ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15956/08, 5.10.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2009:4 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Σύνθεση Δικαστηρίου: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15956/08 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Εναντίον
- Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ
- Gorko Grazyna Tereza
- Νίκος Νικολάου 4.Αντώνης Καπετάνιος Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 5.10.2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Δημητρίου. Για την κατηγορούμενη 1: κ. Φωτίου. Για την κατηγορούμενη 2: κα Μικελλίδου. Για τον κατηγορούμενο 3: κα Πιερούδη. Για τον κατηγορούμενο 4: κ. Χειμώνας. Κατηγορούμενοι παρόντες. Η κα Έλενα Ανδρέου ορκίζεται να μεταφράζει πιστά και αληθινά από τα ελληνικά στα ρουμάνικα και αντίστροφα όσο καλύτερα μπορεί. Η κα Εύα Ιωάννου ορκίζεται να μεταφράζει πιστά και αληθινά από τα ελληνικά στα πολωνικά και αντίστροφα όσο καλύτερα μπορεί. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ΔΙΚΗ ΕΝΤΟΣ ΔΙΚΗΣ ΑΡ. 1) (μειοψηφίας) Η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται για προμήθεια ναρκωτικών Τάξης Α (κοκαΐνης) από άλλο πρόσωπο, κατηγορίες 2 και 3, προμήθεια ναρκωτικών Τάξης Α (κοκαΐνης) σε άλλο πρόσωπο, κατηγορίες 6 και 7, για κατοχή ελεγχόμενων φαρμάκων Τάξης Α (κοκαΐνης), κατηγορίες 4, 5 και για συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατηγορίες 19 και
- Η ακρόαση της υπόθεσης άρχισε με τον Αστυφύλακα 2732, Στέλιο Παναγιώτου, Μ.Κ.1 και συνεχίστηκε με τον Αστυφύλακα 1914, Δημήτρη Χρίστου, Μ.Κ.
- Καθ΄ ων χρόνο ο Μ.Κ.2, αστυφύλακας 1914, Δημήτρης Χρίστου έδινε τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου επιχειρήθηκε εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει ως στοιχείο μαρτυρίας την κατάθεση της κατηγορούμενης 1 που λήφθηκε στις 8.10.2008 μεταξύ των ωρών 01:05 και 02:
- Η προσπάθεια αυτή βρήκε την ένσταση του δικηγόρου της κατηγορούμενης 1 η οποία στηρίζεται στους ισχυρισμούς ότι η κατάθεση της κατηγορούμενης 1 λήφθηκε κατόπιν (α) εκβιασμού και (β) αργότερα οι ανακριτές της υποσχέθηκαν απαλλαγή της από την υπόθεση. Αφού στο σημείο αυτό έγινε αναφορά ότι η κατηγορούμενη έδωσε ακόμα δύο καταθέσεις και ο συνήγορος της δήλωσε ότι και αυτές λήφθηκαν υπό το ίδιο καθεστώς χωρίς να μεσολαβήσουν άλλες ανεπίτρεπτες ενέργειες της Αστυνομίας και είχε πρόθεση όταν θα επιχειρείτο και αυτών η κατάθεση τους ως Τεκμήρια στο Δικαστήριο να φέρει ένσταση, συμφώνησε όπως η εξέταση της δεκτότητας και των τριών καταθέσεων διεξαχθεί μαζί σε μια δίκη εντός δίκης. Πορεία με την οποία συμφώνησε και η Κατηγορούσα Αρχή. Οι άλλες δύο καταθέσεις που λήφθηκαν από την κατηγορούμενη 1 είναι ημερομηνίας 9.10.2008 μεταξύ των ωρών 17:20 και 19:25 και 15.10.2008 μεταξύ των ωρών 18:00 και 19:
- Με τις καταθέσεις εμπλέκει και τους κατηγορούμενους 2, 3 και
- «Συγκεκριμενοποιώντας» ο συνήγορος της κατηγορούμενης 1 τα άτομα που προέβησαν στους εκφοβισμούς και στις υποσχέσεις ανέφερε το όνομα του Αβραάμ Χαραλάμπους, ένας από τους δύο υποδιοικητές της ΥΚΑΝ αρχηγείου και όλους τους αστυνομικούς της ΥΚΑΝ Λάρνακας και γενικά όλους όσους έλαβαν μέρος στην επιχείρηση τους οποίους όμως δεν μπορούσε να κατονομάσει καθότι δεν γνώριζε τα ονόματα τους. Ακολούθως δε, ανέφερε ότι συγκεκριμένα ο εκβιασμός, εκφοβισμός και οι υποσχέσεις, τονίζοντας ότι ο εκβιασμός και οι απειλές συνεχίστηκαν μέχρι και δεκαπέντε ημέρες πριν τις 18.9.2009, συνίσταντο στα εξής «Αν δεν μπορείς να προχωρήσεις να μας πεις τους συνεργάτες σου ποιοι είναι, θα πάρεις είκοσι
(20)εσύ. Ενώ αν μας πεις θα πας μάρτυρας κατηγορίας εναντίον τους». Στη συνέχεια δε διευκρίνισε, αντιλαμβανόμενος ότι αυτά που ανέφερε δεν είχαν σχέση με την κατάθεση της εναντίον του εαυτού της, διόρθωσε ότι για να φανεί η αληθοφάνεια των καταθέσεων της, προφανώς εννοεί των όσων καταλογίζει στους κατηγορούμενους 3 και 4, η ίδια ενοχοποιεί τον εαυτό της. Ως εκ των πιο πάνω, για την εξακρίβωση της δεκτότητας των καταθέσεων της κατηγορούμενης 1 ως στοιχείο μαρτυρίας διατάχθηκε και διεξήχθηκε δίκη εντός δίκης. Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής περιγράφεται συνοπτικά και περιεκτικά στην απόφαση της πλειοψηφίας. Το ίδιο και της κατηγορούμενης
- Ας μου επιτραπεί όμως να δώσω το δικό μου στίγμα για τις δύο εκδοχές, ως προς την ουσία της ένστασης. Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ως μάρτυρες κατηγορίας, για την διαδικασία της δίκης εντός δίκης, τον Αστυφύλακα 1914, Δημήτρη Χρίστου, Μ.Κ.1, ο οποίος έλαβε τις καταθέσεις από την κατηγορούμενη 1 και εξήγησε υπό ποιες συνθήκες έλαβαν χώραν αυτές, για τις οποίες συνθήκες και άλλες λεπτομέρειες της μαρτυρίας του, όπου κριθεί αναγκαίο, θα κάνω αναφορά πιο κάτω όταν θα σχολιάζεται, αναλύεται και εξετάζεται το παράπονο της κατηγορούμενης
- Ως γενικό συμπέρασμα των λεχθέντων απ΄ αυτόν μπορεί να αναφερθεί ότι ούτε αυτός ούτε άλλος εκβίασε ή έδωσε υποσχέσεις στην κατηγορούμενη
- Τον Αβραάμ Χαραλάμπους, Μ.Κ.2, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ένας εκ των δύο υποδιοικητών της ΥΚΑΝ αρχηγείου, ο οποίος σύμφωνα με όσα ανέφερε η παρουσία του στην ΥΚΑΝ Λάρνακας είχε εποπτικό χαρακτήρα, αν και αναφέρθηκε ότι μετέβηκε για να συντονίζει την επιχείρηση, αφού ουσιαστικά δεν προέβη σε καμιά συγκεκριμένη ενέργεια στην επιχείρηση της 7ης Οκτωβρίου 2008 ένεκα ότι τούτο εγίνετο από τον Μ.Κ.4, Παντελή Πολυβίου. Σύμφωνα δε με όσα έχει αναφέρει είχε συνάντηση διάρκειας περίπου μισής ώρας με την κατηγορούμενη 1 σε κάποιο γραφείο της ΥΚΑΝ Λάρνακας κατόπιν δικής της επιθυμίας και ουδέποτε την απείλησε, εκβίασε ή της υποσχέθηκε οτιδήποτε. Στα όσα του καταλογίζει η κατηγορούμενη 1, και στις άλλες λεπτομέρειες της μαρτυρίας του, θα επανέλθω. Τον λοχία 4345, Χαράλαμπο Στυλιανού, Μ.Κ.3, ο οποίος υπηρετούσε στην ΥΚΑΝ αρχηγείου κατά τον ουσιώδη χρόνο και ο οποίος ανάφερε ότι ήταν ο υπεύθυνος της επιχείρησης που διεξήχθηκε στις 7.10.2008 κατά την οποία είχε συνεχώς επαφή και ενημέρωνε τον Παντελή Πολυβίου, Μ.Κ.4, ο οποίος ήταν ο άλλος υποδιοικητής της ΥΚΑΝ αρχηγείου και κατόπιν οδηγιών του προέβη μαζί με άλλους αστυνομικούς στην ανακοπή του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 4 με συνοδηγό την κατηγορούμενη 1 τους οποίους συνέλαβαν και μετέφεραν στην ΥΚΑΝ Λάρνακας. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας κι αυτών θα τύχει ανάλυσης στη συνέχεια. Τέλος, τον Παντελή Πολυβίου, Μ.Κ.4, ο οποίος ως διαφάνηκε ήταν το πρόσωπο στο οποίο έδινε αναφορά ο Μ.Κ.3 και κρατούσε ενήμερο για την επιχείρηση και από τον οποίο έπαιρνε οδηγίες και εντολές, μεταξύ των οπίων ήταν και οι οδηγίες για ανακοπή του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 4 με συνοδηγό την κατηγορούμενη
- Η Ραλούκα Οάνα Μιχαήλ, κατηγορούμενη 1, πρόσφερε μόνο τη δική της μαρτυρία η οποία, ως εξελίχθηκε, περιόρισε από όλα τα πρόσωπα που ο συνήγορος της ανέφερε ότι την εκβίασαν, την εκφόβιζαν, την απείλησαν και της υποσχέθηκαν, ως αυτά καταγράφηκαν στην αρχή, σε ένα μόνο πρόσωπο, στον Αβραάμ Χαραλάμπους, Μ.Κ.
- Σύμφωνα λοιπόν με την εκδοχή της, όπως αυτή αναδύθηκε από τη μαρτυρία της, ο Αβραάμ Χαραλάμπους, τον οποίο γνώριζε ένεκα των επισκέψεων του στη μπυραρία του εργοδότη της στη Λευκωσία πριν μια δεκαετία, όταν συνελήφθηκε και μεταφέρθηκε στην ΥΚΑΝ Λάρνακας, την συνάντησε σε κάποιο από τα γραφεία της υπηρεσίας αυτής, όπου της ανέφερε την καταγγελία που είχε κάνει ο κατηγορούμενος 3 εναντίον της ότι της είχε κλέψει χρήματα. Απ΄ εκεί ξεκίνησαν όλα, αν και έμεινε έκπληκτη ένεκα του ότι όπως γνώριζε ήταν μια απλή και όχι γραπτή καταγγελία, την ιστορία της οποίας είχε πολύ καιρό να σκεφτεί. Την ίδια στιγμή την πληροφόρησε ότι του τα είπε όλα ο κατηγορούμενος 3, στου οποίου την οικία τη στιγμή εκείνη εγίνετο έρευνα και ο οποίος εκστόμιζε απειλές για την οικογένεια της και ην ίδια με θάνατο και η μόνη της ελπίδα ήταν να του δείξει εμπιστοσύνη και θα την βοηθούσε να μη της προσάπτοντο κατηγορίες και να τίθετο στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων αν έδινε κατάθεση με μια ιστορία πιστευτή εναντίον του κατηγορούμενου 3, που όπως ήξερε πολύ κόσμος δεν είχε καλή σχέση μαζί του, που αν δεν έκανε λάθος υπήρχε μια υπόθεση που ήταν εμπλεκόμενος και ο Γενικός Εισαγγελέας ο οποίος είχε τον φάκελο της υπόθεσης και όπως κατάλαβε και η ίδια από τον τρόπο που μιλούσε ο Μ.Κ.2 εναντίον του κατηγορούμενου 3 ήταν κάτι προσωπικό και ήθελε με κάτι να μπλέξει τον κατηγορούμενο 3, αφού, όπως την πληροφόρησε, δεν βρήκαν αρκετά στοιχεία από την έρευνα, έτσι όπως ο ίδιος θα ήθελε να τον «πιάσει». Διαφορετικά θα πήγαινε είκοσι
(20)χρόνια φυλακή. Από την πρώτη ημέρα σύλληψης της μέχρι που την έπεισε και έδωσε κατάθεση ο Αβραάμ ήταν συνεχώς μαζί της. Όσον αφορά δε την κατάθεση ημερομηνίας 15.10.2008 ανάφερε ότι ενώ εβρίσκετο υπό κράτηση την επισκέφθηκε ο Αβραάμ και τη ρώτησε τι μπορούσε να πει για τον κατηγορούμενο 4 με τέτοιο τρόπο που να εξηγείται η παρουσία του μαζί της για να ήταν ολοκληρωμένη η ιστορία. Σε μέρη από την υπόλοιπη της μαρτυρία το Δικαστήριο θα επανέλθει σε κατοπινό στάδιο. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο Δ το ένταλμα έρευνας της οικίας του κατηγορούμενου 3 του οποίου το περιεχόμενο δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Επίσης έγινε παραδεκτό γεγονός ότι η ανακοπή του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 4 με συνοδηγό της κατηγορούμενης 1 έγινε η ώρα 21:55 στις 7.10.
- Τα παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής στην αγόρευσή του εισηγήθηκε ότι κανένας εκφοβισμός, εκβιασμός, απειλή ή υπόσχεση δεν έγινε από τον Αβραάμ και οι τρεις καταθέσεις της ήταν αποτέλεσμα της μεταμέλειας της και στα πλαίσια της αυθόρμητης και ειλικρινούς συνεργασίας που η ίδια επέδειξε προς την αστυνομία. Τούτο συνάγεται από τον ισχυρισμό της, κατά την μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι ήξερε πολύ καλά σε τι θέση ήταν και ότι δεν είχε καμιά άλλη ελπίδα και έπρεπε να συνεργαστεί. Επίσης επειδή βασικός ισχυρισμός της κατηγορούμενης 1 ήταν ότι ο Αβραάμ ήθελε να εμπλέξει τον κατηγορούμενο 3 και γι΄ αυτό έγιναν οι εναντίον της απειλές και υποσχέσεις, εάν πράγματι ήταν αυτός ο σκοπός του Αβραάμ, θα άφηνε να εξελίσσετο η πορεία των πραγμάτων και όταν θα παράδιδε τα κατ΄ ισχυρισμό ναρκωτικά στον κατηγορούμενο 3, που ήταν θέση της υπεράσπισης ότι γνώριζε ο Αβραάμ ότι αυτός παρακολουθείτο και γι΄ αυτόν προορίζοντο τα κατ΄ ισχυρισμό ναρκωτικά που κατείχε η κατηγορούμενη 1, και τότε να τον έπιαναν στα πράσα. Διαζευκτικά δε ως αντιλαμβάνομαι την εισήγηση του κ. Δημητρίου θα μπορούσε να γίνει η έρευνα μετά την κατάθεση της. Ακόμη θα μπορούσε να προχωρήσει με ελεγχόμενη παράδοση. Επίσης είπε κανένας Μ.Κ. δεν καταφέρθηκε εναντίον του Μ.Κ.3 και όσα ανάφερε η κατηγορούμενη 1 αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις. Ακόμη ανάφερε ότι ποτέ δεν λέχθηκε ότι ζητήθηκε εκ μέρους της αστυνομίας από την κατηγορούμενη 1 να δοθούν τα ναρκωτικά στον κατηγορούμενο
- Τέλος, εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο με βάση τη μαρτυρία των Μ.Κ.1 έως 4 πρέπει να κρίνει ότι οι τρεις καταθέσεις της κατηγορούμενης 1 είναι θεληματικές και να επιτρέψει την κατάθεση τους ως Τεκμήρια. Ο συνήγορος της κατηγορούμενης 1 εισηγήθηκε ότι οι τρεις καταθέσεις της είναι το αποτέλεσμα απειλών και υποσχέσεων ως εξάγεται από την μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και τούτο γιατί: (α) διεφάνη από την έρευνα της οικίας του κατηγορούμενου 3 ότι δεν προέκυψαν αρκετά στοιχεία που να τον ενοχοποιούν και γι΄ αυτό ζητήθηκε από την κατηγορούμενη 1 να δώσει κατάθεση με την οποία να τον ενοχοποιεί, (β) ενώ ο Αβραάμ είπε ότι συναντήθηκε με την κατηγορούμενη 1 για πρώτη φορά στο προαύλιο της ΥΚΑΝ Λάρνακας κανένας άλλος Μ.Κ. δεν τοποθετεί τον Αβραάμ στο χώρο αυτό, (γ) ο Λοχίας Στυλιανού, Μ.Κ.3, είπε ότι την μετέφεραν σε γραφείο της ΥΚΑΝ αλλά δεν είπε ότι ζήτησε να δει τον Αβραάμ, (δ) υπέπεσαν σε αντιφάσεις οι Μ.Κ.2, 3 και 4 όπως, ενώ ο Πολυβίου, Μ.Κ.4, αρνήθηκε ότι η επιχείρηση αφορούσε τους κατηγορούμενους 1 και 3, ο Μ.Κ.3 είπε ότι, αφού χώρισε την ομάδα του σε δύο ημιομάδες, για την κάθε ενέργεια που προέβαινε τον ενημέρωνε, μεταξύ των οποίων ήταν και η παρακολούθηση της κατηγορούμενης 1 και της οικίας του κατηγορούμενου 3, καθώς και για την έκδοση του εντάλματος έρευνας, Τεκμήριο Δ της οικίας του κατηγορούμενους
- Επίσης ενώ ο Πολυβίου Μ.Κ.4 σε απάντηση σχετικής ερώτησης είπε ότι γνώριζε για την παρακολούθηση της οικίας της κατηγορούμενης 1 αλλά δεν γνώριζε εάν ήταν υπό παρακολούθηση ο κατηγορούμενος 3, ο Στυλιανού είπε ότι η παρακολούθηση της κατηγορούμενης προέκυψε στην εξέλιξη. (ε) Ο Αβραάμ εκμεταλλευόμενος την γνωριμία του με την κατηγορούμενη 1 υπό το κράτος των διαφορών και της έχθρας του εναντίον του κατηγορούμενου 3, όπως «αναντίλεκτα» ανάφερε η κατηγορούμενη 1, ο οποίος ήθελε πάση θυσία να βρεθεί μαρτυρία να ενοχοποιήσει τον κατηγορούμενο 3, προέβη στους εκφοβισμούς και υποσχέσεις που περιέγραψε η κατηγορούμενη 1, με αποτέλεσμα να ενδώσει για να απεμπλακεί από το αδίκημα η ίδια και να προστατευτεί από τις απειλές του κατηγορούμενου 3 που τις ανάφερε ο Αβραάμ ότι εκσφενδόνιζε εναντίον της και της οικογένειάς της. Ζήτησε δε από το Δικαστήριο όπως μη γίνουν αποδεκτές ως Τεκμήρια. Είναι θεμελιώδης αρχή ότι πριν επιτραπεί η παρουσίαση κατάθεσης κατηγορούμενου στο Δικαστήριο ως μαρτυρία, η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει θετικά και πέραν από κάθε λογική αμφιβολία ότι η κατάθεση ήταν θεληματική, ότι δηλαδή δεν προέκυψε ως αποτέλεσμα συμπεριφοράς προσώπου που ασκούσε εξουσία σε σχέση με την ανάκριση ή τη δίωξη η οποία να είχε προκαλέσει στον κατηγορούμενο είτε φόβο για δυσμενείς επιπτώσεις, είτε ελπίδα για αποκόμιση πλεονεκτήματος είτε που να συνιστά καταπίεση, δηλαδή μεταχείριση που να έτεινε να υπονομεύσει και στην πραγματικότητα υπονόμευσε την ελεύθερη θέληση του κατηγορούμενου: Βλ. Ibrahim v. R.
