Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Βασιλάκη Δημοσθένους, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:17947/08, 22 Oκτωβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:B25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:17947/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Βασιλάκη Δημοσθένους Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 22 Oκτωβρίου 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: Ουδείς Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των άρθρων 6
(2)
(3)19 και 20Α των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 72/85, 166/87 και 80
(1)/
- Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία για την προαναφερόμενη κατηγορία. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Αστυφύλακα 695 Κ. Κωνσταντίνου (ΜΚ1) ο οποίος επεξήγησε την διαδικασία ελέγχου του ορίου ταχύτητας με ταχύμετρο. Ανέφερε ότι στις 28.5.08 βρισκόταν στο δρόμο του αεροδρομίου προς το Κίτι, όπου διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας σε σχέση με τα διερχόμενα οχήματα. Σε σχέση με την λειτουργία του ραντάρ ο ΜΚ1 ανέφερε ότι κατά την πιο πάνω ημερομηνία προέβη στους τρείς ελέγχους τους οποίους περιέγραψε, ήτοι έλεγχο αρτιότητος της οθόνης, στόχευση επί σταθερού σημείου προς απόδειξη της απόστασης και έλεγχο ταχύτητος. Διαπίστωσε ότι το ραντάρ λειτουργούσε ορθά και ισχυρίσθηκε ότι η κίνηση κατά τον επίδικο χρόνο ήταν αραιή. Στα πλαίσια του ελέγχου αυτού, ανέκοψε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KND362 το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο και το οποίο όπως ισχυρίστηκε οδηγείτο με ταχύτητα 92 χ.α.ω. αντί 65 χ.α.ω. που ήταν το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στον επίδικο δρόμο. Διαπίστωσε την υπέρβαση του ορίου ταχύτητας του οχήματος του κατηγορουμένου από απόσταση 700 μέτρων χρησιμοποιώντας το ταχύμετρο τύπου Lazer με αριθμό
- Όταν ανέκοψε τον κατηγορούμενο και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο ο τελευταίος δεν έδωσε καμία απάντηση. Ο ΜΚ2 αστυφύλακας 505 Μ. Κυπριανού (εμπειρογνώμονας), κατάθεσε ως τεκμήριο 1 σχετική έκθεση αναφορικά με τη λειτουργία του ταχυμέτρου τύπου Lazer. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής και παρά το ότι ο κατηγορούμενος δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του, έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Η απαλλαγή του κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: α) δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική η στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει τη καταδίκη του κατηγορουμένου σε αυτή. (βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). Η κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R.9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (Azinas and Another v. Police, (πιο πάνω)). Στο στάδιο αυτό και σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει με αντικειμενικότητα τη δοθείσα μαρτυρία χωρίς να προβεί σε αξιολόγηση της, σε συσχετισμό με τη νομική πτυχή της υπόθεσης έτσι ώστε να διαπιστωθεί αν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «.. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155.. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της και επάρκεια της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία.» Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι της οδήγησης με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου. Το άρθρο 6
(2)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Τη συναινέση του Αρχηγού της Αστυνομίας, η αρμοδία αρχή δύναται να ορίση, αναφορικώς προς οιανδήποτε οδόν, ανώτατον ή κατώτατον όριον ταχύτητος, όπερ, καθ' όσον αφορά εις οδόν κειμένην εν τη κατωκημένη περιοχή οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, δεν δύναται να υπερβαίνη τα τεσσαράκοντα μίλια την ώραν∙ το ούτω καθοριζόμενον όριον ταχύτητος θέλει αναγραφή επί πινακίδων τοποθετουμένων επί των οδών κατά τοιούτον τρόπον ώστε ευχερώς να διακρίνωσι ταύτας οι χρησιμοποιούντες τας τοιαύτας οδούς οδηγοί∙ η αρμοδία αρχή δύναται, ωσταύτως τη συναινέσει του Αρχηγού της Αστυνομίας, να μεταβάλη παν ούτω ορισθέν όριον ταχύτητας: Νοείται ότι μέχρις ου η αρμοδία αρχή προβή εις τον ορισμόν τοιούτου ορίου ταχύτητος, τούτο δεν δύναται να υπερβαίνη, εντός των κατωκημένων περιοχών οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου το όριον των τριάκοντα μιλίων την ώρα.» (υπογράμμιση δική μου) Το εδάφιο
(3)του ιδίου άρθρου προνοεί ότι : «
(3)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητος όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, είς φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας επτακοσίας πεντήκοντα λίρας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 6 εδάφια 2 και 3 ότι επιβάλλεται να αποδειχθεί η ύπαρξη στον επίδικο δρόμο πινακίδων που να καταδεικνύουν το καθορισμένο ανώτατο όριο ταχύτητα όπως και ο καθορισμός του ορίου ταχύτητας από την αρμόδια αρχή. Ο ΜΚ1 δεν έδωσε καμία θετική μαρτυρία περί της ύπαρξης πινακίδων επί των οποίων να αναγράφεται το καθοριζόμενο όριο ταχύτητας στον επίδικο δρόμο επί του οποίου οδηγούσε ο κατηγορούμενος κάτι που είναι υποχρεωτικό βάσει των προνοιών του άρθρου 6
(2). Επίσης δεν εδόθη θετική μαρτυρία αναφορικά με τον καθορισμό του ορίου ταχύτητας στο συγκεκριμένο δρόμο. Περαιτέρω η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι ότι οδηγούσε με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου και όχι ότι ήταν σε κατοικημένη περιοχή, ώστε να τεθεί σε εφαρμογή η επιφύλαξη του άρθρου 6
(2)του Νόμου. Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα και νομικές αρχές και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, βρίσκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, αφού δεν δόθηκε οποιαδήποτε θετική μαρτυρία περί της ύπαρξης πινακίδων επί των οποίων να αναγράφεται το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στον δρόμο που διενεργείτο ο έλεγχος από τον ΜΚ1. Περαιτέρω δεν δόθηκε οποιαδήποτε θετική μαρτυρία περί καθορισμού του ορίου ταχύτητας από την αρμόδια αρχή για τον συγκεκριμένο δρόμο. Η αναφορά του ΜΚ1 ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με ταχύτητα 92 χ.α.ω. αντί 65 χ.α.ω. που ήταν το όριο ταχύτητας στον επίδικο δρόμο δεν μπορεί να καλύψει τις πιο πάνω παραλείψεις της Κατηγορούσας Αρχής. Σαν αποτέλεσμα των πιο πάνω η κατηγορία παραμένει έκθετη σε απόρριψη και συνεπώς η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία δεν θα εξυπηρετήσει καμία αρχή δικαίου. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο