← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Σπύρου Σπύρου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 1501/09, 6 Νοεμβρίου 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Σπύρου Σπύρου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 1501/09, 6 Νοεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:B30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 1501/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Σπύρου Σπύρου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 6 Νοεμβρίου 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Παντελή Για τον κατηγορούμενο: Ουδείς Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις εξής κατηγορίες: 1η κατηγορία - Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος σε οδό χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας. 2η κατηγορία - αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση. 3η κατηγορία - ενώ οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα παρέλειψε να σταματήσει σε κόκκινο σηματοδότη. 4η κατηγορία - οδήγηση μοτοσικλέτας χωρίς να φέρει στερεά προσδεδεμένο στην κεφαλή του προστατευτικό κράνος. 5η κατηγορία- οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ πινακίδων συνιστουσών τα διακριτικά στοιχεία της ταυτότητας του οχήματος. Οι λεπτομέρειες των αδικημάτων ανατρέχουν στις 18/10/08, περί η ώρα 22:50 στην λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στην Λάρνακα, όπου ο κατηγορούμενος οδηγούσε μοτοσικλέτα επικινδύνως για το κοινό, χωρίς πινακίδα στο πίσω μέρος της, περνώντας από φώτα τροχαίας με κόκκινο φως και χωρίς να έχει στερεά στη κεφαλή του προσδεδεμένο προστατευτικό κράνος. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες τον αστυφύλακα 1154 Ν. Ιγνατίου (ΜΚ1) και τον αστυφύλακα 554 Ι. Χ΄΄ Ιορδάνους (ΜΚ2). Η μαρτυρία των μαρτύρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά. Συνοπτικά, ανέφεραν ότι στις 18/10/08 και περί ώρα 22:50, ενώ βρίσκονταν μαζί σε περιπολία με υπηρεσιακό αυτοκίνητο στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού, και ενώ ήταν σταματημένοι σε κόκκινο φως στα φώτα τροχαίας παρά την υπεραγορά «Καρφού» με κατεύθυνση προς την λεωφόρο Τιμάγια με αριστερή πορεία, είδαν τον κατηγορούμενο τον οποίο γνωρίζουν από προηγούμενες ποινικές υποθέσεις που είχε στο παρελθόν, να οδηγά μοτοσικλέτα αγωνιστικού τύπου. Ο κατηγορούμενος προς στιγμής σταμάτησε δίπλα τους όπου πρόσεξαν ότι δεν έφερε προστατευτικό κράνος. Στη συνέχεια, τον είδαν να ανασηκώνει την μοτοσικλέτα που οδηγούσε στον ένα τροχό και να περνά απέναντι στην ίδια λεωφόρο με κόκκινο φως. Στο πίσω μέρος της μοτοσικλέτας δεν υπήρχε διακριτική πινακίδα. Ακολούθησαν τον κατηγορούμενο και χωρίς να χάσουν οπτική επαφή με αυτόν, τον είδαν να συνεχίζει την πορεία του επί της λεωφόρου προς δεύτερα φώτα τροχαίας, όπου επίσης πέρασε με κόκκινο φως και στη συνέχεια να στρίβει δεξιά, να περνά πάνω από τσιμεντένιο διαχωριστικό που υπήρχε στο μέσο της επίδικης Λεωφόρου και να κάνει επαναστροφή όπου ανασήκωσε ξανά την μοτοσικλέτα στον ένα τροχό. Ο κατηγορούμενος κλήθηκε και παρουσιάστηκε στην τροχαία Λάρνακας η ώρα 23:55 της ίδιας ημέρα. Πληροφορήθηκε από τον ΜΚ1 για τα υπό εξέταση αδικήματα τα οποία διέπραξε και απάντησε «εγώ εν οδήγουν μοτόρα». Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο επίδικος δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας στη κάθε κατεύθυνση. Ενδιάμεσα υπάρχει διαχωριστικό φυσικό εμπόδιο και σε ορισμένα σημεία τσιμεντένιο διαχωριστικό. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι στο σημείο που σταμάτησε αρχικά ο κατηγορούμενος, ήταν ακριβώς δίπλα από τη θέση του οδηγού και είχε την ευκαιρία να δει καθαρά τον κατηγορούμενο τον οποίο και αναγνώρισε. Στη συνέχεια οι ΜΚ1 και ΜΚ2 συνέχισαν με το περιπολικό στην ίδια πορεία που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, χωρίς να χάνουν οπτική επαφή με αυτόν διότι ο δρόμος ήταν ευθύς. Η κίνηση στο δρόμο ήταν μέτρια και στις δύο κατευθύνσεις. Τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ2 σε σχετική ερώτηση ανέφεραν ότι δεν έχουν κάτι προσωπικό με τον κατηγορούμενο. Οι πιο πάνω μάρτυρες δεν αντεξετάστηκαν από τον κατηγορούμενο, ο οποίος ρώτησε μόνο τον ΜΚ1 γιατί δεν εντόπισε την επίδικη μοτοσικλέτα στο σπίτι του. Mετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 και του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση από τη θέση που ευρίσκετο κατά την οποία πρόβαλε άλλοθι. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι κατά το χρόνο που τον κατηγορεί η αστυνομία, ότι διέπραξε τα υπό εξέταση αδικήματα, βρισκόταν σπίτι του διότι είχε πάρτυ η μεγάλη του αδελφή στο οποίο παρευρίσκονταν περίπου 30 άτομα και εκεί βρίσκονταν και φίλοι του. Όταν κλήθηκε να πάει στον σταθμό ανέφερε ότι πήγε με κάποιους από τους φίλους του, που παρευρίσκονταν στο πάρτυ. Ανέφερε ότι το επίδικο βράδυ είχε καταναλώσει αλκοόλ. Στη συνέχεια κάλεσε ως μάρτυρες υπεράσπισης τον Αριστήδου Αντώνη (ΜΥ1) και τον Σπύρου Γρηγόρη (ΜΥ2). Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι το επίδικο βράδυ βρισκόταν μαζί με τον κατηγορούμενο στο σπίτι του όπου εγίνετο πάρτυ. Ήταν συνέχεια μαζί με τον κατηγορούμενο. Ήρθαν τρείς αστυνομικοί και τους είπαν να τους ακολουθήσουν στο σταθμό όπου ζήτησαν από τον κατηγορούμενο να δώσει κατάθεση. Ο τελευταίος αρνήθηκε και ακολούθως έφυγαν από τον σταθμό. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 είπε ότι ο κατηγορούμενος ήταν συνέχεια μαζί του. Δεν θυμόταν όμως πότε ήταν το πάρτυ, ούτε ποια ώρα πήγε η αστυνομία στο σπίτι του κατηγορουμένου. Ο ΜΥ2 ουσιαστικά επαναλαμβάνοντας τα όσα ανάφερε ο ΜΥ1, είπε στο Δικαστήριο ότι τον επίδικο χρόνο ήταν με τον κατηγορούμενο στο πάρτυ και ότι βρισκόταν στην βεράντα του σπιτιού όταν πήγε εκεί η αστυνομία και αναζήτησε τον κατηγορούμενο. Σε σχετική υποβολή ότι λέει ψέματα, η απάντηση του ήταν ότι η αστυνομία δεν εντόπισε την μοτοσικλέτα στο σπίτι του κατηγορουμένου. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες την ώρα που κατέθεταν καθώς και τις αντιδράσεις τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Οι ΜΚ1 και ΜΚ2 μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα και μου έδωσαν την εικόνα του φιλαληθούς μάρτυρα. Κατέθεσαν με σταθερό και πειστικό τρόπο τα όσα επεσυνέβησαν, χωρίς οποιαδήποτε στιγμή να διακρίνω οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια τους να παραποιήσουν την αλήθεια. Η μαρτυρία τους που στην ουσία έμεινε αναντίλεκτη ήταν σταθερή, σαφής και ανεπιτήδευτη. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη ο κατηγορούμενος λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129, Στέλιος Σοφοκλέους v. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 ΑΑΔ 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπόψιν ώστε να δώσει μια άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από τη δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του κατηγορουμένου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 CLR 200). Τόσο ο ΜΥ1 όσο και ΜΥ2 δεν με έπεισαν για την αμεροληψία, και την αντικειμενικότητα τους, ούτε και ότι ήρθαν στο δικαστήριο για να μαρτυρήσουν την αλήθεια. Δεν μου έκαναν καθόλου καλή εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα και άφησαν μια πτωχή εικόνα στο δικαστήριο. Από την όλη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, ήταν εμφανές ότι ήρθαν στο δικαστήριο όχι για να πουν την αλήθεια, αλλά με μια φτιαχτή μαρτυρία για να βοηθήσουν τον κατηγορούμενο να απαλλαγεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τόσο κατά την κυρίως εξέταση τους, που ουσιαστικά ήταν απάντηση στην ερώτηση του κατηγορουμένου «πες που ήμουν εκείνη την νύκτα», όσο και κατά την αντεξέταση τους, οι απαντήσεις τους έδιναν την εντύπωση προσχεδιασμένης εκδοχής και απλά επαναλάμβαναν και οι δύο ότι ο κατηγορούμενος εκείνο το βράδυ ήταν συνέχεια μαζί τους. Το ότι, τα όσα ανέφεραν οι Μάρτυρες Υπεράσπισης αποτελούν εκ των υστέρων επινόηση για στήριξη ψεύτικου άλλοθι, ενισχύεται και από το γεγονός ότι, ενώ ακολούθησαν τον κατηγορούμενο όπως είπαν οι ίδιοι στον αστυνομικό σταθμό, ουδέποτε ισχυρίσθηκαν κατά την μαρτυρία τους ότι όταν μετέβησαν εκεί ανέφεραν στην αστυνομία ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο βρίσκονταν συνέχεια με τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω ο ΜΥ2 είπε ότι, όταν πήγε η αστυνομία στο σπίτι του κατηγορούμενου εκείνος βρισκόταν στη βεράντα, δεν ανέφερε όμως κατά πόσο ήταν εκεί και ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τη καθιερωμένη νομολογιακή αρχή, η ανατροπή του άλλοθι βαρύνει πάντοτε την Κατηγορούσα Αρχή και η τυχόν αποδοχή του άλλοθι, η έστω, η ύπαρξη εύλογης αμφιβολίας ως προς την ύπαρξη του, οδηγεί στην απαλλαγή κατηγορουμένου (Γιουρόυκης v. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 231). Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης μου και της αποδοχής της μαρτυρίας των ΜΚ1 και ΜΚ2, ότι δηλαδή είδαν τον κατηγορούμενο κατά τον επίδικο χρόνο στην επίδικη λεωφόρο να οδηγεί την αγωνιστική μοτοσικλέτα με τον τρόπο που περιέγραψαν, απορρίπτω το άλλοθι του κατηγορουμένου μη αποδεχόμενη την μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2. (Φώτος Χ΄΄Δημητρίου v. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 104). Αποδέχομαι από την μαρτυρία τους μόνο ότι, το επίδικο βράδυ στο σπίτι του κατηγορούμενου διεξαγόταν πάρτυ με πολλά άτομα, μεταξύ των οποίων και οι ίδιοι όπως επίσης και ότι ακολούθησαν τον κατηγορούμενο στον αστυνομικό σταθμό. Το γεγονός ότι στο σπίτι του κατηγορούμενου διεξαγόταν πάρτυ, συνάδει και με την μαρτυρία του ΜΚ1. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, καταλήγω ότι στις 18/10/08 και περί ώρα 22:50 στην λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στη Λάρνακα που είναι διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ο κατηγορούμενος οδηγούσε μοτοσικλέτα αγωνιστικού τύπου χωρίς διακριτικές πινακίδες, και ανασηκώνοντας την στον ένα τροχό πέρασε από φώτα τροχαίας με κόκκινο φως. Στη συνέχεια πέρασε από δεύτερα φώτα τροχαίας με κόκκινο φως και στρίβοντας δεξιά πέρασε πάνω από το τσιμεντένιο διαχωριστικό της πιο πάνω λεωφόρου όπου ξανανασήκωσε την μοτοσικλέτα στον ένα τροχό. Υπήρχε μέτρια κίνηση στο δρόμο και στις δύο κατευθύνσειςς. Οι ΜΚ1 και ΜΚ2 οι οποίοι γνώριζαν τον κατηγορούμενο, κατά τον ίδιο χρόνο οδηγούσαν υπηρεσιακό όχημα στην αναφερόμενη λεωφόρο, είχαν συνεχή οπτική επαφή με τον κατηγορούμενο και τον είδαν να προβαίνει στις πιο πάνω ενέργειες. Κατηγορία 1: Το άρθρο 3 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Τρίτου) Νόμου 96/2000 προνοεί μεταξύ άλλων ότι: «
(1)τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να- (α) χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το πρόσωπο αυτό, ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού». Δεδομένης της μαρτυρίας του ΜΚ1 ότι ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του παρουσιάσει πιστοποιητικό ασφάλειας και ο τελευταίος παρέλειψε να το πράξει μέσα σε 48 ώρες, βρίσκω ότι έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας. Κατηγορία 2: Αναφορικά με τη νομική πτυχή του θέματος πως το άρθρο 7
(1)του Νόμου 86/72 δεν καθορίζει τι συνιστά αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση αφήνοντας το θέμα στο Δικαστήριο να το ερμηνεύσει ως θέμα πραγματικό, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις, όπως η φύση, η κατάσταση και χρήση της οδού, ο όγκος της τροχαίας που υπάρχει στο δεδομένο χρόνο ή που λογικά θα αναμένετο να υπάρχει. Στην υπόθεση Πέτρου v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233 επεξηγήθηκε ότι για την επικίνδυνη οδήγηση απαιτείται η απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού. Λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 238: «Σε σχέση με επικίνδυνη οδήγηση σύμφωνα με τη νομολογία, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού και στην αγγλική υπόθεση R. v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: «the fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or necklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards of driving... Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of driving and the relevant circumstances of the case». Στην υπόθεση Στέλιος Σάββα v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 6753, ημερομηνίας 23.2.2000, λέχθηκε με αναφορά στην R. v. Gosney (ανωτέρω) πως το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τη σελίδα 224 της R. v. Gosney (ανωτέρω), σε μετάφραση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μια αιτία». Σε σχέση με την απερίσκεπτη οδήγηση σχετική είναι η υπόθεση R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974. Στην απόφαση αυτή, αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη (mens rea) υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. Έχοντας υπόψιν μου τα πιο πάνω ευρήματα και την νομολογία κρίνω πως έχει καταδειχθεί ενώπιον μου ότι, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ανασήκωσε την μοτοσικλέτα που οδηγούσε στον ένα τροχό, παρελείποντας δύο φορές σε φώτα τροχαίας να σταματήσει στο κόκκινο φως και στη συνέχεια πέρασε πάνω από τσιμεντένιο διαχωριστικό στη επίδικη Λεωφόρο, κάνοντας επαναστροφή και ανασηκώνοντας ξανά την μοτοσικλέτα του στον ένα τροχό, συνιστούσε μια επικίνδυνη κατάσταση που περιείχε σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς. Η διέλευση του κατηγορουμένου επί Λεωφόρου με μέτρια κίνηση κατά τον επίδικο χρόνο, δύο φορές από φώτα τροχαίας με κόκκινο φώς, όπως και η διέλευση του πάνω από τσιμεντένιο διαχωριστικό με κατεύθυνση την αντίθετη κατεύθυνση και η ανασήκωση της μοτοσικλέτας που οδηγούσε στον ένα τροχό όπως περιγράφονται πιο πάνω, αποτελούν σφάλματα εκ μέρους του και καταδείχνουν ότι αυτός οδηγούσε με τρόπο που περιείχε καθαρό και σοβαρό κίνδυνο σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς και ότι έδειξε πλήρη αδιαφορία για αυτό. Συνεπώς κρίνω ότι ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο οδήγησε την επίδικη μοτοσικλέτα αλόγιστα και επικίνδυνα. Κατηγορία 3: Ο Κανονισμός 66 Β
(1)(α)(Ι)(ΙΙ)
(2)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/1984προνοεί μεταξύ άλλων ότι: «η ένδειξη κόκκινου φανού στους φωτεινούς σηματοδότες για οχήματα σημαίνει απαγόρευση για κάθε όχημα που βρίσκεται στο δρόμο να προχωρήσει πέραν της γραμμής, στάσης ....» Δεν έχει αμφισβητηθεί από τον κατηγορούμενο η ύπαρξη ή η νομιμότητα των συγκεκριμένων φωτεινών σηματοδοτών στους οποίους αναφέρθηκαν οι ΜΚ1 και ΜΚ2. Επομένως επενεργεί στην παρούσα υπόθεση το τεκμήριο της κανονικότητας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ντίνου Φλωρίδη Π.Ε. 6496 ημερομηνίας 26/2/99). Έχοντας υπόψιν μου τα ευρήματα και την μαρτυρία όπως έχει αξιολογηθεί ανωτέρω καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε ότι ο κατηγορούμενος πέρασε με κόκκινο φως των δύο φωτεινών σηματοδοτών. Κατηγορία 4: Ο κανονισμός 59
(2)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών προνοεί μεταξύ άλλων ότι: «οδηγός μοτοσικλέτας ή μοτοποδηλάτου όταν ταξιδεύει σε οποιαδήποτε οδό ή όταν χρησιμοποιεί τον εν λόγω όχημα πρέπει να φέρει στερεά προσδεδεμένο στην κεφαλή του προστατευτικό κράνος». Δεδομένων των ευρημάτων και της μαρτυρίας όπως έχει αξιολογηθεί ανωτέρω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε μοτοσικλέτα κατά τον επίδικο χρόνο στον επίδικο δρόμο χωρίς να φέρει στην κεφαλή του στερεά προσδεδεμένο προστατευτικό κράνος. Κατηγορία 5: Ο κανονισμός 16
(1)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών προνοεί ότι: «τα διακριτικά σημεία της ταυτότητας μηχανοκινήτου οχήματος θέλουν τοποθετηθεί επ' αυτού συμφώνως προς τους παρόντας κανονισμούς, κατά τρόπο ώστε να είναι κατά πάντα χρόνο ευχερής η διακρίβωση των». Δεδομένων των ευρημάτων και της μαρτυρίας όπως έχει αξιολογηθεί ανωτέρω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε ότι η μοτοσικλέτα που οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος δεν έφερε στο πίσω μέρος πινακίδες εγγραφής που να συνιστούν τα διακριτικά σημεία της ταυτότητας του οχήματος. Συνεπακόλουθα των πιο πάνω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και στις οποίες κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.