Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Kυριάκου Αργυρού, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:6678/08, 17 Νοεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:B34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:6678/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Kυριάκου Αργυρού Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 17 Νοεμβρίου 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Πίπη Για τον κατηγορούμενο: κ. Λουκαΐδης Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος μετά από διακοπή της δεύτερης κατηγορίας, αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19
(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας κινήσεως Νόμου 86/72 (1η κατηγορία) και της οδήγησης μηχανοκίνητου δίκυκλου χωρίς φώτα πορείας κατά παράβαση του Κανονισμού 50 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του 1984 (3η κατηγορία). Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία για τις προαναφερόμενες κατηγορίες. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε 2 Μάρτυρες Κατηγορίας τον Αστυφύλακα 3555 Μ. Μιχαήλ (ΜΚ1) και την Άντρη Θεοδώρου (ΜΚ2). Ο ΜΚ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 1), και απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Συγκεκριμένα, ανάφερε ότι στις 3.4.08 και ώρα 20:15 επισκέφθηκε σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που συνέβη στην οδό Εύξεινου Πόντου, με ενεχόμενα οχήματα το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KJP245 με οδηγό την Άντρη Θεοδώρου (MK2) και το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής HAK341 με οδηγό τον κατηγορούμενο και συνεπιβάτη τον Παναγιώτη Αργυρού. Ήταν νύκτα και ο δρόμος ήταν άσφαλτος, ευθύς και επίπεδος. Προκλήθηκαν ζημιές στα δύο οχήματα και τραυματίστηκε ο συνεπιβάτης του κατηγορουμένου. Κατά την άφιξη του στη σκηνή, βρήκε τα ενεχόμενα οχήματα μετακινημένα από τις τελικές τους θέσεις. Αφού οι οδηγοί του υπέδειξαν τις πορείες τους και το σημείο σύγκρουσης, πήρε τις αναγκαίες μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα (τεκμήριο 2) το οποίο αφού το επεξήγησε στους οδηγούς αυτοί συμφώνησαν και το υπέγραψαν. Στη συνέχεια, με βάση το τεκμήριο 2 εκπόνησε τελικό σχεδιαγράφημα το οποίο κατέθεσε ως τεκμήριο 3. Πήρε κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 4) και τον κατηγόρησε γραπτώς όπου απάντησε ότι παραδέχεται (τεκμήριο 5). Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ο επίδικος δρόμος είναι πλατύς, ευθυγραμμισμένος και φωτίζεται από οδικό φωτισμό. Περαιτέρω ανέφερε ότι το σημείο σύγκρουσης απέχει 13.5 μέτρα από τον πλησιέστερο πυλώνα οδικού φωτισμού της ΑΗΚ, ο οποίος όπως ανέφερε λειτουργούσε κανονικά και έδινε φως μέχρι το σημείο σύγκρουσης. Στη συνέχεια ανέφερε ότι μέτρησε τα φώτα πορείας του οχήματος της ΜΚ2, και ότι αυτά φώτιζαν σε απόσταση 30 μέτρων. Σε σχετική ερώτηση κατά την αντεξέταση, απάντησε ότι η ΜΚ2, δεδομένου του οδικού φωτισμού και της απόστασης που φώτιζαν τα φώτα πορείας του οχήματος της λογικά θα έπρεπε να είχε δει τον κατηγορούμενο ο οποίος ερχόταν από απέναντι. Ο λόγος όμως που κατηγόρησε τον κατηγορούμενο ήταν διότι το μοτοποδήλατο του τελευταίου δεν είχε φώτα πορείας και επειδή, σύμφωνα με τον ίδιο, ενώ είδε από απόσταση 20 μέτρων το όχημα της ΜΚ2 να δείχνει ότι θα στρίψει δεξιά συνέχισε την πορεία του. Η ΜΚ2 κατέθεσε σαν μέρος της κυρίως εξέτασης της την γραπτή κατάθεση της (τεκμήριο 7). Ανέφερε ότι ήταν η οδηγός του οχήματος το οποίο ενεπλάκη στο επίδικο δυστύχημα με το μοτοποδήλατο του κατηγορουμένου. Κατά τον επίδικο χρόνο σταμάτησε το όχημα της στην συμβολή του επίδικου δρόμου με την οδό Στυλιανού Χουρμουζίου δείχνοντας ότι θα στρίψει δεξιά για να εισέλθει στην προαναφερόμενη οδό. Ανέφερε ότι ήταν νύχτα, είχε αναμμένα τα φώτα πορείας του οχήματος της με αρκετή ορατότητα μπροστά της, και ότι έλεγξε το δρόμο πριν να στρίψει δεξιά αλλά δεν αντελήφθηκε το δίκυκλο του κατηγορουμένου. Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 και του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Ανέφερε ότι οδηγούσε στην αριστερή πλευρά του δρόμου με ταχύτητα γύρω στα 25-30χλμ α.ω. Ο δρόμος φωτιζόταν από συνεχόμενες κολώνες οδικού φωτισμού της ΑΗΚ και τα κτίρια στην επίδικη οδό είχαν αναμμένα φώτα. Ανέφερε ότι 300 μέτρα πριν τη σύγκρουση, λόγω βλάβης έσβησαν τα φώτα του μοτοποδηλάτου του. Σε απόσταση 20 μέτρων πριν τη σύγκρουση είδε ότι η ΜΚ2 έδειχνε με το δείχτη ότι θα στρίψει δεξιά, νομιζόμενος όμως ότι η ΜΚ2 τον είχε προσέξει ελάττωσε ταχύτητα αλλά προχώρησε ευθεία με αποτέλεσμα η οδηγός του αυτοκινήτου να στρίψει δεξιά και να του ανακόψει την πορεία του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας και αποδέχομαι την μαρτυρία του. Κατέθεσε με σταθερό τρόπο τα όσα επεσυνέβησαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, με αντικειμενικότητα και χωρίς σε οποιαδήποτε στιγμή να διακρίνω οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια του να παραποιήσει την αλήθεια. Κατά την αντεξέταση του, έδωσε ειλικρινείς απαντήσεις σε σχετικές ερωτήσεις αναφορικά με τον οδικό φωτισμό της επίδικης οδού, και παρά την κάπως διαφορετική εκδοχή που πρόβαλε στην γραπτή κατάθεση του, διευκρινίζοντας ότι η πλησιέστερη κολώνα οδικού φωτισμού, που βρισκόταν σε απόσταση 13,5 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης λειτουργούσε κανονικά και έδινε φως μέχρι το εν λόγω σημείο. Στη συνέχεια αναγνώρισε φωτογραφίες του επίδικου δρόμου που του υποδείχθηκαν από την υπεράσπιση και οι οποίες κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 6. Όσον αφορά το συμμετρικό σχεδιαγράφημα (τεκμήριο 3) αυτό αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου v. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή v. Κυριάκου, ΠΕ 8551, ημερ. 19.3.96, Κυριάκου v. Δημητρίου, Π.Ε. 9571, ημερ. 27.10.1997 Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v. Σοφοκλή Μιχαήλ Π.Ε. 9198, ημερ. 30.10.1997, Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252). Η ΜΚ2 δεν με έπεισε ότι είπε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Εμφανής ήταν η προσπάθεια της να αποφύγει οποιαδήποτε ευθύνη για το δυστύχημα, βασιζόμενη στο γεγονός ότι το μοτοποδήλατο του κατηγορουμένου δεν είχε αναμμένα φώτα πορείας. Ο ισχυρισμός της ότι δεν είδε καθόλου τον κατηγορούμενο για τον λόγο ότι ήταν νύχτα και δεν φαινόταν, δεν συνάδει με τον ισχυρισμό της ότι είχε ορατότητα και μπορούσε να δει σε αρκετά ικανοποιητική απόσταση μπροστά της, ούτε και με τον ισχυρισμό της ότι ήταν σίγουρη ότι ο κατηγορούμενος ερχόταν από απέναντι. Ως εκ τούτου δεν αποδέχομαι την μαρτυρία της πλην του ισχυρισμού της ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν νύχτα, ότι είχε αναμμένα τα φώτα πορείας του οχήματος της και ότι η ίδια είχε αρκετή ορατότητα μπροστά της. Ο κατηγορούμενος μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Ήταν σαφής και ειλικρινής. Δεν προσπάθησε να παραποιήσει την αλήθεια αλλά αντίθετα παραδέκτηκε ότι το μοτοποδήλατο του κατά τον επίδικο χρόνο δεν είχε αναμμένα φώτα πορείας, αναφέροντας ότι 300 μέτρα πριν την σύγκρουση αυτά έσβησαν, όπως επίσης και ότι από απόσταση 20 μέτρων αντιλήφθηκε την παρουσία του ακινητοποιημένου οχήματος της ΜΚ2 που έδειχνε ότι θα στρίψει δεξιά, αναφέροντας όμως ότι ελάττωσε μεν ταχύτητα αλλά συνέχισε την πορεία του διότι θεώρησε ότι η ΜΚ2 τον είχε αντιληφθεί για τον λόγο ότι ο δρόμος ήταν φωτιζόμενος. Ως εκ τούτου αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της. Στρεφόμενη τώρα στην παραδοχή του κατηγορουμένου στη γραπτή κατηγορία (τεκμήριο 5) αποδέχομαι τη θέση του συνηγόρου του ότι τούτη αφορούσε μόνο την κατηγορία της οδήγησης χωρίς αναμμένα φώτα πορείας. Η ομολογία ενοχής έχει αποκληθεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Στο σύστημα όμως που διέπει την ποινική μας δίκη, δεν έχουμε απολυτοποιήσει στον ύψιστο βαθμό την αξία της. Είναι θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το Δικαστήριο στο τέλος προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής (βλ. Ανδρέου v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166). Το ζήτημα της ομολογίας έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης από την νομολογία κατ' επανάληψη. Παρά το ότι μια εκούσια και σαφής ομολογία μπορεί αφ' εαυτής να θεμελιώσει καταδίκη, όμως όσο θεληματική και αν είναι η κατάθεση ενός κατηγορουμένου είναι φρόνιμο να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση του περιεχομένου της (βλ. Καυκαρής v. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 203 , Μάρτιν v. Δημοκρατίας (αρ.2)
(1994)2 ΑΑΔ 65, Καύκαρος v. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 110, Ιωσηφίδης (Πυσαΐλας) v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 204 κ.α.) Στην απόφαση στην υπόθεση Μιχαλάκης Ιακωβίδης κ.α. v. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 110 ειπώθηκε ότι το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται όχι μόνο με βάση την αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σε αυτή, αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που ενισχύει ή καταρρίπτει την αλήθεια του περιεχομένου της. Η υπό εξέταση υπόθεση, αφορά αδίκημα αμελούς οδήγησης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα. Συνεπώς η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό το οποίο θα κριθεί από το δικαστήριο με βάση τα γεγονότα όπως αυτά θα εκτεθούν ενώπιον του. Συσχετίζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές με τα γεγονότα και τη μαρτυρία που έχω ενώπιον μου, κρίνω ότι η παραδοχή του κατηγορουμένου στη γραπτή καταγγελία αναφέρετο στην κατηγορία της οδήγησης χωρίς αναμμένα φώτα πορείας. Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης, αποτελεί εύρημα μου ότι στις 3.4.08 περί η ώρα 20:00 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής ΗΑΚ 341 στην αριστερή πλευρά της οδού Ευξείνου Πόντου στη Λάρνακα με κατεύθυνση προς Λειβάδια χωρίς αναμμένα φώτα πορείας. Την ίδια μέρα και ώρα, η ΜΚ2 οδηγούσε επί της ίδιας οδού το όχημα με αριθμούς εγγραφής KJP 245 από την αντίθετη κατεύθυνση, όπου στην συμβολή του δρόμου με την οδό Στ. Χουρμουζίου σταμάτησε δείχνοντας με τον δείχτη του οχήματος της ότι θα στρίψει δεξιά για να εισέλθει στην οδό Στ. Χουρμουζίου. Η ΜΚ2 στην προσπάθεια της να στρίψει δεξιά ανέκοψε την πορεία του μοτοποδηλάτου που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων. Ο δρόμος ήταν ευθυγραμμισμένος, είχε πλάτος 8.60 μέτρα και φωτιζόταν από οδικό φωτισμό της ΑΗΚ. Σε απόσταση 13.5 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης υπήρχε κολώνα οδικού φωτισμού της ΑΗΚ που λειτουργούσε κανονικά και έδιδε φως μέχρι το σημείο σύγκρουσης. Τα φώτα του οχήματος της ΜΚ2 φώτιζαν σε απόσταση 30 μέτρων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάση Παύλου v. Αστυνομίας, Π.Ε.6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (βλ. Παναγιώτου v. Αστυνομίας
(1982)1 ΑΑΔ 585, Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 και Βασιλείου v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ. 202). Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης v. Τροχαίας
(1996)2 ΑΑΔ 300, Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Βίττη v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 37, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160 Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). H αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαΐδης v. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Οι αρχές που διέπουν το καθορισμό ευθύνης των αυτοκινητοδηγών προς άλλους χρήστες του δρόμου είναι αδιαμφισβήτητες (βλ. Vakanas v. Thomas & Another
(1982)1 CLR 530, Adamis & Another v. Eracleous
(1982)1 CLR 746 και Κωμιάτη v. Πόλιτσου
(2001)1 ΑΑΔ 226). Όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, το κριτήριο για τη διαπίστωση αμελούς οδήγησης, όπως και της αμέλειας γενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του αυτοκινητοδηγού. Δεν είναι υποκειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική θεώρηση της λειτουργίας του οδηγού. Είναι συνεπώς με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης που θα πρέπει να εξεταστεί αν έχει αποδειχθεί αμέλεια του κατηγορουμένου, στο μέτρο που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις όπως και η παρούσα και είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εξετάζοντας το ζήτημα, προκύπτει ότι δεν έχει αποδειχθεί κάποια ενέργεια του κατηγορουμένου που να καταδεικνύει αμέλεια. Αντίθετα και όπως προέκυψε από την προσκομισθείσα μαρτυρία, αυτός οδηγούσε κανονικά στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Από τα πιο πάνω ευρήματα δεν προκύπτει έλλειψη καταβολής της προσήκουσας επιμέλειας από τον κατηγορούμενο. Στην υπό εξέταση περίπτωση, ο κατηγορούμενος δεν έχει παραλείψει να εκπληρώσει οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας. Το γεγονός ότι οδηγούσε χωρίς αναμμένα φώτα πορείας, κάτι που αποτελεί ξεχωριστό αδίκημα, δεν συνιστά από μόνο του αμέλεια εκ μέρους του. Τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα, ότι ο επίδικος δρόμος ήταν ευθυγραμμισμένος και φωτιζόταν από οδικό φωτισμό της ΑΗΚ, ότι ο πλησιέστερος πυλώνας της ΑΗΚ βρισκόταν σε απόσταση 13,5 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης και έδιδε φως μέχρι αυτό, ότι η ΜΚ2 είχε όπως δήλωσε η ίδια επαρκή ορατότητα μπροστά της και τα φώτα του οχήματος της φώτιζαν σε απόσταση 30 μέτρων, δεν τεκμηριώνουν συμπέρασμα ότι η έλλειψη φώτων πορείας του μοτοποδηλάτου του κατηγορουμένου υπήρξε η γενεσιουργός αιτία της σύγκρουσης. Προϋπόθεση για την απόδοση αμέλειας, αποτελεί η επενέργεια αμελούς πράξης στην πρόκληση του δυστυχήματος ως θέμα άμεσης αιτιώδους σχέσης μεταξύ της πράξης και του δυστυχήματος. Στην απόφαση στην υπόθεση Charalampous v. Charalampous and another
(1971)1 CLR 284 το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η απουσία πισινού φωτός της μοτοσικλέτας του ενάγοντα δεν συνέτεινε στη σύγκρουση με το όχημα του εναγομένου και βρήκε τον εναγόμενο αποκλειστικά υπεύθυνο. Συνεπώς και έχοντας υπόψη μου τα ευρήματα ως προς τα πραγματικά γεγονότα και τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται, βρίσκω ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου δεν δείχνει την έλλειψη της δέουσας προσοχής και επιμέλειας υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και ούτε οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η απουσία φώτων πορείας του μοτοποδηλάτου του κατηγορουμένου συνέτεινε στην σύγκρουση. Τούτου δεδομένου, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την 1η κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ο οποίος κατά συνέπεια απαλλάσσεται και αθωώνεται σε αυτήν. Αναφορικά με την 3η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ο συνήγορος του εισηγήθηκε ότι παρά τη παραδοχή του στην γραπτή κατηγορία, εν τούτοις αυτή δεν αποδείχθηκε, για το λόγο ότι η μαρτυρία δεν έχει καταδείξει ότι ο επίδικος χρόνος, ήταν μισή ώρα μετά τη δύση του ηλίου ή μισή ώρα πριν την ανατολή, όπως προνοεί ο Κανονισμός 50
(10)(ι) των Κ.Δ.Π 66/84. Σκοπός των προνοιών του Κανονισμού 50 εδάφιο
(10), είναι η απαγόρευση οδήγησης μηχανοκίνητων οχημάτων κατά τη διάρκεια της νύχτας χωρίς αναμμένα φώτα πορείας. Συνεπώς δεδομένης της μαρτυρίας που έχω ενώπιον μου και η οποία ουσιαστικά περιστράφηκε γύρω από το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν νύχτα και βάση της οποίας ο επίδικος δρόμος φωτίζετο από οδικό φωτισμό της ΑΗΚ, τα κτίρια του δρόμου είχαν αναμμένα φώτα, τα φώτα πορείας του οχήματος της ΜΚ2 ήταν αναμμένα όπως και του μοτοποδηλάτου του κατηγορουμένου, τα οποία όμως έσβησαν όπως ο ίδιος ανέφερε λόγω βλάβης, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η ώρα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος ήταν περί τις 20:00, δεν μπορεί παρά να οδηγήσουν στο λογικό συμπέρασμα ότι κατά τη διάρκεια της νύκτας ο κατηγορούμενος οδηγούσε χωρίς αναμμένα φώτα πορείας και συνεπώς μισή ώρα ή και περισσότερο μετά την δύση του ηλίου. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να δοθεί άλλη λογική εξήγηση, γιατί κατά τον επίδικο χρόνο ο δρόμος να φωτίζεται από οδικό φωτισμό και τα ενεχόμενα οχήματα να είχαν αναμμένα τα φώτα πορείας τους. Πρέπει να σημειωθεί ότι, πέραν της παραδοχής του κατηγορουμένου, είναι σαφές με βάση και τη μαρτυρία του ότι αντιλήφθηκε πλήρως ότι με την 2η κατηγορία κατηγορήθηκε για τον λόγο ότι οδηγούσε κατά τη διάρκεια της νύχτας χωρίς αναμμένα φώτα πορείας. Περαιτέρω σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ο κατηγορούμενος δεν ισχυρίσθηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο υπήρχε φως της ημέρας, αλλά ούτε και αμφισβήτησε τη θέση των Μαρτύρων Κατηγορίας, που ισχυρίσθηκαν ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν νύχτα. Υπό το φως των πιο πάνω, και έχοντας υπόψη τα ευρήματα και τη μαρτυρία όπως έχει αξιολογηθεί, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 3η κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και στην οποία κρίνεται ένοχος σε αυτή. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο