ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15956/08, 5.10.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2009:3 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Σύνθεση Δικαστηρίου: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15956/08 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Εναντίον
- Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ
- Gorko Grazyna Tereza
- Νίκος Νικολάου 4.Αντώνης Καπετάνιος Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 5.10.2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Δημητρίου. Για την κατηγορούμενη 1: κ. Χειμώνας για κ. Φωτίου. Για την κατηγορούμενη 2: κα Μικελλίδου. Για τον κατηγορούμενο 3: κα Πιερούδη. Για τον κατηγορούμενο 4: κ. Χειμώνας. Κατηγορούμενοι παρόντες. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (πλειοψηφίας) (για θεληματικότητα καταθέσεων κατηγορούμενης 1) Η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει κατηγορίες κατοχής και προμήθειας ελεγχόμενου φάρμακου τάξεως Α. Είναι η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι η κατηγορούμενη 1 στις 7.10.2008, σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις, μαζί με τον κατηγορούμενο 4 προμηθεύτηκαν από την κατηγορούμενη 2 ποσότητες κοκαΐνης από 200 γραμ. και 202.0716 γραμ. αντίστοιχα. Είναι επίσης η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι την πρώτη ποσότητα την προμήθευσαν στον τρίτο κατηγορούμενο, ενώ η δεύτερη ποσότητα βρέθηκε στην κατοχή τους μετά από ανακοπή του οχήματός τους από την Αστυνομία. Η κατηγορούμενη 1 προέβη σε καταθέσεις με τις οποίες ενοχοποιεί τον εαυτό της, την κατηγορούμενη 2, τον κατηγορούμενο 3 και τον κατηγορούμενο
- Πρόκειται για τρεις καταθέσεις που ελήφθησαν, στις 8.10.2008, στις 9.10.2008 και στις 15.10.2008 και αποτέλεσαν το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης 1 έφερε ένσταση στο να κατατεθούν λέγοντας ότι ήταν το προϊόν εκφοβισμών και απειλών από μέρους της αστυνομίας. Έκαμε αναφορά στον υπαρχηγό της ΥΚΑΝ Αρχηγείου, κ. Αβραάμ Χαραλάμπους, αλλά και σε «σωρεία αστυνομικών», όμως στην πορεία της διαδικασίας το ζήτημα περιορίστηκε σε σχέση με τον κ. Χαραλάμπους. Κατά την θέση της υπεράσπισης είχε λεχθεί στην κατηγορούμενη 1 ότι αν δεν κατονόμαζε τους συνεργάτες της θα «έπαιρνε είκοσι», δηλαδή θα κατέληγε σε φυλάκιση είκοσι ετών, ενώ αν τους κατονόμαζε θα καλείτο ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον τους και είναι σ΄ αυτά τα πλαίσια που ενοχοποίησε τον εαυτό της, ώστε οι καταθέσεις της να είναι αληθοφανείς. Διενεργήθηκε ενιαία, συναινετικώς, δίκη εντός δίκης σε σχέση και με τις τρεις καταθέσεις εφόσον δεν τέθηκε θέμα άλλων ανεπίτρεπτων ενεργειών από την αστυνομία εκτός εκείνων που είχαν, σύμφωνα πάντα με την υπεράσπιση, οδηγήσει εξ αρχής στην πρώτη κατάθεση. Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας στην ενδιάμεση διαδικασία ήταν ο Αστ. 1914, Δημήτρης Χρίστου, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στην ΥΚΑΝ Λάρνακας. Είχαν πληροφορηθεί ότι το κλιμάκιο της ΥΚΑΝ Λευκωσίας διενεργούσε επιχείρηση στην επαρχία Λάρνακας και τελούσαν σε αναμονή. Στη συνέχεια πληροφορήθηκαν ότι είχαν συλληφθεί δύο πρόσωπα για κατοχή κοκαΐνης και γύρω στις 10:00 μ.μ. μεταφέρθηκαν στα γραφεία τους η πρώτη κατηγορούμενη και ο τέταρτος κατηγορούμενος, από τον λοχία 4345 της ΥΚΑΝ Λευκωσίας. Ο Μ.Κ.1 έλαβε γραπτή κατάθεση από τον κατηγορούμενο 4 και στη συνέχεια από την κατηγορούμενη
- Το διάστημα που λάμβανε κατάθεση από τον κατηγορούμενο 4 η πρώτη κατηγορούμενη βρισκόταν σε διπλανό γραφείο με το οποίο ο Μ.Κ.1 είχε μερική οπτική επαφή, όση επέτρεπε η ενδιάμεση πόρτα μεταξύ των δύο γραφείων. Τελικά η ώρα 1:05 π.μ. ο μάρτυρας άρχισε να λαμβάνει κατάθεση από την πρώτη κατηγορούμενη. Διαβεβαίωσε ότι από την οπτική επαφή που είχε δεν άκουσε και δεν είδε κάποιον να εκβιάζει ή να αναφέρει οτιδήποτε που να επηρεάσει την κατάθεση της πρώτης κατηγορούμενης. Ειδικότερα ανέφερε ότι δεν είδε κατά πόσο ο κ. Χαραλάμπους, ο οποίος κατέφθασε στα γραφεία τους σε κάποιο στάδιο αργότερα, όπως συνήθιζε μετά από κάποια σύλληψη, είχε μιλήσει με την πρώτη κατηγορούμενη. Ήταν η θέση του ότι από την πρώτη στιγμή αυτή είχε αντιληφθεί το τι έκαμε και ένιωθε ντροπή. Ήταν πλήρως αποκαλυπτική και συνεργάσιμη και μάλιστα προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει την Αστυνομία να συλλάβει τον προμηθευτή της, κάτι που έκαμε την επόμενη μέρα. Από τη στιγμή που έδωσε κατάθεση έδειχνε σαν να έφυγε κάποιο βάρος από πάνω της και απέκτησε και διατήρησε το χαμόγελό της χωρίς να δείχνει κανένα άγχος. Όταν δε εμφανίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου για τις σχετικές διαδικασίες δεν έκαμε παράπονο για τα όσα τώρα ισχυρίζεται. Το κύριο πρόσωπο στην επίδικη εκδοχή της υπεράσπισης, ο κ. Αβραάμ Χαραλάμπους (ΜΚ2) ανέφερε ότι κατ΄ εκείνο το χρόνο υπηρετούσε ως υποδιοικητής επιχειρήσεων στην ΥΚΑΝ και εκείνο το βράδυ βρισκόταν στα γραφεία της Υπηρεσίας στη Λάρνακα για να συντονίζει την επιχείρηση. Ενόσω βρισκόταν εκεί, προσήχθη μετά τη σύλληψη της η κατηγορούμενη. Ήταν γνωστή του γιατί το 1999-2000 εργαζόταν σε μια μπυραρία στη Λευκωσία της οποίας ο ιδιοκτήτης ήταν συνεργάτης της αστυνομίας και ο ίδιος, ως υπεύθυνος τότε, επιχειρήσεων στο Γραφείο Συλλογής Πληροφοριών, επισκεπτόταν τη μπυραρία όταν ήθελε να μιλήσει με τον ιδιοκτήτη. Ο ίδιος δεν είχε αναφέρει στην κατηγορούμενη την ιδιότητά του, ούτε είχε φιλική σχέση μαζί της. Γι΄ αυτό και δεν τη θυμόταν όταν την είδε υπό σύλληψη. Εκείνη είναι που τον θυμήθηκε και ζήτησε να τον δει, οπότε πήγε στο γραφείο που την κρατούσαν και η κατηγορούμενη άρχισε να του εξιστορεί πώς κατέληξε να εισάγει κοκαΐνη στην Κύπρο. Ο κ. Χαραλάμπους της συνέστησε ό,τι είχε να πει να το πει στους ανακριτές και τη συμβούλευσε να πει όλη την αλήθεια. Σε ερώτηση κατά πόσο είχε εκβιάσει την κατηγορούμενη να δώσει κατάθεση που να εμπλέκει τον κατηγορούμενο 3 με αντάλλαγμα ότι δεν θα διώκετο η ίδια, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνώριζε ότι η κατηγορούμενη 1 συνεργάζετο με τον κατηγορούμενο
- Αρνήθηκε ότι είπε στην κατηγορούμενη 1 να ομολογήσει για να μην τη διώξει. Τον κατηγορούμενο 3 πάντως τον γνώριζε γιατί είναι πρώην αστυνομικός που υπηρέτησε στο Γ.Σ.Π. ως υφιστάμενος του. Αρνήθηκε όμως ότι, από τότε υπήρχε έχθρα και αντιπαλότητα μεταξύ τους, αντίθετα τον χαρακτήρισε ως ένα από τους καλύτερους αστυνομικούς. Όταν ο κατηγορούμενος 3, για κάποια υπηρεσιακά γεγονότα, μετατέθηκε ο κ. Χαραλάμπους στενοχωρήθηκε γιατί αδίκως μετατέθηκε. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε τότε τα πρόσωπα για τα οποία γινόταν η επιχείρηση. Ο ίδιος είχε επαφή και ελάμβανε πληροφορίες μόνο από τον υπεύθυνο επιχειρήσεων της ΥΚΑΝ, κ. Παντελή Πολυβίου, ο οποίος ήταν ο συντονιστής της επιχείρησης και στον οποίο παρέπεμψε για τις λεπτομέρειες της. Δεν αμφισβήτησε ότι οι αστυνομικοί που έλαβαν μέρος στην επιχείρηση πιθανόν να γνώριζαν, όπως του ετέθη, αλλά αυτοί έτυχαν ενημέρωσης από τον κ. Πολυβίου, είπε. Ούτε γνώριζε εκείνο το πρωί ότι βρισκόταν υπό παρακολούθηση η οικία του κατηγορούμενου
- Γνώριζε όμως ότι συχνά γινόταν παρακολούθηση της οικίας του κατηγορούμενου 3 γιατί υπήρχαν πληροφορίες ότι ασχολείτο με εμπόριο ναρκωτικών. Για την κατηγορούμενη 1, εκείνο που γνώριζε ήταν ότι μια κοπέλα θα μετέφερε ναρκωτικά από τη Λάρνακα στη Λευκωσία. Αρνήθηκε την υποβολή ότι είχε υποσχεθεί στην κατηγορούμενη 1 ότι εάν δώσει κατάθεση που να ενοχοποιεί τον κατηγορούμενο 3 και για να είναι αληθοφανείς οι ισχυρισμοί της, να ενοχοποιεί και τον εαυτό της, τότε θα μεσολαβούσε για να μη διωχθεί, αλλά αντ΄ αυτού να καταθέσει εναντίον του κατηγορούμενου
- Όπως αρνήθηκε και την υποβολή ότι γνώριζε με κάθε λεπτομέρεια την επιχείρηση και ποιους αφορούσε και γι΄ αυτό είχε προβεί σ΄ αυτές τις υποσχέσεις. Ο κ. Πολυβίου (ΜΚ4) ανέφερε ότι ενημερωνόταν από το Λοχία 4345, αλλ΄ ούτε αυτός γνώριζε τα ονόματα των ατόμων που ήταν υπό παρακολούθηση. Την κατηγορούμενη 1 την είδε για πρώτη φορά όταν τη συνέλαβαν και τότε είναι που άκουσε το όνομά της. Όταν ρωτήθηκε αντεξεταζόμενος κατά πόσο δεν ήταν σημαντικό να τον είχε ενημερώσει ο Λοχ. 4345 για τα ονόματα των προσώπων που τελούσαν υπό παρακολούθηση, απάντησε ότι ο Λοχ. 4345 δεν γνώριζε το όνομα της κατηγορούμενης 1 πριν από τη σύλληψη της. Εφόσον δεν γνώριζε τα ονόματα, δεν ενημέρωσε περί τούτων τον κ. Χαραλάμπους, τον οποίο με τη σειρά του ενημέρωνε. Ο Λοχ. 4345, κ. Χαράλαμπος Στυλιανού (ΜΚ3) στην κυρίως εξέταση του αναφερόμενος στην επιχείρηση στην οποία έλαβε μέρος, ανέφερε ότι είχαν ανακόψει ένα αυτοκίνητο με την υπόνοια ότι μεταφέρονταν ναρκωτικές ουσίες. Οδηγός ήταν ο κατηγορούμενος 4 και συνοδηγός η κατηγορούμενη 1, η οποία πέταξε προς το μέρος του οδηγού μια τσάντα που περιείχε κάποιες ουσίες. Μετά που της επέστησε την προσοχή της στο νόμο απάντησε «εντάξει είναι δικά μας». Οδήγησε τα εν λόγω πρόσωπα στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λάρνακας. Εκεί δεν αντελήφθη τον κ. Χαραλάμπους να ζητά από την κατηγορούμενη 1 να ενοχοποιήσει τον εαυτό της και τον κατηγορούμενο 3 με αντάλλαγμα να μη διωχθεί. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι στην κατάθεση του στην αστυνομία αναφέρει τα ακόλουθα: «Στις 07/10/08 κατόπιν έγκυρων και διασταυρωμένων πληροφοριών ότι ο γνωστός στην Υπηρεσία μας Νίκκολας μαζί με την Ιωάννα Μιχαήλ και αυτή γνωστή στην Υ.ΚΑ.Ν διακινούν μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών διαχώρισα την ομάδα μου σε δύο ημιομάδες και θέσαμε υπό παρακολούθηση την οικία του Νίκκολας» Διευκρίνισε δε, ότι σε πρώτο στάδιο σκοπός της επιχείρησης ήταν ο κατηγορούμενος
- Στην εξέλιξη της παρακολούθησης της οικίας του κατηγορούμενου 3, προέκυψε η εμπλοκή της κατηγορούμενης
- Ανέφερε ακόμα, ότι τα δύο εν λόγω πρόσωπα ήταν γνωστά στον κ. Χαραλάμπους και στον κ. Πολυβίου, όπως γνωστές ήταν και οι πληροφορίες αυτές. Σε νέα ερώτηση κατά πόσο «όλες αυτές οι πληροφορίες» τις μετέφερε στους εν λόγω δύο αξιωματικούς απάντησε ότι τις μετέφερε όλες στον κ. Πολυβίου. Η κατηγορούμενη ως μάρτυρας ανέφερε ότι όταν συνελήφθη ήταν σοκαρισμένη. Στην ΥΚΑΝ ήταν σκοτεινά, είχε πολλή κόσμο και δεν γνώριζε κανένα. Την μετέφεραν σ΄ ένα γραφείο όπου την πλησίασε ο κ. Χαραλάμπους. Τον γνώριζε από τη μπιραρία ως φίλο του ιδιοκτήτη, πριν 10 χρόνια. Η πρώτη κουβέντα που της είπε ήταν σε σχέση με μια καταγγελία που ο κατηγορούμενος 3 είχε κάμει εναντίον της στις 26.9.2008 στην αστυνομία για κλοπή χρημάτων. Στη συνέχεια την πληροφόρησε ότι γινόταν έρευνα στην οικία του κατηγορούμενου 3, ο οποίος απειλούσε ότι θα σκοτώσει την ίδια και το παιδί της. Ο κ. Χαραλάμπους της είπε ότι η μόνη της ελπίδα ήταν να του έχει εμπιστοσύνη και να δώσει κατάθεση εναντίον του κατηγορούμενου 3 κάμνοντας μια ιστορία πιστευτή. Διαφορετικά θα κατέληγε για 20 χρόνια στη φυλακή. Αν όμως έδιδε κατάθεση εναντίον του κατηγορούμενου 3 θα της παρείχαν, ως μάρτυρα, προστασία και θα την έστελλαν, όπως της είπε ο κ. Χαραλάμπους, στο παιδί της που προφανώς ζει εκτός Κύπρου. Εκείνη τη στιγμή ήταν ο μόνος που γνώριζε και δέχθηκε να κάμει ό,τι της είπε. Παρά το ότι στην αντεξέταση δεν επετράπησαν ερωτήσεις που άπτονταν της αλήθειας του περιεχομένου των καταθέσεων κατ΄ εφαρμογή του κανόνα που διατυπώθηκε στην Wong Kam-Ming v. The Queen [1979] 1 All E.R., 939, (P.C.), από μόνη της η κατηγορούμενη έκαμε αναφορά «στα ναρκωτικά που βρέθηκαν πάνω της» λέγοντας ότι ο κ. Χαραλάμπους της είχε αναφέρει ότι θα έπρεπε να πει πως εκείνα τα ναρκωτικά προορίζονταν για τον κατηγορούμενο 3 και ότι ήταν ανάγκη «να την έχουν» για να μπορέσουν να πιάσουν τον κατηγορούμενο
- Αυτή η δήλωσή της βέβαια δεν λαμβάνεται υπό την έννοια της επαλήθευσης του περιεχομένου των καταθέσεων της εφόσον σ΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, επίδικο θέμα είναι η θεληματικότητα της ομολογίας (Αzinas and Another v. The Police
(1981)2 CLR 9, Π. Π. ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2000)2 ΑΑΔ 457) και όχι η αλήθεια του περιεχομένου της. Η δίκη εντός δίκης είναι ανεξάρτητη και αυτοτελής διαδικασία η οποία διεξάγεται για το συγκεκριμένο αυτό σκοπό και η ετυμηγορία του Δικαστηρίου περιορίζεται αντίστοιχα (Αρέστη ν. Δημοκρατίας
(2006)2 ΑΑΔ 504). Η σημασία τέτοιας δήλωσης στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας περιορίζεται αντίστοιχα, δηλαδή μπορεί να ληφθεί υπόψη όχι για την αλήθεια της ομολογίας, αλλά για το κατά πόσο η ομολογία έγινε όχι λόγω αθέμιτης παρέμβασης της Αστυνομίας, αλλά για λόγους που αφορούσαν την κατηγορούμενη. Ανέφερε ακόμα ότι η σχέση του κ. Χαραλάμπους με τον κατηγορούμενο 3 «δεν ήταν πολύ καλή» και ότι υπήρχε μια υπόθεση μεταξύ τους, της οποίας ο φάκελος κατέληξε στο Γενικό Εισαγγελέα. Επ΄ αυτής της αναφοράς δεν αντεξετάστηκε. Δεν θα δώσουμε όμως σ΄ αυτό το στοιχείο σημασία γιατί τα σχετικώς λεχθέντα από την κατηγορούμενη ήταν τόσο γενικά και αόριστα ώστε κατ΄ ουσία να μην πρόκειται για θετική αναφορά επί γεγονότων. Αγορεύοντας ο κ. Δημητρίου εισηγήθηκε ότι η κατηγορούμενη 1 από την πρώτη στιγμή ομολόγησε από μεταμέλεια και δέχθηκε να συνεργασθεί. Αν ευσταθούσε, είπε, η εκδοχή της υπεράσπισης ότι ο κ. Χαραλάμπους είχε ανάγκη και ήθελε από την κατηγορούμενη 1 να εμπλέξει τον κατηγορούμενο 3, η έρευνα θα γινόταν μετά την κατάθεση της κατηγορούμενης
- Ενώ είναι παραδεκτό ότι η έρευνα έλαβε χώρα μεταξύ των ωρών 22.10-23.40, πριν από την κατάθεση που ελήφθη μεταξύ των ωρών 01.05-02.
- Αν επίσης σκοπός ήταν να ενοχοποιηθεί ο κατηγορούμενος 3, τότε η αστυνομία δεν θα αρκείτο σε μια απλή ενοχοποιητική δήλωση της κατηγορούμενης 1 αλλά θα προχωρούσε όπως υπήρχε δυνατότητα, για ελεγχόμενη παράδοση στον κατηγορούμενο
- Ο κ. Φωτίου αναφέρθηκε στην προγενέστερη γνωριμία του κ. Χαραλάμπους με την κατηγορούμενη 1 και στην «αναντίλεκτη μαρτυρία» για τις προβληματικές σχέσεις του κ. Χαραλάμπους με τον κατηγορούμενο
- Είναι υπ΄ αυτές τις περιστάσεις, εισηγήθηκε, που ο κ. Χαραλάμπους έλαβε την πρωτοβουλία και προέτρεψε την κατηγορούμενη 1 να ενοχοποιήσει τον κατηγορούμενο 3, προτροπή που ακολούθησε και για τον κατηγορούμενο 4 τον οποίο η κατηγορούμενη ενοχοποίησε με την τρίτη της κατάθεση και μόνο. Ο κ. Φωτίου υπέδειξε πως υπάρχουν αντιφάσεις στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής και ειδικότερα ότι ενώ ο Λοχ. 4345 ανέφερε ότι πληροφορούσε σχετικώς με την επιχείρηση τον κο Πολυβίου, ο τελευταίος δήλωσε άγνοια για τα πρόσωπα τα οποία αφορούσε. Ο κ. Δημητρίου εισηγήθηκε ότι πρόκειται για μικροαντιφάσεις, όχι τέτοιες που να κλονίζουν την αξιοπιστία των μαρτύρων της αστυνομίας. Ομολογία κατηγορουμένου που αποσπάστηκε από πρόσωπο που ασκεί εξουσία με την πρόκληση φόβου για βλάβη ή δυσμενή επίπτωση ή την πρόκληση ελπίδας για την αποκόμιση οφέλους, ή ομολογία που είναι αποτέλεσμα καταπιεστικής μεταχείρισης, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία (Ibrahim v. R.
(1914)AC 599)[1]. Οι αρχές αυτές υιοθετήθηκαν με θέρμη από την κυπριακή νομολογία (Volettos v. The Republic
(1961)CLR 169, Kokkinos v. The Police
(1967)2 CLR 217). Στη Volettos o Βασιλειάδης Δ. (όπως ήταν τότε) υπέδειξε τον κίνδυνο τέτοιου υπερβάλλοντος ζήλου από την αστυνομία, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για σοβαρά αδικήματα, ώστε να τείνει να ξεπερνά τα όρια που καθορίζει ο νόμος για την προστασία του ατόμου που βρίσκεται στα χέρια της. Ενώ στην Kokkinos ο Ιωσηφίδης Δ. εξέφρασε καχυποψία σε σχέση με ομολογίες που υποτίθεται ότι πηγάζουν από τύψεις και μετάνοια και, που παρά ταύτα, αποκηρύσσονται από τον κατηγορούμενο κατά τη δίκη. Η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή, προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και κατά τρόπο δίκαιο για τον κατηγορούμενο. Σ΄ αυτά τα πλαίσια, όχι μόνο είναι η κατηγορούσα αρχή που πρέπει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη θεληματικότητα μιας ομολογίας, αλλά το δικαστήριο έχει ευχέρεια, εξετάζοντας τις συνθήκες που περιβάλλουν τη λήψη της κατάθεσης, να απορρίψει την ομολογία, έστω και αν είναι θεληματική, αν κρίνει ότι δεν θα ήταν ασφαλές να την αποδεχθεί. Δεν απαιτείται το δικαστήριο να πειστεί ότι οι ισχυρισμοί περί υποσχέσεων, απειλών ή κακομεταχείρισης είναι αληθείς. Αν διατηρεί αμφιβολίες, αυτό σημαίνει ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε (Ioannides v. The Republic
(1968)2 CLR 169). Εάν μέσα από μία ευρεία ανασκόπηση των περιστάσεων το δικαστήριο κρίνει ότι η κατάθεση λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες, τότε θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της απόρριψης της. Η ουσία της σχετικής νομολογίας έχει διατυπωθεί ως εξής στην υπόθεση Fournides ν. Republic
(1986)2 CLR 73 (σε μετάφραση): "Η ουσία αυτών των αποφάσεων έγκειται εις το ότι ένα Δικαστήριο που καλείται να αποφασίσει την δεκτότητα μιας κατάθεσης πρέπει να υιοθετεί μια ευρεία θεώρηση των γεγονότων που περιβάλλουν και συνθέτουν τη λήψη της κατάθεσης και δεν πρέπει να διστάζει να απορρίψει μια κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Αυτές οι αρχές αντανακλούν τη δέσμευση μας για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη διατήρηση του κράτους δικαίου". Τέλος, θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι σ΄ αυτήν την αυτοτελή και περιορισμένου σκοπού διαδικασία το δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει, πέραν του αναγκαίου, να προβαίνει σε κρίση της αξιοπιστίας του κατηγορούμενου με τέτοιο τρόπο ώστε να πλήττεται η βάση της όλης του υπεράσπισης. (Petri v. The Police
(1968)2 CLR 40). Έχοντας υπόψη τις παραπάνω αρχές επανερχόμεθα τώρα στην υπό κρίση υπόθεση. Χαρακτηριστικό της στοιχείο είναι η θέση του κ. Χαραλάμπους ότι, απ΄ όσα τον ενημέρωνε ο κ. Πολυβίου, δεν γνώριζε για τα πρόσωπα και ειδικά για τον κατηγορούμενο
- Αυτή η θέση συνάδει με τον ισχυρισμό του κ. Πολυβίου ότι ούτε ο ίδιος γνώριζε. Όμως από τη μαρτυρία του Λοχ. 4345 προκύπτει σαφώς ότι η επιχείρηση στρεφόταν εναντίον των κατηγορούμενων 3 και 1, που ήταν πρόσωπα γνωστά στους δύο εν λόγω αξιωματικούς, και το γεγονός αυτό ήταν εν γνώσει τους, ή εν πάση περιπτώσει, αν λάβουμε υπόψη μόνο τη δεύτερη απάντηση του Λοχ. 4345, ήταν τουλάχιστον εν γνώσει του κ. Πολυβίου, ο οποίος, ως άνω, ενημέρωνε τον κ. Χαραλάμπους. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Λοχ. 4345, ήταν ο κατηγορούμενος 3 ο κατά πρώτο λόγο ύποπτος και γι΄ αυτό παρακολουθούσαν την οικία του. Παρακολούθηση που δεν ήταν στα πλαίσια μιας «συχνής παρακολούθησης» όπως το έθεσε γενικά ο κ. Χαραλάμπους, και δεν ήταν παρακολούθηση «που δεν ήταν της συγκεκριμένης ημέρας μόνο» όπως το έθεσε ο κ. Πολυβίου, αλλά συγκεκριμένη παρακολούθηση στα πλαίσια οργανωμένης επιχείρησης με πρώτο στόχο τον κατηγορούμενο
- Μάλιστα ο κ. Πολυβίου σε άλλο σημείο ανέφερε ότι, ενώ δεν ήταν βέβαιος αν ήταν υπό παρακολούθηση ο κατηγορούμενος 3, γνώριζε ότι είναι η οικία της κατηγορούμενης 1 που τελούσε υπό παρακολούθηση. Ενώ, ως άνω, ο Λοχ. 4345 ανέφερε ότι ζήτημα για την κατηγορούμενη 1 προέκυψε από την πορεία της παρακολούθησης του κατηγορούμενου
- Ο Λοχ. 4345 βεβαίωσε ότι όλες τις πληροφορίες τις μετέφερνε στον κ. Πολυβίου. Ο τελευταίος όμως ανέφερε ότι δεν γνώριζε το πρόσωπο και το όνομα της κατηγορούμενης
- Το μόνο που γνώριζε είναι ότι εμπλεκόταν «μια κοπέλα», και τίποτε δεν του είχε αναφέρει ο Λοχ. 4345 για τον κατηγορούμενο
- Μάλιστα ισχυρίστηκε ότι ούτε ο Λοχ. 4345 γνώριζε το όνομα της κατηγορούμενης 1, ερχόμενος σε άμεση αντίθεση με τη δήλωση του ίδιου του Λοχ.
- Δεν είναι μόνο οι ουσιώδεις διαφορές της μαρτυρίας των δύο αξιωματικών από τη μαρτυρία του Λοχ. 4345 που πρέπει να αξιολογηθούν, είναι και η εικόνα που δίδει η μαρτυρία, από μόνη της, των δύο αξιωματικών. Βρίσκονταν και οι δύο στη Λάρνακα για τους σκοπούς της επιχείρησης. Κατά την εξέλιξη της πέρασαν κάποιες ώρες μαζί, όπως δέχθηκε ο κ. Πολυβίου, και μιλούσαν για την επιχείρηση. Όμως δεν γνώριζαν, αυτοί οι αξιωματικοί που τη συντόνιζαν, ποιους αφορούσε η επιχείρηση. Δεν είναι πειστική η εικόνα ότι δεν τους είχαν ενημερώσει. Ιδιαίτερα τη στιγμή που ο πρώτος ύποπτος ήταν ένας πρώην αστυνομικός και πρώην συνεργάτης του κ. Χαραλάμπους. Ούτε είναι πειστικό ότι, αν τέτοια ασαφής και γενική ήταν η ενημέρωση, οι δύο αξιωματικοί που βρίσκονταν επί τούτου στη Λάρνακα για ώρες δεν θα ενδιαφέρονταν τελοσπάντων να πληροφορηθούν για τα άτομα για τα οποία γινόταν η επιχείρηση που οι ίδιοι συντόνιζαν. Είναι φανερό ότι ο Λοχ. 4345 έδωσε την πραγματική εικόνα, ήδη με τη, σε ανύποπτο χρόνο, εν λόγω αναφορά στην κατάθεση του. Για ποιο όμως σκοπό οι δύο αξιωματικοί θέλησαν να πείσουν ότι δεν είχαν γνώση για τα πρόσωπα και ειδικά για τον κατηγορούμενο 3; Ο κατηγορούμενος 3 αποτελεί κεντρικό πρόσωπο της εκδοχής της Υπεράσπισης. Αποτέλεσε κοινό τόπο ότι ο κ. Χαραλάμπους είχε συνομιλήσει με την κατηγορούμενη 1 στον κρίσιμο χρόνο πριν να δώσει την πρώτη της κατάθεση. Η άρνηση του ότι γνώριζε κατ΄ εκείνο το χρόνο οτιδήποτε για τον κατηγορούμενο 3 φαίνεται να αποτελεί ακριβώς την αντίδραση στη θέση της Υπεράσπισης ότι είχε ζητήσει από την κατηγορούμενη 1 να ενοχοποιήσει, μαζί με τον εαυτό της, τον κατηγορούμενο 3 για να τύχει εύνοιας. Κατ΄ εκείνο δε, το χρόνο δεν υπήρχε πλέον δυνατότητα να γίνει ελεγχόμενη παράδοση στον κατηγορούμενο 3 όπως εισηγήθηκε ο κ. Δημητρίου, εφόσον ήδη αυτός είχε λάβει προειδοποίηση με την προηγηθείσα έρευνα. Ούτε κατ΄ ανάγκη, για να ευσταθούσε η εκδοχή της Υπεράσπισης περί αναφοράς στον κατηγορούμενο 3 από τον κ. Χαραλάμπους, θα έπρεπε η έρευνα ν΄ ακολουθήσει την κατάθεση της κατηγορούμενης
- Είναι υπό ευρεία θεώρηση, όπως οφείλουμε, που αντιμετωπίζουμε τα πράγματα και η ουσία είναι ότι εντοπίζεται, ως άνω, προσπάθεια να καταφανεί ότι ο κ. Χαραλάμπους δεν ανέφερε στην κατηγορούμενη 1, τα όσα του αποδίδονται σε σχέση με τον κατηγορούμενο 3, διότι αυτό θα ήταν αδύνατο αφού δεν γνώριζε την εμπλοκή του. Η αναφορά ότι με τη συνεργασία της κατηγορούμενης, όπως εκδηλώθηκε στην πρώτη της κατάθεση, η αστυνομία συνέλαβε την επόμενη μέρα το πρόσωπο που υπέδειξε ως τον προμηθευτή της η κατηγορούμενη, δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, εφόσον δεν άπτεται του εθελούσιου της ομολογίας, αλλά είναι παράγοντας που θα μπορούσε να επιβεβαιώσει σε μεταγενέστερο στάδιο τη βασιμότητά της, αν γινόταν δεκτή ως θεληματική. Από την άλλη η εκδοχή της κατηγορούμενης 1 είναι ότι ενοχοποίησε τον εαυτό της κατ΄ ουσία παρεμπιπτόντως, για να είναι αληθοφανής η ενοχοποίηση του κατηγορούμενου
- Αυτή η θέση έχει την έννοια ότι όσα έχει πει για τον εαυτό της είναι επινοήσεις από ένα πρόσωπο που δεν είχε κατά τ΄ άλλα, σχέση με την υπό διερεύνηση υπόθεση. Όμως είναι η ίδια, ως άνω, που αναφέρθηκε σε «ναρκωτικά που βρέθηκαν πάνω της». Έτσι, μια αναφορά που έκαμε αντεξεταζόμενη ότι «ήξερα πολύ καλά σε τι θέση είμαι και ήξερα επίσης ότι δεν έχω καμία άλλη ελπίδα έπρεπε να συνεργαστώ», συνδέοντας την βέβαια με τα λεχθέντα από τον κο Χαραλάμπους, θα μπορούσε να είχε την έννοια ότι προέβη σε ομολογία υπ΄ αυτές τις περιστάσεις και όχι για οτιδήποτε που της ανέφερε ο κ. Χαραλάμπους, όπως ισχυρίζεται. Θα μπορούσαμε ακόμα να διερωτηθούμε για την τρίτη κατάθεση που έδωσε μέρες μετά, συνεχίζοντας να είναι υπό κράτηση παρά τις κατ΄ ισχυρισμόν της υποσχέσεις ότι δεν θα εδιώκετο αν ενέπλεκε τον κατηγορούμενο
- Όμως, το ζήτημα δεν είναι επί της πλάστιγγας. Η διαπίστωση ότι ο κ. Χαραλάμπους απέκρυψε το πραγματικό περιεχόμενο της συζήτησης που είχε με την κατηγορούμενη 1 σ΄ ένα τόσο κρίσιμο χρόνο, δημιουργεί αμφιβολίες για το τί πραγματικά της είπε. Κατ΄ επέκταση, δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς το κρίσιμο ερώτημα που είναι το τί οδήγησε την κατηγορούμενη να προβεί στις τρεις καταθέσεις. (R v. Hough
(1979)68 Cr. App. R. 197). Αυτό αρκεί για να πούμε ότι η κατηγορούσα αρχή δεν απέσεισε το βάρος που είχε να πείσει για το εθελούσιο των καταθέσεων χωρίς να απαιτείται να πειστούμε ότι οι ισχυρισμοί της κατηγορούμενης είναι αληθείς. Ως εκ των άνω, καταλήγουμε κατά πλειοψηφία ότι οι τρεις καταθέσεις δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές ως Τεκμήριο. (Υπ.) ............................... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ...................................... Τ. Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Assize/Interim (αναφορά: για θεληματικότητα καταθέσεων κατηγορούμενης 1) /Λ.Σ. [1] Βλ. επίσης DPP v. Ping Lin [1967] 3 All E.R. 175. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο