← Κύπρος

Aqua Sol Hotels Public Company Ltd ν. BI TRAVEL 4 LESS HOLIDAY TOURS LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7535/08, 27.04.2009

Aqua Sol Hotels Public Company Ltd ν. BI TRAVEL 4 LESS HOLIDAY TOURS LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7535/08, 27.04.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:B10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7535/08 Μεταξύ: Aqua Sol Hotels Public Company Ltd Kατηγορούσας Αρχής ν. 1. B.I. TRAVEL 4 LESS HOLIDAY TOURS LIMITED 2. Παναγιώτης Ιωάννου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 27.04.2009 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Φούλια Για Κατηγορούμενους: κος Καϊμακλιώτη Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο του κατηγορητηρίου είναι το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Η μια και μοναδική κατηγορία επί του κατηγορητηρίου στρέφεται εναντίον δύο προσώπων, ένα νομικό και ένα φυσικό. Αντικείμενο τούτης της απόφασης είναι αίτημα της υπεράσπισης για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον και των δύο κατηγορουμένων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η 1η κατηγορουμένη (στη συνέχεια η εταιρεία) και ο 2ος κατηγορούμενος υπό την ιδιότητα του διευθυντή (στη συνέχεια ο διευθυντής), κατά ή περί την 29.08.07 εξέδωσαν και παρέδωσαν την επιταγή υπ΄ αριθμό 66968542 της τράπεζας Κύπρου για το ποσό των Λ.Κ.
  2. Η εν λόγω επιταγή παρότι παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε δεν εξοφλήθη λόγω ελλείψεως κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο πέραν των δεκαπέντε ημερών. Εις απόδειξη του αδικήματος η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο δικαστήριο δύο μάρτυρες. Τούτοι είναι η Ροδούλα Τσεριώτου (Μ.Κ.1) και ο Ανδρέας Μαυρουδής (Μ.Κ.2). Η Μ.Κ.1 ανέφερε στο δικαστήριο ότι είναι διευθύντρια καταστήματος της τράπεζας Κύπρου και συγκεκριμένα του καταστήματος στη λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου στην Λάρνακα. Η εταιρεία διατηρεί λογαριασμό στο εν λόγω υποκατάστημα και η επιταγή υπ΄ αριθμό 66968542 αφορά το λογαριασμό τούτης υπ΄ αριθμό 0556-11-
  3. Σύμφωνα με αντίγραφο της επιταγής που η μάρτυρας είχε ενώπιον της ανέφερε ότι η επιταγή 66968542 παρουσιάστηκε στην τράπεζα δύο τουλάχιστον φορές και επεστράφη απλήρωτη με την ένδειξη ανεπαρκή υπόλοιπα. Περαιτέρω, η μάρτυρας ανέφερε πως μετά το άνοιγμα του λογαριασμού της εταιρείας δόθηκε στην τράπεζα δείγμα υπογραφής προσώπου για έκδοση επιταγών, επ΄ ονόματι Παναγιώτης Ιωάννου. Αντίγραφο του σχετικού δείγματος παρουσιάστηκε στο δικαστήριο και σημειώθηκε και κατατέθηκε ως τεκμήριο
  4. Κατά την αντεξέταση παραδέχθηκε η μάρτυρας πως δεν ενθυμώταν εάν το δείγμα υπογραφής του τεκμηρίου 1 ελήφθηκε στην παρουσία της. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι εργάζεται στην παραπονουμένη εταιρεία από το 1992 και ότι στα καθήκοντά του συμπεριλαμβάνονται και οι εισπράξεις από χρεώστες της εταιρείας. Περί τον Αύγουστο του 2007 έφθασε στο γραφείο του επιταγή υπ΄ αριθμό
  5. Η εν λόγω επιταγή σημειώθηκε και κατατέθηκε ως τεκμήριο
  6. Aναφέρω, ειρήσθω εν παρόδω, ότι το τεκμήριο 2 φέρει διάφορες σφραγίδες. Μεταξύ άλλων φαίνεται και σφραγίδα η οποία αναγράφει ΑΠΟΤΑΘΕΙΤΕ ΣΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ. Επανέρχομαι όμως στη μαρτυρία του Μ.Κ.
  7. Ήταν περαιτέρω η θέση του μάρτυρα πως η εν λόγω επιταγή, παρότι παρουσιάστηκε στην τράπεζα, δεν ετιμήθηκε και μέχρι στιγμής δεν έχει αποπληρωθεί. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας αποδέχθηκε ότι η εν λόγω επιταγή δεν υπογράφηκε στην παρουσία του και πως δεν γνωρίζει ποιος υπέγραψε τούτη. Τέλος, πρέπει να λεχθεί εδώ πως οι συνήγοροι των δύο πλευρών έκαναν χρήση των διατάξεων του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 και προέβησαν σε δήλωση παραδεκτών γεγονότων. Τα εν λόγω παραδεκτά γεγονότα, ως εγκρίθηκαν από το δικαστήριο, έχουν ως ακολούθως:
(1)Η 1η κατηγορουμένη εταιρεία, B.I. Travel 4 Less Holiday Tours Limited, είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και διευθυντής τούτης είναι ο 2ος κατηγορούμενος Παναγιώτης Ιωάννου
(2)Η παραπονούμενη εταιρεία, Agua Sol Hotels Public Company Ltd, είναι εγγεγραμμένη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και εμπορεύεται υπό την επωνυμία Panas Tourist Village. Αμέσως μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 ο συνήγορος κατηγορούσας αρχής δήλωσε στο δικαστήριο ότι έκλεισε την υπόθεσή του. Ό,τι ακολούθησε είναι αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης για απόρριψη της κατηγορίας ένεκα μη απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Ήταν συναφώς η θέση του κου Καϊμακλιώτη πως δεν έχει αποδειχθεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος και συγκεκριμένα «ο εκδότης» της επιταγής και ως εκ τούτου, κάλεσε το δικαστήριο να απορρίψει την κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι δύο κατηγορούμενοι. Την εν λόγω εισήγηση υποστήριξε δυνάμει των λεχθέντων στις υποθέσεις Χ¨Ιωάννου ν. Δημητρίου
(2000)2 ΑΑΔ 62, Παντελή ν. Κωνσταντίνου
(2001)2ΑΑΔ 708 και Βούρας ν. Ματθαίου
(2003)2 ΑΑΔ 135. Ας σημειωθεί τέλος πως ο συνήγορος υπεράσπισης δεν εισηγήθηκε ότι δεν αποδέχθηκε οιονδήποτε άλλο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, όπως ούτε ότι η μαρτυρία είναι αντινομική. Στον αντίποδα, ο συνήγορος κατηγορούσας αρχής κάλεσε το δικαστήριο να εξάξει συμπέρασμα ότι το πρόσωπο που υπέγραψε την επίδικη επιταγή είναι ο 2ος κατηγορούμενος εφόσον, δυνάμει των παραδεκτών γεγονότων, εκείνος είναι ο μοναδικός διευθυντής της εταιρείας και περαιτέρω, το τεκμήριο 1 αποκαλύπτει πως ο Παναγιώτης Ιωάννου είναι εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για υπογραφή των επιταγών που αφορούν τον τραπεζικό λογαριασμό που διατηρεί η εταιρεία, λογαριασμό τον οποίο αφορά και η επίδικη επιταγή. Προτού προχωρήσω σε οτιδήποτε άλλο, κρίνω ότι λίγα λόγια πρέπει να ειπωθούν αναφορικά με το υπό κρίση στάδιο. Το νομικό πλαίσιο που διέπει τούτο (βλ. άρθρο 74 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) είναι ευκρινώς αποσαφηνισμένο από την υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία. Απόφαση σταθμός η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 όπου το ανώτατο δικαστήριο συνόψισε εκείνες τις προϋποθέσεις, παρουσία των οποίων δικαιολογεί απαλλαγή κατηγορουμένου από αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Οι εν λόγω προϋποθέσεις έχουν ως ακολούθως: (α) όπου δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Υψίστης σημασίας είναι και τα λεχθέντα στην υπόθεση Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9 όπου το ανώτατο δικαστήριο υιοθετώντας απόσπασμα από το σύγγραμμα Criminal Procedure In Cyprus by Loizou & Pikis τόνισε πως ό,τι απαιτείται από το δικαστήριο είναι να αποφασίσει εάν η ενώπιον του μαρτυρία χρήζει απάντησης (the Court is required to decide whether there is enough to call for an annswer). Τέλος, σε αυτό το στάδιο το δικαστήριο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο εμπεπιστευμένο στους ενόρκους ως κριτές των γεγονότων και το οποίο τοποθετείται χρονικά στο τελικό στάδιο της υπόθεσης όταν όλη η μαρτυρία έχει παρουσιαστεί (βλ. R v. Galbraith
(1981)2 All ER 1061), αλλά σε αντικειμενική θεώρηση τούτης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(1992)2 ΑΑΔ 356, 363). Στο δικό μας δικαιϊκό σύστημα ο δικαστής, ένεκα του δισυπόστατου ρόλου του, οφείλει να επαγρυπνεί ούτως ώστε οι δύο ιδιότητές του να μην συγχέονται. Ας σημειωθεί δε πως ο περιορισμός της εισήγησης της υπεράσπισης σε μια από τις νομολογημένες παραμέτρους εξέτασης και σε ένα μόνο συστατικό στοιχείο, δεν αίρει την υποχρέωση του δικαστηρίου για εξέταση του κατά πόσο έχουν αποδειχθεί και τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, όπως ούτε εάν η μαρτυρία είναι αντινομική, εφόσον τέτοια υποχρέωση υφίσταται ακόμη και εκεί όπου δεν υποβάλλεται σχετικό αίτημα (βλ. συναφώς άρθρο 74
(1)(γ), Κεφ. 155). Προτού εξετάσω οτιδήποτε άλλο πρέπει νομίζω να απαντηθεί ό,τι αφορά τη δύναμη του μαρτυρικού υλικού και συγκεκριμένα τυχόν αντινομικότητα τούτου. Τυχόν διαπίστωση άλλωστε ότι συγκεκριμένη μαρτυρία είναι αντινομική, δυνατόν να οδηγήσει και σε κατάληξη απουσίας συστατικού στοιχείου του αδικήματος, εάν και εφόσον βέβαια τέτοια μαρτυρία είναι η μόνη η οποία αποδεικνύει το εν λόγω συστατικό στοιχείο. Αξίζει περαιτέρω να μνημονευθούν εδώ τα λεχθέντα στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191, 196 όπου αναφέρθηκε ότι: «Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησής της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί». Έχοντας διεξέλθει το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, παραδεκτών γεγονότων συμπεριλαμβανομένων, δεν διακρίνω ουσιώδεις αντιφάσεις οι οποίες να καθιστούν αδύνατη τυχόν θετική αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, στο κατάλληλο περί τούτου βεβαίως στάδιο. Καταλήγω συναφώς ότι η μαρτυρία δεν είναι αντινομική. Εν τούτοις, ζητούμενο παραμένει ο προσδιορισμός των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και στη συνέχεια, κατά πόσο τα εν λόγω συστατικά στοιχεία έχουν αποδειχθεί. Η αναζήτηση των συστατικών στοιχείων οδηγεί βεβαίως στο νόμο Ν.25
(1)/03, εφόσον αυτός αποτελεί το νομικό υπόβαθρο της κατηγορίας που αντιμετωπίζουν οι δύο κατηγορούμενοι. Απλή και μόνο ανάγνωση του πρώτου εδαφίου του άρθρου 305Α, ως έχει τροποποιηθεί από το Ν.25
(1)/03, αποκαλύπτει ότι συστατικά στοιχεία του υπό κρίση αδικήματος συνιστούν τα ακόλουθα: (α) έκδοση επιταγής (β) παρουσία τούτης στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε κατά ή μετά από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, (γ) μη εξόφληση λόγω ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της, και (δ) παραμένει απλήρωτη για περίοδο πέραν των δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της Είναι βέβαια προφανές ότι η σφραγίδα που φέρει η επιταγή «ΑΠΟΤΑΘΕΙΤΕ ΣΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ - ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ», είναι αρκετή για απόδειξη του συστατικού στοιχείου (γ) πιο πάνω, δηλαδή ότι δεν τιμήθηκε λόγω ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων. Σχετική με αυτή τη θέση είναι η πρώτη επιφύλαξη του τρίτου εδαφίου του άρθρου 305Α και η επεξήγηση που έτυχε στην υπόθεση Ιωάννου ν. Ναναίμο Λίμιτεδ κ.α.
(2005)2 ΑΑΔ 555,
  1. Η δε ημερομηνία επί της ιδίας σφραγίδας, 12.09, αποκαλύπτει ότι η επιταγή παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε μετά την ημερομηνία έκδοσής της, δηλαδή μετά την 29.08.
  2. Περαιτέρω, η θέση του Μ.Κ.2 ότι μέχρι και σήμερα η εν λόγω επιταγή δεν έχει τιμηθεί, επικουρούμενη απ΄ όλα τα πιο πάνω, υποδηλώνει ότι η επιταγή παραμένει απλήρωτη για περίοδο πέραν των δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία παρουσίασής της στην τράπεζα. Ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι το συστατικό στοιχείο της έκδοσης, την απόδειξη του οποίου αμφισβήτησε η υπεράσπιση. Κρίνω σκόπιμο να σημειώσω εδώ πως στις περιπτώσεις νομικών προσώπων, το φυσικό πρόσωπο που υπογράφει την επιταγή για λογαριασμό της εταιρείας δεν λογίζεται εκδότης της επιταγής, εφόσον οι όποιες ενέργειες του θεωρείται ότι διενεργούνται για λογαριασμό του νομικού προσώπου (βλ. Ajini κ.α. v. Aστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 319, 322). Αυτό βεβαίως δεν αποκλείει ενδεχόμενο ο αξιωματούχος εταιρείας που λειτουργεί τοιουτοτρόπως να κατηγορηθεί ως συνεργός του νομικού προσώπου, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (βλ. Ajini (πιο πάνω), Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 ΑΑΔ 261 και Ιωάννου (πιο πάνω). Στη δοσμένη περίπτωση είναι γεγονός πως η μαρτυρία τηρεί σιγήν ιχθύος αναφορικά με την ταυτότητα του προσώπου που υπέγραψε την επίδικη επιταγή. Εν προκειμένω αποκαλυπτική είναι η μαρτυρία του Μ.Κ.2 ότι η εν λόγω επιταγή δεν υπεγράφη στην παρουσία του και δεν είδε αλλά ούτε και γνωρίζει ποιος υπέγραψε τούτην. Άλλωστε και ο συνήγορος κατηγορούσας αρχής δεν υπέδειξε τέτοια μαρτυρία παρά μόνο κάλεσε το δικαστήριο να συνάξει σχετικό συμπέρασμα από το σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε και τα παραδεκτά γεγονότα. Είμαι της γνώμης ότι ορθές και εύστοχες είναι οι παραπομπές του κου Καϊμακλιώτη. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Μάρω Χ¨Ιωάννουν ν. Δημητρίου
(2000)2 ΑΑΔ 62, 64 «Από τη στιγμή που η εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτό διαφάνηκε από την αρχή - ο κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής, με ένα από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους απόδειξης. Για παράδειγμα, μπορούσε να κληθεί μάρτυς που είδε ποίος υπέγραψε ή να κληθεί γραφολόγος». Στην προκείμενη περίπτωση ο Μ.Κ.2 αμφισβητήθηκε με πάσα ευκρίνεια για την ταυτότητα του προσώπου που υπέγραψε την επιταγή. Ο μάρτυρας αγνοούσε τούτην. Εν τοιαύτη περιπτώσει η ένορκη μαρτυρία δεν οδηγεί σε συμπέρασμα πως το πρόσωπο που υπέγραψε το τεκμήριο 2 είναι ο 2ος κατηγορούμενος. Το δε τεκμήριο 1 (δείγμα υπογραφής του 2ου κατηγορουμένου) δεν μπορεί να αξιολογηθεί επιστημονικά από το δικαστήριο, εφόσον κάτι τέτοιο θα σήμαινε την κάθοδο του δικαστηρίου στην αρένα των διαδίκων, δίκην εμπειρογνώμονα - γραφολόγου, ενέργεια ανεπίτρεπτη και καθ΄ όλα αντινομική (βλ. Παντελή ν. Κωνσταντίνου
(2001)2 ΑΑΔ 708, 713). Περαιτέρω, το γεγονός και μόνο ότι ο 2ος κατηγορούμενος είναι ο διευθυντής της 1ης κατηγορουμένης και ότι το δείγμα υπογραφής των επιταγών του λογαριασμού της εταιρείας (βλ. τεκμήριο 1) φέρει όνομα Παναγιώτης Ιωάννου, δηλαδή ως το όνομα του 2ου κατηγορουμένου, δεν οδηγεί στο αποκλειστικό συμπέρασμα ότι την επίδικη επιταγή υπέγραψε εκ μέρους της εταιρείας ο 2ος κατηγορούμενος. Η διευθυντική του ιδιότητα δεν μπορεί, δίχως άλλο, να οδηγήσει σε καταδίκη (βλ. Ευρυβιάδης ν. Αστυνομία
(2000)2 ΑΑΔ 600). Ως εκ τούτου, διαπιστώνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει ότι ο 2ος κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο που συνέταξε το τεκμήριο
  1. Αυτή η διαπίστωση απολήγει βέβαια μοιραία για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής εναντίον του 2ου κατηγορουμένου εφόσον δεν έχει αποδειχθεί τυχόν συμβολή του στην έκδοση της επιταγής. Περαιτέρω, κρίνω πως όλα τα πιο πάνω δεν αποδεικνύουν έκδοση επιταγής ούτε για την 1η κατηγορουμένη. Εφόσον τίποτα δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του δικαστηρίου αναφορικά με την ταυτότητα του φυσικού προσώπου που συνέταξε την επίδικη επιταγή και εφόσον λογικό είναι ότι τέτοια ενέργεια ήτο αναγκαία για το νομικό πρόσωπο να δυνηθεί να εκδώσει την επίδικη επιταγή, κρίνω πως δεν συνδέθηκε ούτε και η εταιρεία με την έκδοση του τεκμηρίου
  2. Το γεγονός και μόνο πως το τεκμήριο 2 είναι συμπληρωμένο και ευρίσκεται ενώπιον του δικαστηρίου, καθώς επίσης ότι αφορά λογαριασμό της 1ης κατηγορουμένης, δεν οδηγεί απαρέγκλιτα στο συμπέρασμα πως η έκδοση της επιταγής διενεργήθηκε από την εταιρεία. Θα μπορούσε λόγου χάριν η επιταγή να είχε συνταχθεί από αναρμόδιο και μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Ως εκ τούτου, θα ανέμενε κανείς πως η κατηγορούσα αρχή θα παρουσίαζε μαρτυρία τέτοια η οποία να συνδέει αυτή καθ΄ εαυτή την ύπαρξη της επιταγής με νενομισμένη από την εταιρεία έκδοση. Κάτι τέτοιο δεν έγινε. Πρόκειται όμως για ποινική υπόθεση στα πλαίσια της οποίας δεν επιτρέπονται εικασίες και κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία παρά μόνο εκεί όπου η υπόθεση είναι τέτοια που εάν παρέμενε αναπάντητη δυνατό να οδηγούσε σε καταδίκη. Διαφορετική προσέγγιση θέλει τον κατηγορούμενο να ενισχύει, διά της απολογίας τους, την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής (βλ. The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145). Καταλήγω λοιπόν πως ούτε για την 1η κατηγορουμένη αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο της έκδοσης επιταγής. Αναφορικά με το 2ο κατηγορούμενο, διευθυντή της 1ης κατηγορουμένης, κρίνω ορθό να σημειώσω πως η κατηγορία απορρίπτεται και για άλλο ένα λόγο. Ως διευθυντής της εταιρείας και κατ΄ ισχυρισμό συντάκτης της επιταγής, ο 2ος κατηγορούμενος αντιμετώπισε την υπό κρίση κατηγορία δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Όπως σημειώνεται στην υπόθεση Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 ΑΑΔ 261, 267 «Στο σύγγραμμα Blackstone΄s Criminal Practice 2000 στη σελ. 70 παρ. Α.5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού». Εξάγεται συνεπώς το συμπέρασμα πως εκεί όπου η κατηγορία στρέφεται εναντίον συνεργού, αποτελεί υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πως κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης της επιταγής ο συντάκτης τούτης γνώριζε ότι κατά την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν θα εξοφλείτο λόγω ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων. Αυτό κρίνω ότι συνιστά την απαιτούμενη ένοχη διάνοια συνεργού κατά τη διάπραξη του υπό διερεύνηση αδικήματος. Στη δοσμένη περίπτωση δεν είναι μόνο η σύνταξη της επιταγής από το 2ο κατηγορούμενο που δεν αποδείχθηκε αλλά και η τυχόν ένοχη διάνοια τούτου. Ποια ήταν η νοητική του κατάσταση κατά το χρόνο σύνταξης της επιταγής παραμένει άγνωστο, εφόσον άγνωστο παραμένει κατά πόσο εκείνος ήταν που υπέγραψε την επιταγή. Ακόμη όμως και αν υποθετικά θεωρήσουμε ότι ο 2ος κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που υπέγραψε την επίδικη επιταγή, τούτο από μόνο του δεν θα ήταν ικανό να αποδείξει πως είχε και την αναγκαία πρόθεση διάπραξης του αδικήματος, εφόσον καμία μαρτυρία δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι ήταν εις γνώση του πως κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω πως η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει συστατικό στοιχείο του αδικήματος, δηλαδή την έκδοση της επιταγής, ενώ ακόμη απέτυχε να αποδείξει και ένοχη διάνοια του 2ου κατηγορουμένου. Η εν λόγω διαπίστωση οδηγεί την κατηγορία σε απόρριψη, έστω και από αυτό το στάδιο, και τους κατηγορουμένους 1 και 2 σε αθώωση και απαλλαγή. Υπογρ. ............ Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.