρκο και πως σκοπός της εκεί παρουσίας του ήταν γιατί είχε συνάντηση με κάποιο χωριανό του επ΄ ονόματι Τόλη, καθώς ότι την αυλή της επίδικης οικίας επισκέφθηκε και στις 2.4.
- Όλα τα πιο πάνω είναι όσα συνιστούν την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής καθώς και κάθε πτυχή τούτης που αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο. Δεν παραγνωρίζω βέβαια και τις δύο καταθέσεις του κατηγορουμένου (βλ. τεκμήρια 15 και 17) το περιεχόμενο των οποίων πραγματεύομαι πιο κάτω, χωρίς όμως να διαλανθάνει την προσοχή μου η νομολογιακή αρχή πως η προσκόμιση τέτοιας κατάθεσης γίνεται καθηκόντως και δεν σημαίνει πως υιοθετείται το περιεχόμενο της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χ¨Κωνσταντίνου
(1989)2 ΑΑΔ 99, 103). Στρέφομαι τώρα στην υπόθεση της υπεράσπισης. Όπως προανέφερα ο κατηγορούμενος επέλεξε, ως άλλωστε ήταν δικαίωμά του και προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Ανέφερε τοιουτοτρόπως ότι ουδεμία σχέση έχει με όσα του καταλογίζουν και πως βρέθηκε εκεί μόνο για να ουρήσει. Περαιτέρω, ανέφερε πως· «όσα λένε ότι είπα στην ανάκρισή μου είναι ψέματα», ενώ πρόσθεσε πως τρεις βδομάδες με ένα μήνα πριν ήταν στην Αγγλία για διακοπές και δουλειά. Πρέπει να λεχθεί εδώ πως το δεύτερο παραδεκτό γεγονός αφορά αυτήν ακριβώς την τελευταία θέση του κατηγορουμένου. Δηλώθηκε συναφώς και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός, ότι ο κατηγορούμενος επέστρεψε στην Κύπρο από το εξωτερικό στις 17.02.07. Ο Απόστολος Αριστοτέλους (Μ.Υ.1) ανέφερε ενόρκως πως το περιεχόμενο της κατάθεσής του (βλ. τεκμήριο 16) δεν συμπεριλαμβάνει όλα όσα ανέφερε στην αστυνομία. Στο εν λόγω τεκμήριο αναφέρεται ότι τελευταία φορά που ο μάρτυρας συνάντησε τον κατηγορούμενο ήταν μια ημέρα πριν τη σύλληψη του τελευταίου και περαιτέρω, ότι δεν διευθέτησαν να συναντηθούν στις 04.04.07 και δεν είχαν κανένα «ραντεβού». Στην ένορκη μαρτυρία του ανέφερε πως στην κατάθεσή του στην αστυνομία δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος κάθε πρωινό μετέβαινε στην εργασία του (δηλαδή του μάρτυρα) και έπαιρνε καφέδες και πως την επίδικη ημέρα καθυστέρησε και γι΄ αυτό άλλωστε το λόγο ο μάρτυρας τον πήρε τηλέφωνο. Όλα αυτά όμως η αστυνομία παρέλειψε να τα καταγράψει στην κατάθεσή του, ενώ όταν οι αστυφύλακες είδαν την κλήση του στο τηλέφωνο του κατηγορουμένου τον κάλεσαν για ανάκριση. Κατά τη διάρκεια τούτης τον φοβέρισαν ότι θα τον άφηναν υπό κράτηση και γι΄ αυτό το λόγο υπέγραψε την κατάθεση τεκμήριο 16 παρότι οι αστυφύλακες δεν κατέγραψαν σε αυτή καθετί που τους είχε αναφέρει. Όπως προανέφερα, ενώπιον του δικαστηρίου βρίσκονται και δύο καταθέσεις του κατηγορουμένου (βλ. τεκμήρια 15 και 17). Ό,τι αξίζει να σημειωθεί αναφορικά με τις εν λόγω καταθέσεις είναι η νομολογιακά θεμελιωμένη αρχή ότι κάθε μέρος τέτοιας κατάθεσης που γίνεται δεκτό, ανεξαρτήτως του κατά πόσο συνιστά παραδοχή ή μη, αποτελεί μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109, 112 και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 190, 192). Τέλος, ενώπιον του δικαστηρίου βρίσκονται και οι αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων κάθε πλευράς. Τόσο ο κος Ταμπούρλας για τον κατηγορούμενο όσο και η κα Χ¨Μιχαήλ για την κατηγορούσα αρχή επικεντρώθηκαν σε θέματα αξιοπιστίας, με τον κάθ΄ ένα να προκρίνει ως αξιόλογη και πειστική τη θέση της δικής του πλευράς. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια-βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Περαιτέρω, για ότι αφορά τη δήλωση του κατηγορουμένου έλαβα υπόψη μου τις αρχές που ισχύουν και εφαρμόζονται στην αξιολόγηση ανώμοτης δήλωσης, ότι δηλαδή ο χαρακτήρας αυτής είναι περισσότερο πειστικής παρά αποδεικτικής σημασίας, εφόσον δεν αποδεικνύει γεγονότα που δεν τεκμηριώθηκαν από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού (βλ. Anastassiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97). ΄Ο,τι επιτυγχάνει είναι την επεξήγηση αποδεδειγμένων μόνο γεγονότων. Εξαρχής αναφέρω ότι οι μάρτυρες κατηγορούσας αρχής μου άφησαν θετικές μόνο εντυπώσεις. Η παρουσία και των τεσσάρων μαρτύρων στο δικαστήριο διαπνέετο από φυσικότητα αλλά και ετοιμότητα αποκάλυψης της αλήθειας. Χωρίς περιστροφές, αοριστίες και ασάφειες, με σταθερότητα και συνοχή λόγου και σκέψης, απάντησαν σε κάθε ερώτηση μιας μακράς, εξονυχιστικής και εφ' όλης της ύλης υπεράσπισης. Η ανάλυση που ακολουθεί της μαρτυρίας που αμφισβητήθηκε θα αναδείξει πιστεύω και την υψηλή ποιότητα της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορούσας αρχής, ως εγώ την έχω αντιληφθεί και συνεπώς το εύλογο της προειρημένης κατάληξης. Πιο κάτω αναλύω το μαρτυρικό υλικό ως η χρονολογική του εξέλιξη χωρίς όμως αυτή η προσέγγιση να αναιρεί καθοιονδήποτε τρόπο το ενιαίο είτε της μαρτυρίας είτε της αξιολόγησης. Εδώ αξίζει να λεχθεί πως πλείστες τόσες υποβολές της υπεράσπισης παρέμειναν ανυπόστατες και μετέωρες. Αναφέρω τούτο εφόσον καμία μαρτυρία, πλην της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου, η οποία ως εκ της φύσεως της δεν συνιστά αποδεικτική μαρτυρία, δεν προσκομίστηκε εις υποστήριξη των υποβολών που τέθηκαν στους μάρτυρες, αφήνοντας έτσι τούτες μετέωρες και άνευ πραγματικού υποβάθρου. Μοναδικός λοιπόν στόχος των εν λόγω υποβολών παρέμεινε η διερεύνηση της αλήθειας των ισχυρισμών των μαρτύρων κατηγορούσας αρχής. Αντίθετα απ΄ ότι οι μάρτυρες κατηγορούσας αρχής, ο Μ.Υ.1 με εξέπληξε αρνητικά. Έκδηλη ήταν η διάθεση, τόσο στο ύφος όσο και στον τόνο του, να προστατεύσει το φίλο του, ασχέτως κόστους και πραγματικών γεγονότων. Χαρακτηριστική είναι η επαναλαμβανόμενη θέση του πως στους ανακριτές ανέφερε ότι ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και ο κατηγορούμενος έχουν σχέση με ναρκωτικά. Από πού όμως αντλεί αυτή τη βεβαιότητα είναι άγνωστο. Η λεκτική και μόνο θέση του πως ο κατηγορούμενος ουδεμία σχέση έχει με τα φυτά επειδή δεν καπνίζει (προφανώς εννοεί ναρκωτικά), ό,τι αποδεικνύει είναι μόνο την επιπολαιότητα και αοριστία στην οποία εδράζεται. Περαιτέρω, και το εναπομείναν μέρος της μαρτυρίας του δεν αφήνει τις καλύτερες εντυπώσεις. Εκτός του ότι δεν κατορθώνει να υπερπηδήσει τη βάσανο της λογικής, διαπνέεται από αοριστία και ασάφεια στα κυριότερα της σημεία. Ερωτηθείς από την κατηγορούσα αρχή με ποιο τρόπο τον φοβέρισαν οι αστυφύλακες αποφεύγει αρχικά να απαντήσει ενώ στη συνέχεια επικαλείται πως τον «έκλεισαν μέσα» και του έδιδαν συνεχώς τσιγάρα. Ερωτήθηκε εάν υπέβαλε παράπονο και απάντησε ότι υπέβαλε στους ίδιους αστυφύλακες που τον φοβέρισαν. Εγείρεται έτσι το ερώτημα, εάν μεν οι αστυφύλακες φοβέρισαν το μάρτυρα και διέγειραν σε αυτόν τέτοια αισθήματα φόβου τα οποία οδήγησαν σε απόσπαση ημιτελούς καταθέσεως, με ποια τότε λογική οι φοβίες του εξανεμίζονται και αίφνης νιώθει ασφαλής για να υποβάλει, στα ίδια πάντα πρόσωπα, παράπονο; Πώς όμως η υποβολή παραπόνου στους ίδιους τους βασανιστές του συνάδει με τη λογική, ιδιαίτερα μάλιστα εάν αναλογιστεί κανείς πως οι απειλές ήταν ότι θα τον άφηναν υπό κράτηση; Από την άλλη, η εγγενής αξία των όσων ο Μ.Υ.1 ανέφερε πως οι αστυφύλακες παρέλειψαν να καταγράψουν, είναι περιορισμένη και ανούσια. Η θέση πως ο κατηγορούμενος καθημερινά μετέβαινε στο χώρο εργασίας του Μ.Υ.1 και έπαιρνε καφέδες, δεν αναιρεί από μόνη της την όποια σχέση του κατηγορουμένου με τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. Εκείνο που υπέχει σημασίας από την κατάθεση του Μ.Υ.1 είναι η αναφορά πως κανένα ραντεβού διευθέτησε με τον κατηγορούμενο για τις 04.04.07 εφόσον, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Μ.Κ.3, ο κατηγορούμενος του ανέφερε πως μετέβη στην εν λόγω οικία γιατί είχε συνάντηση με κάποιο Τόλη. Εφόσον λοιπόν ο Μ.Υ.1 αποδέχθηκε ενόρκως πως ανέφερε τα όσα καταγράφονται στο τεκμήριο 16 σχετικά με αυτό το θέμα (δηλαδή ότι δεν διευθέτησε να συναντηθεί με τον κατηγορούμενο στις 04.04.07), ποια σκοπιμότητα εξυπηρετούσαν οι ανακριτές με το να μην καταγράφει η ευρύτερη και συν τω χρόνω αόριστη αναφορά πως ο κατηγορούμενος καθημερινά μετέβαινε στο χώρο εργασίας του Μ.Υ.1; Η απάντηση που συνάγεται με βάση τη λογική είναι πως καμία σκοπιμότητα θα εξυπηρετείτο και συναφώς καμία ανάγκη υφίστατο για να φοβερίσουν και να απειλήσουν το Μ.Υ.1. Όλα όμως τα πιο πάνω είναι στοιχεία που έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση του Μ.Υ.1 και τα οποία εντέλει με καθοδήγησαν στο να απορρίψω τη μαρτυρία του ως αναξιόπιστη. Πέραν των πιο πάνω, αξίζει να επισημανθεί άλλη μια διάσταση της ένορκης μαρτυρίας του Μ.Υ.1. Τα όσα αναφέρθηκαν ενόρκως ουδέποτε υποβλήθηκαν από την υπεράσπιση στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής και συνεπώς το δικαστήριο στερήθηκε του ευεργετήματος να έχει ενώπιόν του τη θέση όλων των εμπλεκομένων. Δυνατόν, εάν οι εν λόγω θέσεις υποβάλλοντο στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής, να αντικρούοντο με αναφορά σε περιβάλλοντα γεγονότα. Η παράλειψη υποβολής τούτων την κατάλληλη στιγμή δεν συνάδει με το δικαιϊκό μας σύστημα που στόχο έχει τη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων μέσα από αντιπαράθεση των εκατέρωθεν θέσεων, (β. Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527, 1540 και Παναγιώτου ν. Αστυνομία
(2000)2 ΑΑΔ 191, 199). Και γι΄ αυτό λοιπόν το λόγο η μαρτυρία του Μ.Υ.1 δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή ως ορθή και ειλικρινής, εφόσον διάδικος ο οποίος λειτουργεί τοιουτοτρόπως δεν πρέπει να αναμένει πως νομικισμοί και απόκρυψη μαρτυρίας θα του παρέχουν πλεονέκτημα εις βάρος της εξακρίβωσης των αληθών γεγονότων. Κρίνω πως σε αυτό το στάδιο είναι ορθό να παρεμβάλω και ό,τι σχετικό αναφορικά με τις δύο καταθέσεις του κατηγορουμένου, τεκμήρια 15 και
- Είμαι της γνώμης πως στα εν λόγω τεκμήρια δεν αποδίδεται η πραγματική εικόνα των γεγονότων. Παρόλα ταύτα, το περιεχόμενό τους δεν απορρίπτεται συλλήβδην εφόσον συγκεκριμένες απαντήσεις κρίνω πως ανταποκρίνονται στα αληθή γεγονότα. Όλα όσα γίνονται αποδεχτά παρατίθενται πιο κάτω κατά την ανάλυση του συνόλου της μαρτυρίας. Από την άλλη, οι λόγοι απόρριψης του βασικού κορμού των γεγονότων των δύο αυτών καταθέσεων είναι η ανακολουθία που παρατηρείται μεταξύ των απαντήσεων του κατηγορουμένου, καθώς επίσης η επιπολαιότητα με την οποία δικαιολογούνται διάφορες απαντήσεις οι οποίες ενίοτε προσεγγίζουν τα όρια της φαιδρότητας. Χαρακτηριστικά· ενώ ο κατηγορούμενος αρχικά ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που εισήλθε στην αυλή της εν λόγω οικίας ήταν για να ουρήσει (βλ. απάντηση υπ΄ αριθμό 1, τεκμηρίου 15), ερωτηθείς εάν έκανε και οτιδήποτε άλλο απαντά ότι κάθισε και έπαιξε με το κινητό του τηλέφωνο (βλ. απάντηση υπ΄ αριθμό 2, τεκμηρίου 15). Όταν όμως στη συνέχεια του αναφέρεται πως έγινε αντιληπτός να περιποιείται φυτά κάνναβης, επαναλαμβάνει «εγώ επετάκτηκα μόνο για να κατουρήσω» (βλ. απάντηση 11, τεκμηρίου 15). Διερωτάται κανείς, εάν ο κατηγορούμενος εισήλθε στην οικία μόνο για να ουρήσει, πώς τότε προέκυψε το παιχνίδι με το κινητό του τηλέφωνο; Στη συνέχεια και παρότι απαντά καταφατικά σε ερώτηση ότι την ώρα που συνελήφθηκε έπαιζε με το κινητό του τηλέφωνο (βλ. ερώτηση και απάντηση υπ΄ αριθμό 20, τεκμηρίου 15), όταν του υποβάλλεται πως το κινητό του τηλέφωνο βρέθηκε στην τσέπη του μετά τη σύλληψη, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία διαφοροποιεί την προηγούμενη θέση του απαντώντας «πριν σε δω το έβαλα μέσα στην πούγκα μου» (βλ. απάντηση 25, τεκμηρίου 15). Η ανακολουθία όμως δεν σταματά εδώ, συνεχίζει ο κατηγορούμενος πως καθόταν και έπαιζε με το κινητό του ενώ μόλις τελείωσε κάπνισε και ένα τσιγάρο και όλα αυτά προτού φθάσει η αστυνομία (βλ. απάντηση 26, τεκμηρίου 15). Όταν ερωτάται τι έκανε προτού συλληφθεί, απαντά ότι καθόταν και κάπνιζε (βλ. απάντηση 28, τεκμηρίου 15) και όταν του υποβάλλεται πως δεν κάπνιζε, με περισσή άνεση και αδιαφορία διαφοροποιεί εν μέρει και αόριστα τη θέση του απαντώντας· «εγώ έπινα τσιγάρο αν δεν έπινα τσιγάρο εσκεφτόμουν τες φιλενάδες μου». Παρουσιάζεται συνεπώς αδιάφορος για την αποκάλυψη της αλήθειας και έτοιμος να πλάσει μια νέα διαφορετική ιστορία. Όλα τα πιο πάνω χωρίς να παραγνωρίζεται πως και στην επόμενη χρονικά κατάθεσή του αναφέρει ότι εισήλθε στην οικία γιατί ήθελε να ουρήσει (βλ. απάντηση 2, τεκμηρίου 17). Αναδεικνύουν τούτα τις μεταπτώσεις των απαντήσεων του κατηγορουμένου, μέσα από σωρεία αόριστων, ασαφών και αντιφατικών θέσεων. Αυτοί είναι οι λόγοι που το περιεχόμενο των δύο αυτών τεκμηρίων δεν γίνεται αποδεχτό, πλην των σημείων εκείνων όπου αναφέρω το αντίθετο. Επανέρχομαι τώρα στη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορούσας αρχής. Αναφορικά με τη πτυχή της μαρτυρίας των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 για τα όσα διαπίστωσαν στην αυλή της οικίας η ώρα 06.05π.μ., δεν έχω καμία αμφιβολία ότι οι σχετικές θέσεις τους είναι ειλικρινείς, έντιμες αλλά και ορθές. Καταλήγω σε αυτό όχι μόνο λόγο απουσίας αντιφάσεων μεταξύ των δύο μαρτύρων αλλά επειδή και η εξονυχιστική αντεξέταση έδωσε την ευχέρεια στους μάρτυρες να επεκταθούν σε λεπτομέρειες οι οποίες ενίσχυσαν την ορθότητα αλλά και τη φιλαλήθεια των αναφερόμενων παρατηρήσεων. Επί του προκειμένου, πιο λεπτομερής ήτο η μαρτυρία του Μ.Κ.4 ο οποίος συναρτώντας αμφισβητούμενες παρατηρήσεις με άλλες μη αμφισβητούμενες, αναφορά έκανε και στην αρχική θέση που είχαν οι γλάστρες εντός της αυλής και ότι στο πίσω μέρος της αυλής βρίσκετο μια βρύση με συνδεδεμένο σε αυτήν λάστιχο, το οποίο όμως δεν κατέληγε στο λασάνι με τα φυτά. Όλα τα πιο πάνω εμπλούτισαν θετικά τόσο τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 όσο και του Μ.Κ.
- Από την άλλη, δεν διαπιστώνω οτιδήποτε μεμπτό στο ότι ο Μ.Κ.3 στη γραπτή κατάθεσή του (βλ. τεκμήριο 14) χρησιμοποίησε το γενικότερο όρο «επιθεώρησα τα φυτά» αντί του ότι άγγιξε το χώμα. Περαιτέρω, αναμφισβήτητο παρέμεινε ότι τόσο στην πρώτη εξέταση της αυλής όσο και στη δεύτερη, δηλαδή μετά την επιδρομή, εντός αυτής βρίσκονταν είκοσι φυτά κάνναβης, τα οποία είναι αυτά που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο. Καταλήγω λοιπόν ότι οι σχετικές παρατηρήσεις των δύο μαρτύρων και ιδιαίτερα πως τα φυτά δεν ήταν ποτισμένα το πρωινό όταν επιθεωρήθηκαν από αυτούς, δεν έχουν πληγεί. Ανάλογα όμως ισχύουν και για την παρακολούθηση του Μ.Κ.
- Ο μάρτυρας αμφισβητήθηκε για τη θέση του ότι ο κατηγορούμενος προτού εισέλθει στην αυλή λάμβανε προφυλάξεις. Τα όσα όμως ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε στα τεκμήρια 15 και 17, οδηγούν σε ταυτόσημα συμπεράσματα. Οι σχετικές αναφορές του κατηγορουμένου, οι οποίες παρατίθενται πιο κάτω, υιοθετούνται ως αληθείς. Όπως ο κατηγορούμενος δήλωσε στις δύο καταθέσεις του «πετάχτηκα» στην αυλή της οικίας (βλ. τεκμήριο 15 απάντηση υπ' αριθμό 1 και 11 και τεκμήριο 17 απάντηση υπ' αριθμό 20). Η οικία όμως είχε είσοδο και μάλιστα, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.4, σε σημείο από το οποίο ο κατηγορούμενος είχε ήδη περάσει προτού εισέλθει στην αυλή. Η δε καγκελόπορτα στην είσοδο, σύμφωνα και με τη θέση της υπεράσπισης που υποβλήθηκε στο Μ.Κ.3 και έγινε αποδεκτή, ήτο ριγμένη στο έδαφος και όχι τοποθετημένη. Ως εκ τούτου, αν ο κατηγορούμενος δεν ελάμβανε προφυλάξεις γιατί δεν εισήλθε εντός της αυλής από την είσοδο ως φυσιολογικά θα αναμένετο; Η τοιουτοτρόπως μάλιστα είσοδος του κατηγορουμένου στην αυλή της οικίας δεν είναι διακριτή του λόγου που ο ίδιος ανέφερε ότι τον οδήγησε εκεί. Εάν δηλαδή ο ίδιος εισήλθε στην οικία για να ουρήσει, ποιος λόγος υπήρχε να πεταχτεί από το περιτοίχισμα αντί να εισέλθει από την είσοδο, αν όχι επειδή ελάμβανε προφυλάξεις; Όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με τις πλούσιες επεξηγήσεις του Μ.Κ.4 εν σχέσει με τις κινήσεις του κατηγορουμένου που προηγήθηκαν της εισόδου του στην αυλή - περπατούσε αργά, σταματούσε, κοίταζε γύρω του, πετάχτηκε από το περιτείχισμα - ενισχύουν την ορθότητα αλλά και την ειλικρίνεια της θέσης του Μ.Κ.4 περί προφυλάξεων που ελάμβανε ο κατηγορούμενος. Αναφορικά και με τις κινήσεις του κατηγορουμένου εντός της οικίας, καθοδηγητικές είναι και πάλιν οι δύο καταθέσεις του, τα αποσπάσματα των οποίων αναφέρονται και υιοθετούνται μερικώς ως αληθή. Ο Μ.Κ.4 αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση για όλες τις κινήσεις που ανέφερε ότι είδε τον κατηγορούμενο να κάνει. Παρόλα ταύτα, στο τεκμήριο 15, ερώτηση υπ' αριθμό 14 και εντεύθεν, εμμέσως πλην σαφώς ο κατηγορούμενος αποδέχεται ότι μετακίνησε μια γλάστρα. Η απάντηση του· «Βρισκόταν εκεί που ήθελα να καθίσω», επιμαρτυρεί την ορθότητα της θέσης του Μ.Κ.4 πως ο κατηγορούμενος μετακίνησε μια τουλάχιστον από τις γλάστρες και ενισχύει έτσι την αληθοφάνεια των παρατηρήσεων που απορρέουν από την παρακολούθηση. Για το ίδιο θέμα σχετική είναι και η επόμενη απάντηση στο ίδιο τεκμήριο (βλ. απάντηση 15, τεκμηρίου 15) όπου σε ερώτηση εάν το έκανε (δηλαδή να τη μετακινήσει) για να τη βάλει στον ήλιο, απάντησε· «όχι, το έκανα για να κάτσω». Απ΄ όλα τα πιο πάνω συνάγεται όμως ότι ο κατηγορούμενος μετακίνησε τη γλάστρα. Έπεται λοιπόν ότι η εν λόγω θέση του Μ.Κ.4 ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Αυτή όμως η παρατήρηση του Μ.Κ.4 δεν είναι η μόνη που υποστηρίζεται από τα λεγόμενα του κατηγορουμένου. Ο ισχυρισμός, τόσο του Μ.Κ.4 όσο και του Μ.Κ.3, περί όσφρησης συγκεκριμένου φυτού προκύπτει μέσα από την κατάθεση του κατηγορουμένου. Στο τεκμήριο 15 ο κατηγορούμενος ερωτήθηκε ως εξής· «Λίγα δευτερόλεπτα πριν να σε συλλάβω σε είδα που μυριζόσουν ένα φύλλο από το φυτό κάνναβης που βρισκόταν ακριβώς δίπλα από εσένα. Τι έχεις να πεις γι' αυτό;» (βλ. ερώτηση υπ' αριθμό 12). Η απάντηση που έδωσε· «Δεν γνώριζα τι ήταν», αποκαλύπτει ότι όντως μυριζόταν το εν λόγω φυτό, παρότι άγνοια ήταν ό,τι τον οδήγησε σε αυτή την ενέργεια. Σε αυτό όμως το στάδιο δεν διερευνώνται οι λόγοι που κρύβονται πίσω από αυτή την ενέργεια αλλά εάν ο κατηγορούμενος ενήργησε ως ο ισχυρισμός της κατηγορούσας αρχής. Κρίνω ότι η προαναφερόμενη απάντηση του κατηγορουμένου αποκλείει άλλο συμπέρασμα πλην του ότι ο κατηγορούμενος μυρίστηκε το φυτό που βρισκόταν δίπλα του. Ας σημειωθεί επίσης πως και η ακριβής θέση στην οποία βρισκόταν το φυτό προκύπτει από την ίδια ερώτηση και απάντηση και τούτο παρά τις υποβολές της υπεράσπισης στους μάρτυρες κατηγορούσας αρχής ότι ήτο αδύνατο η γλάστρα να βρίσκετο στο πλάϊ του κατηγορουμένου. Πέραν όμως της προαναφερθήσας απάντησης και η απάντηση υπ΄ αριθμό 20 στο τεκμήριο 15 φανερώνει την παραδοχή του κατηγορουμένου πως καθόταν δίπλα από τη γλάστρα. Ανέφερε εκεί· «Ναι χωρίς να γνωρίζω πως δίπλα μου ήταν ένα φυτό κάνναβης». Τέλος, στην απάντηση 23 του ιδίου τεκμηρίου είπε· «όταν με συλλάβατε έπιασα την γλάστρα που ήταν δίπλα μου .». Απ΄ όλα τα πιο πάνω αναδεικνύεται η ορθότητα και η αλήθεια και αυτής της θέσης των μαρτύρων κατηγορούσας αρχής. Διαπιστώνεται συναφώς ότι η πλειοψηφία των θέσεων των Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 υποστηρίζεται και από τις απαντήσεις του κατηγορουμένου στα τεκμήρια 15 και 17, φανερώνοντας έτσι την ειλικρίνεια των μαρτύρων και την ορθότητα των σχετικών ισχυρισμών τους. Περαιτέρω, ο Μ.Κ.4 αμφισβητήθηκε και για τον ισχυρισμό του ότι δεν αντελήφθηκε το Μ.Κ.3 να διέρχεται από μπροστά του για να μεταβεί στον κατηγορούμενο, παρά μόνο όταν πλέον ήταν πολύ κοντά στον κατηγορούμενο. Είμαι της γνώμης πως αυτή η θέση του Μ.Κ.4 δεν αλλοιώνει την ορθότητα και ειλικρίνεια της παρακολούθησης. Όπως επεξήγησε ο μάρτυρας, η προσοχή του ήταν στραμμένη στον κατηγορούμενο και τις ενέργειες που έκανε και γι΄ αυτό δεν έδωσε σημασία στην προσέγγιση του κατηγορουμένου από το Μ.Κ.3, παρά μόνο όταν ο τελευταίος ήταν πολύ κοντά στον κατηγορούμενο. Η εν λόγω θέση, τόσο αυθόρμητη όσο και πειστική, δεν μεταβάλλει την ορθότητα της παρακολούθησης. Όλα όμως όσα προαναφέρθηκαν, στοιχεία τα οποία εν πολλοίς υποστηρίζονται από την κατάθεση του κατηγορουμένου τεκμήριο 15, δεν αφήνουν αμφιβολία για την ορθότητα και ειλικρίνεια αυτής της πτυχής της μαρτυρίας των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.
- Μάλιστα, εάν αναλογιστεί κανείς ότι η γραμμή της υπεράσπισης ήταν πως αφενός μεν ο κατηγορούμενος δεν προέβη σε αυτές τις ενέργειες, αφετέρου δε ο Μ.Κ.4 δεν είχε φυσική δυνατότητα παρακολούθησής του, η σύμπτωση θέσεων μεταξύ καταθέσεως κατηγορουμένου (τεκμήριο 15) και μαρτυρίας Μ.Κ.4, καταρρίπτει την όποια σχετική αμφιβολία για την ειλικρίνεια και φιλαλήθεια όχι μόνο του Μ.Κ.4 αλλά και του Μ.Κ.3, η μαρτυρία του οποίου επίσης υποστηρίζεται από τα πιο πάνω. (βλ. αναφορές σχετικά με κινήσεις κατηγορουμένου αμέσως προ της σύλληψής του σχετιζόμενες με το φυτό που βρισκόταν δίπλα του). Ακόμη, έντονη ήταν η αμφισβήτηση του Μ.Κ.4 από την υπεράσπιση αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι είδε τον κατηγορούμενο να ποτίζει τα φυτά που βρίσκονταν στο λασάνι. Ανεξαρτήτως κόστους, ο μάρτυρας ανέφερε πως είδε κάτι να γυαλίζει ενόσω ο κατηγορούμενος κρατούσε το λάστιχο του νερού και βρισκόταν πάνω από το λασάνι. Ήταν όμως κάθετος πως δεν είδε τον κατηγορούμενο να ουρεί, παρά μόνο να κρατά το λάστιχο. Αυτή η πτυχή της μαρτυρίας του Μ.Κ.4 κρίνω ότι υποστηρίζεται εμμέσως και από την πραγματική μαρτυρία δηλαδή το τεκμήριο
- Οι φωτογραφίες 27 μέχρι και 31, οι οποίες λήφθηκαν μετά την επιδρομή της αστυνομίας, απεικονίζουν λάστιχο νερού το οποίο καταλήγει από τη βρύση στο λασάνι και τούτο παρότι κατά τον πρωινό έλεγχο της αστυνομίας στην αυλή της οικίας το λάστιχο βρισκόταν κοντά στη βρύση. Ως εκ των πιο πάνω, δηλαδή του αυθορμητισμού και της ειλικρίνειας του Μ.Κ.4, αλλά και της υποστήριξης που τυγχάνει ο εν λόγω ισχυρισμός, αποδέχομαι τούτον ως ορθό και αληθή. Δράττομαι εδώ της ευκαιρίας να τονίσω πως δεν αναδείχθηκε οιαδήποτε εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών αναφορικά με το γεγονός πως ο Μ.Κ.2 δεν παρέλαβε από την αυλή της επίδικης οικίας και τα δύο μέρη από το λάστιχο που φαίνεται στις φωτογραφίες 27 και 28 του τεκμηρίου 2, ως υποβλήθηκε στο μάρτυρα από την υπεράσπιση. Έγινε εν προκειμένω προσπάθεια από την υπεράσπιση εξίσωσης τέτοιας ενέργειας με απόκρυψη μαρτυρίας. Οι σχετικές απαντήσεις του Μ.Κ.2 καταδεικνύουν πως κανένας λόγος δεν υφίστατο για τη μη προσκόμιση αυτού του λαστίχου στο δικαστήριο. Καταδεικνύουν επίσης πως ούτε και για το μέρος που προσκομίστηκε υπήρχε ιδιαίτερος λόγος. Όπως ανέφερε ο Μ.Κ.2, το μαύρο λάστιχο δεν παραλήφθηκε γιατί ήταν μεγάλο, ενώ το λάστιχο που παραλήφθηκε κρίθηκε ότι ήταν καταλληλότερο για εντοπισμό γενετικού υλικού και γι΄ αυτό παραλήφθηκε. Παρόλα ταύτα, ανέφερε ο μάρτυρας, εν τέλει δεν εντοπίστηκε γενετικό υλικό. Τα πιο πάνω δεν αποκαλύπτουν σκοτεινές ενέργειες της αστυνομίας, τουναντίον, φωτίζουν κάθε ενέργεια και ενισχύουν την αξιοπιστία και αυτού του μέρους της μαρτυρίας. Περαιτέρω, οι μάρτυρες κατηγορούσας αρχής αμφισβητήθηκαν και επί των όσων ανέφεραν εν σχέσει με προσπάθεια διαφυγής του κατηγορουμένου. Ούτε και επί τούτου διαπιστώνω οιανδήποτε αντίφαση ή ανακολουθία στα όσα αναφέρθηκαν. Εν πάση περιπτώσει, αξίζει να υποδειχθεί εδώ ότι δεν πρόκειται για ισχυριζόμενο γεγονός παρά μόνο για εντύπωση που απεκόμισαν οι μάρτυρες κατηγορούσας αρχής η οποία (εντύπωση) δεν είναι επ΄ άναγκες να αντικατοπτρίζει την πραγματική πρόθεση του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με τους μάρτυρες κατηγορούσας αρχής τα γεγονότα που τους οδήγησαν σε αυτό το συμπέρασμα είναι ο τρόπος με τον οποίο σηκώστηκε ο κατηγορούμενος όταν επέδραμαν στην οικία. Η εν λόγω εντύπωση των μαρτύρων, δοθέντος μάλιστα ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν στην αυλή της οικίας περιτριγυρισμένος από είκοσι φυτά κάνναβης και ότι ενόσω καθήμενος σηκώστηκε με δύναμη, κρίνω ότι ουδόλως αδικαιολόγητα οδήγησε τους μάρτυρες να εικάσουν ότι πρόθεση του κατηγορουμένου ήτο η διαφυγή. Η εν λόγω σκέψη τους μπορεί μεν να μην αποκαλύπτει την πραγματική πρόθεση του κατηγορουμένου, αλλά ούτε και αλλοιώνει το αξιόπιστο της μαρτυρίας τους εφόσον δεν διαπιστώνω υπερβολή και σκευωρία στα λεγόμενα τους. Τέλος, τόσο ο Μ.Κ.2 όσο και ο Μ.Κ.3 αμφισβητήθηκαν για τη θέση τους πως αφότου υποδείχθηκαν στον κατηγορούμενο όλα τα φυτά κάνναβης από το Μ.Κ.3 και κατόπιν επίστησης της προσοχής του στο νόμο, υπέδειξε τη γλάστρα με το φυτό που βρίσκετο δίπλα του αμέσως προ της σύλληψής του και απάντησε «δεν ξέρω τίποτε για τα άλλα, εγώ μόνο για τούτο ξέρω». Θέση της υπεράσπισης ήτο πως ο κατηγορούμενος ουδέποτε ανέφερε κάτι τέτοιο και επικουρικά τούτης υπέβαλε στους μάρτυρες κατηγορούσας αρχής πως η εν λόγω φράση είναι εσφαλμένη συντακτικά εφόσον την επίδικη στιγμή ο κατηγορούμενος βρίσκετο μακριά από τη γλάστρα και ως εκ τούτου, ισχυρίστηκε η υπεράσπιση, εάν ο κατηγορούμενος δήλωνε κάτι σχετικό, αναμενόμενο ήταν να έλεγε «δεν ξέρω τίποτε για τα άλλα, εγώ μόνο για εκείνο ξέρω». Θα πρέπει εξαρχής να λεχθεί ότι ουδεμία διάσταση ή αντίφαση εντοπίζω στα λεγόμενα των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 αναφορικά με τον υπό κρίση ισχυρισμό. Δεν είναι όμως μόνο η ταύτιση της μαρτυρίας των δύο προσώπων που προσδίδει κύρος στον εν λόγω ισχυρισμό. Διερωτάται κανείς, εάν οι αστυφύλακες σκαρφίστηκαν πως τυχόν παραδοχή του κατηγορουμένου θα οδηγούσε σε καταδίκη, γιατί να περιόριζαν τούτη σε ένα από τα είκοσι φυτά και όχι σε όλα; Γιατί να μην ανέφερναν πως ο κατηγορούμενος είπε για δύο τουλάχιστον φυτά, εφόσον σύμφωνα με τον ισχυρισμό τους (βλ. μαρτυρία Μ.Κ.4) ο κατηγορούμενος θεάθηκε να μετακινεί δύο γλάστρες; Πέραν των πιο πάνω, γιατί οι μάρτυρες να προβούν σε τέτοια ενέργεια; Ποια σκοπιμότητα θα εξυπηρετούσε η όποια πλαστή παραδοχή ενός μόνο φυτού; Τίποτα σχετικό σχετικό δεν ετέθη ενώπιον του δικαστηρίου. Το απλό και μόνο ενδεχόμενο καταδίκης, πιθανότητα η οποία με ή χωρίς προφορική παραδοχή του κατηγορουμένου ούτως ή άλλως υφίστατο, δεν είναι αρκετό από μόνο του να πλήξει την αληθοφάνεια του ισχυρισμού. Περαιτέρω, δεν έγινε αναφορά ούτε υποβλήθηκε στους μάρτυρες, ιδιαίτερα στο Μ.Κ.3, πως τέτοια παραδοχή εξυπηρετούσε οιουσδήποτε αλλότριους σκοπούς, είτε προσωπικούς του μάρτυρα είτε ευρύτερους, δηλαδή της αστυνομίας. Τέλος, η χρησιμοποίηση, σύμφωνα με την υπεράσπιση, εσφαλμένης δεικτικής αντωνυμίας δεν βοηθά τη θέση της. Τουναντίον, μάλλον σε αντίθετα συμπεράσματα οδηγεί, εφόσον αναδεικνύει το αυθόρμητο της παραδοχής υπό το φως των περιβάλλουσων περιστάσεων, απορρίπτοντας έτσι τη θέση περί προμελετημένης μηχανορραφίας κατά του κατηγορουμένου. Όλα τα πιο πάνω χωρίς να παραγνωρίζεται πως ο κατηγορούμενος συνέδεσε, μέσω της γραπτής κατάθεσής του (βλ. τεκμήριο 15), τον εαυτό του με τη γλάστρα που βρισκόταν δίπλα του πριν την επιδρομή της αστυνομίας. Αυτή η σύνδεση επικουρεί την αληθοφάνεια της θέσης των μαρτύρων κατηγορούσας αρχής. Καταλήγω συναφώς πως ούτε αυτή η θέση της κατηγορούσας αρχής πλήγηκε από την υπεράσπιση. Ανάλογα όμως ισχύουν και για τις άλλες προφορικές δηλώσεις στις οποίες, σύμφωνα με το Μ.Κ.3, προέβη ο κατηγορούμενος. Αμφισβήτησε η υπεράσπιση πως ο κατηγορούμενος ανέφερε στο Μ.Κ.3 ότι μετέβη στην οικία γιατί είχε συνάντηση με κάποιο Τόλη. Εάν όντως έτσι έχουν τα πράγματα εγείρεται τότε το ερώτημα. Ποιο ήταν το όφελος της αστυνομίας να εμπλέξει τρίτο άγνωστό της πρόσωπο προσκείμενο στον κατηγορούμενο εάν όχι επειδή το επικαλέστηκε ο ίδιος; Εάν βέβαια ο κατηγορούμενος ανέφερνε πως το εν λόγω πρόσωπο θα το συναντούσε στη συνέχεια και πως στην οικία μετέβη μόνο για να ουρήσει, αφενός μεν δεν θα είχε καμία αποδεικτική αξία η λήψη κατάθεσης από το εν λόγω πρόσωπο και συνεπώς η αστυνομία δεν θα το αναζητούσε, αφετέρου δε ούτε και ο κατηγορούμενος θα αναφέρετο σε ενέργειες στις οποίες θα προέβαινε αφότου έφευγε από την οικία, εφόσον κάτι τέτοιο θα ήτο παντελώς άσχετο με τη σύλληψή του. Ούτε όμως και οι λοιπές δηλώσεις, στις οποίες σύμφωνα με το Μ.Κ.3, προέβη ο κατηγορούμενος, διαπιστώνω να πλήττονται είτε λογικά είτε πραγματικά. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και εξετάζοντας τη μαρτυρία κάθε μάρτυρα τόσο αυτοτελώς όσο και σε συνδυασμό με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό, δεν έχω καμία αμφιβολία για την ειλικρίνεια του Μ.Κ.3 αναφορικά με τις δηλώσεις που ανέφερε ότι προέβη ο κατηγορούμενος. Τέλος, σχετικά με τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ας σημειωθεί ότι τούτη ήτο τυπικής φύσης και δεν αμφισβητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Εφόσον κανένας λόγος δεν υφίσταται για απόρριψή της, την αποδέχομαι ως αξιόπιστη. Όλα τα πιο πάνω είναι όσα καθοδήγησαν τη σκέψη μου στην προαναφερόμενη διαπίστωση ότι οι μάρτυρες κατηγορούσας αρχής μετέφεραν στο δικαστήριο την αληθή εικόνα των όσων διαδραματίστηκαν στις 04.04.
- Ο αυθορμητισμός τους συναρτημένος με πλούσια σε λεπτομέρειες μαρτυρία, η οποία υποστηρίζεται και από την κατάθεση του κατηγορουμένου, με οδήγησε στο συμπέρασμα πως η μαρτυρία τους είναι πέρα για πέρα ορθή και αληθινή. Συγκεραστικά των ευρημάτων που προκύπτουν από την αναμφισβήτητη μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα διαπιστώνω ότι και τα αμφισβητούμενα γεγονότα διαδραματίστηκαν όπως εξιστορήθηκε στο δικαστήριο από τους μάρτυρες κατηγορούσας αρχής. Εν προκειμένω, προτού ο κατηγορούμενος εισέλθει στην αυλή της επίδικης οικίας ελάμβανε προφυλάξεις, πότε κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά και πότε σταματώντας, ενώ αφότου εισήλθε στην αυλή πηδώντας πάνω από το περιτοίχισμα, μετακίνησε δύο από τις γλάστρες, στη συνέχεια πότισε τα φυτά στο λασάνι και μετά κάθισε δίπλα από μια γλάστρα. Περαιτέρω, ενόσω καθήμενος δίπλα από τη γλάστρα χάϊδευε και οσφραινόταν το φυτό εντός τούτης. Αφότου επέδραμε η αστυνομία και υποδείχθηκαν τα είκοσι φυτά στον κατηγορούμενο, του επεστήθη η προσοχή του στο νόμο και εκείνος απάντησε· «δεν ξέρω τίποτε για τα άλλα, εγώ μόνο για τούτο ξέρω» και υπέδειξε τη γλάστρα η οποία προ της επιδρομής των αστυνομικών βρισκόταν δίπλα του. Αργότερα και ενόσω βρίσκετο στα γραφεία της Υ.Κ.Α.Ν. ανέφερε στο Μ.Κ.3 ότι στην οικία μετέβη γιατί είχε συνάντηση με κάποιο Τόλη και τα φυτά ανήκουν σε κάποιο Τούρκο, καθώς ότι την αυλή της οικίας επισκέφθηκε και στις 02.04.
- Δυνάμει των πιο πάνω διαπιστώσεων, στρέφομαι τώρα σε εξέταση της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου. Διαπιστώνω πως η θέση του περί απουσίας του στην αλλοδαπή, υποστηρίζεται από τα παραδεκτά γεγονότα. Αναφορικά όμως με τη θέση του πως στην οικία μετέβη για να ουρήσει και πως οι μάρτυρες κατηγορούσας αρχής είπαν ψέματα, αυτή δεν υποστηρίζεται από τις διαπιστώσεις του δικαστηρίου και ως θέση προερχόμενη από ανώμοτη δήλωση, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Όπως προκύπτει απ΄ όσα έχω ήδη αναφέρει, δεν τελεί υπό αμφισβήτηση ο αριθμός των φυτών, όπως ούτε ότι αυτά ανήκουν στο γένος κάνναβης και πως από αυτά δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη. Ό,τι απομένει να αποφασιστεί είναι κατά πόσο η αναμφισβήτητη μαρτυρία, τα παραδεκτά γεγονότα και οι διαπιστώσεις του δικαστηρίου απολήγουν σε απόδειξη, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος καλλιεργούσε τα εν λόγω φυτά, ότι τα κατείχε και ότι τα κατείχε με σκοπό την προμήθεια. Έχει νομολογηθεί πως η κατοχή έχει ως αναπόσπαστο συστατικό στοιχείο τη γνώση, εφόσον μόνο με ταυτόχρονη φυσικού ελέγχου γνώση της φύσεως του αντικειμένου που κατέχεται αποδεικνύεται πως ο κατηγορούμενος γνώριζε πραγματικά τη φύση του αντικειμένου που κατείχε (βλ. Ιακώβου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 211, 219 και Eminyet κ.α. ν. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 216, 223). Έχει περαιτέρω νομολογηθεί πως τέτοια γνώση, ως αναγόμενη στην πνευματική λειτουργία κατηγορουμένου, μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και αποδεικνύουν τη γνώση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 289, 295). Ο δε φυσικός έλεγχος ναρκωτικής ουσίας δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη αποκλεισμό εξ αποστάσεως εμπλοκή (βλ. άρθρο 2
(3)του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/77και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2006)2 ΑΑΔ 388, 401). Ζητούμενο λοιπόν είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος γνώριζε πως τα είκοσι φυτά εντός της αυλής επρόκειτο για φυτά κάνναβης από τα οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Είμαι πεπεισμένος πως ορθή θεώρηση όλων των πιο πάνω αποκαλύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε τόσο το φυσικό έλεγχο των εν λόγω φυτών όσο και γνώση του είδους τούτων. Κατά πρώτο, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος βρίσκετο στην αυλή μιας ακατοίκητης οικίας και περιποιήτο τα εν λόγω φυτά, ιδιαίτερα χαϊδεύοντας και οσφραίνοντας τούτα, καταδεικνύει πως ο κατηγορούμενος είχε το φυσικό έλεγχο τους. Εκ δευτέρου, σωρευτικά ορώμενη η μαρτυρία οδηγεί στο μοναδικό συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το είδος των φυτών. Οι προφυλάξεις που έλαβε για να εισέλθει στην οικία, η οποία ήτο κατά τα άλλα ακατοίκητη, η περιποίηση που προσέφερε στα συγκεκριμένα φυτά, δηλαδή μετακινώντας τις δύο γλάστρες και ποτίζοντας το λασάνι, η όσφρηση του φυτού εντός της γλάστρας που βρισκόταν δίπλα του, καθώς και η απάντηση που έδωσε στον Μ.Κ.3 «δεν ξέρω τίποτε για τα άλλα, εγώ μόνο για τούτο ξέρω», οδηγούν στο συμπέρασμα πως ο κατηγορούμενος εγνώριζε ότι τα είκοσι επίδικα φυτά ήταν φυτά κάνναβης. Διαπιστώνω συναφώς πως η παρουσία του κατηγορουμένου στην αυλή της ακατοίκητης οικίας, υπό τις περιστάσεις που αναφέρθηκαν και έχοντας γνώση του είδους των φυτών, δεν οδηγεί σε συμπέρασμα άλλο πλην του ότι ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του το σύνολο των αναφερομένων φυτών κάνναβης. Περαιτέρω, όλα όσα υποδείχθηκαν πιο πάνω και ιδιαίτερα η μετακίνηση των φυτών που βρίσκονταν εντός της γλάστρας και το πότισμα των φυτών που βρίσκονταν στο λασάνι, με δεδομένη τη γνώση του κατηγορουμένου ότι επρόκειτο για φυτά κάνναβης, απολήγει, αποκλειστικά και μόνο, στο συμπέρασμα πως ο κατηγορούμενος καλλιεργούσε τα είκοσι φυτά κάνναβης. Ζητούμενο παραμένει κατά πόσο ο κατηγορούμενος κατείχε και καλλιεργούσε τα εν λόγω φυτά με σκοπό την προμήθεια. Καθοδηγητικό είναι βέβαια το άρθρο 30Α του Ν.29/77, ως επίσης η υπόθεση Σκούλλου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ, 87. Στη σελίδα 96 τούτης λέχθηκε ότι: «Άποψή μας είναι ότι η δημιουργία μαχητού τεκμηρίου μπορεί να συμβιβασθεί με το θεμελιώδες τεκμήριο της αθωότητος, εφόσον - (α) τα συμπεράσματα, τα οποία προκύπτουν από την απόδειξη γεγονότων, συναρτώνται άμεσα και αποτελούν φυσιολογικό επακόλουθο των γεγονότων αυτών. οπόταν, με την καθιέρωσή τους, ιχνηλατείται αυτό που φυσιολογικά προκύπτει και όχι ανεξάρτητο μη τεκμηριωθέν γεγονός· (β) το αποδεικτικό βάρος, το οποίο εναποτίθεται στον κατηγορούμενο για την απόσεισή τους (των επίμαχων συμπερασμάτων), δεν εκτείνεται πέραν της δημιουργίας λογικής αμφιβολίας για την ύπαρξη των φυσιολογικών επακόλουθων· και (γ) το βάρος απόδειξης της κατηγορίας - (το αποδεικτικό βάρος) - παραμένει στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής καθ' όλη τη διάρκεια της δίκης και δε μετατίθεται, με τη δημιουργία μαχητού τεκμηρίου, οποιοδήποτε μέρος του.» Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω διαπιστώνω πως στη δοσμένη περίπτωση η μαρτυρία του δικαστηρίου περιορίζεται, πέραν των όσων έκανε ο κατηγορούμενος στην αυλή της οικίας, στον αριθμό των φυτών (είκοσι φυτά) ο οποίος υπερβαίνει κατά πολύ το μαχητό τεκμήριο του νόμου. Πέραν τούτου, υπόψη λαμβάνεται και ότι ο κατηγορούμενος ουδεμία εξήγηση έδωσε για το λόγο κατοχής των αναφερόμενων φυτών. Δεν παραγνωρίζω ότι ενώπιον του δικαστηρίου δεν ευρίσκεται οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία η οποία να οδηγεί σε εξαγωγή συμπεράσματος εξειδικευμένου σκοπού κατοχής των εν λόγω φυτών. Τούτη όμως θεωρώ πως είναι η περίπτωση στην οποία υπεισέρχεται το τεκμήριο, ένεκα και της παράλειψης του κατηγορουμένου να επεξηγήσει και να δικαιολογήσει την εν λόγω κατοχή. Καταλήγω λοιπόν πως ο υπερβολικός αριθμός τούτων (βλ. Queiss v. Republic
(1987)2 C.L.R. 49) και η απουσία λογικής εξήγησης, στη δοσμένη περίπτωση οιασδήποτε εξήγησης, δεν αφήνει περιθώριο άλλο πλην της κατάληξης ότι ο λόγος που ο κατηγορούμενος καλλιεργούσε και κατείχε τα εν λόγω φυτά, ήτο η προμήθεια. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί περάν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων κάθε κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και συνεπώς κρίνεται ένοχος και στις κατηγορίες 1, 2 και 3 για τις οποίες διεξήχθη η ακροαματική διαδικασία. Υπογρ. ............ Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο