← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Ανδρέα Νεοφύτου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:11744/08, 30 Oκτωβρίου 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Ανδρέα Νεοφύτου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:11744/08, 30 Oκτωβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:B26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:11744/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Ανδρέα Νεοφύτου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 30 Oκτωβρίου 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Πίπη Για τον κατηγορούμενο: κ. Λουκαίδης Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας το αδίκημα ανατρέχει στις 21/4/08 στη Λεωφόρο Ακροπόλεως στην Αραδίππου της επαρχίας Λάρνακας όπου ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ETM311 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, τον αστυφύλακα 2644 Λ. Μολέσκη (ΜΚ1) και τον Μιχάλη Μάρκου (ΜΚ2). Συνοπτικά οι μάρτυρες ανέφεραν τα ακόλουθα: Ο ΜΚ1 κατάθεσε την γραπτή κατάθεση του ως (τεκμήριο 1) σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανέφερε ότι την 21.4,.08 περί η ώρα 6.55 επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος που έγινε στα φώτα τροχαίας «πελέτικο» της διασταύρωσης της Λεωφόρου Ακροπόλεως με την οδό Υβίκου στην Αραδίππου με ενεχόμενα οχήματα το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφης ETM311 το οποίο οδηγούσε ο Ανδρέας Νεοφύτου (κατηγορούμενος) και το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής DAQ776 που οδηγούσε ο Μιχάλης Μάρκου (ΜΚ2). Τα δύο οχήματα βρίσκονταν στις τελικές τους θέσεις. Στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΤΜ311 βρίσκονταν εγκλωβισμένοι στη θέση του οδηγού ο κατηγορούμενος και στη θέση του συνοδηγού η κόρη του η οποία στα πόδια της κρατούσε τη δική της κόρη ηλικίας 3,5 ετών. Ο ΜΚ1 πήρε τα αναγκαία μέτρα και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο 2) το οποίο υπέγραψαν οι οδηγοί των ενεχόμενων οχημάτων. Από το πρόχειρο εκπόνησε τελικό σχεδιαγράφημα (τεκμήριο 3). Ο δρόμος ήταν διπλής κατεύθυνσης με διακεκομμένη γραμμή στη μέση και ορατότητα κατά μήκος του δρόμου σε απόσταση 300 μέτρων περίπου σύμφωνα με την πορεία των δύο οχημάτων. Στις 21.4.08 έλαβε γραπτή κατάθεση από τον ΜΚ2 (τεκμήριο 6) και στις 23.4.08 από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 4). Στις 9.8.08 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο. Η γραπτή καταγγελία κατατέθηκε ως τεκμήριο 5. Οι ζημιές του οχήματος του κατηγορουμένου ήταν στην αριστερή πλευρά και του οχήματος του ΜΚ2 στο κυρίως μπροστινό μέρος και στο αριστερό μπροστινό φτερό. Κατά την αντεξέταση του, που ήταν περισσότερο διευκρινιστικής φύσεως παρά αμφισβήτηση της αξιοπιστίας και των γεγονότων όπως αυτά κατατέθηκαν από τον μάρτυρα, αυτός επεξήγησε το συμμετρικό σχεδιαγράφημα αναφέροντας ότι τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του ΜΚ2 είναι μήκους 13.2 μέτρα δεξιά και 13.1 αριστερά και όπως φαίνονται στο τελικό σχέδιο ξεκινούν από την γραμμή του ΑΛΤ και καταλήγουν κάτω από το όχημα. Ο ΜΚ2 κατάθεσε την γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 6) και υιοθέτησε το περιεχόμενο της σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Μεταξύ άλλων ανέφερε ότι οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Μπροστά του σε απόσταση 15 μέτρων προπορευόταν άλλο όχημα το οποίο μόλις μπήκε στη διασταύρωση το φώς του σηματοδότη άλλαξε από πράσινο σε πορτοκαλλί. Σκέφτηκε στιγμιαία ότι δεν θα μπορούσε να σταματήσει διότι η απόσταση του από το ΑΛΤ ήταν μικρή και έτσι συνέχισε την πορεία του με πορτοκαλλί. Όταν πήγαινε να εισέλθει στη διασταύρωση πρόσεξε το όχημα του κατηγορουμένου να του αποκόπτει τη πορεία στρίβωντας δεξιά και τότε πάτησε φρένα για να αποφύγει τη σύγκρουση, χωρίς όμως να τα καταφέρει. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι, όταν είδε το όχημα του κατηγορούμενου από απόσταση 10-15 μέτρα πάτησε τα φρένα του οχήματος του και επέμενε ότι πέρασε ενόσω το φως του σηματοδότη ήταν πορτοκαλλί. Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Ο δικηγόρος του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν θα προσκομίσει μαρτυρία και ότι υιοθετεί το περιεχόμενο της κατάθεσης του τεκμήριο 4 και στη συνέχεια επιχειρηματολόγησε υποστηρίζοντας ότι ο πελάτης του δεν πρέπει να κριθεί ένοχος. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Έχοντας κατά νου ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός εξ' ολοκλήρου ή μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη, προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Ο ΜΚ1 αστυφύλακας 2644 Λ. Μολέσκη μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας, και θεωρώ ότι η μαρτυρία του δεν κλονίσθηκε από την αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη από τον συνήγορο του κατηγορουμένου. Κατέθεσε με αντικειμενικό τρόπο και με σκοπό μέσα από τα ευρήματα του να διαφωτίσει το Δικαστήριο και συνεπώς τη μαρτυρία του την αποδέχομαι εξ' ολοκλήρου. Σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε επί του ίδιου κατηγορητηρίου και δεύτερη κατηγορία, αυτή της μεταφοράς προσώπου κάτω των 12 ετών χωρίς αυτό να είναι προσδεμένο με ειδική ζώνη ασφαλείας. Σε σχετική ερώτηση κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ1 απάντησε με ειλικρίνεια ότι όταν μετέβη στη σκηνή δεν πρόσεξε κατά πόσο η ανήλικη ήταν προσδεδεμένη με ζώνη. Συνεπεία τούτου η ποινική δίωξη αναφορικά με την πιο πάνω κατηγορία αναστάληκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Όσον αφορά το συμμετρικό σχεδιαγράφημα (τεκμήριο 3) αυτό αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου v. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή v. Κυριάκου, ΠΕ 8551, ημερ. 19.3.96, Κυριάκου v. Δημητρίου, Π.Ε. 9571, ημερ. 27.10.1997 Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v. Σοφοκλή Μιχαήλ Π.Ε. 9198, ημερ. 30.10.1997, Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252). Ο ΜΚ2, παρά το γεγονός ότι η μαρτυρία του σε κάποια σημεία περιείχε το στοιχείο της υπερβολής, θεωρώ ότι κατάθεσε με ειλικρίνεια ως προς τα γεγονότα, και σε κύριες γραμμές είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο, παραδεχόμενος μάλιστα ότι πέρασε στη διασταύρωση όταν το φως του σηματοδότη άναψε πορτοκαλλί. Η μαρτυρία του συνάδει και με την πραγματική μαρτυρία στην οποία θα αναφερθώ πιο κάτω και ως εκ τούτου την αποδέχομαι. Την καταφατική απάντηση του, σε υποβολή του συνηγόρου του κατηγορουμένου ότι πέρασε με κόκκινο φως, παρά την προηγούμενη επίμονη θέση του ότι πέρασε με πορτοκαλλί, την εκλαμβάνω ως υπερβολή, η οποία αποσκοπούσε στον να δώσει έμφαση στη θέση του ότι ο κατηγορούομενος φέρει ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος. Προς τούτο και η δήλωση του ότι ακόμα και αν περνούσε με κόκκινο εφόσον η πορεία του ήταν ευθεία ο κατηγορούμενος όφειλε να ελέγξει τον δρόμο πριν να στρίψει δεξιά. Πριν αναφερθώ στη γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου (τεκμήριο 4), θα πρέπει να σημειώσω ότι η δήλωση του, δικηγόρου του ότι ο πελάτης του υιοθετεί το περιεχόμενο της δεν βρίσκει έρεισμα στο δικαιοδοτικό και δικονομικό πλαίσιο του άρθρο 74 του Κεφ. 155, ούτως ώστε να την καθιστά ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου. Δεδομένων των πιο πάνω δεν θεωρώ το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του κατηγορουμένου (τεκμήριο 4) ως ανώμοτη δήλωση του, η οποία με βάση τη νομολογία αν και δεν αξιολογείται λαμβάνεται υπόψιν ώστε να δώσει μια άλλη υφή στα γεγονότα, εάν και εφόσον αυτό επιτρέπεται από τη δοθείσα μαρτυρία (Δημοσθένους v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). Σύμφωνα όμως με τη νομολογία και τις αρχές της απόδειξης όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα «Η Απόδειξη» του Κακογιάννη, 1983 «αν τέτοιες καταθέσεις (του κατηγορουμένου προς την αστυνομία) είναι δυσμενείς για τον κατηγορούμενο, τότε, αν έγιναν θεληματικά, γίνονται δεχτές ως μαρτυρία εναντίον του». Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ακόμα και τότε που βρισκόταν σε ισχύ ο αποκλειστικός κανόνας της εξ' ακοής μαρτυρίας, τέτοιες δηλώσεις προς την Αστυνομία, γίνονταν αποδεχτές ως μαρτυρία εναντίον του καταθέτοντος, ως εξαίρεση στον κανόνα αυτό. Σύμφωνα με την απόφαση στην Αγγλική υπόθεση R.V. Storey
(1968)52 Cr. App Rep. 334 όταν μια τέτοια κατάθεση παρουσιάζεται από την Κατηγορούσα Αρχή δεν αποτελεί απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της, αλλά απόδειξη της αντίδρασης του κατηγορουμένου όταν για πρώτη φορά αντιμετωπίζεται με τα ενοχοποιητικά γεγονότα ως και απόδειξη συνέπειας του κατηγορουμένου όταν αργότερα στη δίκη καταθέσει ενόρκως και δώσει μαρτυρία στην ίδια γραμμή όπως και η κατάθεση του . Υπό το φως των πιο πάνω, η δήλωση του κατηγορουμένου στη κατάθεση του, ότι ενώ ευρίσκετο στο μέσο της διασταύρωσης των φώτων όταν ο φωτεινός σηματοδότης άναψε πορτοκαλλί προχώρησε για να διασταυρώσει δεξιά είναι δυσμενής για τον ίδιο. Εύλογα θα μπορούσε να υποστηριχθεί, ότι αφού πρόκειται περί ενοχοποιητικής δήλωσης, ποιος ο λόγος, αν δεν ήταν αληθινή, να την κάνει ο κατηγορούμενος και μάλιστα στην αστυνομία, στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Για το λόγο αυτό θεωρώ, ότι θα πρέπει να δεχθώ ως αληθινό το περιεχόμενο της δήλωσης αυτής. Με βάση όμως τις πιο πάνω αρχές, το ίδιο δεν θα μπορούσε να λεχθεί για τις δηλώσεις που περιέχονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου, οι οποίες αποτελούν μη ενοχοποιητικές ή ευνοϊκές για τον κατηγορούμενο δηλώσεις. Το τελικό σχεδιαγράφημα τεκμήριο 3 αποτελεί πραγματική μαρτυρία αποκαλυπτική των συνθηκών και της εξέλιξης των πραγμάτων μιας σύγκρουσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση
(2000)ΑΑΔ 252). Η εκδοχή του ΜΚ2 ότι πάτησε φρένα μόλις αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο να του αποκόπτει την πορεία, όπως και ο ισχυρισμός ότι αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο από απόσταση περίπου 15 μέτρων όταν πήγαινε να εισέλθει στη διασταύρωση συνάδει με τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του και το σημείο σύγκρουσης επί του τεκμηρίου 3. Περαιτέρω από το σημείο σύγκρουσης και τις ζημιές των οχημάτων, προκύπτει ότι την στιγμή που επήλθε η σύγκρουση το όχημα του κατηγορουμένου έστριβε δεξιά με κατεύθυνση την οδό Υβίκου. Από το σύνολο της μαρτυρίας που έχω ενώπιον μου, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος όταν το φώς του σηματοδότη απέναντι του άναψε πορτοκαλλί ξεκίνησε για να στρίψει δεξιά, προχωρώντας από το μέσο της διασταύρωσης που εβρίσκετο αρχικά και κατευθυνόμενος προς την είσοδο της οδού Υβίκου. Ο κατηγορούμενος δεν πρόσεξε την έλευση του οχήματος του ΜΚ2 που ερχόταν από απέναντι αποκόπτοντας του έτσι τη πορεία με αποτέλεσμα να επέλθη η σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης, αποτελεί εύρημα μου ότι κατά την 21/4/08 και περί ώρα 06:55 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ETM311 επί της Λεωφόρου Ακροπόλεως με πρόθεση να στρίψει δεξιά στην οδό Υβίκου. Την ίδια ημέρα και ώρα ο ΜΚ2 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής DAQ776 επί της ίδιας οδού με αντίθετη κατεύθυνση. Ο καιρός ήταν αίθριος, ο δρόμος στεγνός και υπήρχε ορατότητα περίπου 300 μέτρων. Η διασταύρωση της Λεωφόρου Ακροπόλεως με την οδό Υβίκου ελέγχεται από φώτα τροχαία. Ο κατηγορούμενος ανέμενε στο μέσο της διασταύρωσης για να στρίψει δεξιά με κατεύθυνση την οδό Υβίκου. Όταν το φως του σηματοδότη άναψε πορτοκαλλί ο κατηγορούμενος προχώρησε με κατεύθυνση δεξιά προς την είσοδο της οδού Υβίκου με αποτέλεσμα να αποκόψει την πορεία του οχήματος του ΜΚ2 που περνούσε στη διασταύρωση με πορτοκαλλί φως και να συγκρουστεί με αυτό. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάση Παύλου v. Αστυνομίας, Π.Ε.6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (βλ. Παναγιώτου v. Αστυνομίας
(1982)1 ΑΑΔ 585, Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 και Βασιλείου v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ. 202). Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης v. Τροχαίας
(1996)2 ΑΑΔ 300, Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Βίττη v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 37, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160 Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). H αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαΐδης v. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όπως έχει αναφερθεί όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού v. Αστυνομίας Π.Ε.7175, ημερ.24.7.2002). Στην υπό εξέταση περίπτωση, η αμέλεια του κατηγορουμένου έγκειται στο ότι παρέλειψε να ελέγξει το δρόμο και τα οχήματα που κατευθύνονταν από απέναντι, προτού προχωρήσει να στρίψει δεξιά. Ο κατηγορούμενος όφειλε να αντιληφθεί το όχημα του ΜΚ2 που ερχόταν από απέναντι. Η πιθανότητα του κινδύνου υπό τις περιστάσεις ήταν εύλογα αντιληπτή. Η παράλειψη προφύλαξης του κατηγορουμένου συνιστά αμέλεια. Στην απόφαση στην υπόθεση Panayides v. Κυριάκου
(1969)1C.L.R. 167 όπου ο εναγόμενος μπήκε στη διασταύρωση με πράσινο φως και στην προσπάθεια του να στρίψει δεξιά, συγκρούστηκε με το όχημα του ενάγοντα που μπήκε στη διασταύρωση σε αντίθετη πορεία και μετά που το φως είχε αλλάξει σε κόκκινο, επικυρώθηκε η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου για τον καταμερισμό της ευθύνης σε 1/3 για τον εναγόμενο και 2/3 για τον ενάγοντα. Η ευθύνη του κατηγορουμένου συνδέεται με το γεγονός ότι παρέλειψε να ασκήσει τη δέουσα προσοχή, πράγμα που τον εμπόδισε να δει έγκαιρα το όχημα του ΜΚ2 που οδηγείτο από απέναντι, ώστε να λάβει αποτρεπτικά μέτρα για αποφυγή της σύγκρουσης και στο ότι έστριψε δεξιά χωρίς να ελέγξει δεόντως ότι αυτό ήταν απόλυτα ασφαλές. Η νομολογία στην οποία παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην παρούσα περίπτωση, όπου ο κατηγορούμενος ενώ ευρίσκετο στο μέσο της διασταύρωσης που ελέγχεται με φώτα τροχαίας επιχείρησε να στρίψει δεξιά. Εκείνο που αναφέρει η εν λόγω νομολογία, είναι ότι στη περίπτωση που οδηγός διασταυρώνει σε φώτα τροχαίας τα οποία είναι αναμμένα προς όφελος του δεν έχει καθήκον επιμέλειας προς τους οδηγούς που παραβιάζουν τα φώτα τροχαίας της δικής τους πορείας. Στην περίπτωση που εξετάζουμε, ο κατηγορούμενος δεν διασταύρωνε με φώτα αναμμένα προς όφελος του αλλά βρισκόταν στο μέσο διασταύρωσης που ελέγχεται με φώτα τροχαίας με σκοπό να στρίψει δεξιά και ως εκ τούτου όφειλε να ελέγξει ότι τούτο ήτο ασφαλές, προτού επιχειρήσει στροφή στα δεξιά. Κάτω δε από τις περιστάσεις ήταν σε θέση να παρατηρήσει το όχημα του ΜΚ2 που κατευθύνετο από απέναντι, αλλά παρέλειψε να το πράξει. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν είδε τον ΜΚ2 που κατευθύνετο από απέναντι καταδεικνύει έλλειψη της δέουσας παρατηρητικότητας. Παρά το γεγονός ότι ο ΜΚ2 προφανώς φέρει και αυτός ευθύνη για το υπό αναφορά δυστύχημα, εν τούτοις η συμπεριφορά του κατηγορουμένου συνέτεινε στην σύγκρουση, αφού δεν λειτούργησε ως ένας συνετός οδηγός ούτως ώστε να ελέγξει ότι τα οχήματα από απέναντι σταμάτησαν στα φώτα τροχαίας πριν επιχειρήσει να στρίψει δεξιά. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που το προκάλεσαν , δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξιπτερά v. Κυπριανού
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ 1696, Κουμή v. Χίννη Π.Ε. 10237 ημερομηνίας 22.3.00). Όλων των πιο πάνω δεδομένων, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολία. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1η κατηγορία. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.