← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Kυριάκου Αργυρού, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:6678/08, 30 Οκτωβρίου 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Kυριάκου Αργυρού, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:6678/08, 30 Οκτωβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:B28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:6678/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Kυριάκου Αργυρού Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 30 Οκτωβρίου 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Πίπη Για τον κατηγορούμενο: κ. Λουκαΐδης Κατηγορούμενος: Παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19

(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας κινήσεως Νόμου 86/72 (1η κατηγορία) και της οδήγησης μηχανοκίνητου δίκυκλου η ώρα 20:00 χωρίς φώτα πορείας (2η κατηγορία). Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία για τις προαναφερόμενες κατηγορίες. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε 2 Μάρτυρες Κατηγορίας τον Αστυφύλακα 3555 Μ. Μιχαήλ (ΜΚ1) και την Άντρη Θεοδώρου (ΜΚ2). Ο ΜΚ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του τεκμήριο 1, και απάντησε και σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Συγκεκριμένα, ανάφερε ότι στις 3.4.08 και ώρα 20:15 επισκέφθηκε σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που συνέβη στην οδό Εύξεινου Πόντου, με ενεχόμενα οχήματα το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KJP245 με οδηγό την Άντρη Θεοδώρου και το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής HAK341 με οδηγό τον κατηγορούμενο και συνεπιβάτη τον Παναγιώτη Αργυρού. Προκλήθηκαν ζημιές στα δύο οχήματα και τραυματίστηκε ο πιο πάνω συνεπιβάτης. Κατά την άφιξη του στη σκηνή, βρήκε τα ενεχόμενα οχήματα μετακινημένα από τις τελικές τους θέσεις. Αφού οι οδηγοί του υπέδειξαν τις πορείες τους και το σημείο σύγκρουσης πήρε τις αναγκαίες μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα (τεκμήριο 2) το οποίο αφού το επεξήγησε στους οδηγούς αυτοί συμφώνησαν και το υπέγραψαν. Στη συνέχεια, με βάση το τεκμήριο 2 εκπόνησε τελικό σχεδιαγράφημα το οποίο κατέθεσε ως τεκμήριο 3. Πήρε κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 4) και τον κατηγόρησε γραπτώς όπου απάντησε ότι παραδέχεται (τεκμήριο 5). Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ο επίδικος δρόμος στον οποίο επεσυνέβη το εξεταζόμενο δυστύχημα είναι πλατύς και ευθυγραμμισμένος και ότι σε αυτόν υπάρχουν τοποθετημένες κολώνες της ΑΗΚ. Σε σχετικές ερωτήσεις αναφορικά με την απόσταση την οποία φωτίζουν οι κολώνες της ΑΗΚ στον επίδικο δρόμο ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν είναι γνώστης αυτού του θέματος. Η ΜΚ2 κατέθεσε σαν μέρος της κυρίως εξέτασης της την γραπτή κατάθεση της (τεκμήριο 7). Ανέφερε ότι ήταν η οδηγός του οχήματος το οποίο ενεπλάκη στο επίδικο δυστύχημα με το όχημα του κατηγορουμένου. Κατά τον επίδικο χρόνο και ενώ οδηγούσε το όχημα της στον επίδικο δρόμο σταμάτησε δείχνοντας ότι θα στρίψει δεξιά για να εισέλθει στην οδό Στυλιανού Χουρμουδίου. Ενώ έλεγξε το δρόμο πριν να στρίψει δεξιά δεν αντελήφθηκε πριν την σύγκρουση το δίκυκλο του κατηγορουμένου, το οποίο δεν είχε φώτα. Στην γραπτή κατηγορία (τεκμήριο 5) η απάντηση του κατηγορουμένου ήταν ότι παραδέχεται. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου δήλωσε ότι η παραδοχή του κατηγορουμένου επί του τεκμηρίου 5 αφορούσε μόνο το αδίκημα της οδήγησης χωρίς φώτα πορείας. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής ο συνήγορος του κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του ούτως ώστε να κληθεί σε απολογία. Την εισήγηση αυτή στήριξε στο γεγονός ότι δεν τέθηκαν οποιαδήποτε γεγονότα που να στοιχειοθετούν αμελή οδήγηση εκ μέρους του πελάτη του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την άρνηση των κατηγοριών ο Κατηγορούμενος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα στο οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου v. Αστυνομίας Π.Ε.6739 και 6740, ημερ. 27.3.2000). Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφωρτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιος Θεοδώρου, Π.Ε.7107, ημερ. 13.2.2002). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοίζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στη δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)145). Όπως αναφέρθηκε και στην γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας v. Στεφάνου Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133: «Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ΄αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου». Το κριτήριο, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όταν όλη η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση σε αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση να απαντηθεί (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου v. Αστυνομίας (πιο πάνω) και (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας v. Νίκου Π. Κλεάνθους Π.Ε.6619, ημερ. 21.6.1999, Azinas v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9. Shaban Bin Houssein v. Chong Fukkan
(1969)3 All E.R. 1616). Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο έχει ενώπιον του την πιο πάνω μαρτυρία από την οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το επίδικο δίκυκλο χωρίς φώτα πορείας όπως επίσης και ότι η ΜΚ2 ενώ ήλεγξε το δρόμο δεν είδε τον κατηγορούμενο να έρχεται από απέναντι. Τα πιο πάνω παρέχουν ενδείξεις, στο βαθμό που απαιτείται φυσικά στο στάδιο αυτό, και δεδομένου ότι δεν προβαίνω σε οποιαδήποτε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, ότι ίσως το μοτοποδήλατο του κατηγορουμένου λόγω έλλειψης φώτων πορείας να μην μπορούσε να γίνει αντιληπτό από την ΜΚ2. Τούτου δεδομένου και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, κρίνω ότι στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση στο βαθμό που απαιτείται ώστε να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.