Αστυνομία ν. Γιάννος Παντελή κ.α., Αρ. Ποινικής Υπ.: 16543/08, 17 Ιουνίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:B16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπ.: 16543/08 Αστυνομία ν.
- Γιάννος Παντελή
- Γιώργος Ναθαναήλ Κατηγορουμένων 17 Ιουνίου 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Κουτσόφτας Για τους Κατηγορούμενους 2 και 4: κ. Πεκρής Κατηγορούμενοι 2 και 4 παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
- Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει το αδίκημα της διαφθοράς νεαρής γυναίκας ηλικίας 13 ετών μέχρι 17 ετών κατά παράβαση του άρθρου 154 του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία) ως επίσης αντιμετωπίζει και το αδίκημα της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα (4η κατηγορία). Ο δε κατηγορούμενος 4 αντιμετωπίζει το αδίκημα της παροχής βοήθειας σε έτερο πρόσωπο για την διάπραξη του ποινικού αδικήματος της διαφθοράς νεαρής γυναίκας κατά παράβαση του άρθρου 154 του ίδιου Νόμου (3η κατηγορία).
- Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα τα οποία έχουν ως ακολούθως: 2.1 Η Χ.Τ. στις 18.7.2007 ήταν ηλικίας 15 ετών και 8 μηνών περίπου. Γεννήθηκε στις 6.11.
- Οι δε κατηγορούμενοι 2 και 4 ήταν ηλικίας 21 και 14 ετών αντίστοιχα. Γεννήθηκαν στις 5.12.1986 και 20.1.
- Η Χ.Τ. διέμενε με την μητέρα της στο συνοικισμό Κόκκινες στη Λάρνακα και ήταν πρόσωπο με νοητική στέρηση και φοιτούσε σε ιδιωτική σχολή. Στις 18.7.2007 η Χ.Τ. επέστρεψε στο σπίτι καθυστερημένα και ειδικότερα η ώρα 22.00 και επειδή δεν απαντούσε το τηλέφωνο της και επειδή δεν έλεγε στη μητέρα της που βρισκόταν την οδήγησε στην Αστυνομία. 2.2 Στις 18.7.2007 ο κατηγορούμενος 2 στο συνοικισμό Κόκκινες ήρθε σε συνουσία με την Χ.Τ. με την θέληση της στην παρουσία του κατηγορούμενου 4 ο οποίος παρέσχε βοήθεια στον κατηγορούμενο 2 και ειδικότερα ενώ ερχόταν σε συνουσία ο κατηγορούμενος 2 με την πιο πάνω γυναίκα ο κατηγορούμενος 4 την κρατούσε από τα πόδια. Στις 19.7.2007 ο αστυφ.412 Κ. Καραγιώργης κάλεσε για ανάκριση τον κατηγορούμενο 2 στα γραφεία του ΤΑΕ και ενώ ο εν λόγω αστυφύλακας κατέγραφε τα προσωπικά στοιχεία του κατηγορούμενου 2 του επιτέθηκε αρπάζοντας το χαρτί που κρατούσε και αρπάζοντας τον από το χέρι. Ο κατηγορούμενος 2 συνελήφθηκε και ανακρινόμενος παραδέχτηκε ότι πράγματι ήρθε σε συνουσία με την Χ.Τ. τόσο κολπικά όσο και πρωκτικά. Ο κατηγορούμενος 2 έδωσε κατάθεση μέσα από την οποία ενοχοποιούσε τον εαυτό του. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν γνώριζε ότι η Χ.Τ. είχε νοητική στέρηση ενώ περαιτέρω του ανέφερε ότι ήταν ηλικίας 18 ετών.
- Μετά που έκλεισε την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων 2 και 4 εισηγήθηκε ότι το άρθρο 154 του Ποινικού Κώδικα είναι αντισυνταγματικό και ειδικότερα οι πρόνοιες του παραβιάζουν την αρχή της ισότητας όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 28 του Συντάγματος. Επιχειρηματολογώντας ανέφερε ότι υπάρχει δυσμενής διάκριση μεταξύ αντρών και γυναικών αφού όταν ένας άντρας έλθει σε συνουσία με γυναίκα ηλικίας 13 μέχρι και 17 ετών βρίσκεται ένοχος στο αδίκημα ενώ μια γυναίκα που έρχεται σε συνουσία με άντρα ηλικίας 13 μέχρι και 17 ετών η πράξη της δεν ποινικοποιείται με βάση το άρθρο 154 Κεφ.
- Περαιτέρω το ίδιο συμβαίνει και στις περιπτώσεις όπου νεαρός άντρας ηλικίας άνω των 14 ετών έλθει σε συνουσία με γυναίκα ηλικίας 13 μέχρι και 17 ετών ενώ δεν ποινικοποιείται η πράξη νεαρής γυναίκας άνω των 14 ετών όταν έλθει σε συνουσία με άντρα ηλικίας 13 μέχρι και 17 ετών.
- Πάγια είναι η πρακτική των Δικαστηρίων να επιλαμβάνονται θέματος αντισυνταγματικότητας νόμου μόνο όταν αυτό εγείρεται από τους διαδίκους εξειδικευμένα και η απόφαση είναι απαραίτητη για την επίλυση της υπό εκδίκασης υπόθεσης. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Αχιλλέα Η. Δημητρίου, Ποιν. Εφ. 7305, ημερ. 27/1/
- Στην προκειμένη περίπτωση η εν λόγω εισήγηση για την αντισυνταγματικότητα του άρθρου 154 Κεφ. 154 έγινε αμέσως μετά που έκλεισε την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή. Έχοντας υπόψη μου ότι δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα όπως εκτίθενται στην παρ.2 κρίνω ότι το εν λόγω θέμα μπορεί να εξεταστεί και σ΄ αυτό το στάδιο.
- Θα προχωρήσω να εξετάσω τις εισηγήσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου της κατηγορουμένης αφού το άρθρο 144 του Συντάγματος το οποίο καθιερώνει τον κατασταλτικό συνταγματικό έλεγχο ορίζει ότι εξετάζονται παρεμπιπτόντως σε αστική ή ποινική διαδικασία θέματα που άπτονται της συνταγματικότητας νόμων εφόσον η επίλυση τους είναι ουσιώδης για τη διάγνωση της υπόθεσης η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. (βλ. υπόθεση Δημητρίου ανωτέρω και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες στις σελ. 5 και 6).
- Στην υπόθεση Lapertas Fisheries Ltd v. Αστυνομίας και Λαπέρτα v. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 7279 και 7280, ημερ. 9/7/02 στην σελ. 8 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας: «Οι αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 (απόφαση Ιωσηφίδη, δ.). Τις παραθέτουμε:
(1)Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
(2)Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
(3)Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
(4)Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. (βλ. και Μαυρογένης v. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339 (απόφαση Πική, Π.): «Η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα (βλ. επίσης, The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, ΡΙΚ v. Καραγιώργη κ.α.
(1991)3 Α.Α.Δ. 159, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων
(1991)3 Α.Α.Δ. 252, Αντωνίου v. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 441 και Miliotis v. Police
(1966)2 C.L.R. 62)». 7. Στην Κούλλουρος ν. Κούλλουρου & άλλου
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 50, το Δικαστήριο επεσήμανε ότι άνδρας και γυναίκα έχουν ίσα δικαιώματα και ευθύνες. Η ισότητα των φύλων, η οποία κατοχυρώνεται από το άρθρο 28.2 του Συντάγματος, είναι καθοριστικής σημασίας για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων και των αμοιβαίων υποχρεώσεων των συζύγων. Η αρχή της ισότητας δεν αποκλείει διακρίσεις, που ευρίσκουν λογικό έρεισμα σε διαφορές μεταξύ υποκειμένων και αντικειμένων του δικαίου - The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakídes
(1966)3 CLR 640. Η ευχέρεια του νομοθέτη να προβαίνει σε διαφορετικές ρυθμίσεις είναι ανάλογη με τις εγγενείς διαφορές μεταξύ των υποκειμένων ή των αντικειμένων του δικαίου που ρυθμίζονται. Αυθαίρετες είναι οι νομοθετικές ρυθμίσεις που επάγονται διάφορη μεταχείριση ομοιογενών αντικειμένων και υποκειμένων του δικαίου ή εξομοίωση ανομοιογενών πραγμάτων ή υποκειμένων του δικαίου. (βλ. βιβλίο Γ. Πική «Βασικές Πτυχές Κυπριακού Δικαίου σελ. 77). Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου επισημαίνεται ότι το άρθρο 28 του Συντάγματος εισάγει την Αριστοτελική έννοια της ισότητας - (βλ. Apostolides and Others v. Republic
(1982)3 CLR 928, 940, 941· Papadopoulos ν. Republic
(1984)3 CLR 332· Pavlou v. Returning Officer & Others
(1987)1 CLR 252, 273, 274· Σαββίδης v. Δημοκρατίας
(1989)3 (Β) ΑΑΔ (Ε) 127). Ίση μεταχείριση οφείλεται από το νομοθέτη σ΄ όλα τα άτομα τα οποία ευρίσκονται, ουσιαστικά, στην ίδια θέση ή κατάσταση. Κριτήριο για τον προσδιορισμό της ομοιογένειας, όπως υποδεικνύεται σε μια από τις αποφάσεις - στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής (Αρ.2)
(1989)3(Γ) ΑΑΔ. (Ε) 1931, 1938, είναι η ουσιαστική υπόσταση των υποκειμένων του δικαίου, σε αντίθεση με τη φαινομενική τους υπόσταση ή την ποσοτική αρίθμησή τους. Η ομοιογένεια καθορίζεται με βάση τη φύση των πραγμάτων ή την αντικειμενική κατάσταση των προσώπων, σε συνάρτηση με τη λειτουργική τους σημασία στον κοινωνικό χώρο. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην πιο πάνω υπόθεση, το οποίο υιοθετείται και στη μεταγενέστερη απόφαση της Ολομέλειας Σεργίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)1 ΑΑΔ 119, 130, είναι διαφωτιστικό ως προς τις παραμέτρους της αρχής της ισότητας, που θέτει το άρθρο 28 :- (σελ. 1939-1940) «Η ομοιογένεια μεταξύ πραγμάτων ή της θέσης ή της κατάσταση ατόμων για σκοπούς ίσης μεταχείρισης δεν προσδιορίζεται μικροσκοπικά ή σχολαστικά αλλά με γνώμονα την ουσιαστική συνάφεια μεταξύ τους. Όταν η ομοιογένεια μεταξύ πραγμάτων , της θέσεως ή των περιστάσεων ατόμων είναι τόσο μεγάλη ώστε να συνθέτουν ομάδα ατόμων ή υποκειμένων με βάση κοινό παρονομαστή ομοιογένειας ο νομοθέτης έχει τη διακριτική ευχέρεια να ταξινομήσει τα πράγματα ή τα υποκείμενα του δικαίου σε ξεχωριστή κατηγορία και να προβεί σε νομοθετικές ρυθμίσεις διάφορες από εκείνες που ισχύουν για άλλες συγγενικές αλλά όχι ομοιογενείς κατηγορίες προσώπων ή πραγμάτων. Τόσο η συμπερίληψη πραγμάτων ή ατόμων σε ομοιογενή κατηγορία όσο και οι διακρίσεις που γίνονται στα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις ατόμων πρέπει να έχουν, όπως ορίζει η νομολογία, (βλ. μεταξύ άλλων Republic (Ministry of Finance) v. Nishan Arakian and Others
(1972)3 CLR 294 και Apostolides and Others n. Republic
(1984)3 CLR 233) λογικό έρεισμα το οποίο να πηγάζει από την ομοιότητα ή διαφορές μεταξύ των πραγμάτων ή των φορέων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.» Το άρθρο 154 του Ποινικού Κώδικα προνοεί: «Όποιος παράνομα έρχεται σε συνουσία ή αποπειράται παράνομη συνουσία με νεαρή γυναίκα που έχει ηλικία δεκατριών ή άνω και κάτω των δεκαεπτά χρόνων, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια. Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η συνουσία ή η απόπειρα διάπραξής της, δε θεωρείται παράνομη, και δε διαπράττεται αδίκημα κατά παράβαση του άρθρου, σε περίπτωση που κατά το χρόνο διάπραξης, νεαρή γυναίκα είναι παντρεμένη με τον άντρα που έρχεται ή αποπειράται να έρθει σε συνουσία μαζί της.»
- Η Υπεράσπιση του άρθρου 154 και ειδικότερα ότι ο κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία να πιστεύει ότι η παθούσα ήταν ηλικίας 16 χρονών ή περισσοτέρων καταργήθηκε με το Ν.145(Ι)/
- Το αδίκημα πλέον του άρθρου 154 είναι απόλυτο (βλ. Popov ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 52/08/ ημερ. 22.5.
- Στην υπόθεση Popov ανωτέρω, ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ.Χατζηχαμπής, εξετάζοντας το άρθρο 154 ανέφερε τα ακόλουθα:
- «Το 2002 ο νομοθέτης, αξιολογώντας τα πράγματα, έκρινε ότι οι νέες κοπέλες εχρειάζοντο περαιτέρω προστασία. Κατά πρώτον, μέχρι τα 17 και όχι μέχρι τα 16 όπως πριν. Αυτό επετεύχθη με την αύξηση της ηλικίας 13 μέχρι 16 σε 13 μέχρι
- Κατά δεύτερο, ώστε ο άνδρας να μην μπορεί να απαλλάσσεται ακόμα και αν είχε την καλόπιστη και εύλογη πεποίθηση ότι η κοπέλα ήταν πέραν των, τώρα,
- Αυτό επετεύχθη με την κατάργηση της προηγούμενης υπεράσπισης. Συγχρόνως ο νομοθέτης έκρινε ορθό να εισάξει μια νέα επιφύλαξη, που ουσιαστικά δεν συνιστά υπεράσπιση αλλά, και ίσως εκ του περισσού, διευκρίνιση εκείνου που ήταν πάγια αντιληπτό και αφορά το actus rea παρά το mens rea, ότι η συνουσία δεν είναι παράνομη εφ΄ όσον υφίσταται σχέση γάμου (η έννοια «παράνομη» εσήμαινε παραδοσιακά συνουσία εκτός γάμου). .............Παρατηρούμε όμως ότι το mens rea στην παραδοσιακή αντίληψη των πραγμάτων συνιστά την πεμπτουσία της ποινικής ευθύνης, ώστε ο αποκλεισμός του με την καθιέρωση απόλυτου αδικήματος, όπου τούτο κρίνεται απαραίτητο, θα πρέπει να γίνεται με άκρα προσοχή και φειδώ και απαραιτήτως να βασίζεται σε σαφώς διαπιστωθείσες κοινωνικές ανάγκες. Η αύξηση της ηλικίας από 16 σε 17, ενώ η νόμιμη ηλικία γάμου είναι κατ΄ ελάχιστο τα 16, σε συνδυασμό με την κατάργηση της προηγούμενης υπεράσπισης, ενδέχεται να αποστασιοποιεί το νόμο από την ευρύτερη κοινωνική πραγματικότητα όπως είναι και διαπιστωμένη σε κατά καιρούς δημοσιευόμενες εκθέσεις αναφορικά με τις σεξουαλικές επιδόσεις των νέων και να απολήγει στην επέκταση της ποινικής ευθύνης πέραν των ορίων που ο νομοθέτης είχε υπ΄ όψη του, εμπλέκοντας ή εκθέτοντας ποινικά μεγάλο αριθμό αγοριών που συνουσιάζονται και θα συνεχίσουν να συνουσιάζονται με συνομήλικες τους κάτω των 17 ετών ανεξαρτήτως νομικής κατάστασης. Και θα ήταν παρακινδυνευμένο να λεχθεί ότι αυτό δεν θα ήταν πρόβλημα καθ΄ όσον θα αφήνετο στην καλή κρίση των διωκτικών αρχών πότε να φέρουν κατηγορία και πότε όχι. Στην Αγγλία (όπου διατηρείται ως απόλυτο το αντίστοιχο του αδικήματος του άρθρου 153 αδίκημα, τώρα ως άρθρο 6 του Sexual Offences Act 2003), επήλθαν κατά καιρούς ενδεικτικές τροποποιήσεις στο αρχικό Criminal Law Amendment Act 1885 όσον αφορά το αντίστοιχο του άρθρου 154 αδίκημα. Το αρχικό αυτό νομοθέτημα παρείχε την υπεράσπιση της καλόπιστης και εύλογης πεποίθησης ότι η κοπέλα ήταν άνω των 16, με το βάρος βεβαίως στον κατηγορούμενο να αποδείξει, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, την παρεχόμενη υπεράσπιση (το Age of Marriage Act 1929 μάλιστα παρείχε και άλλη υπεράσπιση, της καλόπιστης και εύλογης πεποίθησης ότι η κοπέλα ήταν νόμιμη σύζυγος του άντρα, υπεράσπιση που καλύπτει και την περίπτωση μη νόμιμου γάμου). Το Criminal Law Amendment Act 1922 περιόρισε την υπεράσπιση αυτή στην περίπτωση που ο άνδρας ήταν κάτω των 24 και δεν είχε προηγουμένως κατηγορηθεί για παρόμοιο αδίκημα. Το Sexual Offences Act 1956 διατήρησε την κατάσταση αυτή. Τώρα, με το Sexual Offences Act 2003, το αντίστοιχο του άρθρου 154 άρθρο 9 επαναφέρει την υπεράσπιση της καλόπιστης και εύλογης πεποίθησης ότι ο ανήλικος είναι άνω των 16 χωρίς τους προηγούμενους περιορισμούς ως προς την ηλικία του άνδρα, και μάλιστα φαίνεται ούτε υπό μορφή υπεράσπισης αλλά ως ουσιαστικό στοιχείο του αδικήματος αφού ορίζεται ότι υπάρχει αδίκημα εφ΄ όσον ο κατηγορούμενος «does not reasonably believe» ότι ο ανήλικος είναι άνω των
- »
- Στην υπόθεση Α.Γ.Α. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 257/05/ημερ.10.7.06 ο εφεσείων μεταξύ άλλων αντιμετώπιζε κατηγορίες για αιμομιξία κατά παράβαση του άρθρου 147 του Ποινικού Κώδικα και εξετάστηκε το θέμα της συνταγματικότητας του άρθρου 147 Οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) L and V v. Austria 2003 ECHR 39392/98 και Wolfmeyer v. Austria 2005 ECHR 5263/03 υιοθετήθηκαν στην πιο πάνω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Οι δυο αποφάσεις του ΕΔΑΔ, στις οποίες μας έχει παραπέμψει, αφορούν ομοφυλοφιλικές και ετεροφυλοφιλικές σχέσεις αντρών και γυναικών και συναρτώνται με το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής. Δεν αφορούν αιμομικτικές σχέσεις. Είναι, όμως, πράγματι χρήσιμες για την άντληση της γενικές αρχής ότι νομοθεσία που ποινικοποιεί συγκεκριμένες πράξεις για το ένα φύλο, όχι όμως και για το άλλο, παραβιάζει την αρχή της ισότητας των φύλων εκτός εάν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχει εύλογη βάση για διαφοροποίηση της μεταχείρισης του ενός φύλου έναντι του άλλου.»
- Το άρθρο 147 του Ποινικού Κώδικα περιοριζόμενο στην απόδοση ποινικής ευθύνης στον πατέρα και όχι στη θυγατέρα του με την οποία διαπράττει αιμομιξία όπως και στον γιο και όχι στην μητέρα του με την οποία διαπράττει αιμομιξία κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι δεν συνεπάγεται παραβίαση της αρχής της ισότητας μεταξύ του πατέρα αφενός, και της θυγατέρας ή της μητέρας αφετέρου για το λόγο ότι στηρίζεται στην εύλογη διαφοροποίηση μεταξύ των τριών στα πλαίσια, πάντοτε της Κυπριακής κοινωνίας, όπου ο πατέρας έχει προεξάρχοντα ρόλο μέσα στην οικογένεια, ιδιαίτερα δε επιρροή έναντι των θυγατέρων του, ενώ ανάλογο ρόλο η επιρροή δεν έχει η μητέρα έναντι των υιών της.
- Ο Νομοθέτης είναι ο διαχρονικός κριτής των κοινωνικών πραγματικοτήτων και αναγκών και της μεταφοράς τους στο Νόμο. Το άρθρο 154 ποινικοποιεί τη συνουσία άντρα με γυναίκα ηλικίας από 13 μέχρι 17 ετών, με την επιφύλαξη που αναφέρεται στο άρθρο. Ο Νομοθέτης έκρινε ότι οι κοπέλες εχρειάζοντο περαιτέρω προστασία. Με το άρθρο 154 ο Νομοθέτης προστατεύει τις γυναίκες από 13 μέχρι 17 ετών. Με τον Ν.3(Ι)/2000 (περί Καταπολέμησης της Εμπορίας Προσώπων και περί Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Ανηλίκων Νόμος) ποινικοποιείται η σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκων πρόσωπων από οποιοδήποτε πρόσωπο είτε αρσενικού είτε θηλυκού γένους (βλ. άρθρο 3(γ) (2(β)). Επίσης με το Ν.87
(1)/2007 (Νόμος που αναθεωρεί το Νομικό Πλαίσιο που διέπει την ειδική προστασία των προσώπων που είναι θύματα εμπορίας και εκμετάλλευσης και για συναφή αδικήματα ο οποίος τέθηκε σε ισχύ ττην 13.7.07 και κατήργησε τον Ν.3
(1)/2000) ποινικοποιείται η σεξουαλική εκμετάλλευση ή εκπόρνευση παιδιών (βλ. άρθρα 2 και 10). Η σεξουαλική εκμετάλλευση είναι έννοια ευρύτερη της συνουσίας. Με τον Ν.3(Ι)/2000 αλλά και με τον Νόμο 87
(1)/2007 επιτυγχάνεται ένας γενικότερος σκοπός από ότι με το άρθρο 154 Κεφ.
- Με το άρθρο 154 μεταξύ άλλων σκοπός του Νομοθέτη είναι η προστασία των νεαρών γυναικών ηλικίας από 13 μέχρι 17 ετών οι οποίες είναι πιο ευπαθείς σε πράξεις συνουσίας απ΄ ότι οι άντρες ή και ακόμη από άνδρες της ίδιας ηλικίας. Οι επιπτώσεις από συνουσία σε γυναίκα της πιο πάνω ηλικίας ίσως να είναι πιο σοβαρές. (π.χ. εγκυμοσύνη) απ΄ ότι σε άντρα. Ο Νομοθέτης έκρινε ότι γυναίκα ηλικίας 13 μέχρι 17 ετών χρήζει ιδιαίτερης περαιτέρω προστασίας.
- Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ αντρών και γυναικών αλλά η διαφοροποίηση αυτή που επέλεξε ο Νομοθέτης είναι εύλογη υπό τις περιστάσεις. Δεν είναι ούτε αυθαίρετη, ούτε στηρίχθηκε σε ανυπόστατα ή άσχετα κριτήρια.
- Συνεπώς κρίνω ότι το άρθρο 154 του Ποινικού Κώδικα δεν αντίκειται στις πρόνοιες του άρθρου 28 του Συντάγματος. Η σχετική εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των κατηγορουμένων 2 και 4 για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω απορρίπτεται.
- Από την ενώπιον μου προσκομισθείσα μαρτυρία έχω ικανοποιηθεί ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 4 στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και επεξηγούνται σ΄ αυτούς τα δικαιώματα τους δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155. (Υπ.): ...... Η. Γεωργίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο