← Κύπρος

Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών ν. Philippos Nikiforou Buysell Enterprises Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9695/07, 28 Απριλίου 2009

Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών ν. Philippos Nikiforou Buysell Enterprises Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9695/07, 28 Απριλίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Α. Παντελή,Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9695/07 Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών Κατηγορούσας Αρχής ν.

  1. Philippos Nikiforou Buysell Enterprises Ltd
  2. Nikiforos Technologies Ltd
  3. Φίλιππος Νικηφόρου
  4. Walmart Limited
  5. Θεόδωρος Χριστοφόρου
  6. Αβραάμ Αβραάμ
  7. Κώστας Κωνσταντίνου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 28 Απριλίου
  8. Εμφανίσεις: Για Καθ΄ ων η Αίτηση / Κατηγορούσα Αρχή: κος Κυριακίδης Για Αιτητή / Κατηγορούμενο 3: κος Μαυροκέφαλο με κο Θεοδώρου Κατηγορούμενοι παρόντες Αίτηση δια κλήσεως ημερομηνίας 26.08.2008 για παραπομπή νομικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δυνάμει του άρθρου 234 της Συνθήκης για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Στις 07.06.2007 το Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών καταχώρισε ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον επτά προσώπων. Τα ονόματα των περί ου ο λόγος προσώπων είναι ως αναγράφονται στον τίτλο της παρούσας. Όταν οι κατηγορούμενοι εμφανίστηκαν στο δικαστήριο, οι οποίοι ας σημειωθεί ότι εκπροσωπούνται από τον ίδιο δικηγορικό οίκο, και αφού τους απαγγέλθηκαν οι κατηγορίες, αρνήθηκαν ενοχή. Αντικείμενο της υπόθεσης που στρέφεται εναντίον των προαναφερομένων είναι οκτώ κατηγορίες. Αυτές αφορούν, ως επί το πλείστον, το αδίκημα άσκησης κτηματομεσιτείας κατά παράβαση του σχετικού νόμου (βλ. συναφώς τον περί Κτηματομεσιτών Νόμο, Ν.273

(1)/04). Οι δε λεπτομέρειες των αδικημάτων που πλαισιώνουν τις κατηγορίες ισχυρίζονται διάπραξη του ίδιου πάντα αδικήματος με διαφορετικό όμως τρόπο διάπραξης και σε διαφορετική ημερομηνία. Άλλοτε επικαλούνται έκδοση, διανομή, κυκλοφορία, και διάθεση εντύπου στο οποίο προβάλλεται και/ή διαφημίζεται ακίνητη ιδιοκτησία προς πώληση ή ενοικίαση, άλλοτε λειτουργία οικοσελίδας που εξυπηρετεί τον ίδιο σκοπό, άλλοτε λειτουργία γραφείου με ονομασία κτηματομεσιτικό γραφείο και άλλοτε ενέργειες που συνιστούν διαμεσολάβηση διά επίτευξη κτηματικής συναλλαγής. Εκ πρώτης όψεως μόνο η όγδοη κατηγορία φαίνεται να διαφέρει από τις υπόλοιπες, εφόσον εκεί προβάλλεται ισχυρισμός για παρακώλυση επιθεωρητή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Λέγω εκ πρώτης όψεως εφόσον δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι οι εξουσίες επιθεωρητή και ιδιαίτερα η είσοδος σε υποστατικό και ο έλεγχος αυτού προϋποθέτουν, σύμφωνα με το σχετικό νόμο, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο ο επιθεωρητής «πιστεύει εύλογα» ότι το υποστατικό χρησιμοποιείται για σκοπούς άσκησης του επαγγέλματος του κτηματομεσίτη. Συναρτάται συνεπώς και αυτή η κατηγορία με το χαρακτηρισμό υποστατικού ως κτηματομεσιτικό γραφείο. Δεν υπεισέρχομαι εδώ σε ότι ακολούθησε της απάντησης των κατηγορουμένων, αρκούμαι μόνο να παρατηρήσω ότι ο χρόνος που παρήλθε από την καταχώριση του κατηγορητηρίου μέχρι και σήμερα είναι αυτόδηλος της ταλαιπωρίας που υπέστη η υπόθεση, ιδιαίτερα δε εάν αναλογιστεί κανείς πως αυτό καθ΄ εαυτό το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης αποκαλύπτει ότι ο εν λόγω χρόνος δαπανήθηκε σε εκατέρωθεν των διαδίκων αιτήματα, ενδιάμεσες αποφάσεις και διατάγματα και επάλληλα τούτων ένδικα διαβήματα, χωρίς μέχρι στιγμής έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Η εν λόγω επισήμανση ας μην θεωρηθεί ότι αφήνει στο απυρόβλητο το δικαστήριο, ή ακόμη και το δικαστήριο με την παρούσα σύνθεση. Εν προκειμένω, επίδικο θέμα είναι η αίτηση του 3ου κατηγορούμενου (στη συνέχεια ο αιτητής), ημερομηνίας 26.08.2008 δια της οποίας αιτείται προδικαστική παραπομπή νομικού ερωτήματος στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στη συνέχεια το ΔΕΚ) Η αίτηση, η οποία εδράζεται στα άρθρα 49 και 234 της Συνθήκης για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, στην Οδηγία 2006/123/Ε.Κ., στα άρθρα 103 και 104 του 9ου κεφαλαίου του Κανονισμού Διαδικασίας του ΔΕΚ, στον κυρωτικό νόμο Ν.35(ΙΙΙ)/03, στον περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο Ν.127(Ι)/06, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60, στον περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικό Κανονισμό (αρ. 1) του 2008, στον περί Κτηματομεσιτών Νόμο Ν.273(Ι)/04, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικό Κανονισμό και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, αιτείται την παραπομπή στο ΔΕΚ του ερωτήματος που αναφέρεται στις παραγράφους 4.1 και 4.2 της αίτησης. Αυτούσιο το ερώτημα έχει ως ακολούθως: 4.1 Κατά πόσον η απαίτηση της Κυπριακής Δημοκρατίας υπό τη μορφή νομοθετικής ρύθμισης και συγκεκριμένα του Ν.273(Ι)/2004 Νόμου που Ενοποιεί, Τροποποιεί, Εισαγάγει Νέες Διατάξεις και Αντικαθιστά τους περί Κτηματομεσιτών Νόμους του 1987 μέχρι 2003, για εκ των προτέρω αδειοδότηση των Αιτητών ως προς την παροχή κτηματομεσιτικών υπηρεσιών διαμέσω ειδικά των Άρθρων 14 και 15 αυτού, παράβαση της οποίας συνιστά ποινικό αδίκημα το οποίο τιμωρείται συμφώνως των διατάξεων των Άρθρων 29, 30 και 31 αυτού, προσβάλλει το δικαίωμα αυτών όπως παρέχουν ελευθέρως τις εν λόγω υπηρεσίες εκτός του Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης εντός του οποίου είναι καθιδρυμένοι (established). 4.2 Το εν λόγω δικαίμωα των Αιτητών διασφαλίζεται από τη γενική νομική βάση του Άρθρου 49 της Συνθήκης για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης C 321 Ε/1 29.12.2006), στο εξής «Συνθήκη», καθώς και από την Οδηγία 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2006 σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά (Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L 376/36 27.12.2006), στο εξής «Οδηγία», εκδοθείσας επί τη βάσει των Άρθρων 47 και 55 της Συνθήκης. Επαναλαμβάνω εδώ ότι η αίτηση υποβλήθηκε από τον 3ο κατηγορούμενο, Φίλιππο Νικηφόρου και όχι από το σύνολο των κατηγορουμένων. Η δε αναφορά στο πρόσωπο της αίτησης «Αίτηση υπό
  1. Buysell International Ltd», είναι, σύμφωνα πάντα και με το συνήγορο του αιτητή, λανθασμένη και εκ παραδρομής αναφέρθηκε η εν λόγω εταιρεία, εφόσον μάλιστα δεν είναι καν διάδικος στην όλη διαδικασία. Δράττομαι περαιτέρω της ευκαιρίας να αναφέρω εδώ πως εσφαλμένος, κρίνω, είναι και ο τύπος της αίτησης που χρησιμοποιήθηκε. Η συναφής αναφορά του αιτητή στη νομική βάση της αίτησης ότι· «Ως προς τη μορφή της διαδικαστικής παραπομπής παραπέμπουμε στις παραγράφους 20-24 του Ενημερωτικού Σημειώματος του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τις αιτήσεις των εθνικών δικαστηρίων προς έκδοση Προδικαστικής Απόφασης» δεν δικαιολογεί, πιστεύω, τον τύπο που χρησιμοποιήθηκε. Το εν λόγω Ενημερωτικό Σημείωμα (Information Note) και δη οι παράγραφοι 20 μέχρι και 24, τις οποίες επικαλείται ο αιτητής, δεν προσδιορίζουν τον τύπο της αίτησης που υποβάλλεται στο εθνικό δικαστήριο, παρά μόνο παρέχουν κατευθυντήριες οδηγίες αναφορικά με τη διάρθρωση του ερωτήματος που αποστέλλεται από το εθνικό δικαστήριο στο ΔΕΚ. Κρίνω συναφώς ότι η αίτηση του αιτητή έπρεπε να διατυπωθεί διαφορετικά. Αυτή βέβαια η διαπίστωση δεν καταδικάζει την αίτηση αλλά ούτε και απαλλάσσει το δικαστήριο από υποχρέωση εξέτασης του περιεχομένου τούτης. Πρέπει μάλιστα να ομολογήσω εδώ πως η παράτυπη μορφή που έλαβε η αίτηση έδωσε έρεισμα σε λεπτομερή και εκτενή αναφορά τόσο των νομικών όσο και των πραγματικών σημείων επί των οποίων εδράζεται το αίτημα, γεγονός που παρά τα όσα αναφέρθηκαν, ευχέρεινε το έργο του δικαστηρίου. Προτού παρατεθούν οιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες αναφορικά με την αίτηση αξίζει να λεχθεί εδώ πως η αντίδραση του Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών (στη συνέχεια οι καθ΄ ων η αίτηση) στο υπό κρίση αίτημα του αιτητή, ήταν η καταχώριση ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης. Όπως αναφέρεται στη νομική βάση της ένστασης «η παρούσα ένσταση βασίζεται στην ίδια νομική βάση που υποστηρίζει την Αίτηση». Τόσο η αίτηση όσο και η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης συνοδεύονται από ένορκη δήλωση. Τη μεν αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση προσώπου επ΄ ονόματι Αλέξανδρος Νικηφόρου ο οποίος αναφέρει ότι η Buysell International Ltd είναι εγγεγραμμένη εταιρεία στη Μεγάλη Βρετανία και παρέχει υπηρεσίες κτηματομεσιτείας (επισυνάπτονται σχετικά πιστοποιητικά - βλ. τεκμήρια 1 και 2), ο δε Φίλιππος Νικηφόρου (3ος κατηγορούμενος / αιτητής) παρέχει υπηρεσίες κατηματομεσιτείας στην Αθήνα μέσω της εταιρείας ΜΠΑΥΣΕΛ ΚΤΗΜΑΤΟΜΕΣΙΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ, ΕΞ ΕΛΛΑΔΟΣ. Και σε αυτή την περίπτωση επισυνάπτονται σχετικά πιστοποιητικά (βλ. τεκμήρια 3, 4, 5 και 6). Ο Γεώργιος Αραούζος, το πρόσωπο που ορκίζεται την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης, αναφέρει ότι κατέχει τη θέση επιθεωρητή στο Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών. Ανέγνωσε την αίτηση και διαφωνεί με τις αξιούμενες θεραπείες, ως επίσης με τα γεγονότα που παρατίθεται στο παράρτημα Α της αίτηση υπό τις παραγράφους 1.5 και 1.
  2. Επαναλαμβάνει δε τους λόγους ένστασης που φαίνονται στο πρόσωπο της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης. Αξίζει να διευκρινιστεί εδώ ότι οι παράγραφοι 1.5 και 1.6 του παραρτήματος Α της αίτησης, το περιεχόμενο των οποίων αρνείται ο ομνύσας την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, αφορούν αυτούς καθ΄ εαυτούς τους ισχυρισμούς του Αλέξανδρου Νικηφόρου αναφορικά με την Βuysell International Ltd και το Φίλιππο Νικηφόρου και τη δραστηριοποίησή τους σε υπηρεσίες κτηματομεσίτη. Είναι στη βάση των προαναφερόμενων δεδομένων που οι δύο συνήγοροι ανέπτυξαν τα νομικά επιχειρήματά τους. Ο κος Θεοδώρου, για τον αιτητή, υποστήριξε (βλ. συναφώς παράγρ. 3 παραρτήματος Α της αίτησης) ότι τα άρθρα 10, 14, 15, 29, 30 και 31 του περί Κτηματομεσιτών Νόμου παραβιάζουν την Οδηγία 2006/123/ΕΚ (στη συνέχεια η Οδηγία) η οποία καθορίζει, μεταξύ άλλων, την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών (βλ. σχετικά άρθρο 16 Οδηγίας). Εν προκειμένω, ισχυρίστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή, παραβιάζονται οι απαιτήσεις του άρθρου 16 της Οδηγίας περί μη εισαγωγή διακρίσεων, αναγκαιότητας και αναλογικότητας. Ως εκ τούτου, υπάρχει, κατέληξε, ζήτημα το οποίο χρήζει γνωμάτευσης και κάλεσε το δικαστήριο να εγκρίνει το αίτημα και να παραπέμψει το ερώτημα στο ΔΕΚ. Ερωτηθείς από το δικαστήριο κατά πόσο τυχόν έγκριση του αιτήματος δυνατόν να παραβλάπτει τα συμφέροντα των συγκατηγορουμένων του αιτητή, ο κος Θεοδώρου, απαντώντας ως εκπρόσωπος και των κατηγορουμένων 1, 2, 4, 5, 6 και 7, δήλωσε πως και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι συμφωνούν με το εν λόγω αίτημα και πως ο μόνος λόγος που δεν υπέβαλαν και οι ίδιοι σχετικό αίτημα είναι γιατί δεν είχαν γεγονότα, εννοείτε ως αυτά του αιτητή, να υποστηρίξουν τούτο. Στον αντίποδα, ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των καθ΄ ων η αίτηση πως το δικαστήριο πρέπει να απορρίψει το αίτημα. Ο κος Κυριακίδης υποστήριξε συναφώς πως η αίτηση τέθηκε πρωθύστερα εφόσον, αφενός μεν δεν έχουν αποκρυσταλλωθεί τα αναγκαία πραγματικά γεγονότα και αφετέρου, δεν έχει καταδειχθεί αναγκαιότητα απόφασης του ΔΕΚ για διεκπεραίωση της υπόθεσης. Περαιτέρω, ήταν η θέση του συνηγόρου των καθ΄ ων η αίτηση ότι το αίτημα είναι πρόωρο και αβάσιμο εφόσον η επικαλούμενη Οδηγία δεν έχει τεθεί σε εφαρμογή. Τέλος, υποστήριξε ότι η παραπομπή των εν λόγω ερωτημάτων, χρονοβόρα όντας, παραβλάπτει τα συμφέροντα τόσο των κατηγορουμένων 1, 2, 4, 5, 6, και 7 όσο και των καθ΄ ων η αίτηση. Κατά την πλούσια και εμπεριστατωμένη αγόρευση των συνηγόρων των δύο πλευρών τέθηκε υπόψη μου σωρεία νομολογίας. Ένεκα τούτου είχα ομολογουμένως την ευχέρεια να εξετάσω τις εκατέρωθεν θέσεις εις βάθος και να αντλήσω καθοδήγηση από την υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία. Μεταξύ άλλων προσκομίστηκε και η απόφαση της συναδέλφου κας Εύης Αντωνίου (βλ. υπόθεση Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, Αστυνομία ν. Εταιρείας Buy Sell International Ltd κ.α., αρ. υπ. 976/07, ημερομηνίας 05.11.2008), όπου ηγέρθηκε εκεί το ίδιο αίτημα. Σε εκείνη την υπόθεση, η ευπαίδευτη συνάδελφός μου, απέρριψε το αίτημα, μεταξύ άλλων, διά το λόγο ότι η Οδηγία 2006/123/ΕΚ, τίθεται σε εφαρμογή όχι από τη δημοσίευση της αλλά από τις 28.12.2009 και εντεύθεν. Λέχθηκε συναφώς πως «Τα Κράτη Μέλη έχουν χρόνο μέχρι την συγκεκριμένη ημερομηνία για να διασφαλίσουν την εφαρμογή και ενσωμάτωση της στο Εθνικό δίκαιο» και πιο κάτω «Μέχρι την παρέλευση της συγκεκριμένης ημερομηνίας κανένας ιδιώτης δεν έχει δικαίωμα επίκλησης της ενώπιον Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του Ευρωπαϊκού Δικαίου αλλά και της Νομολογίας (βλ. Case 148/78 Pubblica Ministero v. Tulla Ratti
(1979)ECR 1629
(1980)1 CMLR 96)». Κρίνω πως αυτή η πτυχή της απόφασης της ευπαίδευτης συναδέλφου μου δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστη στα πλαίσια της παρούσας. Ο πρώτος άλλωστε λόγος ένστασης των καθ΄ ων η αίτηση είναι ότι «η αίτηση είναι πρόωρη ή/και αβάσιμη» ενώ περαιτέρω, η εισήγηση του αιτητή εδράζεται στο ότι ο περί Κτηματομεσιτών Νόμος αντιβαίνει των διατάξεων της σχετικής Οδηγίας, εξ ου και αιτείται γνωμάτευση από το ΔΕΚ, καθιστώντας έτσι αντιληπτό ότι εξέταση των βασικών επιχειρημάτων του αιτητή προϋποθέτει ότι η εν λόγω Οδηγία ευρίσκετο σε ισχύ και είχε, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, δηλαδή κατά τον ισχυριζόμενο χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, εφαρμογή στο ημεδαπό δίκαιο. Επί του προκειμένου ήταν η θέση του κου Θεοδώρου πως παρότι η επίδικη Οδηγία αναφέρει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να συμμορφωθούν με αυτήν μέχρι τις 28.12.2009 εν τούτοις, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας αυτής οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να διακυβεύσουν σοβαρά το επιδιωκόμενο από την Οδηγία αποτέλεσμα και το δικαστήριο οφείλει να παραμερίσει οποιαδήποτε εθνική νομοθετική πρόνοια η οποία συγκεκρούεται με το ευρωπαϊκό δίκαιο, έστω και εάν η προθεσμία για μεταφορά της Οδηγίας δεν έχει ακόμη παρέλθει (βλ. σχετικά παράγραφο 3.1 Παραρτήματος Α της αίτησης). Την εν λόγω θέση ο συνήγορος υποστήριξε δυνάμει των αποφάσεων του ΔΕΚ Inter-Environment Wallonie ASBL C-129/96, ημερ. 18.12.97 και Werner Mangold v. Rϋdiger Helm, C-144/04, ημερ. 22.11.
  1. Eίναι γεγονός πως η Οδηγία που ο αιτητής ισχυρίζεται ότι καταστρατηγείται από τις διατάξεις του περί Κτηματομεσιτών Νόμου, δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 27.12.
  2. Περαιτέρω, όπως το άρθρο 44 τούτης αναφέρει κάτω από τον τίτλο «Ενσωμάτωση στο Εθνικό δίκαιο»: «
  3. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία πριν από τις 28 Δεκεμβρίου
  4. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο αυτών των διατάξεων. Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς αποφασίζεται από τα κράτη μέλη.
  5. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία». Στην υπόθεση Joudine v. Kυπριακής Δημοκρατίας
(2006)3 ΑΑΔ 500, 510, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόμενο στο χρόνο εφαρμογής μιας οδηγίας έθεσε το θέμα ως ακολούθως: «Το χρονικό διάστημα το οποίο θέτει η Οδηγία έχει ως απώτερο σκοπό την παροχή ευχέρειας στα κράτη μέλη να δημιουργήσουν τις κατάλληλες υποδομές για την ενσωμάτωση των προνοιών της Οδηγίας στο τοπικό δίκαιο. Τα κράτη μέλη έχουν μέχρι τη συμπλήρωση της προθεσμίας που παρέχεται την ελευθερία να εξετάζουν τον τρόπο ενσωμάτωσης. (βλ. Pubblico Ministero v. Tullio Ratti
(1979)ECR 1629) και δεν είναι υπόχρεα πριν από την παρέλευση της προθεσμίας να μεταφέρουν τις πρόνοιες της Οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, (βλ. Inter-Environment Wallone ASBL v. Region Wallone
(1997)ECR 7411)» Από την εν λόγω απόφαση συνάγεται ότι η κάθε οδηγία τίθεται σε εφαρμογή αφ΄ ης στιγμής παρέλθει η προθεσμία που παρέχεται για ενσωμάτωση της στο εσωτερικό δίκαιο. Η εισήγηση του αιτητή ότι οι υποθέσεις Inter και Werner, πιο πάνω, διαφοροποιούν το καθεστώς που διέπει την προθεσμία εφαρμογής οδηγίας και υποχρεώνουν το εθνικό δικαστήριο να παραμερίσει ημεδαπή διάταξη που συγκρούεται με την οδηγία, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Τόσο η υπόθεση Inter όσο και η υπόθεση Werner έχουν τη δική τους ιδιαιτερότητα. Είναι ορθό ότι ο λόγος τους έθεσε νέα διάσταση στην προθεσμία εφαρμογής οδηγίας, ως επίσης και προϋποθέσεις όταν και εφόσον εφαρμοστεί, σε καμία όμως περίπτωση δεν ανέτρεψε το λόγο της υπόθεσης Ratti (πιο πάνω) όπου λέχθηκε πως «. after the expiration of the period fixed for the implementation of a directive a member state may not apply its internal law.». (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Η υπόθεση Inter γίνεται αντικείμενο σχολιασμού στο σύγγραμμα "The Foundations of European Community Law", 5th ed, T.C. Hartley όπου ο συγγραφέας κάτω από τον τίτλο "The importance of deadline" αντιδιαστέλλει τα όσα αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Ratti και Inter και καταλήγει ως ακολούθως (βλ. σελ. 209 έως 211, το απόσπασμα στη σελ. 210). "This case (εννοείτε η Ratti) shows that a directive which has not been implemented cannot become directly effective before the expiry of the time limit. But does this mean that it can have no effects at all before then? If the Member State purports to implement the directive before the deadline, but does so improperly, may an individual rely on the directive to correct the implementing legislation? It could be argued in support of such a contention that - though the Member State is not obliged to implement it before the expiry of the time limit - if it chooses to do so, it must comply with the terms of the directive: by purporting to implement the directive, it is voluntarily assuming the obligation at an earlier time". Αυτή η τελευταία θέση, για την οποία ο συγγραφέας παραπέμπει στην υπόθεση Inter, πιστεύω ότι προσδιορίζει με ευκρίνεια το λόγο της υπόθεσης Inter. Προκύπτει λοιπόν ότι στην υπόθεση Inter εφόσον οι αρχές προχώρησαν να ενσωματώσουν την οδηγία στο ημεδαπό δίκαιο, έστω και πριν τη λήξη της προθεσμίας, όφειλαν να διασφαλίσουν την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Σύμφωνα με την παράγραφο 50 της απόφασης (ελληνικό κείμενο) « . επιβάλλουν (εννοεί τα άρθρα) στα κράτη μέλη προς τα οποία απευθύνεται η οδηγία αυτή να απέχουν, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας που τάσσει η οδηγία για τη θέση της εφαρμογής, από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να διακυβεύσουν σοβαρά την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία αυτή». Ας σημειωθεί εδώ πως η χρησιμοποίηση του όρου «θέσπιση», τόσο στην απόφαση του δικαστηρίου όσο και στο λεκτικό των οδηγιών, όπως και στην υπό κρίση Οδηγία (βλ. άρθρο 44 που πιο πάνω αναφέρεται), δεν είναι τυχαία. Σκοπεί, πιστεύω, στη συμπερίληψη ημεδαπής νομοθεσίας που θεσπίζεται, δηλαδή που νομοθετείται, μετά από τη δημοσίευση της οδηγίας, έστω και πριν τη λήξη της προθεσμίας ενσωμάτωσης, αλλά δεν περιλαμβάνει ημεδαπή νομοθεσία που ευρίσκετο σε ισχύ κατά το χρόνο δημοσίευσης της οδηγίας. Διαφορετική αντίληψη θα καταργούσε το νομικό καθεστώς οδηγίας και ιδιαίτερα την προθεσμία ενσωμάτωσής της, καθιστώντας την δεσμευτική από της δημοσιεύσεώς της. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει εφόσον άλλωστε ο χρόνος παρέχεται για να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός, αφήνοντας όμως το κάθε κράτος να επιλέξει με ποιο τρόπο και μέσο θα επιτύχει τούτον. Όπως προανέφερα ανάλογα ισχύουν και στην υπόθεση Werner, όπου εκεί υιοθετήθηκε και διευρύνθηκε ο λόγος της υπόθεσης Inter. Στη Werner αντικείμενο σχολιασμού ήταν η οδηγία 2000/
  1. Η προθεσμία ένταξης της στο εθνικό δίκαιο έληγε στις 02.12.2003, ενώ η ενδιαφερόμενη χώρα, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ζήτησε και της παρασχέθηκε πρόσθετη προθεσμία για μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, δηλαδή μέχρι τις 02.12.
  2. Η συλλογιστική της απόφασης συμπυκνώνεται στις παραγράφους 67, 68, 70 και
  3. Αναφέρεται εκεί ότι: 67 Συγκεκριμένα, πρώτον, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο μιας οδηγίας, τα κράτη μέλη πρέπει να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να θέσουν σοβαρά σε κίνδυνο την υλοποίηση του επιδιωκομένου από την οδηγία αυτή αποτελέσματος (προπαρατεθείσα απόφαση Inter-Environment Wallonie, σκέψη 45). 68 Δεν έχει συναφώς σημασία το ότι ο επίμαχος κανόνας του εθνικού δικαίου, που θεσπίστηκε μετά τη θέση σε ισχύ της οικείας οδηγίας, αποσκοπεί ή όχι στη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας αυτής (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 8ης Μαϊου 2003, C-14/02, ATRAL, Συλλογή 2003, σ. 1-4431, σκέψεις 58 και 59). 70 Το γεγονός και μόνον ότι, εν προκειμένω, η εν λόγω διάταξη λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 2006, ήτοι μερικές μόνον εβδομάδες μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο που το οικείο κράτος μέλος πρέπει να τηρήσει, δεν είναι, αυτό καθεαυτό, αποφασιστικό. 72 Επομένως, η διάταξη αυτή συνεπάγεται ότι το κράτος μέλος, το οποίο τυγχάνει έτσι εξαιρετικώς μιας μακροτέρας προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο, λαμβάνει βαθμιαία συγκεκριμένα μέτρα προκειμένου η νομοθεσία του να προσεγγίσει το επιδιωκόμενο από την εν λόγω οδηγία αποτέλεσμα. Η υποχρέωση αυτή όμως θα εστερείτο κάθε πρακτικής αποτελεσματικότητας αν επιτρεπόταν στο εν λόγω κράτος μέλος να θεσπίζει, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας εφαρμογής της ίδιας οδηγίας, μέτρα ασύμβατα προς τους σκοπούς αυτής. Ό,τι προκύπτει από όλα τα πιο πάνω είναι πως από τη δημοσίευση οδηγίας μέχρι και τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς του επιδιωκόμενου σκοπού στο εσωτερικό δίκαιο, τα κράτη μέλη οφείλουν να απέχουν από τη λήψη μέτρων, εννοείτε μέτρων που λαμβάνονται μετά τη δημοσίευση της οδηγίας στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία δυνατόν να θέσουν σοβαρά σε κίνδυνο τον επιδιωκόμενο από την οδηγία σκοπό. Εάν δε προβούν σε τέτοια μέτρα, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να διασφαλίσουν την αποτελεσματικότητα της οδηγίας και να απέχουν από υιοθέτηση και εφαρμογή τυχόν αντίθετης διάταξης του εθνικού δικαίου. Ας μου επιτραπεί εδώ να αναπτύξω και κάποιες περαιτέρω σκέψεις μου δηλωτικές των όσων προανέφερα. Η νομική υπόσταση οδηγίας, αντιπαρατιθέμενη εκείνης κανονισμού, αναδεικνύει τις μεταξύ τους διαφορές. Δεν σχολιάζω την όποια έννοια κανονισμού παρά μόνο περιορίζομαι στην οδηγία. Σε αυτή την περίπτωση η ζητούμενη ομοιομορφία στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης επικεντρώνεται στο αποτέλεσμα και όχι στο μέσο ή στον τρόπο που τούτο θα επιτευχθεί. Εφόσον λοιπόν στοχεύει στο αποτέλεσμα είναι αναγκαία η παροχή στα κράτη μέλη χρονικού διαστήματος προσαρμογής. Σε αυτό το μεσοδιάστημα, από της δημοσιεύσεως οδηγίας μέχρι και της εφαρμογής της, καλούνται τα κράτη μέλη να τροποποιήσουν το εσωτερικό δίκαιό τους και να το προσαρμόσουν με εκείνο της οδηγίας. Είναι λοιπόν αντιληπτό ότι, αφενός μεν τα κράτη μέλη δεν θεωρείται ότι παραβιάζουν την οδηγία εάν εξαντλήσουν το σύνολο της προθεσμίας για να εφαρμόσουν τις διατάξεις τούτης, αφετέρου δε, είναι εύλογο και αναμενόμενο ότι σε αυτό το χρονικό διάστημα της προθεσμίας εάν τα κράτη μέλη προβούν σε θέσπιση νομοθεσίας, είτε για ενσωμάτωση της οδηγίας είτε για οιονδήποτε άλλο λόγο, οφείλουν όπως τούτη είναι συμβατή με τον επιδιωκόμενο από την οδηγία σκοπό. Διαφορετική αντίληψη καταργεί την έννοια της προθεσμίας η οποία θεωρείται, εν ολίγοις, ως περίοδος χάριτος. Το ερώτημα που παραμένει είναι κατά πόσο όλα τα πιο πάνω ισχύουν στη δοσμένη περίπτωση. Στην παρούσα υπόθεση διαπιστώνω ότι ο περί Κτηματομεσιτών Νόμος ήταν σε ισχύ πολύ πριν τη δημοσίευση της Οδηγίας. Εν προκειμένω ο νόμος δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 31.12.2004 (βλ. Ε.Ε. Παρ. Ι (Ι), αρ. 3939), ενώ η Οδηγία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 27.12.
  4. Καθίσταται λοιπόν αντιληπτό ότι ο επικαλούμενος από τον αιτητή νόμος ως αντιβαίνων των διατάξεων της Οδηγίας, δεν θεσπίστηκε μετά τη δημοσίευση τούτης αλλά πριν. Η δε προθεσμία εφαρμογής των διατάξεων της Οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν έχει ακόμη παρέλθει εφόσον η Οδηγία τίθεται σε εφαρμογή όχι αργότερα από τις 28.12.
  5. Για όλους τους πιο πάνω λόγους έπεται ότι ο αιτητής δεν νομιμοποιείται να επικαλείται παραβίαση των διατάξεων της Οδηγίας εφόσον υπολείπεται ακόμη χρόνος για εφαρμογή της, ενώ ο νόμος τον οποίο επικαλείται δεν αποτελεί αντικείμενο αυτής καθ΄ εαυτής της οδηγίας, εφόσον προϋπήρχε και δεν θεσπίστηκε μετά τη δημοσίευση της Οδηγίας. Ως εκ τούτου, συμφωνώ με την ευπαίδευτη συνάδελφό μου αλλά και τον πρώτο λόγο ένστασης και κρίνω την αίτηση αβάσιμη. Ένεκα όλων των πιο πάνω εξέταση της ουσίας της αίτησης παρέλκει εφόσον τέτοιο εγχείρημα καθίσταται θεωρητικό αλλά και ατελέσφορο υπό τις περιστάσεις. Καταλήγω λοιπόν πως για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση είναι αβάσιμη και ως εκ τούτου απορρίπτεται. (Υπογρ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.