(1914)A.C. 599 (H.L.), Commissioners of Customs and Excise v. Harz and Power
(1967)1 A.C. 760 (H.L.), D.P.P. v. Ping Lin
(1975)3 All ER 175, R. v. Priestly 51 Cr. App. R., Psaras & Another v. Republic
(1987)2 C.L.R. 132, R. v. Sfongaras 22 CLR 113, Kokkinos v. Police
(1967)2 C.L.R. 217, Petris v. The Police
(1968)2 C.L.R. 40 και Ιωαννίδης v. Δημοκρατίας
(1969)2 Α.Α.Δ. 169. Στο σημείο αυτό ας μου επιτραπεί να παραθέσω σε πιο εκτενή μορφή τις πιο πάνω αρχές ως αυτές αναδύονται από τις πιο πάνω υποθέσεις και όχι μόνο, όπως αυτές καταγράφονται σε απόφαση αδελφών δικαστών του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας στην υπόθεση Δημοκρατίας v. Μιχαήλ Αρ. Υπ. 32780/00 ημερ. 1.11.2001 από τις οποίες τις δανείζομαι όπως ακριβώς έχουν και διατυπώνονται ως ακολούθως: «Η κλασσική διατύπωση της αρχής που διέπει την δεκτότητα μιας ομολογίας φαίνεται στην υπόθεση Imbrahim v. R.
(1914)Α.C. 599, 609: «Έχει προ πολλού καθιερωθεί σαν θετική αρχή του Αγγλικού Ποινικού Δικαίου ότι κατάθεση κατηγορουμένου προσώπου τότε μόνο γίνεται δεκτή σαν μαρτυρία όταν αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ότι ήταν θεληματική με την έννοια ότι δεν πάρθηκε από φόβο δια ζημία ή από ελπίδα δια όφελος που προκλήθηκε ή υποκινήθηκε από πρόσωπο εξουσίας.» Οι αρχές που διέπουν τη δεκτότητα μιας κατάθεσης συνοψίζονται από τον τότε Δικαστή και νυν Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ. Πική στην υπόθεση Φουρνίδης v. Δημοκρατίας
(1986)2 Α.Α.Δ. 73, όπου στις σελίδες 86, 87 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Είναι αλήθεια ότι σειρά αποφάσεων της Κυπριακής Νομολογίας αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να απορρίψει μια κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Η ουσία αυτών των αποφάσεων έγκειται εις το ότι ένα Δικαστήριο που καλείται να αποφασίσει την δεκτότητα μιας κατάθεσης πρέπει να υιοθέτει μια ευρεία θεώρηση των γεγονότων που περιβάλλουν και συνθέτουν τη λήψη της κατάθεσης και δεν πρέπει να διστάζει να απορρίψει μια κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Αυτές οι αρχές αντανακλούν τη δέσμευση μας για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη διατήρηση του κράτους δικαίου. Ωστόσο καμία από αυτές τις αυθεντίες στοχεύει στην αλλαγή της βασικής αρχής ότι η θεληματικότητα είναι το κριτήριο της δεκτότητας. Αυτό επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Αζίνας v. Αστυνομίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9. Επίσης οι Δικαστικοί Κανόνες όπως έχει τονισθεί, δεν αποτελούν από μόνοι τους κανόνες δικαίου παράβαση των οποίων καθιστά μη αποδεκτή την κατάθεση, αποτελούν ωστόσο σημαντικά βοηθήματα για να αποφασισθεί κατά πόσο μια κατάθεση είναι θεληματική». Περαιτέρω στην υπόθεση Πετρή v. Αστυνομία
(1968)2 Α.Α.Δ. 40, έχει αναφερθεί ότι ο Δικαστήριο στην εξέταση του θέματος της δεκτότητας μια κατάθεσης, πρέπει να λαμβάνει υπόψη, πρόσθετα με τη θεληματικότητα, και το κατά πόσο η κατάθεση «πάρθηκε κάτω από περιστάσεις τέτοιες που έκδηλα θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι του αστυνομικού οργάνου». Στην υπόθεση Ιωαννίδης v. Δημοκρατίας
(1969)2 Α.Α.Δ. 169, αναφέρθηκε, στη σελίδα 185, ότι η δεκτότητα μιας κατάθεσης «είναι θέμα δικαστικής, διακριτικής ευχέρειας που ασκείται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και κατά τρόπο δίκαιο για τον κατηγορούμενο. Είναι εξίσου ανοικτό για το Δικαστήριο να δεχθεί να απορρίψει μια ομολογία προς το συμφέρον της δικαιοσύνης έστω και αν είναι θεληματική και αυτό εξαρτάται από τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες πάρθηκε η κατάθεση σε μια συγκεκριμένη υπόθεση». Για ολοκλήρωση της Νομικής Πτυχής του θέματος της θεληματικότητας μιας κατάθεσης έστω και αν δεν έχει τεθεί τέτοιο θέμα και δεν εξετάζεται, παραθέτω και τα ακόλουθα: Πρέπει επίσης να καταδεικνύεται, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι η κατάθεση λήφθηκε νομότυπα, σύμφωνα δηλαδή με τους Δικαστικούς Κανόνες. Αναφορικά με το νομότυπο της κατάθεσης, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδέχεται κατάθεση όπου υπήρξε μόνο κάποια τυπική ή επουσιώδης παρέκκλιση από τους κανόνες η οποία να μην επέδρασε στη θεληματικότητα της κατάθεσης και να μην έθεσε τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση. Το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να επιτρέψει την παρουσίαση κατάθεσης ακόμα και όπου δεν υπήρξε συμμόρφωση με τους Δικαστικούς Κανόνες. (Βλ. R. v. Ovenell
(1968)1 All E.R. 933 και R. v. Prager
(1972)1 All E.R. 1114). Σημειώνω όμως πως τα Δικαστήρια στην Κύπρο έχουν επιδείξει ιδιαίτερη ευαισθησία σε ότι αφορά την τήρηση των Δικαστικών Κανόνων με αποτέλεσμα να αποκλίνουν προς τον αποκλεισμό κατάθεσης όπου υπήρξε επουσιώδης παράβαση (βλ. Kokkinos v. The Police (πιο πάνω), Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 40 και The Republic v. Pierides
(1971)2 C.L.R. 181). Ως προς τη σημασία τήρησης των Δικαστικών Κανόνων και τις αρχές που διέπουν τη δεκτότητα μιας κατάθεσης, παραπέμπω στις αποφάσεις Αζίνα v. Αστυνομίας
(1981)2 C.L.R. 9,11 και Φουρνίδης v. Δημοκρατίας
(1986)2 C.L.R. 73,86. Οι Δικαστικοί Κανόνες δεν αποτελούν από μόνοι τους κανόνες δικαίου, παράβαση των οποίων καθιστά μη αποδεκτή την κατάθεση. Αποτελούν, ωστόσο, σημαντικά βοηθήματα για να αποφασίσει κατά πόσο μία κατάθεση είναι θεληματική. Αναπόφευκτα η απόδειξη της θεληματικότητας μιας κατάθεσης συνεπάγεται τη διατύπωση ευρημάτων. Η αξιολόγηση όμως μαρτυρίας σε μια δίκη εντός δίκης και ιδιαίτερα του κατηγορούμενου πρέπει να περιορίζεται σε όσο το δυνατό στενότερα πλαίσια και μόνο για να καλύψει τις ανάγκες των επίδικων θεμάτων που τέθηκαν στη δίκη εντός δίκης. Ως εκ τούτου, αποφεύγοντας τη διατύπωση ευρημάτων που να υπερβαίνουν τα όρια του απολύτως απαραίτητου θα προσεγγίσω τη μαρτυρία με κάθε δυνατή προσοχή ούτως ώστε να διαφυλαχθεί ανοικτό το γενικότερο θέμα της αξιοπιστίας των μαρτύρων και προβαίνω στη διατύπωση όσο το δυνατό λιγότερων ευρημάτων (βλ. Ιωαννίδης v. Δημοκρατίας
(1967)2 C.L.R. 169 και Πετρή v. Αστυνομίας
(1968)2 C.L.R. 40). Ξεκαθαρίζω από τώρα ότι το παράπονο της κατηγορούμενης 1 περιορίζεται και συγκεκριμενοποιείται, όπως τούτο καταγράφεται μέσα από την μαρτυρία της και την αγόρευση του συνηγόρου της, ότι προέβη στις τρεις καταθέσεις, που η κατηγορούσα αρχή επιθυμεί την κατάθεση τους ως Τεκμήρια, κατόπιν εκφοβισμού, εκβιασμού, απειλών και υποσχέσεων. Ως εκ τούτου, προβαίνω σε εξέταση της θεληματικότητας των τριών καταθέσεων της κατηγορούμενης 1 υπό το πρίσμα της πιο πάνω θέσης της υπεράσπισης και εις ουδένα άλλο θέμα. Κατ΄ αρχάς δεν μπορεί να παραμείνει απαρατήρητο και ασχολίαστο το γεγονός ότι ο συνήγορος της κατηγορούμενης 1 όταν έφερε ένσταση στην κατάθεση, ως Τεκμηρίων, των τριών καταθέσεων της κατηγορούμενης 1 ανέφερε ότι στους εκβιασμούς, εκφοβισμούς και υποσχέσεις προς αυτήν προέβησαν όλα τα μέλη της ΥΚΑΝ Λάρνακας και ο μόνος λόγος που δεν αναφέρθησαν τα ονόματα τους απ΄ αυτόν, πλην του Αβραάμ, ήταν γιατί δεν τα γνώριζε. Του δόθηκε όμως η ευκαιρία να τα μάθει και να ζητήσει να κληθούν ως μάρτυρες από τον λοχία Στυλιανού, Μ.Κ.1, ο οποίος ανέφερε ότι εκτός από τρία - τέσσερα άτομα της ΥΚΑΝ αρχηγείου που παρέμειναν για κάποιο χρονικό διάστημα στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λάρνακας, μετά την ολοκλήρωση της επιχείρησης στις 7.10.2008 στα γραφεία ήταν τα μέλη της βάρδιας της ΥΚΑΝ Λάρνακας, όμως δεν το έπραξε. Κατά την αντεξέταση δε των Μ.Κ.1, 2 και 4 υπέβαλε σ΄ αυτούς ότι προέβησαν σε εκβιασμούς και υποσχέσεις, προωθώντας τη θέση ότι τουλάχιστον αυτοί ενέργησαν ως τους καταλογίζει πιο πάνω, για να εισπράξει βέβαια αρνητική απάντηση, αφού, ως ήταν και ο ισχυρισμός της κατηγορούμενης 1 κατά την μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου, οι εκφοβισμοί και οι υποσχέσεις προήλθαν από τον Αβραάμ, Μ.Κ.3. Κανενός άλλου το όνομα ή έστω η περιγραφή αστυνομικού δεν αναφέρθηκε απ΄ αυτήν ότι δέχθηκε εκβιασμό ή εκφοβισμό ή υποσχέσεις. Η ανακολουθία της γραμμής υπεράσπισης από την ώρα που εκδηλώθηκε η ένσταση για την κατάθεση, ως Τεκμηρίων, των καταθέσεων της κατηγορούμενης 1 μέχρι και την αντεξέταση των Μ.Κ., με την μαρτυρία που έδωσε η κατηγορούμενη 1 είναι εμφανής και δημιουργεί τριγμούς αν όχι στα θεμέλια του οικοδομήματος του παραπόνου της κατηγορούμενης 1 στο ίδιο το οικοδόμημα. Στρεφόμενος τώρα στο είδος και την έκταση που έλαβαν οι εκβιασμοί, εκφοβισμοί, απειλές και υποσχέσεις που κατ΄ ισχυρισμό προέβη, το μοναδικό πρόσωπο πλέον που καταλογίζονται οι ενέργειες αυτές, από τον Αβραάμ, Μ.Κ.3, διαπιστώνονται ότι υπάρχει διάσταση σ΄ αυτά που του καταλόγισε με τις δηλώσεις του ο συνήγορος της κατηγορούμενης 1 όταν υποστήριζε την ένσταση στην κατάθεση της, ως Τεκμήρια, των τριών καταθέσεων της κατηγορούμενης 1, με αυτά που ανάφερε η κατηγορούμενη 1 κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία της και εξηγούμαι. Στις 18.9.2009 όταν ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ήταν αοριστία να αναφέρεται ο συνήγορος της κατηγορούμενης 1 σ΄ όλα τα μέλη της ΥΚΑΝ Λάρνακας ότι προέβησαν σε εκβιασμό και υποσχέσεις και ο συνήγορος της κατηγορούμενης 1 ανέφερε ότι ήταν όλοι όσοι έλαβαν μέρος στην επιχείρηση, στη συνέχεια ανάφερε και συνάμα όμως διευκρίνισε ότι ο εκβιασμός και οι υποσχέσεις συνίσταντο στα ακόλουθα τα οποία αναφέρθησαν και στην αρχή της απόφασης: «Αν δεν μπορείς να προχωρήσεις να μας πεις τους συνεργάτες σου, ποιοι είναι θα πάρεις είκοσι
(20)εσύ. Ενώ αν μας πεις θα πας μάρτυρας κατηγορίας εναντίον τους». Η υπογράμμιση είναι δική μας. Τονίζει μάλιστα ο συνήγορος της ότι αυτός ο εκβιασμός και οι απειλές συνεχίστηκαν μέχρι και δεκαπέντε ημέρες πριν τις 18.9.2009. Η κατηγορούμενη 1 όμως στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία της τον εκβιασμό και τις υποσχέσεις τα καθόρισε στα ακόλουθα αποσπάσματα, τα οποία παρατίθενται αυτούσια: «Ε. Πείτε στο δικαστήριο σας παρακαλώ τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εδώσετε αυτές τις τρεις καταθέσεις. Α. Αυτές τις τρεις καταθέσεις τα έδωσα μετά από πολλές υποσχέσεις, υποσχέσεις όπως θα με βοηθήσουν θα σταματήσουν την ποινική δίωξη εναντίον μου θα με βάλουν στο πρόγραμμα των μαρτύρων υπό προστασία και για την ασφάλειά μου μου υποσχέθηκαν ότι θα με προστατέψουν για το λόγο ότι ήμουνα υπό απειλή ότι θα με σκοτώσουν. ............................................................................................................. Ε. Μάλιστα. Συνέχισε από εκεί που ήρθε στο γραφείο ο κ. Αβραάμ. Α. Ο κ. Αβραάμ μου είπε γι΄ αυτή την καταγγελία που έγινε σχετικά με την κλοπή των χρημάτων και από εκεί ξεκίνησαν όλα. Ήμουν σοκαρισμένη ακόμα και εκείνη τη στιγμή μόλις μου είπε γι΄ αυτή την κουβέντα γι΄ αυτή την καταγγελία εγώ έμεινα έκπληκτη για το λόγο ότι είχα πολύ καιρό να σκεφτώ αυτή την ιστορία. Εκείνη τη στιγμή με πληροφόρησε ο κ. Αβραάμ ότι του τα είπε όλα ο Νικόλας εκείνη τη στιγμή μου είπε ότι γίνεται έρευνα στο σπίτι του Νικόλα ότι με απειλεί με το θάνατο και ότι η μόνη ελπίδα μου είναι να του έχω εμπιστοσύνη επειδή θα με βοηθήσει είναι η μόνη μου ελπίδα και ότι αν δε πω όλα να πάω είκοσι χρόνια φυλακή και μου απείλησε επίσης και την οικογένεια μου και το παιδί μου. Εκείνη τη στιγμή ήταν το μόνο άτομο που μπορούσα να του έχω εμπιστοσύνη και ο μόνος που τον γνώριζα και δέχθηκα, και δέχθηκα να δώσω από την κατάθεση εναντίον του Νικόλα με την υπόσχεση ότι θα με προστατέψει και για μένα και το παιδί μου και ότι δεν θα με κατηγορήσουν, ότι δεν θα με κατηγορήσουν ότι πρέπει να κάμω μια ιστορία πιστευτή να μεν φοβάμαι γιατί αυτός θα είναι δίπλα μου.» Από την Αντεξέταση: Ε. Είναι από το περιβάλλον του Νικολάου. Α. Μου είπε ότι την ώρα που γινόταν έρευνα στο σπίτι του Νικόλα ο Νικόλας με απειλούσε ότι θα με σκοτώσει η μόνη ελπίδα μου είπε ότι για μένα είναι να δώσω τον Νικόλα για να είμαι εντάξει εγώ. Ε. Μάλιστα. Ας πούμε τώρα ότι σου είπε ο Αβράμης έτσι ότι απ το περιβάλλον του Νικολάου απειλείται η ζωή σου εκτός εάν εμπλέξεις τον ίδιο τον Νικόλα. Α. Εγώ πίστεψα από την πρώτη στιγμή τον Αβράμη αυτός μου είπε ότι η μόνη ελπίδα μου είναι να τους βοηθήσουμε να πιάσουν τον Νικόλα και μετά που θα γίνει αυτό θα με στέλλουν στο παιδί μου θα με προστατέψουν να μην μου συμβεί τίποτε κακό. Ε. Ένα λεπτό που θα σε στέλλασειν; Α. Στο πρόγραμμα μαρτύρων, προστασίας μαρτύρων. ............................................................................................................... Ε. Θυμάσαι να μας πεις τι ήταν αυτό που σου είπε ο Αβράμης να κάμεις να εμπλέξεις τον Νικόλας; Α. Μου είπε να πω ότι εκείνα τα ναρκωτικά που βρέθηκαν μου είπε να πω ότι εκείνα τα ναρκωτικά που βρέθηκαν πάνω μου πρέπει να τα δώσω στο Νίκολας ότι είμαστειν υπό παρακολούθηση ότι έπρεπε να φθάσουμε στο σπίτι του αλλά δεν ξέρω τι έγινε, έγινε κάτι δεν ξέρω έπιασε με εμένα πρώτα δεν ξέρω εγώ με έπιασε με πρώτα δεν ξέρω αν υπήρχαν αρκετά στοιχεία δεν υπήρχαν δεν ξέρω αλλά είχαν την ανάγκη να με έχουν για να μπορέσουν αυτοί να πιάσουν τον Νικόλα.» Προκύπτει επομένως, αβίαστα, ότι η ένσταση που προέβαλε ο συνήγορος της κατηγορούμενης 1 συνίστατο στην υπόσχεση ότι με την αποκάλυψη των συνεργατών της θα είχε ως αντάλλαγμα να την καταστήσουν μάρτυρα κατηγορίας, διαφορετικά, εκφοβίζετο ότι θα κατηγορείτο και θα έπαιρνε είκοσι
(20)χρόνια φυλάκιση. Η κατηγορούμενη 1 όμως, όπως από τα πιο πάνω αποσπάσματα αποκαλύπτεται, διατείνεται ότι ο εκφοβισμός συνίστατο στην απειλή, που κατά τον ισχυρισμό της της μετέφερε ο Αβραάμ, ότι ο κατηγορούμενος 3 θα τη σκότωνε και στην υπόσχεση ότι εάν έδιδε κατάθεση και έλεγε ότι τα ναρκωτικά που βρέθηκαν πάνω της θα τα έδινε στον κατηγορούμενο 3, τότε θα την βοηθούσαν να σταματήσει η ποινική δίωξη εναντίον της και δεν θα την κατηγορούσαν και θα την τοποθετούσαν αυτή και το παιδί της στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων. Οι δύο αυτές θέσεις που εξέφρασε η υπεράσπιση, η μια ως δήλωση του συνηγόρου και η άλλη ως μαρτυρία της κατηγορούμενης 1, αν επιεικώς δεν χαρακτηρισθούν ότι βρίσκονται σε αντίθεση σίγουρα δεν συνάδουν. Όμως αυτές οι παρατηρήσεις, οι οποίες έχουν τη σημασία τους στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται στην αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία της δίκης εντός δίκης δεν απομονώνονται προς εξαγωγή συμπερασμάτων απλά σημειώνονται στα πλαίσια εξέτασης όλων των δηλώσεων, θέσεων και μαρτυρίας που παρουσιάζονται για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας. Ο κύριος άξονας που, κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, διαμορφώθηκε εκ μέρους της υπεράσπισης στο μείζον θέμα του εκφοβισμού και των υποσχέσεων του Αβραάμ, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της κατηγορούμενης 1 είναι, ότι ο Αβραάμ, ο οποίος είχε έχθρα εναντίον του κατηγορούμενου 3, αφού δεν κατέστη δυνατό να ανευρεθούν ενοχοποιητικά στοιχεία κατά την έρευνα που έγινε στην οικία του, δεκαπέντε
(15)λεπτά περίπου μετά που ανακόπηκε το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 4 με συνοδηγό την κατηγορούμενη 1 και συλλαμβάνοντο, τα οποία να στοιχειοθετούν κατηγορίες εναντίον του και να οδηγηθεί στο Δικαστήριο, και ήθελε πάση θυσία να τον «πιάσει», φοβούμενη τις κατά τον ισχυρισμό της απειλές που τις ανέφερε ότι εκστόμισε ο κατηγορούμενος 3, και έτσι εκφοβίζοντας την, της υποσχέθηκε ότι εάν έδινε κατάθεση ότι τα ναρκωτικά, που η ίδια ανάφερε στο Δικαστήριο ότι κατείχε, θα τα παρέδιδε στον κατηγορούμενο 3, δεν θα κατηγορείτο και θα τοποθετείτο στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων. Τούτος ήταν και ο λόγος, κατά την υπεράσπιση, που ο Αβραάμ ανάφερε στο Δικαστήριο ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε πέραν του γεγονότος ότι θα διενεργηθεί επιχείρηση για σύλληψη προσώπων διακίνησης ναρκωτικών στην οποία διακίνηση εμπλέκετο και μια «κοπέλα», χωρίς να γνωρίζει ότι ήταν οι συγκεκριμένοι εμπλεκόμενοι 1 και 3 και ότι παρακολουθείτο η κατηγορούμενη 1 και η οικία του κατηγορούμενου
- Για να φανεί δηλαδή ότι αφού δεν γνώριζε ότι παρακολουθείτο ο κατηγορούμενος 3 δεν μπορούσε να προβεί στους πιο πάνω εκφοβισμούς και υποσχέσεις. Ισχυρισμός που κατά την υπεράσπιση καταρρίπτεται από την μαρτυρία του Μ.Κ.3, ο οποίος ανάφερε ότι τις πληροφορίες που είχε, και ενέπλεκαν τον κατηγορούμενο 3 και την κατηγορούμενη 1 στην διακίνηση ναρκωτικών τους οποίους παρακολουθούσαν, τις γνώριζαν και οι δύο υποδιοικητές, δηλαδή ο Αβραάμ και ο Πολυβίου. Αυτό όμως δεν είναι ορθό γιατί ο Στυλιανού, Μ.Κ.3, στη συνέχεια ανάφερε ότι τις πληροφορίες τις μετέφερε στον Πολυβίου, Μ.Κ.
- Ο Πολυβίου, Μ.Κ.4, ανέφερε ότι αυτός ήταν ο συντονιστής της επιχείρησης, αυτόν πληροφορούσε ο Στυλιανού, Μ.Κ.3, για την εξέλιξη της επιχείρησης και αυτός έδινε οδηγίες στον Στυλιανού, Μ.Κ.3, και αυτός ήταν που έδωσε τις οδηγίες ανακοπής του οχήματος. Ενώ στον Αβραάμ ο οποίος ήταν μαζί του αν και συζητούσαν για την επιχείρηση δεν ανάφερε οτιδήποτε. Ο ίδιος πάντως δεν γνώριζε το όνομα της κατηγορούμενης
- Η αναφορά του δε σε κάποιο στάδιο στην κατηγορούμενη 1 δεν υποδήλωνε γνώση του ονόματος της αλλά απλά υπόδειξη εμπλοκής της «κοπέλας». Πριν αναφερθώ στη σημασία της γνώσης ή μη του Αβραάμ για την παρακολούθηση του κατηγορούμενου 3 κρίνω ορθό να σημειώσω εδώ ότι δεν μου διαφεύγουν οι λιγοστές διαφορές της μαρτυρίας του Στυλιανού, Μ.Κ.3, απ΄ αυτή του Πολυβίου, Μ.Κ.4, οι οποίες έγκεινται κατά κύριο λόγο
(1)στη γνώση ή μη του Πολυβίου, Μ.Κ.4, και Αβραάμ, Μ.Κ.2, των ονομάτων των κατηγορούμενων 1 και 3 ως εμπλεκόμενα πρόσωπα, που ήδη σημείωσα,
(2)ποιος ήταν ο σκοπός της επιχείρησης, που κατά τον Στυλιανού, Μ.Κ.3, ήταν η σύλληψη του κατηγορούμενου 3 σε πρώτο στάδιο και παρακολούθησης της οικίας του και
(3)σύμφωνα και με νέες πληροφορίες και η παρακολούθηση της κατηγορούμενης 3,
(4)ότι ο Στυλιανού, Μ.Κ.3, είπε ότι γνώριζε την κατηγορούμενη 1, ενώ ο Πολυβίου είπε ότι δεν την γνώριζε ο Στυλιανού, Μ.Κ.3, πριν την σύλληψη
(5)ότι δεν του ανάφερε τον κατηγορούμενο 3 ενώ ο Στυλιανού είπε το αντίθετο καθώς και
(6)ότι δεν αντεξετάστηκε η κατηγορούμενη 1 επί του μέρους της μαρτυρίας που αναφέρθηκε στην έχθρα του Αβραάμ προς τον κατηγορούμενο
- Γι΄ αυτά τα θέματα θα επανέλθω. Ο συνήγορος της κατηγορούμενης 1 επέμενε ότι ο Αβραάμ γνώριζε για την παρακολούθηση του κατηγορούμενου 3 και την έρευνα που έγινε στην οικία του χωρίς να προκύψουν ενοχοποιητικά στοιχεία και γι΄ αυτό προέβη στον εκφοβισμό και στις υποσχέσεις προς την κατηγορούμενη 1 για να τον εμπλέξει με κατάθεση της επειδή ακριβώς απέβησαν μάταιες οι πιο πάνω ενέργειες και ήθελε να τον πιάσει πάση θυσία. Αυτή η εισήγηση δεν στέκει στη λογική γιατί αν γνώριζε ότι παρακολουθείτο η οικία του κατηγορούμενου 3 και ότι είχε εξασφαλιστεί ένταλμα έρευνας της κατοικίας του, τότε με κίνητρο την έχθρα, που ισχυρίσθηκε η κατηγορούμενη 1 ότι είχε προς τον κατηγορούμενο 3 δεν θα άφηνε να γίνει η ανακοπή του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 4 με συνοδηγό την κατηγορούμενη 1 αλλά θα άφηνε να εξελιχθεί η πορεία των πραγμάτων στην παράδοση των ναρκωτικών στον κατηγορούμενο 3 και τότε να δίνοντο οι οδηγίες για έρευνα στην οικία του με βάση το δικαστικό ένταλμα, για να υπάρχει ακλόνητη μαρτυρία από τους αστυνομικούς που ελάμβαναν μέρος στην επιχείρηση. Πώς μπορεί να πιστέψει κάποιος ότι ο Αβραάμ την έπεισε να ενοχοποιήσει και τον εαυτό της, για να είναι αληθοφανή η ιστορία που καταγράφεται στην κατάθεση της, όπως ισχυρίζεται η κατηγορούμενη 1, όταν η ίδια στη μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου αβίαστα και σε ερώτηση που δεν ζητείτο κάτι τέτοιο (δεν μπορούσε άλλωστε) ανάφερε ότι τα ναρκωτικά βρέθηκαν πάνω της. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία της ως αυτή καταγράφηκε και πιο πάνω: «Ε. Θυμάσαι να μας πεις τι ήταν αυτό που σου είπε ο Αβράμης να κάμεις να εμπλέξεις τον Νικόλας; Α. Μου είπε να πω ότι εκείνα τα ναρκωτικά που βρέθηκαν μου είπε να πω ότι εκείνα τα ναρκωτικά που βρέθηκαν πάνω μου πρέπει να τα δώσω στο Νίκολας ότι είμαστειν υπό παρακολούθηση ότι έπρεπε να φθάσουμε στο σπίτι του αλλά δεν ξέρω τι έγινε, έγινε κάτι δεν ξέρω έπιασε με εμένα πρώτα δεν ξέρω εγώ με έπιασε με πρώτα δεν ξέρω αν υπήρχαν αρκετά στοιχεία δεν υπήρχαν δεν ξέρω αλλά είχαν την ανάγκη να με έχουν για να μπορέσουν αυτοί να πιάσουν τον Νικόλα.» Ας μη ξεχνούμε ότι η δίκη εντός δίκης δεν γίνεται για την ενοχοποιητική αναφορά της κατά του κατηγορούμενου 3 αλλά για την ομολογία της που βρίσκεται στην κατάθεση της εναντίον του εαυτού της, που ως πρόσχημα για αυτήν, την ομολογία δηλαδή, προβάλλει ότι επήλθε στην προσπάθεια να είναι αληθοφανή η εμπλοκή του κατηγορούμενου 3 με τα ναρκωτικά που ίδια είπε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι βρέθηκαν πάνω της. Επανέρχομαι τώρα στις λιγοστές και επουσιώδεις κατά την κρίση μου διαφορές που υπήρχαν στη μαρτυρία του Στυλιανού, Μ.Κ.3, μ΄ αυτή του Πολυβίου, Μ.Κ.
- Από τη μαρτυρία του Στυλιανού, Μ.Κ.3 και του Πολυβίου, Μ.Κ.4, διαφαίνεται ότι όντως ο Αβραάμ δεν ενημερώνετο από τον Στυλιανού, Μ.Κ.3, για τις λεπτομέρειες της επιχείρησης αλλά ο Πολυβίου, Μ.Κ.4, ο οποίος ανάφερε ότι δεν είπε ονόματα στον Αβραάμ των εμπλεκομένων προσώπων αφού ούτε ο ίδιος γνώριζε μέχρι πριν από την σύλληψη. Δεν φεύγει από το μυαλό μου ότι ο Πολυβίου, Μ.Κ.4, δεν είπε μόνο αυτό. Άλλωστε εάν ήταν μόνο αυτό δεν θα τίθετο θέμα διαφοράς και στη δική του τη μαρτυρία. Ο σκοπός της επιχείρησης κατά τον Αβραάμ ήταν η παρακολούθηση της «κοπέλας» και η σύλληψη της εάν προέκυπτε αδίκημα, καθώς και του προμηθευτή που δεν γνώριζε ποιος ήταν μέχρι πριν από τη σύλληψη της κατηγορούμενης 1 που με την συνεργασία της συνελήφθηκε η κατηγορούμενη 2 στην επιχείρηση στις 8.10.
- Οι διαφορές της μαρτυρίας του Στυλιανού, Μ.Κ.3, και του Πολυβίου, Μ.Κ.4, εάν γνώριζε ο τελευταίος το όνομα της κατηγορούμενης 1 πριν την σύλληψη της και ότι είπε ότι παρακολουθείτο η οικία της ενώ ο Στυλιανού είπε ότι παρακολουθείτο η οικία του κατηγορούμενου 3 και κατά πόσο γνώριζε για την παρακολούθηση της οικίας του κατηγορούμενου 3, πέραν του ότι δεν άπτονται αυτά καθ΄ αυτά με τον Αβραάμ, Μ.Κ.2, αφού δεν αναφέρει κανένας τους ότι του ανέφεραν τα ονόματα αυτών των δύο προσώπων, αυτές δεν είναι ικανές να μου δημιουργήσουν αμφιβολίες για τις συνθήκες που λήφθηκαν οι καταθέσεις τους. Να σημειωθεί εδώ ότι η αναφορά του Στυλιανού, Μ.Κ.3, ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 3 ήταν γνωστοί στην ΥΚΑΝ και ότι ήταν γνωστός και στους δύο υποδιοικητές της ΥΚΑΝ Πολυβίου, Μ.Κ.4, και Αβραάμ, Μ.Κ.2, διευκρινίστηκε από τον ίδιο τον Στυλιανού, Μ.Κ.3, ότι τις πληροφορίες για την επιχείρηση τις έδινε στον Πολυβίου, Μ.Κ.
- Άλλωστε διεφάνη ότι δεν μετέφερε στο Δικαστήριο προσωπική γνώση ο Στυλιανού, Μ.Κ.3, γι΄ αυτό που είπε, δηλαδή ότι γνώριζε ο Αβραάμ για τους κατηγορούμενους 1 και 3 αφού δεν είπε ότι στην παρουσία του ίδιου και του Αβραάμ, Μ.Κ.2, λέχθηκαν τα ονόματα των κατηγορούμενων 1 και
- Απλώς η αναφορά του ήταν μια εντύπωση που διαλύθηκε με την διευκρίνιση που έγινε από τον ίδιο όταν είπε ότι τις πληροφορίες τις έδινε στον Πολυβίου, Μ.Κ.4 και απ΄ αυτόν έπαιρνε οδηγίες. Ο Αβραάμ, Μ.Κ.2, ουδέποτε είπε ότι δεν γνώριζε ότι μια «κοπέλα» παρακολουθείτο. Εκείνο που είπε ήταν ότι δεν γνώριζε το όνομά της και ότι παρακολουθείτο για την συγκεκριμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος 3, γεγονότα που δεν υπάρχει αντίθετη μαρτυρία από τους Μ.Κ.3 και
- Παραθέτω, τα σχετικά αποσπάσματα για να γίνει κατανοητό: «E. Σύμφωνα με την κατάθεση σας η πληροφορία σας ήταν ότι η πρώτη κατηγορουμένη θα έπαιρνε και θα έδινε ναρκωτικά στον 3ο κατηγορούμενο; A. Ο πρώτος κατηγορούμενος ποιος είναι; E. Ο κύριος Νικόλας εδώ; A. Εμείς είχαμε κάποιες πληροφορίες τις οποίες διερευνούσαμε, στην πορεία εξελίχθηκε έτσι η υπόθεση μας. E. Αυτό που λέω είναι, σύμφωνα με τις πληροφορίες σας. A. Οι πληροφορίες μας εξελίχθηκαν σε αυτή την υπόθεση την οποία εκδικάζετε σήμερα. E. Συμφωνείς ότι η κατάθεση σας η οποία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου --» Παραθέτω το απόσπασμα που αναγνώσθηκε από την κατάθεση του Μ.Κ.3: «Στις 07/10/08 κατόπιν έγκυρων και διασταυρωμένων πληροφοριών ότι ο γνωστός στην Υπηρεσία μας Νίκκολας μαζί με την Ιωάννα Μιχαήλ και αυτή γνωστή στην Υ.ΚΑ.Ν διακινούν μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών διαχώρισα την ομάδα μου σε δύο ημιομάδες και θέσαμε υπό παρακολούθηση την οικία του Νίκκολας στην οδό Θηρεσίας 9β Στρόβολος από η ώρα 1200 με επικεφαλής τον Α/Αστ.
- Από όλες τις κινήσεις που κατάγραφε ο Α/Αστ. 1272 περί ώρα 1300 εντόπισε ύποπτο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΑΑΑ012 PAJERO άσπρο μέσα στο οποίο επέβαιναν ένας άνδρας ισχυρής σωματικής διάπλασης και η γνωστή στην Υπηρεσία Ιωάννα Μιχαήλ.» Παρατίθενται και τα ακόλουθα αποσπάσματα από τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 ενώπιον του Δικαστηρίου: «Ε. Είναι δική σας η κατάθεση αυτή; A. Μάλιστα. E. Μάλιστα. Πρώτο θέλω να μας πεις για ποιο Nicola μιλάς εδώ στην κατάθεση σου και για ποια Ιωάννα Μιχαήλ; A. Ο Nicolas (δείχνει τον κατηγορούμενο 3) και η Ιωάννα (δείχνει την κατηγορούμενη 1). E. Άρα δεδομένο πρώτο είναι ότι αυτά τα 2 πρόσωπα τα γνώριζες, ήταν γνωστοί στην ΥΚΑΝ; A. Μάλιστα. E. Δηλαδή γνωστοί σε όλα τα μέλη της ΥΚΑΝ Αρχηγείου; A. Στα πλείστα μέλη ναι. E. Συμπεριλαμβανομένου και των δύο Υποδιοικητών του κυρίου Χαραλάμπους και του κυρίου Πολυβίου; A. Μάλιστα. E. Οι πληροφορίες αυτές ήταν φαντάζομαι γνωστές και σε αυτούς τους δύο Υποδιοικητές; A. Μάλιστα. E. Και σκοπός της επιχείρησης ήταν να συλληφθεί η Ιωάννα Μιχαήλ και o Nicolas; A. Ο Nicolas. E. Σωστά. A. Στην κατάθεση μου λέω ότι διαχώρισα την ομάδα μου σε δύο η ημιομάδες και εννοώ ότι τις διαχώρισα σε δύο ομάδες για ωράριο το οποίο έθεσα υπό παρακολούθηση τον Nicola. E. Λέω όμως σκοπός αυτής της επιχείρησης ήταν η σύλληψη της Ιωάννας Μιχαήλ και του Nicola, όπως τον αποκαλείς; A. Στο πρώτο στάδιο ήταν ο Nicolas. E. Στο μετέπειτα στάδιο; A. Στην εξέλιξη στην πορεία της παρακολούθησης προέκυψε και σύμφωνα με τες νέες πληροφορίες που ήρθαν η Ιωάννα. E. Μάλιστα. Σκοπός εσάς ήταν πάντως να συλλάβετε αυτόν που εσείς υποψιάζεστουν ως τον έμπορο ναρκωτικών, σωστά; A. Σκοπός της επιχείρησης της παρακολούθησης ήταν να συλλάβουμε οποιοδήποτε πρόσωπο ασχολείται με τη διακίνηση ναρκωτικών. E. Μάλιστα, εν προκειμένω ηθέλατε να συλλάβετε τον Nicola και την Ιωάννα Μιχαήλ; A. Με οποιοδήποτε τρόπο κάποιον που ασχολείται με τη διακίνηση ναρκωτικών. E. Μάλιστα και επαναλαμβάνω, όλες αυτές τις πληροφορίες τις μεταφέρατε στους δύο Υποδιοικητές της ΥΚΑΝ τον κύριο Πολυβίου και το κύριο Χαραλάμπους; A. Τις μετέφερα τις πληροφορίες όλες στον Υπεύθυνο Αξιωματικό Επιχειρήσεων της ΥΚΑΝ Αρχηγείου τον κύριο Παντελή Πολυβίου.» Καταδεικνύεται από τα πιο πάνω ότι όταν ο Στυλιανού, Μ.Κ.3, έλεγε ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 3 ήταν γνωστοί στην ΥΚΑΝ αναφέρετο ότι ήταν γνωστοί από το παρελθόν. Ότι τους γνώριζε από το παρελθόν ο Αβραάμ, Μ.Κ.2, δεν το αρνήθηκε. Εκείνο που αρνήθηκε, και δεν λένε το αντίθετο οι Μ.Κ.3 και 4, είναι ότι γνώριζε το όνομα της «κοπέλας» και την εμπλοκή του κατηγορούμενου
- Οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ της μαρτυρίας του Στυλιανού, Μ.Κ.3 και του Πολυβίου, Μ.Κ.4, δεν θα πρέπει να αναχθούν σε τέτοιο ύψος και να προσλάβουν τέτοιες διαστάσεις σε σχέση με τον Αβραάμ, Μ.Κ.2, που να αποκτήσουν τη σημασία απόκρυψης εκ μέρους του γνώσης του για την εμπλοκή των κατηγορούμενων 1 και 3 ακριβώς για να μην μπορεί να ευσταθήσει η θέση της υπεράσπισης ότι ζήτησε από την κατηγορούμενη 1 να ενοχοποιήσει τον κατηγορούμενο
- Ούτε βέβαια το κίνητρο της έχθρας που θέλησε η κατηγορούμενη 1 να αποδώσει στον Αβραάμ εναντίον του κατηγορούμενου 3 ευσταθεί αφού σε καμιά περίπτωση δεν ανάφερε στο Δικαστήριο ποια ήταν τα αίτια και ο περιστάσεις που δημιουργήθηκε αυτή και από ποιο και πώς πληροφορήθηκε γι΄ αυτή. Η γενική και αόριστη αναφορά της ότι γνώριζε γι΄ αυτή την έχθρα όπως και πολλής κόσμος δεν μπορεί να βρει έρεισμα αφού κανένας Μ.Κ. ανάφερε κάτι τέτοιο και είναι αστυνομικοί της ΥΚΑΝ. Η γενική και αόριστη πάλι αναφορά της ότι κατάλαβε από τον τρόπο που μιλούσε ο Αβραάμ ότι στρέφετο εναντίον του κατηγορούμενου 3 δεν μπορεί να έχει καλύτερη τύχη από την τύχη της αμέσως πιο πάνω αοριστίας της, δηλαδή της απόρριψης της. Το τι καταλαβαίνει και το τι δεν καταλαβαίνει η κατηγορούμενη 1 φάνηκε και στην ερμηνεία που έδωσε στην απλή χαιρέτηση με ένα γεια που έλεγε ο ένας στον άλλο με τον Αβραάμ, Μ.Κ.2, πριν δέκα χρόνια την οποία ανήγαγε σε φιλική σχέση. Να σημειωθεί επί του σημείου τούτου ότι ενώ ο συνήγορος της επέμενε ότι συνέχισαν να έχουν επαφή και μετά την δεκαετία η ίδια η κατηγορούμενη δεν ανάφερε κάτι τέτοιο. Επίσης η εξήγηση από την κατηγορούμενη 1, όπως ήταν ο ισχυρισμός της, ότι γνώριζε για την καταγγελία του κατηγορούμενου 3 εναντίο της ο Αβραάμ, από πληροφόρηση που του έκανε ο κατηγορούμενος 3 δεν στέκει στη λογική αφού όπως ήταν ο άλλος της ισχυρισμός ο Αβραάμ είχε έχθρα κατά του κατηγορούμενου 3 και ως εκ τούτου δεν υπήρχε λόγος να τον πληροφορήσει. Άλλος τρόπος γνώσης αυτής της καταγγελίας δεν καταδείχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Μάλιστα είπε ότι αυτό το γεγονός ήταν και η αρχή των όσων, πάλι κατά τον ισχυρισμό της, ακολούθησαν. Επί τούτου, πάλι η αναφορά της ότι είχε πολύ καιρό να σκεφτεί την καταγγελία, δεν ευσταθεί αφού η καταγγελία για κλοπή χρημάτων από τον κατηγορούμενο 3 εναντίον της έγινε μερικές ημέρες προηγουμένως, 26.9.
- Όσον αφορά την εξήγηση που έδωσε η κατηγορούμενη 1 για την ανακριτική κατάθεση της που έδωσε στις 15.10.2008, υπό το βάρος πάντα των εκφοβισμών και υποσχέσεων που κατ΄ ισχυρισμό προέβη ο Αβραάμ Μ.Κ.2, στις 7.10.2008, με την οποία ενέπλεκε και τον κατηγορούμενο 4, πέραν του γεγονότος ότι δεν υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση στον Αβραάμ ότι μετά που έφυγε από την Λάρνακα επανήλθε στην Λάρνακα στις 15.10.2008 και την επισκέφθηκε και τότε την ρώτησε τι μπορεί να κάνει για τον κατηγορούμενο 4 για να είναι ολοκληρωμένη η ιστορία για να δώσει τη δική του θέση, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι έλαβε την κατάθεση αυτή αφού θέλησε, έχοντας υπόψη τις άλλες δύο καταθέσεις, να διευκρινίσει κάποια θέματα και ουδέποτε του υποβλήθηκε ότι τούτο έγινε υπό τις συνθήκες που ανέφερε η κατηγορούμενη
- Επίσης αν πράγματι της είχε υποσχεθεί ο Αβραάμ ότι δεν θα διώκετο, γιατί όταν την προσήγαγαν στο Δικαστήριο για προσωποκράτηση και ακολούθως όταν ήταν σε προσωποκράτηση και μετά σε κράτηση ως υπόδικος δεν διαμαρτυρήθηκε; Τέλος, ενώ ο συνήγορος της ανέφερε ότι συνέχιζαν να την εκβιάζουν μέχρι και δεκαπέντε ημέρες πριν από τις 18.9.2009 η κατηγορούμενη 1 ουδέποτε ανέφερε στο Δικαστήριο ένα τέτοιο ισχυρισμό. Το βάρος βέβαια είναι στην Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η κατάθεση ήταν θεληματική, υπό την έννοια που έχει ερμηνευθεί από την νομολογία που ανωτέρω έχει παρατεθεί. Δεν διαφωνώ ότι κατά την εξέταση του θέματος της δεκτότητας μιας κατάθεσης, πρέπει να λαμβάνει υπόψη πρόσθετα με την θεληματικότητα, και το κατά πόσο μια κατάθεση λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες ή κάτω από περιστάσεις τέτοιες που έκδηλα θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι του αστυνομικού οργάνου, και αφού καταλήξει σε τέτοιο εύρημα να μην γίνει δεκτή η κατάθεση της ως Τεκμήριο. Εκείνο το οποίο αναφέρω είναι ότι κατά την εξέταση αυτού του θέματος και υπό το φως του βάρους απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η κατάθεση ήταν θεληματική, η εξέταση δεν περιορίζεται στην αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία της δίκης εντός δίκης, κατά την αναζήτηση εύρεσης της αλήθειας των συνθηκών που λήφθηκε η κατάθεση, στην μαρτυρία που παρουσιάζει η Κατηγορούσα Αρχή, αλλά στο σύνολο της μαρτυρίας, δίνοντας έτσι την δυνατότητα σύγκρισης και αντιπαραβολής κάθε στοιχείου που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου που να καθίσταται δυνατό οι όποιες αντιφάσεις της μιας ή της άλλης πλευράς να κοσκινίζονται με βάση όλη την μαρτυρία. Διαφορικά το έργο του Δικαστηρίου στην ανεύρεση της αλήθειας θα ήταν ημιτελές. Στην υπόθεση Χατζής v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 466 λέχθηκε ότι η θεληματικότητα και επομένως το αποδεκτό της κρίνεται πάντοτε με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες που την περιβάλλουν. Για να καταστώ πιο σαφής παραθέτω το ακόλουθο ακραίο παράδειγμα. «Ο κατηγορούμενος προβάλλει ένσταση στην κατάθεση της κατάθεσης του ως Τεκμηρίου καθότι δεν ήταν θεληματική. Διεξάγεται δίκη εντός δίκης και οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής πέφτουν σε αντιφάσεις για τις συνθήκες που λήφθηκε η κατάθεση. Ο κατηγορούμενος έχει τη δυνατότητα να μην καταθέσει. Αποφασίζει όμως και καταθέτει. Κατά την διάρκεια της κατάθεσης του αναφέρει ότι την κατάθεση του την έδωσε με τη θέληση του.» Κατά την κρίση μου θα πρέπει χωρίς πολλά λόγια να απορρίψει την ένσταση χωρίς καν να κοιτάξει την μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής γιατί με την δήλωση του ενώπιον του Δικαστηρίου ουσιαστικά προβαίνει σε αναίρεση και απόσυρση της ένστασης του και την καθιστά άνευ αντικειμένου. Έτσι και στην συγκεκριμένη περίπτωση, οι αντιφάσεις στη μαρτυρία των Μ.Κ.3 και 4, Στυλιανού και Πολυβίου, αντίστοιχα, κρίνονται όχι απομονωμένα και έξω από τα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας στην οποία περιλαμβάνεται και η μαρτυρία της κατηγορούμενης 1 στην οποία ανάφερε ότι ήξερε πολύ καλά σε τι θέση ήταν και ήξερε ότι δεν είχε καμιά άλλη ελπίδα και έπρεπε να συνεργαστεί και αβίαστα είπε ότι τα ναρκωτικά βρέθηκαν πάνω της όπως και ότι δεν ήταν άσχετη με τέτοια αστυνομική διαδικασία. Τούτα δεν μπορούν να αγνοηθούν σε σχέση με την κρίση για τον ισχυρισμό που πρόβαλε ότι η ενοχοποίηση του εαυτού της ήταν στα πλαίσια για να φανεί αληθοφανής ο ισχυρισμός ότι εμπλέκετο ο κατηγορούμενος 3 με την προώθηση της θέσης ότι οι Μ.Κ. ήθελαν να αποκρύψουν την δήθεν γνώση του Αβραάμ για την παρακολούθηση του κατηγορούμενου 3. Η θέση που επίσης ίσως κάποιος να προέβαλλε ότι εάν δεν κατάθετε η κατηγορούμενη 1 η μαρτυρία θα ήταν αυτών των Μ.Κ., απαντάται ότι έτσι το σύνολο της μαρτυρίας θα αποτελείτο μόνο από την μαρτυρία των Μ.Κ. και έτσι θα αποφασίζετο μόνο πάνω σ΄ αυτή και ίσως να ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Με βάση την μαρτυρία όπως έχει παρουσιασθεί στη διαδικασία της δίκης εντός δίκης και την οποία έχω αναλύσει και εξηγήσει πιο πάνω κρίνω ότι και οι τρεις καταθέσεις δεν υπήρξαν προϊόν οποιασδήποτε μεμπτής συμπεριφοράς εκ μέρους της αστυνομίας και δη του Αβραάμ, Μ.Κ.2, που να επηρέασε με οιονδήποτε τρόπο την ελεύθερη βούληση της κατηγορούμενης 1 ούτε υπάρχει τέτοια μαρτυρία που να δημιουργείται οιαδήποτε αμφιβολία από ύποπτες συνθήκες στη λήψη των τριών καταθέσεων και κατάληξη μου είναι ότι οι τρεις καταθέσεις της κατηγορούμενης 1 ημερομηνίας 8.10.2008, 9.10.2008 και 15.10.2008 υπήρξαν θεληματικές και μάλιστα υπό συνθήκες που καταδείκνυαν μεταμέλεια. Κατά συνέπεια, η ένσταση απορρίπτεται και οι τρεις αυτές καταθέσεις της κατηγορούμενης 1 γίνονται αποδεκτές ως στοιχεία μαρτυρίας. (Υπ.) ...................................... Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο