← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Πέτρος Τσιαττές, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:9518/08, 4 Νοεμβρίου 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Πέτρος Τσιαττές, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:9518/08, 4 Νοεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:B29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:9518/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Πέτρος Τσιαττές Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 4 Νοεμβρίου 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Παντελή Για τον κατηγορούμενο: κ. Ταμπούρλας Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης και της οδήγησης χωρίς προστατευτικό κράνος. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 4.11.07 στην οδό Α. Παναγούλη στα Λειβάδια της επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε την μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής HPK803 χωρίς να καταβάλει την δέουσα επιμέλεια και προσοχή με αποτέλεσμα να προκαλέσει δυστύχημα με ενεχόμενο όχημα την μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ίδιος και να τραυματισθεί σοβαρά. Κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο κατηγορείται ότι δεν έφερε προστατευτικό κράνος. Με την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, έτσι ώστε να κληθεί σε απολογία. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου άφησε το θέμα στη κρίση του δικαστηρίου, ενώ η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου. Η απαλλαγή του κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: α) δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική η στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει τη καταδίκη του κατηγορουμένου σε αυτή. (βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -

(1962)1 All E.R. 448). Η κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R.9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas and another v. Police, (πιο πάνω). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «.. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155.. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της και επάρκεια της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία.» Στο στάδιο αυτό και σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές, το Δικαστήριο, θα πρέπει να εξετάσει με αντικειμενικότητα τη δοθείσα μαρτυρία χωρίς να προβεί σε αξιολόγηση της, σε συσχετισμό με τη νομική πτυχή της υπόθεσης, έτσι ώστε να διαπιστωθεί αν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 8 του Νόμου 86/72 και στο οποίο βασίζεται η πρώτη κατηγορία, έτυχε νομολογιακής ανάλυσης κατ' επανάληψη. Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (βλ. Charalambous v. Police
(1982)2 CLR 134 και Κυριάκου Βίττη v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Η αμέλεια που χρειάζεται για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα δεν είναι ψηλότερη από αυτή που χρειάζεται για να αποδειχθεί στις πολιτικές υποθέσεις (βλ. Πορτοκαλλίδης v. Αστυνομίας
(1987)2 CLR 86). Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κατά την εξέταση κατηγορίας για αμελή οδήγηση, η προσοχή επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις όπως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον, θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι τον τέλειο οδηγό (βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Οι αρχές που διέπουν το καθορισμό ευθύνης των αυτοκινητοδηγών προς άλλους χρήστες του δρόμου είναι αδιαμφισβήτητες (βλ. Vakanas v. Thomas & Another
(1982)1 CLR 530, Adamis & Another v. Eracleous
(1982)1 CLR 746 και Κωμιάτη v. Πόλιτσου
(2001)1 ΑΑΔ 226). Όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, το κριτήριο για τη διαπίστωση αμελούς οδήγησης, όπως και της αμέλειας γενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του αυτοκινητοδηγού. Δεν είναι υποκειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική θεώρηση της λειτουργίας του οδηγού. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το ζήτημα, λαμβάνοντας υπόψη την προσκομισθείσα εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία, χωρίς βέβαια να προχωρήσει σε αξιολόγηση της και σε συσχετισμό πάντα με την νομική πτυχή του θέματος. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της παρουσίασε 4 μάρτυρες. Η μαρτυρία τους είναι πλήρως καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα την επαναλάβω αλλά αφού την παραθέσω συνοπτικά θα προχωρήσω αμέσως σε εξέταση του ζητήματος. Ο ΜΚ1, Αστυφύλακας 2828 Ο. Πέτρου κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του τη γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 1). Ανέφερε ότι επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος και έλαβε διάφορες φωτογραφίες (τεκμήριο 2). Επίσης έλαβε δείγμα αίματος του κατηγορούμενου για έλεγχο αλκοόλης και το παρέδωσε στον εξεταστή της υπόθεσης. Ο ΜΚ2, Λοχίας 4759 Α. Κακούρης, ήταν ο εξεταστής του δυστυχήματος. Κατάθεσε την γραπτή κατάθεση του ως μέρος της κυρίως εξέταση του (τεκμήριο 3). Κατά την άφιξη του στη σκηνή ο κατηγορούμενος είχε ήδη μεταφερθεί με ασθενοφόρο στο τμήμα Α΄ Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας. Ήλεγξε τη σκηνή και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα (τεκμήριο 4) βάσει του οποίου αργότερα εκπόνησε και το τελικό σχεδιαγράφημα (τεκμήριο 5). Όταν επισκέφθηκε τη σκηνή η μοτοσικλέτα του κατηγορούμενου δεν βρισκόταν στην τελική της θέση και είχε ελαφριές ζημιές. Εντόπισε στη λίνια του πεζοδρομίου μαύρισμα∙ που όπως έκρινε προερχόταν από την μοτοσικλέτα . Πήρε καταθέσεις από τον ΜΚ3 και το ΜΚ4 (τεκμήρια 7, 8 και 9). Επίσης έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 6). Ο ΜΚ3, Ντίνος Σιον Κράιζ μεταξύ άλλων ανέφερε ότι, τον επίδικο χρόνο και τόπο έλαβε μέρος σε αγώνα ταχύτητας με τον κατηγορούμενο. Αφού ξεκίνησαν να οδηγούν τις μοτοσικλέτες τους προπορεύθηκε του κατηγορουμένου. Σε καμία περίπτωση δεν κοίταξε πίσω και ως εκ τούτου δεν είδε πως επεσυνέβη το δυστύχημα. Ο ΜΚ4 Κυριάκος Δημητρίου κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο ακολουθούσε τον κατηγορούμενο και τον ΜΚ3. Σε κάποια στιγμή, παρά τον κυκλικό κόμβο της Τεχνικής σε κάποια αριστερή στροφή είδε τον κατηγορούμενο να χάνει τον έλεγχο της μοτόρας του και αφού κτύπησε αρχικά στη λίνια του πεζοδρομίου στη συνέχεια ανατράπηκε και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Υπό το φως των πιο πάνω, προκύπτει ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε θετική μαρτυρία για κάποια ενέργεια του κατηγορουμένου που να καταδεικνύει αμέλεια. Εκτός από την εμπλοκή του κατηγορουμένου στο δυστύχημα, με μόνο ενεχόμενο όχημα την μοτοσικλέτα που οδηγούσε και το γεγονός ότι σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ4 αυτός έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας με αποτέλεσμα αυτή να κτυπήσει στη λίνια του πεζοδρομίου και να ανατραπεί, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο στην προσκομισθείσα εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία, που να τείνει να καταδείξει ότι αυτός ενήργησε αμελώς. Δεδομένου δε του ότι, δεν τέθηκε ενώπιον μου οποιαδήποτε θετική μαρτυρία αναφορικά με την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο, η ασαφής και αόριστη γνώμη του ΜΚ4 ότι ο κατηγορούμενος δεν έστριψε σωστά στην στροφή, δεν αποτελεί μαρτυρία στην οποία ένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορουμένου. Από τη στιγμή που η Κατηγορούσα Αρχή δεν προσκόμισε άμεση και θετική μαρτυρία σε σχέση με οποιανδήποτε ενέργεια του κατηγορούμενου που να καταδεικνύει αμέλεια, κρίνεται ότι η κλήση του σε απολογία, απλώς θα επιβεβαίωνε το κενό και δεν θα εξυπηρετούσε οποιαδήποτε αρχή δικαίου. Το γεγονός και μόνο ότι αυτός έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας που οδηγούσε, και ανατράπηκε, δεν είναι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης στοιχείο αρκετό και ικανό να αποδείξει σε περίπτωση κλήσης του κατηγορουμένου σε απολογία, αμέλεια εκ μέρους του, έτσι ώστε αυτός να πρέπει να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Περαιτέρω και αναφορικά με την δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, δεν τέθηκε ενώπιον μου οποιανδήποτε σαφής και θετική μαρτυρία, ότι ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο που οδηγούσε στην επίδικη οδό, δεν έφερε προστατευτικό κράνος. Αντίθετα ο ΜΚ4 ανέφερε ότι όταν αρχικά συνάντησε τον κατηγορούμενο έξω από το σφαιριστήριο μαζί με ένα φίλο του και οι δύο φορούσαν τα κράνη τους. Με βάση τα πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου για τις κατηγορίες 1 και 2, έτσι ώστε να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Κατά συνέπεια οι εναντίον του κατηγορίες απορρίπτονται. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.