ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Ραλούκας Οάνας Μιχαήλ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15956/08, 11.11.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2009:11 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Σύνθεση Δικαστηρίου: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15956/08 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Εναντίον
- Ραλούκας Οάνας Μιχαήλ
- Gorko Grazyna Tereza
- Νίκου Νικολάου
- Αντώνη Καπετάνιου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 11.11.2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Δημητρίου. Για την κατηγορούμενη 1: κα Πιερούδη για κο Φωτίου. Για την κατηγορούμενη 2: κα Μικελλίδου. Για τον κατηγορούμενο 3: κα Πιερούδη. Για τον κατηγορούμενο 4: κ. Χειμώνας. Κατηγορούμενοι παρόντες. Η κα Έλενα Ανδρέου ορκίζεται να μεταφράζει από τα ελληνικά στα ρουμάνικα και αντίστροφα όσο καλύτερα μπορεί. Η κα Γιαννίνα Γεναγρίτη ορκίζεται να μεταφράζει από τα ελληνικά στα πολωνικά και αντίστροφα όσο καλύτερα μπορεί. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Δίκη εντός δίκης αρ. 3) Η κατηγορουμένη 2 αντιμετωπίζει κατηγορίες κατοχής και προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α. Βρισκόμαστε στο στάδιο της κύριας εξέτασης του Λοχ. 4345, Χαρ. Στυλιανού (Μ.Κ.3). Η κατάθεση του στην αστυνομία έχει κατατεθεί ως μέρος της κύριας εξέταση του (δήλωση «Μ.Κ.3»). Εκεί αναφέρει ότι στις 7.10.2008 βρέθηκε στη τσάντα της κατηγορούμενης 1 ποσότητα κοκαΐνης οπότε η κατηγορούμενη 1 συνελήφθη για αυτόφωρο αδίκημα. Είναι, περαιτέρω, η θέση του ότι η κατηγορούμενη 1 ζήτησε να συνεργαστεί με την αστυνομία για τη σύλληψη του προμηθευτή της. Μια παρένθεση επί τούτου: Έχουμε σε προηγούμενη ενδιάμεση δίκη απορρίψει την κατάθεση δύο καταθέσεων της κατηγορούμενης 1 προς την αστυνομία εφόσον δεν είχαμε πειστεί για το εκούσιο τους. Είναι στην πρώτη από τις εν λόγω καταθέσεις όπου φέρεται να εκφράζει την επιθυμία της να συνεργαστεί με την αστυνομία για να συλληφθεί ο προμηθευτής της. Αποτέλεσε όμως κοινό τόπο ότι η κατηγορούμενη 1 συνεργάστηκε με την αστυνομία και αυτό είναι τώρα, για το ζήτημα που εξετάζουμε που έχει σημασία, ανεξάρτητα από τις συνθήκες υπό τις οποίες συνεργάστηκε. Η κατηγορούμενη 1 λοιπόν, κατά τον Μ.Κ.3, αφού ανέφερε ότι κάποτε την προμήθευε ένας άνδρας και κάποτε μια γυναίκα πολωνικής καταγωγής τους οποίους και περιέγραψε, οδήγησε την αστυνομία στις 8.10.2008 στην περιοχή Φοινικούδων στη Λάρνακα όπου τελικά εντόπισαν την κατηγορούμενη 2, ως την ύποπτη. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.3: (α) Μετά από ανακοπή της κατηγορούμενης 2 στο δρόμο και έρευνα σε τσάντα ώμου που κρατούσε, (Τεκμήριο ΙΘ για αναγνώριση στην κύρια δίκη) ανευρέθηκε ποσότητα κοκαΐνης, οπότε η κατηγορούμενη 2 συνελήφθη για αυτόφωρο αδίκημα. Επρόκειτο για 23 κυλινδρικά σκευάσματα τοποθετημένα σε κουτί με μωρομάνδηλα μάρκας «baby-care», το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο Κ για αναγνώριση, στην κύρια δίκη. (β) Ακολούθως, με γραπτή συγκατάθεση της, διενεργήθηκε έρευνα στο διαμέρισμα ξενοδοχείου όπου διέμενε. Το αποτέλεσμα ήταν να ανευρεθεί, μεταξύ άλλων, και άλλη ποσότητα κοκαΐνης καθώς επίσης ποσότητα χρημάτων. Η κατ΄ ισχυρισμό κοκαΐνη (25 κυλινδρικά σκευάσματα) ανευρέθηκε στο ψυγείο του εν λόγω δωματίου, σε ένα κουτί χυμού μάρκας ΚΕΑΝ, (Τεκμήριο Κ Α στην κύρια δίκη). Όλα μαζί τα κυλινδρικά σκευάσματα, τα 23 που ανευρέθηκαν στο κουτί με τα μωρομάνδηλα και τα 25 που ανευρέθηκε μέσα στο κουτί του χυμού, έχουν κατατεθεί ως Τεκμήριο Κ Β για αναγνώριση στην κύρια δίκη. Τέλος, ως Τεκμήριο Κ Γ έχει κατατεθεί ένα άδειο κουτί χυμού μάρκας ΕΝΑ που βρέθηκε σε κάλαθο αχρήστων στο εν λόγω διαμέρισμα. Τα ανευρεθέντα παρελήφθησαν από την αστυνομία. Τώρα ζητείται από τον Μ.Κ.3 να καταθέσει ως τεκμήρια τα αντικείμενα, πλην των χρημάτων, που η αστυνομία παρέλαβε μετά την ανακοπή και την έρευνα, τα οποία και έχει αναγνωρίσει. Η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούμενης 2 έφερε ένσταση. Εισηγήθηκε ότι η ανακοπή και η έρευνα, που έγιναν χωρίς δικαστικά εντάλματα, ήταν παράνομες γιατί δεν υπήρχαν εύλογες υποψίες. Εισηγήθηκε, περαιτέρω, ότι οι αστυνομικοί χωρίς στολή ή διακριτικά και χωρίς να αποκαλύψουν την ταυτότητα τους, έριξαν στο δρόμο την κατηγορούμενη 2 χρησιμοποιώντας μη εύλογη βία. Είπε επίσης ότι δεν της ανέφεραν οτιδήποτε, ότι στην έρευνα της κατηγορούμενης 2 δεν παρέστη γυναίκα και ότι η έρευνα αφορούσε όπλα και όχι ναρκωτικά. Περαιτέρω, ανέφερε ότι «χωρίς μεταφραστή παραβιάστηκαν οι δικαστικοί κανόνες, χωρίς δικηγόρο». Τέλος, εισηγήθηκε ότι η ανακοπή έγινε κατόπιν παγίδευσης της κατηγορούμενης 2, δηλαδή μετά από συνεννοήσεις με σκοπό να οδηγήσουν την κατηγορούμενη 2 ούτως ώστε να προμηθεύσει στην κατηγορούμενη 1 τη συγκεκριμένη ποσότητα ναρκωτικών. Η ένσταση, ως άνω, αφορούσε μόνο τα ανευρεθέντα αντικείμενα. Ο Λοχ. 4345 είχε αναφερθεί στη μαρτυρία του στην κύρια δίκη (κατάθεση του στην αστυνομία που έγινε μέρος της κύριας εξέτασής του) και σε ενοχοποιητικές δηλώσεις της κατηγορούμενης 2 τόσο κατά την ανακοπή της στο δρόμο, όσο και κατά την έρευνα στο δωμάτιο. Για αυτές τις δηλώσεις δεν ηγέρθη ένσταση. Ο λόγος είναι προφανής. Στην παρούσα ενδιάμεση δίκη η ευπαίδευτη δικηγόρος της κατηγορούμενης 2 υπέβαλε ότι ουδέποτε η κατηγορούμενη προέβη σε τέτοιες δηλώσεις και ότι, αντίθετα, όταν της επέδειξαν τα επίδικα αντικείμενα στο διαμέρισμα της, απάντησε «Δεν γνωρίζω τίποτε». Μετά την ένσταση αυτή, παρά κάποιες επιφυλάξεις της κατηγορούσας αρχής, οι οποίες όμως δεν έλαβαν μορφή εναντίωσης ή ένστασης, κρίναμε ορθό να διενεργηθεί για όλα τα αντικείμενα ενιαία δίκη εντός δίκης. Προς τούτο, λάβαμε υπόψη τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων που έλαβαν χώρα στα πλαίσια της ίδιας επιχείρησης της αστυνομίας, αλλά και τη διευκρίνιση του ευπαίδευτου εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ότι οι μάρτυρες θα είναι οι ίδιοι και για την ανακοπή και για την έρευνα στο δωμάτιο. Υπό αυτές τις περιστάσεις είναι που θεωρήσαμε το επεισόδιο ως ενιαίο, δυνάμενο να αποτελέσει και ενιαίο αντικείμενο της ενδιάμεσης δίκης. Μαρτυρία για την κατηγορούσα αρχή έδωσαν ο εν λόγω Λοχ. 4345, Χ. Στυλιανού, και η Γ/Αστ. 4785, Σταυρούλλα Ανδρέου (Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, αντίστοιχα στη δίκη εντός δίκης). Αμφότεροι υιοθέτησαν ως μέρος της κύριας εξέτασης τους, τις καταθέσεις που έδωσαν στην αστυνομία (Τεκμήρια Α και Γ αντίστοιχα στη δίκη εντός δίκης). Στην κατάθεση του ο Μ.Κ.1 λέει ότι η κατηγορούμενη 1 του είχε αναφέρει ότι κάποτε την προμήθευε ναρκωτικά άνδρας και κάποτε μια γυναίκα, πολωνικής καταγωγής, δίδοντας λεπτομερή περιγραφή και των δύο. Εκούσια ή ακούσια, πρόκειται για θέμα που δεν εξετάζουμε στο στάδιο αυτό, η κατηγορούμενη προχώρησε πάντως σε συνεργασία με την αστυνομία για τη σύλληψη του προμηθευτή της. Έτσι, στις 8.10.2008 περί ώρα 13.50 η κατηγορούμενη 1, με τη συνοδεία της αστυνομίας, κατέφθασε στην περιοχή Φοινικούδων στην πίσω πλευρά του εστιατορίου McDonalds. Ταυτόχρονα εντόπισαν μια γυναίκα με ξανθά μαλλιά που ανέμενε έξω από το ξενοδοχείο ΑΜΟΡΓΟΣ, της οποίας η εμφάνιση ήταν ίδια με την περιγραφή της ύποπτης. Η κατηγορούμενη 1 και η ύποπτη εισήλθαν στα αποχωρητήρια του εστιατορίου McDonalds και αφού πέρασαν περίπου πέντε λεπτά εξήλθαν του εστιατορίου, από την πίσω πόρτα, ακολουθώντας η μια την άλλη, ήτοι η κατηγορούμενη 1 την ύποπτη. Τότε, στις 14.12, οι αστυνομικοί ανέκοψαν έξω από το ΑΜΟΡΓΟΣ την ύποπτη για έλεγχο. Ο Μ.Κ.1 της ζήτησε τα στοιχεία της. Τα έδωσε. Ήταν η κατηγορούμενη
- Η κατηγορουμένη 2 ανέφερε επίσης ότι διέμενε στο ξενοδοχείο Augusta Court, στο διαμέρισμα
- Στη συνέχεια ο Μ.Κ.1 τη ρώτησε κατά πόσο είχε στη τσάντα της οτιδήποτε παράνομο και αυτή παρέδωσε τη τσάντα που περιείχε αριθμό κυλινδρικών σκευασμάτων κοκαΐνης σε κουτί με μωρομάνδηλα. Ο Μ.Κ.1 της επέστησε την προσοχή της στο νόμο κι αυτή απάντησε «It´s cocaine». Αμέσως τη συνέλαβε για το αντίστοιχο αυτόφωρο αδίκημα, της επέστησε ξανά την προσοχή της και απάντησε: «Ok, follow me to my flat and I will cooperate with you». Ακολούθως ο Μ.Κ.1 βρήκε στην κατοχή της ένα φορητό τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ, την πληροφόρησε ότι θα το παραλάβει για περαιτέρω εξετάσεις, της επέστησε την προσοχή της στο νόμο κι αυτή απάντησε «take it». Στο μεταξύ η κατηγορούμενη 1 παρελήφθη από άλλους αστυνομικούς και εγκατέλειψαν την περιοχή. Στη συνέχεια η κατηγορούμενη 2 έδωσε γραπτή συγκατάθεση για έρευνα, χωρίς δικαστικό ένταλμα, του χώρου διαμονής της. Η συγκατάθεση είναι στα αγγλικά, αφορά το συγκεκριμένο διαμέρισμα και φέρει την υπογραφή της κατηγορούμενης
- Ακολουθεί πιστοποίηση του Μ.Κ.1 ότι της επεστήθη η προσοχή της στο νόμο, και ότι την υπέγραψε στην παρουσία του. (Τεκμήριο Β στη δίκη εντός δίκης). Ακολούθως με τη βοήθεια άλλων αστυνομικών οδήγησε την κατηγορούμενη 2 στο διαμέρισμα. Τα κλειδιά τα κρατούσε η κατηγορούμενη 2 και τα έδωσε στο μάρτυρα, ο οποίος άνοιξε την πόρτα. Κατά τη διεξαγωγή της έρευνας, η ώρα 14.30 η κατηγορούμενη 2 υπέδειξε στο ψυγείο του διαμερίσματος συσκευασία χυμού μάρκας ΚΕΑΝ που περιείχε αριθμό κυλινδρικών σκευασμάτων κοκαΐνης και όταν ο Μ.Κ.1 της επέστησε την προσοχή της στο νόμο, αυτή απάντησε: «I told you I will cooperate with you». Στις 14.32 η κατηγορούμενη 2 του υπέδειξε στο ερμάρι του υπνοδωματίου της ποσότητα χρημάτων και αφού της επέστησε εκ νέου την προσοχή της στο νόμο, απάντησε: «Yes it´s from selling the last three days». Εντός χρηματοκιβωτίου ο Μ.Κ.1 βρήκε μια τσάντα χρώματος κόκκινου με άλλη δέσμη χρημάτων. Για αυτά, η κατηγορούμενη 2 δεν έδωσε καμιά απάντηση Ο Μ.Κ.1 βρήκε στον κάλαθο αχρήστων και ένα άδειο κουτί χυμού μάρκας ΕΝΑ, ανοικτό στο κάτω μέρος. Ούτε για αυτό η κατηγορούμενη 2 έδωσε οποιανδήποτε απάντηση. Μετά τις υποδείξεις από την ίδια, οι αστυνομικοί συνέχισαν την έρευνα για ανεύρεση τυχόν άλλων τεκμηρίων. Επιπρόσθετα προς τα παραπάνω, ο Μ.Κ.1 ανέφερε προφορικά κατά την κυρίως εξέταση του ότι κατά την ανακοπή της κατηγορούμενης 2 ήταν μαζί με άλλους αστυνομικούς της ΥΚΑΝ, μεταξύ των οποίων δύο γυναίκες, η Αστυφύλακας 3601 και η Αστυφύλακας 4785 (Μ.Κ.2). Ο Μ.Κ.1 πλησίασε την κατηγορούμενη 1 μαζί με την Μ.Κ.
- Και οι δύο αστυνομικοί έφεραν πολιτική περιβολή αλλά της αποκάλυψαν την ιδιότητα τους και της έδειξαν την ταυτότητα τους. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι η συνεργασία της κατηγορούμενης 2 με την αστυνομία ήταν πλήρης. Συνομιλούσαν είπε στην αγγλική γλώσσα, την οποία η κατηγορούμενη 2 έδειχνε να αντιλαμβάνεται παρά πολύ καλά. Αρνήθηκε την υποβολή ότι άσκησαν βία εναντίον της. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.1 διευκρίνισε ότι για κάποιες από τις αναφορές του στην κατάθεση του περί των ενεργειών της αστυνομίας, δεν είχε άμεση γνώση, τα πληροφορήθηκε από αστυνομικούς της ομάδας του. Δεν ήταν όμως σε θέση να θυμάται ποιος του έκαμνε τη μια ή την άλλη αναφορά. Κατά το χρόνο της ανακοπής ήταν μόνο με την Μ.Κ.
- Οι άλλοι αστυνομικοί βρίσκονταν περιμετρικά στην περιοχή. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι καμιά αστυνομικός δεν ήταν παρούσα και ότι, αντίθετα, παρόντες ήταν κάποιος Φλώρος Νικολάου, κάποιος Ηλίας σωματώδης με μούσι, και ο οδηγός του αυτοκινήτου που μετέφερε αργότερα την κατηγορούμενη
- Επέμεινε ότι στην περιοχή υπήρχαν αρκετοί αστυνομικοί για την ασφάλεια της επιχείρησης αλλά στην ανακοπή και την έρευνα ήταν μόνο δύο, ο ίδιος και η Μ.Κ.
- Αρνήθηκε επίσης ότι ένας αστυνομικός έπεσε πάνω της και την έσπρωξε από τους ώμους κάτω στο έδαφος και την έπιασαν από τα χέρια, χωρίς ν΄ αποκαλύψουν τη ταυτότητα τους, όντας χωρίς στολή, μακρυμάλληδες και αξύριστοι, την ιδιότητα τους. Αρνήθηκε ότι οι αστυνομικοί ρώτησαν στα ελληνικά την κατηγορούμενη 1 κατά πόσο εκείνη η γυναίκα ήταν η ύποπτη και η κατηγορούμενη 1 απάντησε: «Όχι, δεν ήταν αυτή». Αρνήθηκε ότι πήρε μόνος του τη τσάντα και την άνοιξε. Αρνήθηκε ότι η κατηγορούμενη 2 δεν μιλούσε καλά αγγλικά, λέγοντας μάλιστα ότι μιλούσε απταίστως. Ρωτήθηκε κατά πόσο ο ίδιος της επέστησε την προσοχή της στην αγγλική γλώσσα και απάντησε καταφατικά. Τότε η κα Μικελλίδου του ζήτησε να πει τί της είχε πει ως επίστηση στα αγγλικά. Ο μάρτυρας απάντησε παραθέτοντας στα αγγλικά το λεκτικό της προειδοποίησης του κανόνα ΙΙ των Δικαστικών Κανόνων. Όταν η κατηγορούμενη 2 προθυμοποιήθηκε να συνεργαστεί και να τους συνοδεύσει στο διαμέρισμα της, καθ΄ οδόν ήταν ο Μ.Κ.1 και η Μ.Κ.2 και πίσω τους, σε απόσταση ασφαλείας, υπήρχαν άλλοι αστυνομικοί της ΥΚΑΝ, τα ονόματα όμως των οποίων ο μάρτυρας δεν θυμόταν, καθότι, όπως είπε, υπήρχαν μέλη της ΥΚΑΝ Αρχηγείου και μέλη της ΥΚΑΝ Λάρνακας. Ρωτήθηκε για το πώς άνοιξε την πόρτα, δηλαδή κατά πόσο κρατούσε ο ίδιος τη τσάντα της κατηγορούμενης 2, της την έδωσε πίσω και του έδωσε τα κλειδιά. Απάντησε ότι δεν κρατούσε ο ίδιος τη τσάντα, αλλά ήταν η Μ.Κ.
- Αρνήθηκε ότι από μόνοι τους άνοιξαν τη τσάντα και έπιασαν το κλειδί. Συμπλήρωσε δε, διαφοροποιώντας την αρχική, ως άνω, θέση του, ότι είναι η κατηγορούμενη 2 που άνοιξε την πόρτα. Δεν θυμόταν όμως πώς έγινε αυτό, κατά πόσο δηλαδή η Μ.Κ.2 της είχε δώσει το κλειδί. Ανέφερε ότι κατά την έρευνα βρίσκονταν στο διαμέρισμα γύρω στους πέντε αστυνομικούς. Ρωτήθηκε κατά πόσο το έγγραφο της συγκατάθεσης, προτού αυτό συμπληρωθεί, το κρατούσε ο ίδιος και απάντησε ότι το κρατούσε άλλος αστυνομικός, χωρίς να θυμάται ποιος. Ρωτήθηκε στη συνέχεια γιατί στη συγκατάθεση δεν αναγράφηκε η ώρα, ενώ για τις άλλες ενέργειες καταγραφόταν με τυπικότητα και απάντησε ότι συμπλήρωσε απλώς το έγγραφο, ως είχε και δεν υπήρχε οποιαδήποτε σκοπιμότητα στη συγκεκριμένη ενέργεια. Αρνήθηκε δε, ότι το έγγραφο το έφεραν μετά άλλοι αστυνομικοί και ότι είναι μετά την έρευνα που το έδωσαν στη κατηγορουμένη 2 για να το υπογράψει λέγοντας της «Δεν είναι τίποτε, υπόγραψε». Για τη συμπεριφορά της κατηγορούμενης 2 ανέφερε ότι ήταν κανονική, φυσιολογική. Αρνήθηκε ότι έκλαιγε όλη την ώρα και ότι ο εν λόγω οδηγός τη χαστούκισε στο πρόσωπο. Για τα χρήματα ανέφερε ότι δεν θυμόταν τα ποσά. Ο μάρτυρας δέχθηκε στη συνέχεια ότι η έρευνα κράτησε περίπου μια ώρα και 10 λεπτά. Δέχθηκε επίσης ότι χρειάστηκαν 10 λεπτά για τις υποδείξεις και 1 ώρα για την περαιτέρω έρευνα. Αρνήθηκε όμως ότι κατά τη διάρκεια της έρευνας πήγαν στο διαμέρισμα κάποιος κ. Τσόκκος και κάποιος κ. Αβραάμ, ο οποίος μάλιστα έψαχνε «τον ύποπτο» και όχι την κατηγορούμενη 2 στην οποία έδειχνε ρούχα «του υπόπτου» ρωτώντας την πού βρίσκεται. Ο μόνος που πήγε, είπε, ήταν ο υπεύθυνος αξιωματικός επιχειρήσεων της ΥΚΑΝ Αρχηγείου, κ. Παντελής Πολυβίου. Αρνήθηκε επίσης ότι δεν επέτρεψαν στην κατηγορούμενη 2 να πάει στην τουαλέτα γιατί δεν υπήρχε γυναίκα αστυφύλακας. Αρνήθηκε, τέλος, ότι η έρευνα γινόταν για όπλα και όχι για ναρκωτικά. Απάντησε ότι στην κατοχή της βρήκαν ναρκωτικά και αναζητούσαν ναρκωτικά. Η Μ.Κ.2 αναφέρει στην κατάθεση της που έγινε μέρος της κυρίως εξέτασης της στη δίκη εντός δίκης, τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν τη συγκεκριμένη μέρα. Καταθέτοντας προφορικά ενώπιον του δικαστηρίου ανέφερε προφορικά, όταν ρωτήθηκε κατά πόσον ασκήθηκε βία, ότι η ανακοπή έγινε σε δημόσιο δρόμο και η κατηγορούμενη 2 ήταν απόλυτα συνεργάσιμη και δεν υπήρχε λόγος να ασκηθεί βία. Έτσι, ούτε χειροπέδες χρησιμοποιήθηκαν είτε αμέσως μετά τη σύλληψη, είτε όταν την μετέφεραν, μετά την έρευνα, στην ΥΚΑΝ. Ούτε στο διαμέρισμα, είπε, ασκήθηκε βία. Για το έγγραφο της συγκατάθεσης ανέφερε ότι το κρατούσε η ίδια διότι ο Μ.Κ.1 ως υπεύθυνος της επιχείρησης την όρισε «recording officer» και υπ΄ αυτή της την ιδιότητα είχε μαζί της και τέτοιο έγγραφο. Περαιτέρω, ανέφερε ότι κατά την έρευνα στο διαμέρισμα ήταν τέσσερις πέντε αστυνομικοί, ο Μ.Κ.1, ο ανακριτής Φλώρος και δύο αστυνομικοί του Τμήματος Επιχειρήσεων, οι 3031, Χ. Χριστοφόρου και 2443, Γ. Τσιαλή. Φλώρος. Αντεξεταζόμενη η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι η ίδια έλαβε ενημέρωση όχι για άνδρα προμηθευτή αλλά για γυναίκα, της οποίας της δόθηκε η περιγραφή. Στην αρχή της επιχείρησης η Μ.Κ.2 βρισκόταν στην πίσω είσοδο του εστιατορίου MacDonald's μαζί με το Μ.Κ.
- Άλλοι αστυνομικοί βρίσκονταν περιμετρικά της περιοχής. Η αστυνομία μετέφερε την κατηγορούμενη 1 πίσω από τα MacDonald's. Η κατηγορούμενη 1 εισήλθε στο εστιατόριο ακολουθούμενη από μια κοπέλα. Μετά τις είδε να εξέρχονται. Η κατηγορούμενη 1 ακολουθούσε την κατηγορούμενη 2 από πολύ κοντινή απόσταση. Όταν η κατηγορούμενη 2 βρισκόταν έξω από το ξενοδοχείο ΑΜΟΡΓΟΣ, ο Μ.Κ.1 επενέβη και τις σταμάτησε λέγοντας, μάλλον στα ελληνικά, «Αστυνομία σταματάτε». Αμέσως επενέβησαν και οι υπόλοιποι αστυνομικοί δηλαδή στένεψε ο κλοιός γύρω από τις δύο γυναίκες για ν΄ αποκλειστεί περίπτωση διαφυγής τους. Αλλά δεν επιτέθηκε κανένας στην κατηγορούμενη 2, ούτε την έριξε κάτω. Δεν υπήρχε λόγος. Δεν θυμόταν κατά πόσο είχε επιδείξει ταυτότητα ο Μ.Κ.1, ο οποίος με την κατηγορούμενη 2 μιλούσε στ΄ αγγλικά. Τη ρώτησε κατά πόσο είχε κάτι παράνομο κι εκείνη του παρέδωσε το τσαντάκι που κρατούσε στο οποίο, όταν το άνοιξαν, βρήκαν ναρκωτικά. Ακολούθησε η επίστηση της προσοχής της στο νόμο και η κατηγορούμενη 2 έδωσε τις απαντήσεις που αναφέρονται στην κατάθεση της Μ.Κ.
- Τη τσάντα την πήρε ο Μ.Κ.1 και την κρατούσε μέχρι που έφθασαν στο διαμέρισμα. Η Μ.Κ.2 δεν θυμόταν, ποιος άνοιξε την πόρτα. Ανέφερε διερωτούμενη ότι «αν δεν κάμνω λάθος κρατούσε κλειδί η κατηγορούμενη;». Δεν θυμόταν ούτε αν σταμάτησαν στο χώρο υποδοχής (reception). Το έντυπο της συγκατάθεσης, είπε, το έδωσε στο λοχία αμέσως μετά τη σύλληψη, κατά τη μετάβαση τους στο διαμέρισμα, στο δρόμο. Δεν θυμόταν όμως να πει με ακρίβεια πού υπογράφτηκε. Ήταν πριν μπουν στο ξενοδοχείο ή πριν μπουν στο δωμάτιο. Της υποβλήθηκε ότι ουδέποτε δόθηκε τέτοιο έγγραφο πριν την έρευνα και η μάρτυρας αρνήθηκε. Επρόκειτο βέβαια, όπως και άλλες, για υποβολή αντιφατική προς τη βασική υποβολή της υπεράσπισης ότι η μάρτυρας δεν ήταν παρούσα ούτε στην ανακοπή, μήτε στο διαμέρισμα. Την οποία επίσης η μάρτυρας αρνήθηκε. Στη συνέχεια η κα Μικελλίδου αντεξέτασε τη μάρτυρα σε σχέση με τη διαρρύθμιση του διαμερίσματος προβαίνοντας τελικά σε μια σχετική υποβολή. Ρωτήθηκε στη συνέχεια πού βρέθηκαν τα χρήματα, ή για τη τσάντα που βρέθηκε στο χρηματοκιβώτιο και απάντησε ότι δεν θυμόταν. Η ίδια, είπε, αν και παρούσα δεν ελάμβανε μέρος στην έρευνα αλλά κρατούσε σημειώσεις κατά τις υποδείξεις του λοχία. Δεν θυμόταν αν κατά τη διάρκεια της έρευνας μετέβησαν εκεί ο κ. Πολυβίου, ο κ. Αβραάμ ή ο κ. Τσόκκος. Για την κατηγορούμενη 2 είπε ότι ήταν αρκετά ταραγμένη, αλλά κανένας δεν την κτύπησε στην παρουσία της, συμπληρώνοντας ότι βρισκόταν συνέχεια δίπλα της. Η κατηγορούμενη 2 (Μ.Υ.1) ανέφερε ότι είχε έλθει στην Κύπρο για διακοπές με το φίλο της, κάποιο Primo, που γνώρισε μέσω του διαδικτύου και με τον οποίο συναντήθηκε προσωπικά, πέραν της επικοινωνίας για λίγο καιρό μέσω διαδικτύου, στη Σόφια καθ΄ οδόν προς την Κύπρο. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι ο Primo, στις 8.10.2008 ενώ κάθονταν κοντά στα McDonalds της ζήτησε, ως χάρη, να μεταφέρει μια τσάντα στις γυναικείες τουαλέτες των McDonalds για να την παραδώσει σε μια ξανθή κοπέλα και αυτή δέχθηκε, παρά το ότι υποψιαζόταν ότι μπορεί να είχε κάτι παράνομο και, ειδικά ναρκωτικά. Πήγε στις τουαλέτες, αλλά δεν βρήκε τέτοια κοπέλα. Έλαβε όμως ένα μήνυμα στο φορητό τηλέφωνο που της είχε δώσει ο Primo που έγραφε «where are you?» και τότε βγήκε έξω από την πίσω πόρτα, απάντησε στο μήνυμα λέγοντας ότι «είμαι πίσω από τα McDonalds» και περίμενε. Εκεί είδε μια ξανθιά κοπέλα που κατευθυνόταν προς το μέρος της. Αντεξεταζόμενη δέχθηκε ότι η ξανθιά κοπέλα ήταν η κατηγορούμενη
- Της φάνηκε άγνωστη αρχικά αλλά μετά κατάλαβε ότι ήταν το πρόσωπο που γνώρισε πριν δύο χρόνια σε φυλακή της Γαλλίας, δεν ήταν φίλη ούτε γνωστή της, απλώς γνώριμη, έβλεπε το πρόσωπο της. Δεν συναντήθηκαν πριν εκείνη την ημέρα, ούτε μίλησαν μέσω τηλεφώνου. Ενώ περνούσε δίπλα από το ξενοδοχείο Amorgos είδε μερικούς άνδρες που στη συνέχεια την πλησίασαν από πίσω, άκουσε φωνές και «τρεξίματα» και της επιτέθηκαν από πίσω. Κάποιος την έσπρωξε δυνατά και βρέθηκε γονατιστή στο πεζοδρόμιο. Τη ρωτούσαν για το φίλο της «πού είναι;». Αυτό είναι το μόνο που τη ρωτούσαν συνέχεια. Την ρώτησαν επίσης πού διαμένει και τους απάντησε. Οι άνδρες ήταν αξύριστοι και βρώμικοι, δεν έδειχναν αστυνομικοί, ούτε της είπαν κάτι τέτοιο, ούτε της είπαν ότι είναι υπό κράτηση. Κάποιος της τράβησε τη τσάντα από τον ώμο, την τύχη της οποίας, στη συνέχεια, αγνοεί. Απ΄ ότι μετά μπορούσε να πει, οι άνδρες εκείνοι ήταν ο Μ.Κ.1, ο κ. Φλώρος που μετά της πήρε κατάθεση, ένας σωματώδης με μούσι και ο οδηγός που τη μετέφερε αργότερα. Γυναίκα αστυνομικός δεν υπήρχε ούτε ο Μ.Κ.1 της διάβασε τα δικαιώματα της. Όταν, κρατώντας την από το χέρι, τη μετέφεραν στο ξενοδοχείο όπου διέμενε, στο χώρο υποδοχής βρίσκονταν δύο κοπέλες ρωσίδες που εργάζονταν εκεί. Απ΄ όσα αναφέρει στο σημείο αυτό η κατηγορούμενη 2, προκύπτει ότι οι άντρες ρώτησαν τις κοπέλες για τον αριθμό του δωματίου της. Το κλειδί βρισκόταν στη τσάντα που εκείνοι κρατούσαν, αλλά δεν θυμόταν ποιος άνοιξε την πόρτα. Στο διαμέρισμα δεν προέβη σε υποδείξεις εφόσον δεν γνώριζε ότι στο διαμέρισμα βρισκόταν η κοκαΐνη ή τα χρήματα. Το μόνο που τους έδειξε ήταν η δική της τσάντα με το διαβατήριο και τα έγγραφα της και €1.
- Οι άντρες, που τότε μόνο της είχαν αποκαλύψει ότι ήταν αστυνομικοί, ερεύνησαν το διαμέρισμα ενώ εκείνη την έβαλαν να καθίσει στον καναπέ όπου άρχισε να κλαίει. Κατά την έρευνα το μόνο που τη ρωτούσαν ήταν για το πού βρισκόταν ο φίλος της, ενώ ο Φλώρος την έκαμε να αντιληφθεί ότι αναζητούσαν όπλα. Όταν της είπαν ότι είναι αστυνομικοί ζήτησε να της παραχωρήσουν δικηγόρο και να ειδοποιήσουν την πολωνική πρεσβεία. Αυτά, με τα αγγλικά που ήξερε, με απλές λέξεις χωρίς να είναι σε θέση να αρθρώσει κανονικές φράσεις. Την συγκατάθεση για έρευνα την υπέγραψε μετά από μια περίπου ώρα, όταν τέλειωσαν την έρευνα. Εκεί βρίσκονταν πλέον πολλά άτομα, γύρω στα δέκα, περιλαμβανομένων κάποιου κου Αβράμη και κάποιου κου Τσόκκου. Ο κ. Αβράμης ήταν πολύ νευριασμένος και όταν βρήκε ένα αντρικό εσώρουχο το έβαλε στο πρόσωπο της και ρωτούσε πού είναι ο φίλος της. Κάποιος, που μάλλον δεν ήταν ο Μ.Κ.1, της έδωσε το έγγραφο, που δεν ήταν συμπληρωμένο, αυτή ρώτησε περί τίνος επρόκειτο και αυτός της είπε απλώς «υπόγραψε». Δεν υπήρχε ούτε στο διαμέρισμα γυναίκα αστυνομικός γι΄ αυτό δεν την άφησαν να πάει στην τουαλέτα. Σε κάποια στιγμή που ήταν μόνη της στο δωμάτιο ο οδηγός που αργότερα τη μετέφερε, τη χαστούκισε λέγοντας της «μην λες ψέματα και πες μας μόνο την αλήθεια». Ανέφερε, περαιτέρω, αντεξεταζόμενη, ότι τον Primo δεν τον ξανασυνάντησε. Ρωτήθηκε γιατί δεν είπε στην αστυνομία πού βρισκόταν και έδωσε διάφορες απαντήσεις. Ότι δεν γνώριζε πού ήταν εκείνη τη στιγμή πλέον ο Primo, ότι ήθελε να μιλήσει «κάτι παραπάνω» αλλά δεν μπορούσε λόγω γλώσσας, εφόσον δεν ήξερε ούτε αγγλικά, ούτε ελληνικά, και ότι «αν τη ρωτούσαν κανονικά, σίγουρα θα μπορούσε να τους απαντήσει, αλλά δεν καταλάβαινε τι γινόταν». Στη συνέχεια σε ερώτηση κατά πόσο είχε διάθεση να τους πει πού ήταν ο Primo, πλην όμως δεν καταλάβαινε τι την ρωτούσαν λόγω γλώσσας, απάντησε «Ναι. Σίγουρα θα τους έλεγα.». Δεν θα επεκταθούμε σε άλλες πτυχές της αντεξέτασης της ενόψει του κινδύνου να προχωρήσουμε με ενασχόληση και τελικά με αξιολόγηση πάνω σε θέματα που άπτονται άμεσα ή έμμεσα της ουσίας της υπόθεσης και της καθ΄ όλου αξιοπιστίας της κατηγορούμενης
- Μαρτυρία υπέρ της υπεράσπισης έδωσε αυτοβούλως και η κατηγορούμενη 1 (Μ.Υ.2). Ανέφερε ότι στα πλαίσια της επιχείρησης που οργάνωσε η αστυνομία έστελλε μηνύματα. Η κα Μικελλίδου, λαμβάνοντας ως δεδομένο, ότι τα μηνύματα απευθύνονταν, όχι απλώς σε πρόσωπο, αλλά σε όνομα, τη ρώτησε: «όταν έστελλες μηνύματα σε τι όνομα απευθυνόσουν;». Η κατηγορούμενη 2 απάντησε «Πρίμο». Στην αστυνομία είχε πει ότι ο προμηθευτής της ήταν ένας άνδρας, ο Primo, χωρίς να τους δώσει περιγραφή. Το συγκεκριμένο απόγευμα η Μ.Υ.2 εισήλθε στο εστιατόριο MacDonald's, πήγε στις τουαλέτες και μετά βγήκε από την πίσω πόρτα. Τότε είδε μια άγνωστη της κοπέλα. Δεν την γνώριζε προηγουμένως, ούτε από τις φυλακές που ήταν μαζί στη Γαλλία. Ξαφνικά από την πόρτα ενός ξενοδοχείου είδε τρεις άνδρες να τρέχουν προς την κοπέλα, από πίσω της. Την άρπαξαν και την έριξαν κάτω. Η κατηγορούμενη 1 σταμάτησε επειδή δεν ήξερε τι να κάμει και μόλις σταμάτησε πήγαν από πίσω της άλλοι αστυνομικοί και τη σταμάτησαν με τον ίδιο τρόπο. Μετά δε, την μετέφεραν στα γραφεία της Υ.Κ.Α.Ν και δεν γνωρίζει οτιδήποτε άλλο. Αντεξεταζόμενη επέμεινε ότι αντάλλαξε μηνύματα με τον Primo. Είπε: «Αν αντάλλαζα μηνύματα μ΄ αυτή θα έπρεπε να γράψω Τερέζα και όχι Πρίμο». Επιχείρημα που προέβαλε και η κα Μικελλίδου στην αγόρευσή της. Δεν εξηγήθηκε πάντως γιατί τα μηνύματα απευθύνονταν στον Primo με αναγραφή του ονόματος του. Το μήνυμα στο οποίο οι κατηγορούμενες αναφέρθηκαν δεν ήταν «Primo πού είσαι;», αλλά «Πού είσαι;». Είχε πάντα στο νου τον Primo για τον οποίο και οργανώθηκε η επιχείρηση και δεν γνωρίζει γιατί οι αστυνομικοί σταμάτησαν την κατηγορούμενη
- Γι΄ αυτό έμεινε έκπληκτη και σταμάτησε. Μετά την ανακοπή είναι που την ρώτησαν οι αστυνομικοί αν η κοπέλα εκείνη είχε καμιά σχέση. Η εξέταση του θέματος που ήγειρε η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούμενης 2 και αφορά την ανακοπή και έρευνα της κατηγορούμενης 2 έχει ως νομική βάση το άρθρο 25
(1)(α) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 δυνάμει του οποίου αστυνομικός δύναται να κατακρατήσει και ερευνήσει οποιονδήποτε τον οποίο εύλογα υποπτεύεται ότι φέρει, μεταφέρει ή αποκρύπτει αντικείμενο ή έγγραφο σε σχέση με το οποίο πρόκειται να διαπραχθεί ή διαπράττεται ή έχει πρόσφατα διαπραχθεί ποινικό αδίκημα, το άρθρο 29
(2)(α) του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο 29/77, σύμφωνα με το οποίο αστυνομικός έχων εύλογο αιτία να υποπτεύεται ότι οιονδήποτε πρόσωπο κατέχει ελεγχόμενο φάρμακο κατά παράβαση του παρόντος νόμου ή οιοσδήποτε δυνάμει τούτου γενομένων κανονισμών δύναται να ερευνήσει το πρόσωπο τούτο και να κρατήσει τούτο διά σκοπούς και το άρθρο 28
(1)(α) του Περί Αστυνομίας Νόμου 73
(1)/04, το οποίο προνοεί ότι οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομίας δύναται να ανακόπτει, κατακρατεί και ερευνά οποιοδήποτε πρόσωπο για το οποίο έχει εύλογη υποψία ότι ενέχεται στη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος κατά παράβαση οποιουδήποτε νόμου και ιδιαίτερα όταν (i)... (ii) εύλογα υποψιάζεται ότι αυτό προβαίνει ή προτίθεται να προβεί σε οποιαδήποτε παράνομη πράξη ή ενέργεια ή ότι έχει παράνομα στην κατοχή του οποιοδήποτε αντικείμενο ή (iii) ....... Τα άρθρα αυτά πρέπει να εξετάζονται υπό το φως του άρθρου 11
(1)του Συντάγματος το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της ελευθερίας και προσωπικής ασφάλειας του κάθε προσώπου, και (βλ. Criminal Procedure in Cyprus, Λοίζου και Πική, σελίδα 26, 27). Η υποψία είναι εύλογη όταν υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία που περιήλθαν σε γνώση αστυνομικού με οποιοδήποτε τρόπο (ακόμα και εξ ακοής μαρτυρία) Δεν χρειάζεται να υπάρχει μαρτυρία που να ικανοποιεί εκ πρώτης όψεως ενοχή. Η υποψία πρέπει να δημιουργείται εύλογα στο μυαλό του αστυνομικού ανεξάρτητα αν ένα άλλο πρόσωπο μπορούσε να σκεφθεί διαφορετικά (βλ. Liversidge v. Anderson
(1941)3 All E.R. 338 Η.L. σελίδες 351-353). Η φράση «να υποπτεύεται» εισάγει την προσωπική κρίση του οργάνου και δεν είναι απρόσωπη (βλ. Liversidge σελ. 366). (βλ. επίσης τις υποθέσεις Αλ-Χαμάτ κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 117, 131 και 133, Γ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 411 και David Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ
- Σε σχέση με την έρευνα στο διαμέρισμα της κατηγορούμενης 2 σημειώνουμε ότι το Άρθρο 16 Του Συντάγματος κατοχυρώνει το απαραβίαστο της κατοικίας και η είσοδος ή έρευνα εντός αυτής δεν επιτρέπεται παρά μόνο όπως ο νόμος ορίζει και κατόπιν δικαστικού εντάλματος δεόντως αιτιολογημένου ή οσάκις η είσοδος ενεργείται με τη ρητή συναίνεση του ενοίκου ή προς το σκοπό διάσωσης θυμάτων οιουδήποτε αδικήματος βίας ή οιασδήποτε καταστροφής. Στην υπό αναφορά περίπτωση πράγματι δεν εκδόθηκε ένταλμα έρευνας δυνάμει του άρθρου 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.
- Η κατηγορούμενη 2 υπέγραψε έγγραφο συγκατάθεσης για έρευνα του διαμερίσματος στο οποίο διέμενε ως ένοικος. Το ζήτημα που τέθηκε είναι το κατά πόσο επρόκειτο όντως για πραγματική συγκατάθεση και ειδικότερα για συγκατάθεση που υπογράφτηκε πριν από την έρευνα. Αγορεύοντας η κα Μικελλίδου εισηγήθηκε, κατά πρώτον, ότι η ανακοπή της κατηγορούμενης 2 στο δρόμο έγινε χωρίς έρεισμα και προσπάθησε να υποστηρίξει την εισήγηση της αυτή με κάποιες αναφορές στη μαρτυρία των δύο μαρτύρων κατηγορίας. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι ο Μ.Κ.1 αναφέρθηκε σε άνδρα και γυναίκα, ενώ η Μ.Κ.2 μόνο σε γυναίκα. Τα πιο πάνω δεν συνιστούν αντίφαση που μάλιστα να εκθεμελιώνει τη θέση περί ευλόγων υπονοιών σε βάρος της κατηγορούμενης
- Ήδη από την αρχή τους κατάθεση γίνεται φανερό ότι ο Μ.Κ.1, υπεύθυνος της επιχείρησης, είχε ευρύτερη ενημέρωση. Η κα Μικελλίδου κατέληξε, ως προς το ζήτημα αυτό, λέγοντας ότι «καμιά πληροφορία δεν υπήρχε, απλώς είδαν την κατηγορούμενη 1 να περπατά 6 - 7 μέτρα πίσω από την κατηγορούμενη 2». Η εισήγηση όμως αυτή έρχεται σε αντίθεση με την εκφρασθείσα στην ένσταση θέση, ότι η ανακοπή έγινε κατόπιν παγίδευσης της κατηγορούμενης 2, αφού είχαν συνεννοηθεί με την κατηγορούμενη 1 «για να της προμηθεύσει τη συγκεκριμένη ποσότητα ναρκωτικών». Η μια θέση αρνείται ότι υπήρχε οποιαδήποτε εύλογη υπόνοια. Η άλλη, όχι μόνο την εύλογη υπόνοια δέχεται, αλλά προχωρά να δεχθεί και τις συνεννοήσεις και την κατοχή, για να εγείρει ζήτημα παγίδευσης, δηλαδή τέτοιας ανεπίτρεπτης συμπεριφοράς της αστυνομίας που θα έπρεπε να οδηγήσει σε αθώωση του, κατά τ΄ άλλα, δράστη. Η θέση αυτή προωθήθηκε και στην αγόρευση, χωρίς πάντως να τεθεί στην ακρόαση. Ούτε θα ήταν το κατάλληλο στάδιο. Η υποκίνηση ενός κατηγορούμενου από τις αστυνομικές αρχές προς διάπραξη αδικήματος με σκοπό την παγίδευσή του και την προσαγωγή του ενώπιον του δικαστηρίου παραβιάζει το δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη και ως εκτροπή από τα θέσμια της δίκαιης δίκης είναι που δικαιολογεί την αθώωση κατηγορούμενου εναντίον του οποίου έχει, κατά τ΄ άλλα, στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Όταν δε, εγείρεται ζήτημα παγίδευσης εξετάζονται οι επιπτώσεις της στη διεξαγωγή της δίκης (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Κανάρη (Αρ. 1)
(2005)1 Α.Α.Δ., 105). Στην υπόθεση Δημοκρατία v. Alan Ford κ.ά. (Αρ. 2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232 η ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου με αναφορά στη νομολογία της Επιτροπής και του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποφάσισε ότι η τήρηση του δικαιώματος για δίκαιη δίκη (Άρθρο 30.3 Συντ., Άρθρο 6.3 της ΕΣΑΔ) αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης, γιατί μόνο σ΄ εκείνο το στάδιο μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη. Κατά συνέπεια, η εξέταση εισήγησης περί παρέκκλισης από τα θέσμια της δίκαιης δίκης, όπως τέτοια παρέκκλιση συνιστά η παγίδευση, δεν μπορεί να εξεταστεί σε ενδιάμεση διαδικασία, αλλά στα πλαίσια του συνόλου της δίκης (Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1338). Η παρούσα είναι ενδιάμεση και αυτοτελής διαδικασία που πρέπει να περιορίζεται στους δικούς της, συγκεκριμένους σκοπούς. Η εισήγηση περί παγίδευσης δεν είχε θέση. Η οποία μάλιστα τέθηκε αφηρημένα, χωρίς να συζητηθούν οι προϋποθέσεις δημιουργίας αθέμιτης παγίδευσης και οι επιπτώσεις της. Το μόνο που είναι σχετικό με την παρούσα διαδικασία είναι η διαπίστωση, ως άνω, της θεμελιακής αντίφασης στην ένσταση, που κατ΄ ουσίαν εξουδετερώνει την εισήγηση περί έλλειψης ευλόγων υπονοιών. Περαιτέρω, η κα Μικελλίδου υπέδειξε διάφορα σημεία στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής εισηγούμενη ότι πρόκειται για ουσιώδη ψεύδη που δίνουν το στίγμα της υπόθεσης. Ανέφερε ότι η Μ.Κ.2 «δεν ήξερε καν καλά - καλά να περιγράψει το διαμέρισμα ... γιατί ακριβώς δεν ήταν εκεί». Όμως η Μ.Κ.2 αντεξετάστηκε εκτεταμένα για τη διαρρύθμιση του διαμερίσματος χωρίς να εντοπίζουμε αυτό που η κα Μικελλίδου εισηγήθηκε. Αντεξεταζόμενη δε, δεν αντικρούστηκε κατά τρόπο εξ αντικειμένου συγκεκριμένο. Μια προσπάθεια της κας Μικελλίδου να την αντεξετάσει επί σχεδιαγράμματος εγκαταλείφθηκε. Στο τέλος δε, της υπέβαλε ότι η διαρρύθμιση ήταν διαφορετική χωρίς όμως να προσφερθεί τέτοια μαρτυρία από πλευράς υπεράσπισης. Εισηγήθηκε περαιτέρω η κα Μικελλίδου ότι ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι σε κάποιο στάδιο πήγε στο διαμέρισμα ακόμα μια αστυφύλακας, ενώ η Μ.Κ.2 δεν ανέφερε κάτι τέτοιο. Όμως η Μ.Κ.2 αναφέρθηκε μεν όντως σε άνδρες αστυνομικούς, συμπληρώνοντας ότι δεν θυμόταν άλλους. Δεν της ετέθη και δεν απέκλεισε την παρουσία, σε κάποιο στάδιο όπως το έθεσε ο Μ.Κ.1, άλλης αστυνομικού. Είπε ακόμα η κα Μικελλίδου ότι ενώ ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι σε κάποιο στάδιο πήγε στο διαμέρισμα ο κ. Πολυβίου, η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι ο κ. Πολυβίου δεν ήταν εκεί. Δεν είναι όμως αυτά που ανέφερε η Μ.Κ.
- Εκείνο που είπε είναι ότι τον θυμάται εκεί κατά τη διάρκεια της επιχείρησης, αλλά στο διαμέρισμα δεν θυμάται. Άλλη εισήγηση της κας Μικελλίδου ήταν ότι τα όσα είπε η κατηγορούμενη 2 για την υπογραφή της συγκατάθεσης έμειναν χωρίς αντεξέταση, αναντίλεκτα. Όμως ο κ. Δημητρίου είπε στην κατηγορούμενη 2 ότι έδωσε τη συγκατάθεση της για έρευνα δωματίου υπογράφοντας το έγγραφο. Αυτή η θέση αναφέρεται ή εν πάση περιπτώσει υπονοεί σαφώς ότι η υπογραφή τέθηκε πριν από την έρευνα και έτσι την αντελήφθη η κατηγορούμενη 2 η οποία απάντησε ότι υπέγραψε στο τέλος. Είναι όμως ορθό, όπως η κα Μικελλίδου περαιτέρω εισηγήθηκε, ότι ο Μ.Κ.1 είπε ότι τη τσάντα της κατηγορούμενης 2 την κρατούσε η Μ.Κ.2, ενώ η τελευταία είπε το αντίθετο. Επίσης υπέδειξε ότι ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι η συμπεριφορά της κατηγορούμενης 2 ήταν φυσιολογική, παρά το ότι βρέθηκαν, όπως είπε, ναρκωτικά, ενώ η Μ.Κ.2 είπε ότι «η κατηγορούμενη 2 έκλαιγε συνεχώς». Η Μ.Κ. 2 ουδέποτε είπε ότι η κατηγορουμένη 2 έκλαιγε συνεχώς, εκείνο που είπε είναι ότι η κατηγορούμενη 2 ήταν αρκετά ταραγμένη, όμως κάποια διαφορά παραμένει. Σε σχέση με το θέμα της συγκατάθεσης η κα Μικελλίδου εισηγήθηκε ότι δεν είναι δυνατό ο Μ.Κ.1 να μην θυμόταν, όπως ισχυρίστηκε, ποιος αστυνομικός του έδωσε το ασυμπλήρωτο έντυπο, από τη στιγμή που είχε ορίσει τη Μ.Κ.2, ως "recording officer" και αυτή ανέφερε ότι υπ΄ αυτή της την ιδιότητα κρατούσε και του έδωσε το έντυπο. Είπε επίσης ότι ο ισχυρισμός της Μ.Κ.2 ήταν ότι η κατηγορούμενη 2 υπέγραψε στο δρόμο για να συμπληρώσει «περπατούσαν δηλαδή στο δρόμο μετά που μια σύλληψη και λαλούσαν της στο δρόμο έλα υπόγραψε μας να δούμε το διαμέρισμα». Η Μ.Κ.2 όμως δεν ανέφερε ότι η κατηγορούμενη 2 υπέγραψε στο δρόμο ενόσω περπατούσαν. Στο δρόμο, κατά τη μετάβαση τους, είπε, είχε δώσει το έντυπο στον Μ.Κ.
- Όμως δεν θυμόταν αν η υπογραφή της κατηγορούμενης 2 τέθηκε πριν μπουν στο ξενοδοχείο ή πριν μπουν στο δωμάτιο. Όμως ο Μ.Κ.1 που κατ΄ ισχυρισμόν του έλαβε τη συγκατάθεση η οποία και φέρει την πιστοποίηση και την υπογραφή του δεν αντεξετάσθηκε για το πού υπογράφτηκε. Ούτε είναι ορθή η εισήγηση της κας Μικελλίδου ότι υπάρχει αντίφαση με τον Μ.Κ.1 επειδή εκείνος είχε πει ότι η συγκατάθεση υπογράφτηκε στο διαμέρισμα. Ο Μ.Κ.1 δεν ανέφερε κάτι τέτοιο. Άλλωστε γι΄ αυτό το ζήτημα, η θέση της κατηγορούμενης 2 ήταν, ως άνω, ότι τη συγκατάθεση την υπέγραψε μετά την έρευνα. Αυτό τον ισχυρισμό υπέβαλε και η κα Μικελλίδου στο Μ.Κ.1 σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης ενώ σε προηγούμενο στάδιο τον ρώτησε «πού τους επήρε η κατηγορούμενη 2 όταν εισήλθαν στο διαμέρισμα αφού του έδωσε τη συγκατάθεση της για έρευνα». Επίσης ενώ υπέβαλε στο Μ.Κ.1 ότι ήταν αυτός που έδωσε το έντυπο στην κατηγορούμενη για να υπογράψει μετά την ολοκλήρωση της έρευνας, ακολούθως που υπέβαλε ότι είναι κάποιος άλλος κύριος που της το έδωσε. Η κατηγορούμενη 2 ήταν εξίσου ασαφής αναφερόμενη αρχικά σε ένα άγνωστο κύριο που είδε στα γραφεία της ΥΚΑΝ, μετά στο Μ.Κ.1 και μετά πάλιν στον άγνωστο κύριο. Ανέφερε επίσης ότι υπέγραψε μη συμπληρωμένο το έντυπο κάτι που δεν υποβλήθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας. Ούτε στην ένσταση τέθηκε η θέση ότι η συγκατάθεση υπογράφτηκε μετά. Ό,τι ετέθη ήταν ότι παραβιάστηκε το Άρθρο 16 του Συντάγματος διότι δεν είχε εξασφαλιστεί ένταλμα έρευνας. Είναι σ΄ αυτά τα πλαίσια που πρέπει να εκτιμήσουμε και το ότι, ως άνω, ο Μ.Κ.1 δεν ερωτήθηκε αντεξεταζόμενος για το πού υπογράφτηκε η συγκατάθεση ενώ ρωτήθηκε η Μ.Κ.2 που δεν είχε άμεση εμπλοκή στην υπογραφή της συγκατάθεσης και που κατά την υπεράσπιση δεν ήταν παρούσα. Ισχυρίστηκε περαιτέρω η κα Μικελλίδου ότι δεν είναι πειστικό η Μ.Κ.2 να κατέγραφε με τυπικότητα την ώρα για τις άλλες ενέργειες, αλλά στη συγκατάθεση να μην αναγράφεται ώρα. Η ώρα όμως, έχει σημειωθεί από τη Μ.Κ.2 και την αναφέρει στην κατάθεση της στα πλαίσια, ακριβώς, της τυπικής αναγραφής των ενεργειών και του χρόνου που έλαβαν χώρα. Μπορούμε ακόμα να προσθέσουμε και κάποια σημεία που δεν ήγειρε η κα Μικελλίδου. Ήδη έχουμε καταγράψει τις δύο διαφορετικές θέσεις του Μ.Κ.1 για το ποιος είχε ανοίξει την πόρτα του διαμερίσματος. Αυτή η διαφορά είναι δεδομένη, όπως και οι διαφορές σε σχέση με τη τσάντα και την κατάσταση της κατηγορούμενης
- Όμως πρόκειται για αντιφάσεις που σκοπό είχαν να συγκαλύψουν ή να παραποιήσουν την αλήθεια; Για το θέμα της πόρτας σημειώνουμε ότι ούτε η κατηγορούμενη 2 θυμόταν να πει ποιος την είχε ανοίξει, όπως ούτε και η Μ.Κ.
- Για το ποιος κρατούσε τη τσάντα, δεν έχει υποδειχθεί το ουσιώδες της αντίφασης, πέραν εκείνου που δυνατόν να προκύπτει από την εισήγηση της υπεράσπισης ότι η Μ.Κ.2 δεν ήταν παρούσα ούτε στην ανακοπή, ούτε στο διαμέρισμα, εξού και δεν γνώριζε τα γεγονότα. Η κατηγορούμενη 1 όμως ανέφερε ότι εκείνη την είχε σταματήσει γυναίκα αστυφύλακας. Αλλά είπε ότι δεν υπήρχε γυναίκα αστυφύλακας στην ομάδα που σταμάτησε την κατηγορούμενη
- Προχώρησε δε, να ισχυριστεί ότι δεν υπήρχε, διότι κανένας δεν ήξερε ότι θα επρόκειτο για κοπέλα και διότι δεν είχε προσωπικό η αστυνομία. Ο πρώτος λόγος που πρόβαλε, όπως θα εξηγήσουμε παρακάτω, είναι αβάσιμος. Ο δεύτερος λόγος, ισχυρίστηκε περαιτέρω, βασίζεται στο ότι για όση ώρα βρισκόταν σ΄ ένα γραφείο στην ΥΚΑΝ έβλεπε γύρω της όλο (άνδρες) αστυνομικούς να οργανώνονται για την επιχείρηση. Αυτό βέβαια δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτως ή άλλως σοβαρό στοιχείο. Ότι δηλαδή μια κρατούμενη ευρισκόμενη σ΄ ένα γραφείο της ΥΚΑΝ είναι σε θέση να διαπιστώσει το προσωπικό της Υπηρεσίας. Πέραν τούτου, η ίδια ανέφερε ότι όταν πήγε στις τουαλέτες των MacDonald's, εκεί είδε μια αστυνομικό. Άρα, παρά τα όσα υποτίθεται ότι παρατήρησε στο γραφείο της ΥΚΑΝ, υπήρχε και άλλη αστυνομικός στην επιχείρηση. Όλα αυτά είναι ισχυρισμοί απλώς για να υποστηριχθεί ότι δεν υπήρχε γυναίκα αστυνομικός κατά την ανακοπή της κατηγορούμενης
- Γυναίκα αστυφύλακας υπήρχε κατά την ανακοπή και ήταν η Μ.Κ.
- Σκοπιμότητα δεν έχει υποδειχθεί ούτε ως προς τις διαφορετικές θέσεις για την ψυχολογική κατάσταση της κατηγορούμενης 2, κάτι, άλλωστε, που αφορά την υποκειμενική εκτίμηση του κάθε μάρτυρα. Όταν δεν εντοπίζεται σκοπιμότητα, τίθεται και το ζήτημα της ανθρώπινης μνήμης. Οι μάρτυρες κλήθηκαν να δώσουν λεπτομέρειες, όπως ποιος κρατούσε τη τσάντα ή ποιος άνοιξε την πόρτα, για ένα περιστατικό που έλαβε χώρα σε σύντομο χρονικό διάστημα πριν από ένα χρόνο, κάτω από συνθήκες έντασης, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά η Μ.Κ.
- Αλλά θα σχολιάσουμε και μια άλλη διαφορά που εντοπίσαμε. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι σε κάποιο στάδιο της επιχείρησης βρισκόταν μπροστά από τα MacDonald's, ενώ η Μ.Κ.2 είπε ότι βρισκόταν πίσω από τα MacDonald's μαζί με το Μ.Κ.
- Όμως, αποτέλεσε κοινό τόπο ότι η ανακοπή έγινε στο πίσω μέρος και ότι έγινε από το Μ.Κ.
- Έτσι η αναφορά του ότι βρισκόταν μπροστά σαφώς δεν συνδέεται με το χρόνο της ανακοπής. Σημασία ενδεχομένως θα είχε αν η Μ.Κ.2 ισχυριζόταν ότι βρισκόταν μπροστά, εφόσον εκείνης είναι που αμφισβητείται η παρουσία κατά την ανακοπή στο πίσω μέρος. Εκείνο που έχει σημασία υπό τις περιστάσεις είναι η ουσία των πραγμάτων. Επανερχόμαστε δε στην ουσία της εκδοχής περί παντελούς ανυπαρξίας υπονοιών αν και έχουμε ήδη υποδείξει τη σχετική θεμελιακή αντίφαση στην ένσταση. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνουμε περαιτέρω πως η εκδοχή της υπεράσπισης όπως ετέθη δια της μαρτυρίας της κατηγορούμενης 1 είναι ότι η αστυνομία αναζητούσε ένα άνδρα, τον Primo. Παρά ταύτα, ανέκοψε την κατηγορούμενη
- Προκύπτει από την εκδοχή αυτή ότι ο μόνος λόγος που τη σταμάτησαν ήταν γιατί έτυχε να βρίσκεται εκεί. Δεν υπάρχει λογική σε τέτοια εκδοχή. Υπενθυμίζουμε δε, ότι κατά την κατηγορούμενη 1, στις τουαλέτες, βρισκόταν γυναίκα και όχι άνδρας αστυνομικός. Προς τι γυναίκα αστυνομικός αν αναζητούσαν άνδρα και μόνο; Δεν χρειάζεται έτσι να επεκταθούμε περαιτέρω και να υπεισέλθουμε στους ισχυρισμούς ότι η κοπέλα, που με βάση αυτή την εκδοχή ανακόπηκε απλώς τυχαία, είχε στη τσάντα της ναρκωτικά. Αυτό δεν είναι αναγκαίο ούτε σκόπιμο για να μην υπεισέλθουμε σε ζητήματα ουσίας όσο κι αν αυτόβουλα είναι που η κατηγορούμενη 2 προχώρησε σε τέτοια θέματα και η ευπαίδευτη συνήγορος της έκαμε λόγο, ως άνω, για ανεύρεση ναρκωτικών. Αντίθετα είναι απόλυτα πειστική η εκδοχή ότι η αστυνομία είχε την περιγραφή και μιας γυναίκας ως προμηθευτή της κατηγορούμενης
- Στη συνέχεια, εκεί όπου τους οδήγησε η κατηγορούμενη 1, στα πλαίσια ακριβώς της επιχείρησης εντοπισμού του προμηθευτή, βρισκόταν η συγκεκριμένη γυναίκα η εμφάνιση της οποίας ταίριαζε με την περιγραφή και η οποία διακινήθηκε με την κατηγορούμενη 1 με τον τρόπο που περιγράφηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας και αποδεχόμαστε χωρίς ενδοιασμό. Αγορεύοντας βέβαια η κα Μικελλίδου είπε ότι οι δύο κατηγορούμενες δεν συναντήθηκαν, δεν πλησίασαν μεταξύ τους και δεν συνομίλησαν. Υπονοώντας, αντιλαμβανόμαστε, ότι δεν υπήρχαν εύλογες υπόνοιες σε βάρος της κατηγορούμενης
- Όμως τα παραπάνω δεδομένα υποδηλώνουν σαφώς το αντίθετο. Εύλογες υπόνοιες υπήρχαν εξ αντικειμένου. Αναφέρθηκε σ΄ αυτές όταν ρωτήθηκε ο υπεύθυνος της ανακοπής Μ.Κ.1 για ποιο λόγο ανέκοψε την κατηγορούμενη
- «Διότι σύμφωνα με τις πληροφορίες που έδωσε η κατηγορούμενη 1, η κατηγορούμενη 2 θα της έφερνε στο συγκεκριμένο σημείο που είχαν ορίσει συνάντηση, για να της φέρει άλλη ποσότητα κοκαΐνης». Όπως εύλογες υπόνοιες είχαν για το διαμέρισμα εφόσον η κατηγορούμενη 1 τους είχε πει ότι η κατηγορούμενη 2 είχε στην κατοχή της μεγάλες ποσότητες κοκαΐνης. Κατ΄ εκείνο δε, το χρόνο η αστυνομία δεν γνώριζε τα στοιχεία της κατηγορούμενης 2 ώστε να εξασφαλίσει ένταλμα σύλληψης και ένταλμα έρευνας, όπως εισηγήθηκε η κα Μικελλίδου λέγοντας ότι έτσι αναμενόταν από την αστυνομία να πράξει αν όντως είχε εύλογες υπόνοιες εναντίον της κατηγορούμενης
- Το επόμενο ερώτημα αφορά τον τρόπο που ενήργησε η αστυνομία κατά την ανακοπή. Η υπεράσπιση ισχυριζόμενη βίαιη ανακοπή και ρίξιμο της κατηγορούμενης 2 στο έδαφος δεν εξήγησε περαιτέρω τη θέση της. Δεν καθόρισε το νομικό λόγο που θα καθιστούσε την αποδοχή των τεκμηρίων από μια τέτοια βίαιη ανακοπή ανεπίτρεπτη. Υπονοεί, άραγε, ότι επρόκειτο για απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση κατά παράβαση του Άρθρου 8 του Συντάγματος; Εν πάση περιπτώσει, δεν βρίσκουμε ότι υπάρχει το πραγματικό υπόβαθρο για περαιτέρω συζήτηση. Επρόκειτο για οργανωμένη επιχείρηση στην οποία, όπως προκύπτει ως κοινός τόπος, έλαβαν μέρος ικανός αριθμός αστυνομικών. Η ίδια η κατηγορούμενη 2 ανέφερε ότι την πλησίασαν «μερικοί άντρες», ενώ η κατηγορούμενη 1 είπε ότι άλλοι είναι οι αστυνομικοί που την σταμάτησαν εκείνη «γιατί ήταν και άλλοι αστυνομικοί». Δεν ήταν μια ξαφνική, απρόσμενης ανάγκης, ενέργεια με 1 ή 2 αστυνομικούς. Για τις ανάγκες της οργανωμένης αυτής επιχείρησης οι αστυνομικοί είχαν αφήσει την κατηγορούμενη 1, κρατούμενη ως ύποπτη για κατοχή κοκαΐνης, να κινείται, υπό παρακολούθηση μεν, πλην ελεύθερα και προσδοκούσαν να συλλάβουν και άλλο άτομο. Έτσι, είναι απόλυτα λογική η θέση των Μ.Κ.1 και 2, συνάδουσα με τις αναφορές των ιδίων των κατηγορουμένων, ότι άλλοι αστυνομικοί βρίσκονταν περιμετρικά στην περιοχή. Υπ΄ αυτές τις περιστάσεις δεν ήταν αναγκαία η βία και η ρίψη της κατηγορούμενης 2 στο έδαφος. Ούτε ήταν σκόπιμο να ενεργήσουν με τέτοιο αχρείαστο τρόπο οι αστυνομικοί σ΄ ένα δημόσιο δρόμο κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ασύνδετος με τυχόν νομικές συνέπειες έμεινε κι ο ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι κατά την ανακοπή δεν βρισκόταν γυναίκα αστυφύλακας. Αντιλαμβανόμαστε ότι τέτοιο ζήτημα, με την όποια σημασία μπορεί να έχει, τίθεται σε περίπτωση σωματικής έρευνας. Πέραν τούτου, δεν έχουμε παραπεμφθεί, ούτε γνωρίζουμε περιοριστικό κανόνα ότι η σύλληψη γυναίκας πρέπει να γίνεται από ή στην παρουσία γυναίκας. Εν πάση περιπτώσει, και πάλι δεν τίθεται όπως ήδη κρίναμε επί των γεγονότων, ζήτημα. Ως προς την έρευνα στο διαμέρισμα, έχοντας μεν υπόψη τις εισηγήσεις της κας Μικελλίδου επί του προκειμένου, όπως προηγουμένως τις έχουμε παραθέσει και ήδη σχολιάσει, εκείνο που βρίσκουμε να έχει σημασία είναι η ουσία των εκατέρωθεν εκδοχών. Οι αστυνομικοί ισχυρίζονται ότι η κατηγορούμενη 2 ήταν εξ αρχής απόλυτα συνεργάσιμη κάτι που συνάδει με τη θέση, που δεν αμφισβητήθηκε, ότι δεν της έθεσαν χειροπέδες. Η κατηγορούμενη 2 ανέφερε ότι ο Μ.Κ.1 την κρατούσε από το χέρι. Με αυτά τα δεδομένα εναρμονίζεται και η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι η κατηγορούμενη 2 συναίνεσε γραπτώς όπως ερευνηθεί το διαμέρισμα όπου διέμενε, κάτι που αντίθετα δεν θα συνήδε με μαρτυρία περί αντίστασης. Η κατηγορούμενη 2 δεν προέβαλε τη θέση ότι αρνήθηκε ή αντιστάθηκε στην έρευνα. Η εκδοχή της ήταν, κατ΄ ουσίαν, ότι άφησε παθητικά τα πρόσωπα που δεν της είχαν πει ακόμα ότι είναι αστυνομικοί να εισέλθουν στο διαμέρισμα και γενικά ότι δεν αντιστάθηκε ούτε προσπάθησε να διαφύγει, επειδή νόμιζε ότι είναι κάποιοι κακοποιοί που της επιτέθηκαν και υπό τις περιστάσεις δεν μπορούσε να κάμει κάτι διαφορετικό. Ως τη στιγμή, ισχυρίστηκε, ως άνω, που μπήκαν στο διαμέρισμα κανένας δεν της είπε ότι ήταν αστυνομικοί και είναι μετά, όταν μπήκαν στο διαμέρισμα και όταν τους ρώτησε ποιοι είναι που ένας απ΄ αυτούς της έδειξε την ταυτότητα του. Ήταν, πρόσθεσε, τέσσερα πρόσωπα μαζί της και ανερχόμενοι στο διαμέρισμα είχαν περάσει από το γραφείο υποδοχής του ξενοδοχείου, όπου βρίσκονταν κάποιοι άνθρωποι που εργάζονταν εκεί. Δεν τους είπε όμως τίποτε γιατί ήταν πολύ φοβισμένη, σοκαρισμένη, αυτοί που τη συνόδευαν είχαν πάνω τους όπλα κι ο Μ.Κ.1 την κρατούσε σφιχτά από το μπράτσο. Αυτή η εικόνα δεν είναι στο σύνολό της πειστική. Όπως η κατηγορούμενη 2 θέτει τα πράγματα ήταν με την εντύπωση ότι είχε απαχθεί, κατά τη διάρκεια της ημέρας σε δημόσιο δρόμο, από άγνωστης ιδιότητας ένοπλα άτομα, που τα θεώρησε κακοποιούς. Παρά ταύτα τους είπε πού διέμενε και την πήραν εκεί, πεζή, χωρίς ούτε πριν, ούτε εκεί, στο γραφείο υποδοχής, ν΄ αντισταθεί ή έστω να ζητήσει βοήθεια. Έστω ότι φοβήθηκε να ζητήσει βοήθεια. Ρωτήθηκε όμως αντεξεταζόμενη κατά πόσο οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου, υπό τέτοιες περιστάσεις, δεν τους ακολούθησαν «για να δουν τι γίνεται στο ξενοδοχείο τους» και τότε πλέον απάντησε ότι είπαν ότι είναι αστυνομικοί και ρωτούσαν στο reception πού ήταν το δωμάτιο. Αυτή η θέση ήταν όψιμη σε σχέση με την αρχική της θέση ότι αποκάλυψαν την ιδιότητα τους μετά, στο δωμάτιο. Προέκυψε δε, ακριβώς μπροστά στο εύλογο ερώτημα για την αντίδραση των ανθρώπων του ξενοδοχείου στο θέαμα της πελάτιδος τους που μεταφερόταν, κρατούμενη σφιχτά, από τέσσερα ένοπλα άτομα σοκαρισμένη και φοβισμένη. Η τελική δε, αυτή θέση έχει και μια περαιτέρω διάσταση που άπτεται του ζητήματος του χρόνου της υπογραφής της συγκατάθεσης, εφόσον ο ισχυρισμός της ότι δεν υπέγραψε την συγκατάθεση προηγουμένως, ταίριαζε με την αναιρεθείσα εκδοχή της ότι δεν γνώριζε πριν εισέλθουν στο διαμέρισμα ότι επρόκειτο για αστυνομικούς. Εν κατακλείδι: Είτε με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής περί συνεργασίας με την αστυνομία, είτε ακόμα και με την εκδοχή της κατηγορούμενης 2 περί παθητικής στάσης, αυτή συμμορφωνόταν με ό,τι οι αστυνομικοί της έλεγαν. Δεν είναι η θέση της ότι αρνείτο να υπογράψει. Με αυτά τα δεδομένα δεν έχει υποδειχθεί, ούτε εντοπίζουμε λόγο να είχαν προβεί σε έρευνα και μετά να λάβουν τη γραπτή συγκατάθεση, την οποία μπορούσαν να έχουν εξαρχής. Θεωρώντας τα πράγματα, επί της ουσίας τους, αποδεχόμαστε την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Για την ίδια τη διαδικασία της έρευνας η κα Μικελλίδου μας κάλεσε να μην δεχθούμε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία ότι η κατηγορούμενη 2 υπεδείκνυε από μόνη της τα διάφορα τεκμήρια. Έθεσε το ερώτημα: «... αν είναι δυνατό εγώ να δείχνω ναρκωτικά και η αστυνομία να μου λέει «τι άλλο έχεις να μου δείξεις;». Eν πάση περιπτώσει, πέραν του ισχυρισμού της κατηγορούμενης ότι η έρευνα έγινε χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση της, δεν έχει τεθεί θέμα ότι η ανεύρεση των τεκμηρίων έγινε μέσα από εξαναγκασμό της ή άλλη ανεπίτρεπτη ενέργεια. Συνεπώς το κατά πόσο βρήκαν τα τεκμήρια οι αστυνομικοί χωρίς τις υποδείξεις της ή μετά από υποδείξεις της, δεν έχει άμεση σημασία για τα υπό κρίση θέματα. Μόνο έμμεση αξία θα είχε, υπό την έννοια της αξιοπιστίας. Εφόσον όμως το ζήτημα δεν έχει άμεση σημασία, και εφόσον ούτε η αξιοπιστία είναι αναγκαίο, ενόψει του ευρύτερου υλικού που αξιολογούμε, να κριθεί στη βάση του ερωτήματος που η κα Μικελλίδου έχει, ως άνω, θέσει, είναι ανεπιθύμητο, αν όχι αθέμιτο, να προβούμε σε σχετικό εύρημα. Διότι τυχόν εύρημα με βάση τους ισχυρισμούς της αστυνομίας, θα επηρέαζε στο θεμέλιο της την υπεράσπιση της κατηγορούμενης, όπως εκφράστηκε μέσα από τη θέση ότι: «Εγώ δεν υπέδειξα τίποτε σε κανένα, επειδή ούτε ήξερα ότι βρίσκεται στο διαμέρισμα κοκαΐνη ή κάποια λεφτά. Όταν με ρώτησαν, «τι είναι αυτά;» απάντησα ότι δεν ξέρω». Ως προς την αναφορά στην ένσταση ότι «παραβιάστηκαν οι δικαστικοί κανόνες, χωρίς μεταφραστή, χωρίς δικηγόρο» σημειώνουμε τα ακόλουθα: Ο ισχυρισμός ότι η κατηγορούμενη 2, μιλούσε πάρα πολύ καλά, απταίστως, αγγλικά δεν έχει βέβαια την έννοια πιστοποίησης του επιπέδου γνώσης της αγγλικής από την κατηγορούμενη
- Το ζήτημα τέθηκε στα πλαίσια του κατά πόσο η κατηγορούμενη 2 είχε επαρκή γνώση ώστε να αντιλαμβάνεται και να επικοινωνεί σε βαθμό που παρείχετο η αναγκαία διασφάλιση της εγκυρότητας της διαδικασίας. Η ίδια η κατηγορούμενη 2 δεν ισχυρίστηκε πλήρη άγνοια της αγγλικής. Ήδη η υποβολή της κας Μικελλίδου ήταν ότι η κατηγορούμενη 2 «δεν μιλά καλά αγγλικά». Η κατηγορούμενη 2 ισχυρίστηκε ότι μπορούσε να επικοινωνήσει με «απλές λέξεις χωρίς να μπορεί να αρθρώσει κανονικές φράσεις». Όμως, μέσα από την ίδια τη μαρτυρία της παρουσιάζει τον εαυτό της να επικοινωνεί στην αγγλική, να ερωτά λ.χ. τους αστυνομικούς για τη συγκατάθεση και να αντιλαμβάνεται τι της έλεγαν. Έχουμε πειστεί ότι η κατηγορούμενη 2 είχε όντως τέτοια γνώση της αγγλικής ώστε να μπορούσε με ασφάλεια να αντιληφθεί και να επικοινωνήσει. Ως προς το ζήτημα του δικηγόρου: Στην ένσταση δεν έχει τεθεί κατά τρόπο συγκεκριμένο ζήτημα δικηγόρου, πέραν της αναφοράς ότι «παραβιάστηκαν οι δικαστικοί κανόνες χωρίς δικηγόρο». Η θέση εξειδικεύθηκε μόνο και για πρώτη φορά με τον ισχυρισμό της κατηγορούμενης 2 ότι «ζήτησε να της παραχωρήσουν δικηγόρο και να ενημερώσουν την πολωνική πρεσβεία». Κάτι τέτοιο όμως δεν υποβλήθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας. Έτσι, υπ΄ αυτές τις περιστάσεις, θεωρούμε ότι το ζήτημα πέραν της γενικόλογης αναφοράς στην ένσταση δεν ηγέρθη σαφώς και συγκεκριμένα ως τέτοιο, ώστε να είχε δοθεί δίκαιη προειδοποίηση και δυνατότητα συγκεκριμένης απάντησης. Τέλος, δεν θεωρούμε ότι η κατηγορούσα αρχή είχε, χωρίς άλλο, υποχρέωση να παρουσιάσει ως μάρτυρες όλα τα πρόσωπα που ανέφερε η κατηγορούμενη 2 ανακαλύπτοντας από την περιγραφή και όσους δεν κατονόμασε. Είναι ζήτημα που εξαρτάται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Το ερώτημα είναι κατά πόσο από την προσφερθείσα μαρτυρία, όπως επέλεξε η κατηγορούσα αρχή να την παρουσιάσει, έχει αποσείσει το βάρος που είχε να πείσει πέραν λογικής αμφιβολίας ότι η ανακοπή, η σύλληψη και η έρευνα ήταν νόμιμες. Η απάντηση μας είναι καταφατική. (Υπ.) ............................... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ...................................... Τ. Καρακάννα, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ..................................... Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Assize/Interim (αναφορά: δίκη εντός δίκης αρ. 3) /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο