← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Donavon Francis, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:699/09, 14 Οκτωβρίου 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Donavon Francis, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:699/09, 14 Οκτωβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:B22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:699/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Donavon Francis Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 14 Οκτωβρίου 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χρ. Μούσκος Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της αμελούς οδήγησης (κατηγορία 1) της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια οδήγησης (κατηγορία 2), χωρίς ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου (κατηγορία 3) υπό την επήρεια αλκοόλης που υπερέβαινε το καθορισμένο όριο (κατηγορία 4) χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος (κατηγορία 5) και ότι οδηγούσε μη εγγεγραμμένο όχημα (κατηγορία 6). Από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, κλήθηκε και έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ο αστυφύλακας 1079 Α. Σαββίδης (ΜΚ1) και ο αστυφύλακας 1706 Κ. Κωνσταντίου (ΜΚ2). Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του γι αυτό δεν πρέπει αυτός να κληθεί σε απολογία. Αντίθετη επί του θέματος ήταν η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής. Η απαλλαγή του κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: α) δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική η στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει τη καταδίκη του κατηγορουμένου σε αυτή. (βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -

(1962)1 All E.R. 448). Η κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή, το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R.9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (Azinas and Another v. Police, (πιο πάνω)). Στο στάδιο αυτό και σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει με αντικειμενικότητα τη δοθείσα μαρτυρία χωρίς να προβεί σε αξιολόγηση της, σε συσχετισμό με τη νομική πτυχή της υπόθεσης έτσι ώστε να διαπιστωθεί αν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «.. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155.. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της και επάρκεια της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία.» Εξετάζοντας το ζήτημα, εάν δηλαδή έχει αποκαλυφθεί ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο θα πρέπει να αναφερθεί στην μαρτυρία που η Κατηγορούσα Αρχή έχει προσκομίσει προς απόδειξη της υπόθεσης της. Γι' αυτό το σκοπό κλήθηκαν και κατάθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ο ΜΚ1 Αστυφύλακας Α. Σαββίδης και ο ΜΚ2 Κ. Κωνσταντίνου. Ο ΜΚ1 υπηρετεί στον αστυνομικό σταθμό Ορόκλινης. Σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται με το άρθρο 24 του περί Αποδείξεως Νόμου κατέθεσε και υιοθέτησε σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του την γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 1) την οποίο ετοίμασε για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Ο ΜΚ1 ανέφερε μεταξύ άλλων ότι στις 20.7.08 και η ώρα 04:55 επισκέφθηκε την σκηνή ενός τροχαίου δυστυχήματος στην οδό Πύλου στην τουριστική περιοχή Πύλας κατόπιν πληροφορίας ότι κάποιο πρόσωπο βρισκόταν πεσμένος στο πεζοδρόμιο κτυπημένο. Με την άφιξη του στη σκηνή, βρήκε ξαπλωμένο στο έδαφος δίπλα από ηλεκτρικό πάσσαλο τον κατηγορούμενο αναίσθητο και κτυπημένο στο κεφάλι. Λίγα μέτρα πιο κάτω βρισκόταν σε ανοιχτό χώρο μια αγωνιστική μοτοσυκλέτα χωρίς αριθμούς εγγραφής. Ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στις διαπιστώσεις του μετά από έλεγχο της σκηνής. Στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας διαπιστώθηκε ότι ο τραυματίας ήταν ο κατηγορούμενος από τον οποίο μετά από συγκατάθεση του θεράποντος ιατρού λήφθηκε δείγμα αίματος το οποίο στάληκε για εξετάσεις στο Κρατικό Χημείο. Ο ΜΚ1 κατάθεσε πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής (τεκμήριο 2) και τελικό σχεδιαγράφημα (τεκμήριο 3) το οποίο επεξήγησε. Στις 23.7.08 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως (τεκμήριο 4) και στις 14.8.08 τον κατηγόρησε γραπτώς και κατέθεσε στο Δικαστήριο την γραπτή κατηγορία ως (τεκμήριο 5). Ο ΜΚ2 κατάθεσε ως τεκμήριο 7 την γραπτή κατάθεση του και ανέφερε στο Δικαστήριο ότι μετέφερε το δείγμα αίματος του κατηγορουμένου στο Κρατικό Χημείο. Κατατέθηκαν από κοινού από τα μέρη τα ακόλουθα τεκμήρια. Η συγκατάθεση του θεράποντος ιατρού για τη λήψη δείγματος αίματος από τον κατηγορούμενο ως τεκμήριο 6 και το αποτέλεσμα της εξέτασης του αίματος του κατηγορουμένου από το Κρατικό Χημείο ως τεκμήριο 8 με βάση το αποτέλεσμα του οποίου το επίπεδο αλκοόλης στο αίμα του κατηγορουμένου ήταν μεγαλύτερο από το επιτρεπτό όριο. Ο κατηγορούμενος στη γραπτή κατάθεση του αναφέρει ότι η αναφερόμενη μοτοσικλέτα είναι δική του, δεν έχει άδεια οδήγησης ούτε ασφάλεια να τον καλύπτει εφόσον η μοτοσικλέτα είναι αγωνιστικού τύπου. Επίσης αναφέρει ότι δεν θυμάται τι είχε κάνει κατά την ημέρα που έγινε το δυστύχημα ούτε και πως έγινε αυτό. Το μόνο που θυμάται είναι ότι δύο μέρες πριν το δυστύχημα έπινε μπύρες στις Βρεττανικές Βάσεις όπου υπηρετεί. Τα ίδια επανέλαβε και όταν κατηγορήθηκε γραπτώς. Ο ΜΚ1 στο στάδιο της αντεξέτασης παραδέχθηκε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο την επίδικη μοτοσικλέτα. Με βάση την μαρτυρία αυτή το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο έχει αποδειχθεί εναντίον του κατηγορουμένου εκ πρώτης όψεως υπόθεση, έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Βασικό στοιχείο το οποίο η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει για όλες τις κατηγορίες, είναι ότι ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο και τόπο που αναγράφεται στο κατηγορητήριο ήταν ο οδηγός του επίδικου οχήματος. Ο ΜΚ1 τίποτε δεν ανέφερε για το θέμα και σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν ισχυρίσθηκε ότι είδε τον κατηγορούμενο να οδηγεί την επίδικη μοτοσικλέτα. Αντίθετα ανέφερε ότι κατά την άφιξη του στη σκηνή βρήκε τον κατηγορούμενο τραυματισμένο στο έδαφος και τον έθεσε σε θέση ανάνηψης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, προκύπτει ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο στην προσκομισθείσα εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία, που να τείνει να καταδείξει ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το επίδικο μηχανοκίνητο όχημα κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο. Συνοψίζοντας αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Η μαρτυρία που έθεσε η Κατηγορούσα Αρχή ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι ικανή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής του κατηγορουμένου. Στο γεγονός ότι, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι είναι ο ιδιοκτήτης της επίδικης μοτοσικλέτας, είναι δυνατό να αποδοθούν διάφορες αλλά και διαφορετικές έννοιες. Συνακόλουθα όλα τα πιο πάνω αφήνουν όλες τις κατηγορίες έκθετες σε απόρριψη, αφού δεν έχει αποδειχθεί το απαραίτητο συστατικό στοιχείο της οδήγησης. Με βάση όλα τα πιο πάνω γεγονότα και νομικές αρχές καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχθεί εναντίον του κατηγορουμένου εκ πρώτης όψεως υπόθεση έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Κατά συνέπεια οι εναντίον του κατηγορίες απορρίπτονται. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.