Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Brian George Rance, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:2188/09, 27 Νοεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:B36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:2188/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Brian George Rance Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 27 Νοεμβρίου 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Λουκαίδης Κατηγορούμενος: παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά την διακοπή της 2ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρρεια οινοπνευματωδών ποτών κατά παράβαση του άρθρου 9
(1)
(2)του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο, κατηγορείται ότι στις 19/5/07 στο δρόμο Λάρνακας - Δεκέλειας στη Λάρνακα, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ENN042, υπό την επήρρεια οινοπνευματωδών ποτών, κατά τρόπο ώστε καθόν χρόνο οδηγούσε τούτο, η ικανότητα του για ασφαλή οδήγηση ήταν ελαττωμένη. Από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, κλήθηκε και έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ο αστυφύλακας Α. Σαββίδης ο οποίος κατά την μαρτυρία του, κατάθεσε ως τεκμήριο 2 πιστοποίηση της αρμόδιας αρχής σύμφωνα με την οποία η συσκευή που χρησιμοποίησε για τον προκαταρκτικό έλεγχο ακλοόλης συνάδει με τα πρότυπα του σχετικού Κανονισμού. Στη συνέχεια δηλώθηκαν από τους συνηγόρους σαν παραδεκτά γεγονότα και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ότι, στις 19/5/07 ο κατηγορούμενος υπεβλήθη σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης με την συσκευή προκαταρκτικού ελέγχου με αριθμό 8485 η οποία κατά τον επίδικο χρόνο λειτουργούσε κανονικά. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του και γι' αυτό και δεν θα πρέπει αυτός να κληθεί σε απολογία. Η εισήγηση αυτή στηρίζεται στο ότι δεν ετέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι η ικανότητα του κατηγορούμενου για ασφαλή οδήγηση ήταν ελαττωμένη. Αντίθετη υπήρξε επί του θέματος η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η απαλλαγή του κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: α) δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική η στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει τη καταδίκη του κατηγορουμένου σε αυτή. (βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). Η κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R.9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas and another v. Police, (πιο πάνω). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «.. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155.. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της και επάρκεια της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία.» Στο στάδιο αυτό και σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές, το Δικαστήριο, θα πρέπει να εξετάσει με αντικειμενικότητα τη δοθείσα μαρτυρία χωρίς να προβεί σε αξιολόγηση της, σε συσχετισμό με τη νομική πτυχή της υπόθεσης, έτσι ώστε να διαπιστωθεί αν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Εξετάζοντας το ζήτημα, εάν δηλαδή έχει αποκαλυφθεί ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο θα πρέπει να αναφερθεί στη μαρτυρία που η Κατηγορούσα Αρχή έχει προσκομίσει προς απόδειξη της υπόθεσης της. Ο ΜΚ1 σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 όπως έχει τροποποιηθεί με το νόμο 32
(1)/2004, κατέθεσε και υιοθέτησε σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του την γραπτή κατάθεση την οποία ετοίμασε για σκοπούς της υπόθεσης και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Στη γραπτή κατάθεση του ο ΜΚ1 αναφέρει ότι, την 19/5/07 και η ώρα 00:05 ενώ διενεργούσε έλεγχο της τροχαίας στο δρόμο Λάρνακας - Δεκέλειας, ανέκοψε για έλεγχο το όχημα υπ' αριθμό εγγραφής ENN042, το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο. Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας τους, διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος μύριζε αλκοόλ, παραπατούσε και τα μάτια του ήταν κόκκινα. Υπέβαλε τον κατηγορούμενο σε προκαταρκτικό έλεγχο εκπνοής με την συσκευή προκαταρκτικού ελέγχου υπ' αριθμό 8485 η οποία παρουσίασε ένδειξη 53 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου. Ο ΜΚ1 απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, αναφορικά με τον τρόπο οδήγησης του κατηγορουμένου απάντησε αυτολεξεί τα ακόλουθα: «Δεν θυμάμαι, αν δεν κάνω λάθος πήγαινε σιγανή ταχύτητα και κρατούσε την αριστερή πλευρά του δρόμου». Στη συνέχεια, κατά την κυρίως εξέταση και σε απάντηση σχετικής ερώτησης, ο ΜΚ1 αναφορικά με τα συμπτώματα που διαπίστωσε στον κατηγορούμενο απάντησε ότι μύριζε αλκοόλ, παραπάτησε μια-δυό φορές και τα μάτια του ήταν κόκκινα κάτι που παρατηρείται όπως ισχυρίσθηκε στους μεθυσμένους οδηγούς. Αυτή ήταν η μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή και με βάση την οποία καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο θα καλέσει ή όχι τον κατηγορούμενο σε απολογία. Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος βασίζεται στο άρθρο 9
(1)του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «πας όστις καθ' ον χρόνο οδηγεί ή πειράται να οδηγήσει μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου ή άλλως πως είναι υπεύθυνος δια το τοιούτον όχημα εν όσω τούτο ευρίσκεται επί τίνος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου τελεί υπό την επήρειαν οινοπνευματωδών ποτών, ναρκωτικών ή φαρμάκων κατά τρόπον ώστε, καθ' ον χρόνον οδηγεί η ικανότης αυτού προς ασφαλή οδήγησιν να είναι ηλαττωμένη, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισις δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας διακόσιας λίρας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Όπως προκύπτει από το πιο πάνω άρθρο, το στοιχείο ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε υπό την επήρρεια οινοπνευματωδών ποτών, δεν είναι αρκετό για να θεμελιώσει καταδίκη του κατηγορουμένου. Θα πρέπει επιπρόσθετα η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ότι, ένεκα της οδήγησης υπό την επήρρεια οινοπνευματωδών ποτών, η ικανότητα του κατηγορουμένου για ασφαλή οδήγηση είναι ελαττωμένη. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν έχει προσκομισθεί μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή που να καταδεικνύει ότι η ικανότητα του κατηγορούμενου για ασφαλή οδήγηση ήταν ελαττωμένη, συστατικό στοιχείο του αδικήματος με το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Αυτό είναι ουσιώδους σημασίας για τη τύχη της κατηγορίας διότι με την προσκομισθείσα μαρτυρία όπως αυτή περιγράφεται πιο πάνω, το Δικαστήριο σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να οδηγηθεί σε τεκμήριο ενοχής του κατηγορουμένου, έτσι ώστε να τον καλέσει σε απολογία. Η πιο πάνω μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, αναφορικά με τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε ασφαλές συμπέρασμα ότι κατά τον επίδικο χρόνο η ικανότητα του κατηγορούμενου για ασφαλή οδήγηση ήταν ελαττωμένη. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι, ακόμα και στην περίπτωση που γινόταν αποδεκτό ότι η οδήγηση του οχήματος του κατηγορούμενου με «σιγανή ταχύτητα στην αριστερή πλευρά του δρόμου» υποδείκνυε ότι η ικανότητα του για ασφαλή οδήγηση ήταν ελαττωμένη, το γεγονός και μόνο ότι ο ΜΚ1 δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβώς τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου, θα εκθεμελίωνε την βάση πάνω στην οποία στηρίχθηκε για να εξαγάγει το συμπέρασμα, ότι η ικανότητα του κατηγορούμενου για ασφαλή οδήγηση ήταν ελαττωμένη και θα καθιστούσε την αποδοχή της θέσης του άκρως ανασφαλή. Στην υπόθεση Στέλιος Σάββα v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 215 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Στο Wilkinson΄s στον οποίο αναφέρθηκε στο Δικαστήριο, (βλ. και την 14η έκδοση σελ.1/230 παράγραφος 4.63) εξηγείται και αυτή είναι η ορθή θέση, πως αποδεικνύεται ο επηρεασμός και με μαρτυρία για ασταθή οδήγηση ή δυστύχημα στο οποίο δεν θα εμπλακόταν κανονικός οδηγός μαζί με μαρτυρία για κατανάλωση οινοπνεύματος. Εν όψει όλων των πιο πάνω ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία από το στάδιο αυτό. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο