Aστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Ανδρέα Ανδρέου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 73/08, 08.05.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:B12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 73/08 Μεταξύ: Aστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας Kατηγορούσας Αρχής ν.
- Ανδρέα Ανδρέου
- Σωτήρη Θεοδώρου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 08.05.2009 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ¨Μιχαήλ Για Κατηγορουμένους: κος Μισός Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσης είναι σχετικό αίτημα της υπεράσπισης για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Οι κατηγορούμενοι είναι εν προκειμένω δύο. Αντιμετωπίζουν δε τρεις κατηγορίες οι οποίες είναι κοινές. Αντικείμενο των κατηγοριών είναι τα αδικήματα δόλου και κατάχρησης εμπιστοσύνης από δημόσιο λειτουργό (αρ. 133 Κεφ. 154), παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος (αρ. 134, Κεφ. 154) και ανυπακοή σε διατάξεις νόμων που επιβάλλουν καθήκον (αρ. 136, Κεφ. 154). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος και των τριών κατηγοριών, οι κατηγορούμενοι στις 27.03.2007, παρά το εργοστάσιο Ελληνικών Χημικών Βιομηχανιών στο Μαρί και ενώ ήταν δημόσιοι λειτουργοί, δηλαδή ειδικοί αστυνομικοί και επόπτες του τμήματος οδικών μεταφορών, διέπραξαν τα πιο πάνω αδικήματα εφόσον παρέλειψαν να καταγγείλουν τον οδηγό του φορτηγού οχήματος με αριθμό εγγραφής ΕΝΥ662 το οποίο μετέφερε μεικτό βάρος 70100 κιλά αντί 40000 κιλά που ήτο το επιτρεπόμενο. Όπως προανέφερα επίδικο θέμα είναι η εισήγηση της υπεράσπισης για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Όπως έχει νομολογηθεί κατηγορία απορρίπτεται από αυτό το στάδιο εάν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική που στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133). Περαιτέρω, σε αυτό το στάδιο το δικαστήριο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας, έκφανση η οποία τοποθετείται χρονικά στο τελικό στάδιο της υπόθεσης όταν όλη η μαρτυρία έχει παρουσιαστεί (βλ. R. v. Calbraith
(1981)2 ALL E.R. 1061), αλλά σε αντικειμενική θεώρηση τούτης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(1992)2 ΑΑΔ 356, 363). Προτού παραθέσω τις σχετικές του αιτήματος θέσεις, αναγκαία είναι, πιστεύω, και η σύνοψη του μαρτυρικού υλικού. Ας λεχθεί εν παρόδω πως εις απόδειξη της υπόθεσής της η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο δικαστήριο δέκα μάρτυρες. Σύμφωνα λοιπόν με το Βάσο Λάρκου (Μ.Κ.3), στις 27.03.2007 έλαβε, ένεκα της θέσεώς του ως επαρχιακός επόπτης του τμήματος οδικών μεταφορών Λάρνακας - Αμμοχώστου, πληροφορία ότι συγκεκριμένο φορτηγό όχημα δυνατό να οδηγείτο με φορτίο πέραν του επιτρεπομένου. Έδωσε οδηγίες σε δύο εκ των υφισταμένων του, εποπτών οδικών μεταφορών, να ελέγξουν το όχημα και να τον ενημερώσουν. Οι δύο επόπτες που κλήθηκαν να πράξουν τούτο είναι οι δύο κατηγορούμενοι ενώπιον του δικαστηρίου. Όπως ανέφερε ο Μ.Κ.3, μεταξύ των καθηκόντων των δύο κατηγορουμένων είναι και η ζύγιση φορτηγών οχημάτων, τόσο στη σταθερή όσο και στην κινητή ζυγιστική μονάδα. Περαιτέρω, όπως ανέφερε ο Μ.Κ.3, αργότερα την ίδια ημέρα οι κατηγορούμενοι τον ενημέρωσαν ότι το όχημα που τους ανέφερε εντοπίστηκε, ζυγίστηκε και διεπιστώθη ότι ήτο εντός του επιτρεπομένου ορίου και ως εκ τούτου δεν καταγγέλθηκε. Ο Μ.Κ.3 ζήτησε από τους κατηγορούμενους γραπτή έκθεση η οποία ετοιμάστηκε και του παραδόθηκε την επομένη και είναι το τεκμήριο
- Τα καθήκοντα της θέσης επόπτη οδικών μεταφορών επεξήγησε και ο άμεσα υπεύθυνος των κατηγορουμένων Χαράλαμπος Καραμανλής (Μ.Κ.4). Περαιτέρω, ο Μ.Κ.4 παρουσίασε στο δικαστήριο έντυπα στοιχείων ιδιοκτήτη για το φορτηγό όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΝΥ662 και το ρυμουλκούμενο που ρυμουλκούσε κατά τον επίδικο χρόνο (βλ. τεκμήριo 6α) και πιστοποιητικά επιτρεπόμενου βάρους για τα ίδια μηχανοκίνητα οχήματα (βλ. τεκμήριο 6β). Τόσο ο αστυφύλακας 625 Ζ. Ζήνωνος (Μ.Κ.5) όσο και ο αστυφύλακας 2980 Ν. Χριστοφόρου (Μ.Κ.6) στις 27.03.2007 υπηρετούσαν στον αστυνομικό σταθμό Ζυγίου. Ενόσω ήταν καθήκον έλαβαν πληροφορία ότι το φορτηγό όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΝΥ662 θα έφευγε από το χημικό εργοστάσιο Βασιλικού και θα μετέφερε φορτίο πέραν του επιτρεπομένου. Εντόπισαν το εν λόγω φορτηγό και ανέκοψαν τούτο. Από έλεγχο που διενήργησαν διεπίστωσαν ότι οδηγός του οχήματος ήταν ο Νίκος Γιάλλουρος (Μ.Κ.7) και πως όλα τα έγγραφα του οχήματος και του οδηγού ήταν ορθά. Διεπίστωσαν ακόμη ότι το όχημα μετέφερε μια μηχανή την οποία και οι δύο μάρτυρες αναγνώρισαν σε μεταγενέστερο χρόνο στο εργοστάσιο Ζορπάς στη βιομηχανική περιοχή Αραδίππου. Οι Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 υπέδειξαν ως τη μηχανή που ήτο φορτωμένη στο φορτηγό όχημα που ανέκοψαν, εκείνη που φαίνεται στο δεξιό μέρος της φωτογραφίας υπ΄ αριθμό 1 του τεκμηρίου
- Αξίζει όμως να λεχθεί πως οι μάρτυρες συμφώνησαν ότι δεν ήταν εις θέση να πουν κατά πόσο το βάρος της μηχανής ήταν το ίδιο και στις δύο περιπτώσεις που την είδαν, εφόσον δεν ήταν εις θέση να γνωρίζουν εάν έλειπαν ή ακόμη εάν προστέθηκαν οιαδήποτε κομμάτια. Ήταν όμως σίγουροι πως η μηχανή που υπέδειξαν ήτο εκείνη που κατά τον επίδικο χρόνο μεταφέρετο με το όχημα. Σύμφωνα με το Νίκο Γιάλλουρο (Μ.Κ.7) κατά τον επίδικο χρόνο εκείνος ήτο ο οδηγός του φορτηγού με αριθμό εγγραφής ΕΝΥ
- Αφότου οι Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 ανέκοψαν το όχημα και ήλεγξαν τα έγγραφά του, του ζήτησαν να μεταβεί στο ζυγιστικό σταθμό Καλού Χωριού ούτως ώστε να ζυγιστεί το φορτίο του οχήματος. Ο Μ.Κ.7 ούτω και έπραξε. Εκεί, δηλαδή στο ζυγιστικό σταθμό, συναντήθηκε με τους δύο κατηγορούμενους. Οι εν λόγω ζύγισαν το όχημα και διεπίστωσαν ότι ήταν εντός του επιτρεπομένου ορίου. Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο Μ.Κ.7, η μηχανή που μετέφερε κατά τον επίδικο χρόνο είναι εκείνη που φαίνεται στο αριστερό μέρος της φωτογραφίας 1 του τεκμηρίου
- Το αποτέλεσμα της ζύγισης του φορτηγού οχήματος δεν άφησε ικανοποιημένο τον Παγκύπριο Σύνδεσμο Επιχειρήσεων Αδειών Α και Δ ο οποίος απέστειλε σωρεία επιστολών τόσο στον υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως όσο και στο γενικό διευθυντή του υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων. Οι εν λόγω επιστολές καθώς και οι απαντήσεις τούτων, επισυνάπτονται ως παραρτήματα σε επιστολή του Οδυσσέα Μιχαηλίδη (Μ.Κ.1) (βλ. τεκμήριο 2). Όπως ανέφερε ο Μ.Κ.1, ήτο η θέση του συνδέσμου πως το φορτίο που μεταφέρθηκε και ζυγίστηκε ήταν υπέρβαρο. Απάντηση η οποία απεστάλη στο σύνδεσμο από το αρμόδιο υπουργείο ανέφερνε πως ο έλεγχος που διενεργήθηκε στις 27.03.2007 από επόπτες οδικών μεταφορών, οδήγησε στη διαπίστωση ότι το φορτίο ήτο 42200 κιλά και ως εκ τούτου, εντός του επιτρεπομένου ορίου. Η επιμονή του συνδέσμου ότι το φορτίο που μεταφέρθηκε ήταν κατά πολύ βαρύτερο και πως ήταν πρόθυμος, εννοείτε ο σύνδεσμος, να αναλάβει τυχόν έξοδα νέου ζυγίσματος του φορτίου, οδήγησε σε σχετικές οδηγίες από το υπουργείο, την εκτέλεση των οποίων ανέλαβε ο Παναγιώτης Κουτσού (Μ.Κ.10). Όταν η νέα ζύγιση που διενεργήθηκε κατέδειξε πως η μηχανή ζύγιζε 49900 κιλά, όγκος ο οποίος αύξανε το μεικτό βάρος του οχήματος ΕΝΥ662 και του ρυμουλκούμενού του σε 74800 κιλά, ο Μ.Κ.1 απευθύνθηκε, μέσω του τεκμηρίου 2, στον αρχηγό αστυνομίας, και ζήτησε, εκ μέρους του γενικού διευθυντή του υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων, διερεύνηση τυχόν ποινικών ευθυνών. Εν προκειμένω, ο Παναγιώτης Κουτσού (Μ.Κ.10), δημόσιος υπάλληλος στο υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων, ανέφερε ότι έλαβε οδηγίες από το Μ.Κ.1 να προβεί σε ενέργειες που θα απεκάλυπταν το βάρος της μηχανής που μεταφέρθηκε στις 27.03.2007 με το όχημα ΕΝΥ
- Μετέβει συναφώς στο εργοστάσιο Ζορπά στη βιομηχανική περιοχή Αραδίππου εφόσον εκεί μεταφέρθηκε η μηχανή, όπου δύο γερανοί ανύψωσαν και ζύγισαν τούτη. Η μηχανή η οποία ζυγίστηκε τοιουτοτρόπως είναι σύμφωνα με το Μ.Κ.10 εκείνη που φαίνεται στο δεξιό άκρο της φωτογραφίας 2 του τεκμηρίου
- Τους γερανούς που ανύψωσαν τη μηχανή χειρίζονταν οι Στέφανος Σουλή (Μ.Κ.8) και Χριστόφορος Τουμάζου (Μ.Κ.9). Στο ζύγισμα αλλά και σε άλλες έρευνες μέρος έλαβε και ο λοχίας 4734 Χαράλαμπος Ευδοκίμου (Μ.Κ.2). Διεπιστώθη συναφώς ότι το βάρος της μηχανής που ζυγίστηκε στο εργοστάσιο Ζορπά στη βιομηχανική περιοχή Αραδίππου ανέρχετο σε 49900 κιλά. Τέλος, στο μαρτυρικό υλικό συμπεριλαμβάνονται και οι δύο καταθέσεις των κατηγορουμένων (βλ. σχετικά τεκμήρια 7 και 8 αντίστοιχα). Το περιεχόμενο τέτοιας κατάθεσης μπορεί μεν να μην υιοθετείται από την κατηγορούσα αρχή ως ανταποκρινόμενο στα αληθή γεγονότα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χ¨Κωνσταντίνου
(1989)2 ΑΑΔ 99, 103), δεν παύει όμως από το να είναι μέρος του μαρτυρικού υλικού και ως εκ τούτου, το δικαστήριο δύναται να αντλήσει από αυτό τυχόν σχετικές πληροφορίες (βλ. Μακρυγιάννης ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 41, 45). Ό,τι λοιπόν αναφέρεται στις δύο αυτές καταθέσεις (τεκμήρια 7 και 8) είναι πως στις 27.03.2007 οι κατηγορούμενοι έλαβαν οδηγίες από το Βάσο Λάρκου (Μ.Κ.3) να μεταβούν με την κινητή μονάδα ζύγισης στην περιοχή χημικών βιομηχανιών στο Μαρί για να εντοπίσουν το φορτηγό όχημα ΕΝΥ662 και να το ζυγίσουν. Σύμφωνα με το περιεχόμενο των εν λόγω καταθέσεων, έτσι και έπραξαν. Διεπίστωσαν δε πως το μεικτό βάρος του εν λόγω φορτηγού ήταν 42200 κιλά αντί 40000 κιλά που είναι το επιτρεπόμενο, αλλά δεν το κατήγγειλαν εφόσον ενέπιπτε εντός του επιτρεπομένου ορίου χάριτος. Περαιτέρω, από το περιεχόμενο των εν λόγω καταθέσεων προκύπτει ότι υποδείχθηκε στους δύο κατηγορουμένους συγκεκριμένη μηχανή στο εργοστάσιο Ζορπά στη βιομηχανική περιοχή Αραδίππου, αλλά δεν ήταν εις θέση να επιβεβαιώσουν εάν ήταν εκείνη που ήταν φορτωμένη στο φορτηγό που ζύγισαν, λόγω του μακρού χρονικού διαστήματος που παρήλθε στο μεταξύ. Στη συνέχεια, αφότου η συνήγορος κατηγορούσας αρχής δήλωσε ότι έκλεισε την υπόθεσή της ακολούθησε αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Δεν αναλώνομαι εδώ εν εκτάσει σε ότι ανέφεραν οι εκατέρωθεν πλευρές παρά μόνο σημειώνω ότι, αφενός μεν ο κος Μισός για τους κατηγορουμένους εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκαν βασικά συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, αφετέρου, η κα Χ¨Μιχαήλ για την κατηγορούσα αρχή εισηγήθηκε πως η μαρτυρία αποδεικνύει τα συστατικά στοιχεία των εν λόγω αδικημάτων και πως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κληθούν σε απολογία. Πρώτο θέμα το οποίο πρέπει πιστεύω να απασχολήσει είναι η δυναμική του μαρτυρικού υλικού και κατά πόσο είναι τέτοιου βαθμού, ούτως ώστε να μην κρίνεται αντινομική. Διεξήλθα εν προκειμένω το σύνολο της μαρτυρίας. Δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστη η εισήγηση του κου Μισού πως μερίδα μαρτύρων (βλ. σχετικά μαρτυρία Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6) υπέδειξε ως τη μηχανή που ήταν φορτωμένη στο όχημα που ζυγίστηκε από τους κατηγορούμενους τη μηχανή που φαίνεται στο δεξιό άκρο της φωτογραφίας 1 του τεκμηρίου 1 και πως τούτο βρίσκεται σε αντίθεση με άλλη μαρτυρία (βλ. μαρτυρία Μ.Κ.7) η οποία θέλει τη μηχανή που ήταν φορτωμένη στο εν λόγω όχημα να είναι εκείνη που φαίνεται στο αριστερό άκρο της φωτογραφίας 1 του τεκμηρίου 1. Είναι γεγονός ότι πρόκειται για δύο αντικρουόμενες θέσεις οι οποίες αφορούν την ουσιαστικότερη ίσως πτυχή της μαρτυρίας. Εν τούτοις, αυτή και μόνο η διάσταση δεν καθιστά τη μαρτυρία αντινομική. Είναι δυνατόν, στο κατάλληλο στάδιο, το δικαστήριο να επιλέξει είτε τη μια είτε την άλλη εκδοχή και στη βάση εκείνης να εξάξει τα συμπεράσματα του. Καταλήγω συναφώς ότι όχι μόνο η μαρτυρία που προαναφέρθηκε αλλά και καμία άλλη μαρτυρία δεν εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση που δεν θα μπορούσε να υπερπηδηθεί (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191, 196) Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι η μαρτυρία δεν είναι ατνινομική. Στρέφομαι τώρα στην εισήγηση του κου Μισού για μη απόδειξη των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Για διερεύνηση της εν λόγω εισήγησης ευχερέστερη κρίνω την εξέταση κάθε κατηγορίας ξεχωριστά. Εξετάζω πρώτο το αδίκημα του άρθρου 133 του Κεφ. 154, αντικείμενο της πρώτης κατηγορίας. Τα συστατικά στοιχεία του αναφερόμενου αδικήματος προσδιορίστηκαν στην υπόθεση Αzinas v. The Police
(1981)2 CLR 9, 100. Λέχθηκε εκεί πως τούτα είναι: (
- a)Person liable must be a public servant in the discharge of his duty (
- b)There must be a trust (
- c)There must be also a breach of trust (
- d)The breach of trust must affect the public (
- e)There must exist mens rea which in the present case is willful negligence. Εξαρχής σημειώνω πως τα στοιχεία (b), (
- c)και (
- d)ανωτέρω μεταβάλλονται αναλόγως των γεγονότων στη βάση των οποίων η κατηγορούσα αρχή ισχυρίζεται διάπραξη του υπό κρίση αδικήματος. Αναφέρω τούτο εφόσον το άρθρο 133 του Κεφ. 154 προβλέπει δύο διαφορετικούς τρόπους διάπραξης του ίδιου αδικήματος. Το αδίκημα του άρθρου 133 μπορεί να διαπραχθεί είτε δυνάμει δόλου είτε δυνάμει breach of trust. Μάλιστα, στην υπόθεση Ξυδιάς ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 173, 224, κρίθηκε ότι η ταυτόχρονη παρουσία και των δύο συστατικών στοιχείων (δόλος και breach of trust) στις λεπτομέρειες του αδικήματος, συνιστούσε πολλαπλότητα η οποία οδήγησε τον κατηγορούμενο σε παραπλάνηση και ως εκ τούτου, η κατηγορία απορρίφθηκε και ο κατηγορούμενος αθωώθηκε. Στη δοσμένη περίπτωση και προτού υπεισέλθω στα όσα ηγέρθηκαν από την υπεράσπιση αξίζει να αναφέρω εδώ ότι τόσο η έκθεση αδικήματος όσο και οι λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, πάσχουν από πολλαπλότητα εφόσον επικαλούνται τόσο δόλο όσο και κατάχρηση εμπιστοσύνης. Παρόλα ταύτα, κρίνω ότι η υπεράσπιση δεν παραπλανήθηκε εφόσον εξοφθαλμό είναι πως η κατηγορία δεν εδράζεται σε breach of trust παρά μόνο σε δόλο. Αναφέρομαι σε αυτό το συστατικό στοιχείο (breach of trust) χρησιμοποιώντας την αγγλική ορολογία ως εντοπίζεται στο πρωτότυπο κείμενο της σχετικής νομοθεσίας, εφόσον η κα Χ¨Μιχαήλ εισηγήθηκε πως η ορθή μετάφραση τούτου είναι ως φαίνεται στο ελληνικό κείμενο, ήτοι· κατάχρηση εμπιστοσύνης. Με κάθε σεβασμό στην ευπαίδευτη συνήγορο, κρίνω πως αυτή η θέση είναι εσφαλμένη. Η υπόθεση Azinas (πιο πάνω) εξανεμίζει κάθε σχετική αμφιβολία. Στη σελίδα 103 αναφέρεται ότι· "One of the basic elements of trust is the existence of property over which the trustee can exercise control". Η πιο πάνω θέση συνυφασμένη και με τα λεγόμενα στην υπόθεση In re Marshall΄s Trust
(1945)CH.D 217 δεν αφήνει καμία αμφιβολία πως η φράση breach of trust εσφαλμένα μεταφράστηκε ως κατάχρηση εμπιστοσύνης. Ορθότερη και καταλληλότερη είναι η φράση η οποία υιοθετείται στην υπόθεση Ξυδιάς (πιο πάνω, βλ. σελ. 221), ήτοι· κατάχρηση καταπιστεύματος. Είναι ένεκα αυτής της ορθής απόδοσης του όρου breach of trust που οδηγούμαι στο συμπέρασμα πως στη δοσμένη περίπτωση η πολλαπλότητα δεν παραπλάνησε την υπεράσπιση. Η μη αναφορά των λεπτομερειών του αδικήματος σε περιουσία η οποία να ελέγχετο από τους κατηγορούμενους, καθιστά πρόδηλο πως η κατηγορία εδραζόταν σε δόλο και όχι σε κατάχρηση καταπιστεύματος (breach of trust). Ως εκ τούτου, παρά την ελαττωματικότητα της κατηγορίας κρίνω πως η υπεράσπιση δεν παραπλανήθηκε, ενώ η κατηγορία επιβιώνει δυνάμει του άρθρου 39 του Κεφ. 155 (βλ. Ξυδιάς, πιο πάνω). Έχοντας τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία κατά νου διαπιστώνω ότι ενώπιον του δικαστηρίου βρίσκεται μαρτυρία η οποία αποδεικνύει πως κατά τον ουσιώδη χρόνο οι κατηγορούμενοι ήτο δημόσιοι υπάλληλοι (public servant) κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων τους (on the discharge of their duty). Σχετική είναι βεβαίως η μαρτυρία τόσο του Μ.Κ.3 όσο και του Μ.Κ.4, καθώς επίσης οι καταθέσεις των κατηγορουμένων, τεκμήρια 7 και 8. Στρέφομαι τώρα σε εξέταση του κυριότερου συστατικού στοιχείου του άρθρου 133, δηλαδή του δόλου. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω εδώ τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Petri v. The Police
(1968)2 CLR 40,
- Αναφέρθηκε εκεί ότι "We take the view that the term fraud in section 133 imports the element of dolus malus, of moral fraud, of the dishonest mind, of a person who so acts intentionally". Αυτά λοιπόν τα στοιχεία είναι εκείνα που συνιστούν το κριτήριο που το δικαστήριο έχει κατά νου πραγματευόμενο τυχόν απόδειξη του εν λόγω συστατικού στοιχείου. Σύμφωνα τώρα με την κατηγορούσα αρχή ο δόλος των κατηγορουμένων συνίσταται στο ότι παρέλειψαν να καταγγείλουν τον οδηγό του φορτηγού οχήματος το οποίο, σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή, ήταν υπέρβαρο. Είναι κατανοητό ότι η εν λόγω θέση προϋποθέτει πως κατά τον επίδικο χρόνο το όχημα ΕΝΥ662 οδηγείτο με υπερβολικό φορτίο. Παρότι προανέφερα ότι υπάρχει διάσταση στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με την ταυτότητα του φορτίου (βλ. μαρτυρία Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 αφενός και Μ.Κ.7 αφετέρου) εν τούτοις, γι΄ αυτό το στάδιο της διαδικασίας εκλαμβάνω ως δεδομένο ότι το φορτίο που μεταφέρετο κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι η μηχανή που φαίνεται στο δεξιό άκρο της φωτογραφίας 1 του τεκμηρίου
- Σε αυτό άλλωστε το στάδιο της διαδικασίας η μαρτυρία λαμβάνεται στον ύψιστο βαθμό χωρίς να αξιολογείται. Η ύπαρξη και μόνο λοιπόν τέτοιας μαρτυρίας, δικαιολογημένα λαμβάνεται υπόψη, με αποτέλεσμα όμως την προαναφερόμενη διαπίστωση. Παρόλα ταύτα, ζητούμενο παραμένει το βάρος του φορτίου που μεταφέρετο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής (βλ. μαρτυρία Μ.Κ.9 και Μ.Κ.10) η εν λόγω μηχανή ζυγίστηκε για δεύτερη φορά στις 04.06.2007 και διεπιστώθη ότι ζύγιζε 49900 κιλά. Αυτό δε το βάρος της μηχανής προστιθέμενο στο βάρος του οχήματος και του ρυμουλκούμενου (βλ. τεκμήριο 6 (α) κάτω από Τεχνικά Χαρακτηριστικά Οχήματος, Απόβαρο 9200 και 11000, αντίστοιχα), απολήγει σε συνολικό βάρος 70100 κιλά, δηλαδή πολύ περισσότερο από το επιτρεπόμενο (βλ. τεκμήριο 6(α), 40000 κιλά) αλλά και εκείνο που οι κατηγορούμενοι ανάφεραν ότι ζύγιζε (βλ. τεκμήριο 5). Εν τούτοις, κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε πως ο όγκος, δηλαδή τα μέρη από τα οποία αποτελείτο η μηχανή που μεταφέρετο από το όχημα ΕΝΥ662, στις 27.03.2007 ήτο, τόσο κατά τον ουσιώδη χρόνο όσο και κατά τη δεύτερη ζύγιση, ο ίδιος. Καμία ενώπιόν μου μαρτυρία δεν αποκλύει πιθανότητα ότι καθ΄ οιονδήποτε χρόνο μεταξύ 27.03.2007 και 04.06.2007 προστέθηκαν οιαδήποτε εξαρτήματα στην εν λόγω μηχανή τα οποία δυνατόν να αλλοίωσαν το βάρος τούτης. Τίποτα, συνεπώς, δεν αποδεικνύει ότι το βάρος της μηχανής δεν αλλοιώθηκε μετά τη ζύγιση της από τους δύο κατηγορούμενους. Άγνωστο παραμένει λοιπόν εάν κατά τον επίδικο χρόνο το βάρος της μηχανής ήταν 49900 κιλά και όχι πολύ λιγότερο. Η εν λόγω κατάληξη συμπλέκεται βεβαίως με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος εφόσον είναι με επίκληση αυτού του πραγματικού υπόβαθρου που η κατηγορούσα αρχή ισχυρίστηκε ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν με δόλο. Εν τοιαύτη όμως περιπτώσει αναπόδεικτο παραμένει το συστατικό στοιχείο του δόλου εφόσον καμία μαρτυρία ενώπιον μου αποδεικνύει ότι οι κατηγορούμενοι ζύγισαν υπέρβαρο φορτίο το οποίο παρέλειψαν να καταγγείλουν και ως εκ τούτου, δεν διαπιστώνω εκ προθέσεως ένοχη σκέψη. Παρόλα ταύτα, ας μου επιτραπεί εδώ να σημειώσω πως ακόμη και αν αποδεικνύετο ότι κατά τον επίδικο χρόνο η μηχανή που ζύγισαν οι κατηγορούμενοι ζύγιζε 49900 κιλά, αυτό το στοιχείο και μόνο, δίχως άλλο δηλαδή, δεν θα οδηγούσε σε συμπέρασμα δόλου. Θα ανέμενε κανείς πως εν τοιαύτη περιπτώσει θα είχε η κατηγορούσα αρχή περισσότερα στοιχεία να παρουσιάσει και όχι να περιοριστεί στο αποτέλεσμα μιας ζύγισης η οποία δυνατό να διενεργήθηκε από τους κατηγορουμένους πλημμελώς ή ακόμα με λανθασμένο τρόπο, όχι όμως κατ΄ ανάγκη δόλια. Εν πάση όμως περιπτώσει, το αναπόδεικτο στη δοσμένη περίπτωση του αναλλοίωτου της σύνθεσης της μηχανής και η επίπτωση που επιφέρει στο συστατικό στοιχείο του δόλου, καταδικάζει και το επόμενο συστατικό στοιχείο, ήτοι· επηρεασμός του κοινού, εφόσον ο εν λόγω επηρεασμός πρέπει να προκύπτει από το δόλο, που στη δοσμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε. Ενόψει των πιο πάνω οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι αναφορικά με την πρώτη κατηγορία δεν αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία δόλος και επηρεασμός του κοινού. Στρέφομαι τώρα σε εξέταση της δεύτερης κατηγορίας και του σχετικού τούτης αδικήματος του άρθρου 134 του Κεφ.
- Σε αυτή την περίπτωση συστατικά στοιχεία είναι: (α) δημόσιος λειτουργός, και (β) εσκεμμένη παραμέληση καθήκοντος που έχει σύμφωνα με το νόμο υποχρέωση να εκτελέσει. Δεν είναι αναγκαία βεβαίως η εκ νέου διερεύνηση της προαναφερόμενης διαπίστωσης ότι οι κατηγορούμενοι ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο δημόσιοι λειτουργοί. Ως εκ τούτου, υπό διερεύνηση παραμένει το δεύτερο μόνο συστατικό στοιχείο. Ότι οι κατηγορούμενοι είχαν καθήκον ελέγχου και εν συνεχεία καταγγελίας παρανομούντος οδηγού, δεν χωρεί αμφιβολία ότι βρίσκεται ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία ικανή εις απόδειξη του εν λόγω στοιχείου (βλ. μαρτυρία Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4). Παρόλα ταύτα και σε αυτή την περίπτωση η κατηγορούσα αρχή διατείνεται πως η παραμέληση του καθήκοντος συνίσταται στο ότι οι κατηγορούμενοι παρέλειψαν να καταγγείλουν τον οδηγό του φορτηγού με αριθμό εγγραφής ΕΝΥ662 ο οποίος μετέφερε υπερβολικό φορτίο. Επαναλαμβάνεται εδώ ότι και ανωτέρω. Ζητούμενο παραμένει η απόδειξη του ότι το εν λόγω φορτηγό μετέφερε υπερβολικό φορτίο. Η εξέταση όμως αναδεικνύει ότι η απάντηση είναι αρνητική εφόσον καμία πτυχή της μαρτυρίας δεν οδηγεί σε συμπέρασμα πως η μηχανή που ζυγίστηκε στις 04.06.2007 και ήταν 49900 κιλά, ήταν ακριβώς έτσι, δηλαδή χωρίς μετατροπές, προσθήκες ή αφαιρέσεις και στις 27.03.2007 όταν ζυγίστηκε από τους κατηγορουμένους. Απουσία τέτοιας μαρτυρίας δεν αδυνατίζει απλώς την υπόθεση της εν λόγω κατηγορίας αλλά την καταδικάζει σε απόρριψη, εφόσον το αναπόδεικτο του ισχυρισμού πως η μηχανή ζύγιζε το ίδιο και στις δύο περιπτώσεις δεν δίδει έρεισμα διαπίστωσης ότι οι κατηγορούμενοι δεν εκτέλεσαν το καθήκον τους, πόσω δε μάλλον ότι εσκεμμένα παραμέλησαν τούτο. Πέραν τούτου όμως, ακόμη και αν έτσι είχαν τα πράγματα δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι απόδειξη υπερβολικού βάρους και μόνο της μηχανής, οδηγεί σε συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι εσκεμμένα (wilfully) παραμέλησαν την εκτέλεση καθήκοντος που είχαν υποχρέωση να εκτελέσουν. Και σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσε οι κατηγορούμενοι να είχαν κάθε καλώς νοούμενη πρόθεση να εκτελέσουν το καθήκον τους στο ακέραιο και όμως να απέτυχαν να πράξουν τούτο για λόγους άλλους από εσκεμμένη παραμέληση. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί, δίχως άλλο, να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι πρόθεση των κατηγορουμένων ήταν η εσκεμμένη παραμέληση καθήκοντος. Η δικανική έννοια της φράσης εσκεμμένα (wilfully) επεξηγείται στο σύγγραμμα Archbold 2007 (βλ. παρ. 7-47) ως έχων την έννοια deliberate, δηλαδή επί σκοπού (The primary meaning of wilful is deliberate). Περαιτέρω, στην υπόθεση Rocky v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 472, 478, υιοθετήθηκε απόσπασμα από το σύγγραμμα Criminal Law Review
(1989)212 στο οποίο αναφέρθηκε ότι "Commentary. A requirement of knowledge is sometimes held to be satisfied by proof of "wilful blindness" as where "the defendant had deliberately shut his eyes to the obvious or refrained from inquiry because he suspected the truth but did not want to have his suspicion confirmed" Westminster City Council v. Croyalgrange
(1986)2 ALL E.R. 353 at. P. 359 (H.L.)." Δυνάμει των προειρηθέντων, καθίσταται αντιληπτό πως ακόμη και εάν αποδεικνύετο ότι η μηχανή που ζυγίστηκε είχε την ίδια ακριβώς σύνθεση και στις δύο περιπτώσεις, η κατηγορούσα αρχή όφειλε να αποδείξει περαιτέρω πως οι δύο κατηγορούμενοι διεπίστωσαν το ισχυριζόμενο βάρος και ότι επί σκοπού αρνήθηκαν να πράξουν το καθήκον τους. Είμαι της γνώμης πως ακόμη και εάν αποδεικνύετο ότι η μηχανή και το βάρος της δεν αλλοιώθηκε στο χρονικό διάστημα που παρήλθε, η κατηγορούσα αρχή δεν απέδειξε σχετική του αδικήματος γνώση και ετσιθελική συμπεριφορά των κατηγορουμένων. Ως εκ των πιο πάνω, κρίνω ότι ούτε η δεύτερη κατηγορία έχει αποδειχθεί. Στρέφομαι τέλος στο αδίκημα της τρίτης κατηγορίας, δηλαδή εκείνο της ανυπακοής σε διατάξεις νόμων που επιβάλλουν καθήκον (βλ. άρθρο 136 του Κεφ. 154). Στην προκείμενη περίπτωση συστατικά στοιχεία του αδικήματος συνιστούν: (α) εσκεμμένη ανυπακοή σε νόμο η οποία (ανυπακοή) προκύπτει από (
- i)διενέργεια απαγορευμένης από το νόμο πράξης, ή (
- ii)παράλειψη εκπλήρωσης επιβαλλόμενης από το νόμο πράξης, και (β) η οποία (δηλαδή η πράξη) αφορά το κοινό. Και σε αυτή την περίπτωση η κατηγορούσα αρχή επικαλείται ως παράλειψη διενέργειας πράξης που αφορά το κοινό το κατ΄ ισχυρισμό υπερβολικό φορτίο του φορτηγού οχήματος και ότι οι κατηγορούμενοι παρέλειψαν να καταγγείλουν τον οδηγό του. Τα όσα αναφέρονται στο σχολιασμό των δύο πιο πάνω κατηγοριών υιοθετούνται και σε αυτή την κατηγορία. Εφόσον αναπόδεικτο παρέμεινε ότι η μηχανή που ζυγίστηκε στις δύο περιπτώσεις (27.03.2007 και 04.06.2007) συνίστατο από τον ίδιο όγκο εξαρτημάτων, δηλαδή δεν αλλοιώθηκε δια προσθήκης ή αφαίρεσης που δυνατό να επηρέασε το βάρος της, αδύνατη καθίσταται η απόδειξη της κατηγορίας, εφόσον κατ΄ ουσίαν εξανεμίζεται η όποια, επί πραγματικού υποβάθρου, υποχρέωση των κατηγορουμένων να έπρατταν κατά τον επίδικο χρόνο διαφορετικά απ΄ ότι έπραξαν. Ως εκ τούτου, κρίνω πως δεν αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι είχαν διαπιστώσει διάπραξη αδικήματος την οποία όφειλαν να καταγγείλουν. Περαιτέρω, δεν μπορεί να μείνει απαρατήρητο πως και σε αυτό το αδίκημα η ανυπακοή η οποία χρήζει απόδειξης πρέπει να είναι εσκεμμένη (wilful). Επαναλαμβάνονται συναφώς όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω ενώ τονίζεται πως στην επίδικη υπόθεση ακόμη και εάν αποδεικνύετο πως η σύνθεση της μηχανής ήταν και στις δύο περιπτώσεις που ζυγίστηκε η ίδια, και πάλιν η κατηγορούσα αρχή δεν κατόρθωσε να αποδείξει πως η παράλειψη των κατηγορουμένων να καταγγείλουν τον οδηγό ήτο εσκεμμένη ανυπακοή στις διατάξεις του νόμου και όχι καλόπιστο λάθος, φερειπείν επειδή δεν αντελήφθηκαν ορθά το βάρος της μηχανής ή επειδή η μεθολογία που χρησιμοποίησαν για διαπίστωση του βάρους ήταν εσφαλμένη. Ως εκ των πιο πάνω, διαπιστώνω πως και σε αυτή την κατηγορία η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει συστατικό στοιχείο του αδικήματος δηλαδή ότι οι κατηγορούμενοι εσκεμμένα παρέλειψαν να καταγγείλουν τον οδηγό του φορτηγού. Αυτή βεβαίως η διαπίστωση καταδικάζει σε απόρριψη και αυτή την κατηγορία. Ας σημειωθεί εν παρόδω πως ένεκα αυτής της κατάληξης αναπόδεικτο παραμένει και το δεύτερο συστατικό στοιχείο ότι η πράξη αφορά το κοινό εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι προέβησαν σε οιανδήποτε έκνομη πράξη. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και έχοντας πάντα κατά νου πως κατηγορούμενος καλείτε σε απολογία μόνο εκεί όπου μαρτυρία χρήζει απάντησης και όχι για να συμπληρώσει τα κενά της κατηγορούσας αρχής (βλ. The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145, διαπιστώνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει τα αναγκαία συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που απαρτίζουν κάθε μια από τις τρεις κατηγορίες και ως εκ τούτου, οι κατηγορίες απορρίπτονται και οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται. Υπογρ. ............ Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο