Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Αντώνη Κονναρίδη, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 9177/08, 15 Δεκεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:B42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 9177/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Αντώνη Κονναρίδη Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 15 Δεκεμβρίου 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Παντελή Για τον κατηγορούμενο: κ. Μυλωνάς Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της αμελούς οδήγησης (1η κατηγορία) και της εγκατάλειψης της σκηνής του δυστυχήματος χωρίς να παράσχει βοήθεια(2η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 21.8.07 στην οδό Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου στη Λάρνακα οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KMH734 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και ενώ είχε εμπλακεί σε δυστύχημα εγκατέλειψε τη σκηνή χωρίς να παράσχει βοήθεια. Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τέσσερις μάρτυρες κατηγορίας τον αστυνομικό 3024 Μάριο Καβαλιέρου (ΜΚ1), τον αναπληρωτή Λοχία Μηλιώτου (ΜΚ2), τον Λοχία Α. Ελευθερίου (ΜΚ3) και τον αστυφύλακα Σταύρο Αναστασίου (MK4). O ΜΚ1 κατάθεσε την γραπτή κατάθεση που έδωσε για την υπόθεση (τεκμήριο 1), υιοθέτησε το περιεχόμενο της σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανέφερε ότι στις 21.8.07 και ώρα 15:25 επισκέφθηκε τη σκηνή του τροχαίου δυστυχήματος που συνέβη στις 13:20 στη συμβολή της οδού Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου με την οδό Πετράκη Κυπριανού στη Λάρνακα, με ενεχόμενα οχήματα το βαν αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KMH734 με οδηγό τον κατηγορούμενο και την υπηρεσιακή μοτοσικλέττα της αστυνομίας με αριθμούς εγγραφής KEZ177 με οδηγό τον ΜΚ3 και συνοδηγό τον ΜΚ
- Κατά την άφιξη του στη σκηνή, τα οχήματα δεν βρίσκονταν στην τελική τους θέση, αφού τα γεγονότα διαδραματίστηκαν κατά την διάρκεια της καταδίωξης του κατηγορούμενου από στελέχη της ΥΚΑΝ και συγκεκριμένα από τους ΜΚ3 και ΜΚ
- Ο ΜΚ1 ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα (τεκμήριο 2) και τελικό σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο 3) το οποίο και επεξήγησε. Έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 4) και στις 21.8.07 τον κατηγόρησε γραπτώς (τεκμήριο 5). Ο ΜΚ2 υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε για την υπόθεση (τεκμήριο 6) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Στις 21.8.07 έλαβε φωτογραφίες των ενεχόμενων οχημάτων που βρίσκονταν στο χώρο στάθμευσης της ΥΚΑΝ Λάρνακας. Ακολούθως την ίδια ημέρα και περί η ώρα 16:50 μετέβηκε με τον ΜΚ1 στη σκηνή του δυστυχήματος όπου επίσης έλαβε αριθμό φωτογραφιών. Κατέθεσε ως (τεκμήριο 7) σε δέσμη τις εν λόγω φωτογραφίες (τεκμήριο 7) και τις επεξήγησε. Ο ΜΚ3 επίσης υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που ετοίμασε για την υπόθεση (τεκμήριο 8) και στην συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο, μέσα στα πλαίσια διερεύνησης υπόθεσης ναρκωτικών καταδίωκε τον κατηγορούμενο στην πιο πάνω οδό με την μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής ΚΕΖ177 με συνεπιβάτη τον ΜΚ
- Όταν ο κατηγορούμενος στη συμβολή της οδού Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου με την οδό Πετράκη Κυπριανού σταμάτησε στο ΑΛΤ για κάποια δευτερόλεπτα οδήγησε την μοτοσικλέτα στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου και του φώναξε να σταματήσει. Ο κατηγορούμενος αναπτύσσοντας ταχύτητα έστριψε αριστερά με αποτέλεσμα να κτυπήσει με την αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου το μπροστινό δεξιό μέρος της μοτοσικλέτας που επέβαινε ο ΜΚ3 με συνοδηγό τον ΜΚ4 και να πέσουν στο έδαφος. Ο ΜΚ4 τραυματίσθηκε και παρέμεινε στο μέρος, ενώ ο ΜΚ3 όπως ισχυρίσθηκε συνέχισε την καταδίωξη του κατηγορούμενου με την μοτοσικλέτα, κατά την οποία όπως ανέφερε έριξε με το υπηρεσιακό του όπλο δύο πυροβολισμούς στον αριστερό πισινό τροχό του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου. Τέλος ο μάρτυρας ανέφερε ότι η καταδίωξη μέχρι την σύγκρουση, διήρκεσε περίπου 30 δευτερόλεπτα. Ο ΜΚ4 υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που ετοίμασε για την υπόθεση (τεκμήριο 9) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανέφερε ότι κατά την καταδίωξη του κατηγορούμενου ήταν συνεπιβάτης στη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ΜΚ
- Όταν το όχημα του κατηγορουμένου σταμάτησε στο ΑΛΤ τότε το προσέγγισαν από την αριστερή πλευρά, με σκοπό να τον ανακόψουν. Ο κατηγορούμενος όπως ισχυρίσθηκε οδήγησε αριστερά το αυτοκίνητο προς το μέρος τους με αποτέλεσμα να κτυπήσει την μοτοσικλέτα και να πέσουν στο έδαφος. Από τη πτώση τραυματίσθηκε και μεταφέρθηκε στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών του Νοσοκομείου Λάρνακας όπου εξετάσθηκε από κυβερνητικό γιατρό ο οποίος διαπίστωσε θλάση του αυχένα. Μετά την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, αυτός επέλεξε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ενόρκως. Ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο αντιλήφθηκε να το ακολουθεί μια μοτοσικλέτα με δύο επιβάτες τους οποίους δεν γνώριζε. Σταμάτησε στο ΑΛΤ για ένα με δύο δευτερόλεπτα αλλά δεν αντιλήφθηκε ότι η μοτοσικλέτα τον προσέγγισε από αριστερά. Μετά που έστριψε αριστερά και προχώρησε είδε τη μοτοσικλέτα πίσω του να συνεχίζει να τον ακολουθεί. Δεν άκουσε κανένα να του φωνάξει να σταματήσει και ανέφερε ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας έριξε εναντίον του πυροβολισμούς. Στην ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο αναφέρει ότι δεν αντιλήφθηκε την μοτοσικλέτα να τον προσεγγίσει από αριστερά. Όταν του αναφέρθηκε από τον ΜΚ1 ότι έγινε δυστύχημα, η απάντηση του ήταν ότι ίσως και να έγινε, αλλά δεν το αντιλήφθηκε. Παρόλα αυτά υπέγραψε το σχεδιάγραμμα που του υπέδειξε ο ΜΚ
- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είναι προφανές ότι ο ΜΚ1 διερεύνησε τις συνθήκες του επίδικου δυστυχήματος και κατέληξε στα ευρήματα του, βασιζόμενος μόνο στα όσα του ελέχθησαν και υποδείχθησαν από τον Λοχία Αντρέα Ελευθεριάδη (ΜΚ3), ο οποίος του υπέδειξε, όπως ανέφερε, τις πορείες των ενεχόμενων οχημάτων, τη θέση που σταμάτησε το όχημα του κατηγορουμένου, και το σημείο σύγκρουσης. Παρόλα αυτά σε βασικές γραμμές ο ΜΚ1 ήταν ειλικρινής κατά την μαρτυρία του. Αποδέχθηκε στο στάδιο της αντεξέτασης πως καθυστέρησε να πάει στην σκηνή του δυστυχήματος, και ότι η μοτοσικλέτα δεν έφερε οποιανδήποτε ένδειξη ότι αυτή ανήκε στη αστυνομία όπως επίσης και ότι οι ΜΚ3 και 4 κατά τον επίδικο χρόνο ήταν με πολιτική περιβολή. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι μάρτυρες κατηγορίας 3 και 4, ετοίμασαν οι ίδιοι τις καταθέσεις τους για την παρούσα υπόθεση και ότι ο ίδιος έλαβε ανακριτική κατάθεση μόνο από τον κατηγορούμενο. Κατέθεσε πως κατά την εξέταση της σκηνής του δυστυχήματος δεν βρήκε οτιδήποτε στο έδαφος και ότι ο κατηγορούμενος διαφώνησε ότι επισυνέβη δυστύχημα, όταν του το ανέφερε παρά το ότι υπέγραψε το πρόχειρο σχεδιάγραμμα. Τέλος ο ΜΚ1 αποδέχθηκε ότι δεν ήταν νόμιμο για τον οδηγό της μοτοσικλέτας (ΜΚ3) να εισέλθει από την αριστερή πλευρά του οχήματος του κατηγορουμένου και ότι με αυτό το τρόπο παρέβηκε τους Κανονισμούς της Τροχαίας. Ο ΜΚ1 επικαλέσθηκε ότι ο τρόπος που σταμάτησε ο κατηγορούμενος στο ΑΛΤ ήταν τέτοιος που υποδείκνυε ότι θα έστριβε δεξιά παραδεχόμενος όμως ότι αυτό το βασίζει αποκλειστικά στα λεγόμενα του Λοχία Αντρέα Ελευθεριάδη ΜΚ
- Περαιτέρω το συμπέρασμα του ότι επισυνέβη δυστύχημα το βάσισε στα ίχνη μπογιάς που εντοπίσθηκαν στο όχημα του κατηγορούμενου. Δεν έλεγξε κατά πόσο η μπογιά αυτή αντιστοιχεί με την μπογιά της μοτοσικλέτας. Φαινόταν όμως όπως είπε να ήταν η ίδια. Από όλα τα πιο πάνω προκύπτει ότι, παρά την προσπάθεια του ΜΚ1 να είναι ειλικρινής, το Δικαστήριο δεν μπορεί να τον αποδεχθεί σαν αμερόληπτο και αντικειμενικό εξεταστή του δυστυχήματος. Τα ευρήματα του κατά την εξέταση του επίδικου δυστυχήματος, κάθε άλλο παρά αντικειμενικά ήταν, και βασίσθηκαν αποκλειστικά στα όσα του ανέφερε και του υπέδειξε ο ΜΚ
- Ως εκ τούτου από την μαρτυρία του αποδέχομαι ότι εξέτασε την σκηνή του δυστυχήματος, και ετοίμασε σχεδιάγραμμα βασιζόμενος μόνο στα όσα του υπέδειξε και ανέφερε ο ΜΚ3 Λοχίας Αντρέας Ελευθεριάδης. Επίσης αποδέχομαι από τη μαρτυρία του ότι τα ενεχόμενα οχήματα δεν βρίσκονταν στη σκηνή του δυστυχήματος και ότι οι συνάδελφοι του ετοίμασαν οι ίδιοι τις καταθέσεις τους για την υπό εξέταση υπόθεση. Όσον αφορά το συμμετρικό σχεδιάγραμμα (τεκμήριο 3) αυτό αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου v. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή v. Κυριάκου, ΠΕ 8551, ημερ. 19.3.96, Κυριάκου v. Δημητρίου, Π.Ε. 9571, ημερ. 27.10.1997 Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v. Σοφοκλή Μιχαήλ Π.Ε. 9198, ημερ. 30.10.1997, Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252). Την συνέχεια της απόφασης μου το σχεδιάγραμμα (τεκμήριο 3) λαμβάνεται υπόψη, έχοντας όμως κατά νουν την πιο πάνω κατάληξη μου, ότι δηλαδή αυτό ετοιμάσθηκε με βάση τα όσα ελέχθησαν και υποδείχθηκαν από το ΜΚ
- Ο ΜΚ2 μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία του αφορούσε την λήψη φωτογραφιών της σκηνής του δυστυχήματος και των ενεχόμενων οχημάτων όπως του υπέδειξε ο ΜΚ
- Ως εκ τούτου αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της σε σχέση με τα όσα επεξήγησε αναφορικά με το τι απεικονίζουν οι φωτογραφίες. Από τα γδαρσίματα των ενεχόμενων οχημάτων όπως απεικονίζονται στις φωτογραφίες, χωρίς οποιεσδήποτε άλλες ζημιές, προκύπτει ότι αυτά ήρθαν σε επαφή μεταξύ τους. Αναφορικά με τη μαρτυρία του ΜΚ3, ήταν εμφανής η προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν είχε ο ίδιος οποιαδήποτε ευθύνη για την επαφή των δύο οχημάτων και τη πτώση της μοτοσικλέτας που οδηγούσε, βασιζόμενος προφανώς στο γεγονός ότι όλα έγιναν μέσα στα πλαίσια της άσκησης των καθηκόντων του. Ο ισχυρισμός του ΜΚ3 ότι ο κατηγορούμενος σταμάτησε στο ΑΛΤ στη μέση περίπου του δρόμου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και θεωρώ ότι αποτελεί μια προσπάθεια για να δικαιολογήσει την δική του οδική συμπεριφορά που σύμφωνα με τον ίδιο προσέγγισε με την μοτοσικλέτα την αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου σε απόσταση μισού μέτρου με σκοπό να τον ανακόψει. Περαιτέρω από το σχεδιάγραμμα το οποίο ετοιμάστηκε μετά από τις δικές του υποδείξεις, η πορεία του κατηγορούμενου προς το ΑΛΤ φαίνεται να βρίσκεται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και η πορεία της μοτοσικλέτας, στο ίδιο σημείο αριστερότερα και σχεδόν μέσα στο χωμάτινο παγκέττο. Ο ισχυρισμός του ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν στη μέση του δρόμου καταρρίπτεται από το σημείο σύγκρουσης που σημειώνεται με το γράμμα (Χ) επί του σχεδιαγράμματος (τεκμήριο 3) το οποίο ο ίδιος υπέδειξε στον ΜΚ1 και το οποίο βρίσκεται μεταξύ του τέλους της ασφάλτου και του χωμάτινου παγκέττου αριστερά σύμφωνα με τις πορείες των δύο οχημάτων. Αν ευσταθούσε ο ισχυρισμός του ΜΚ3, ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν στη μέση του δρόμου όταν έστριψε αριστερά και κτύπησε την μοτοσικλέτα τότε το σημείο σύγκρουσης λογικά δεν θα βρισκόταν στο αριστερό χωμάτινο παγκέτο. Συνεπώς δεν αποδέχομαι την εκδοχή του ΜΚ3, ότι ο κατηγορούμενος σταμάτησε στο ΑΛΤ στη μέση του δρόμου, υποδεικνύοντας με αυτό τον τρόπο ότι θα στρίψει δεξιά. Ο ΜΚ4 επίσης προσπάθησε να δικαιολογήσει την οδική συμπεριφορά του συνάδελφου του ΜΚ3 ισχυριζόμενος ότι ο κατηγορούμενος στο ΑΛΤ κρατούσε την μέση του δρόμου. Ο ισχυρισμός αυτός του ΜΚ4 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός σύμφωνα με τα όσα αναφέρω πιο πάνω σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης με το οποίο συμφώνησε και ο ίδιος όταν του υποδείχθηκε κατά την αντεξέταση. Ένας ακόμη λόγος που δεν γίνεται αποδεκτός ο πιο πάνω ισχυρισμός του ΜΚ4, είναι και το γεγονός ότι δεν αναφέρει κάτι τέτοιο στην γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 9) όπου αναφέρει μόνο πως προσέγγισαν το όχημα του κατηγορούμενου από την αριστερή πλευρά με σκοπό να τον ανακόψουν. Ο ισχυρισμός που περιλαμβάνεται στη κατάθεση του ΜΚ4 ότι ο κατηγορούμενος εκείνη τη στιγμή οδήγησε αριστερά το αυτοκίνητο προς το μέρος τους με αποτέλεσμα να τους κτυπήσει, έρχεται σε αντίφαση με τον ισχυρισμό του στο στάδιο της αντεξέτασης όπου ανέφερε πως προσέγγισαν από αριστερά σε κοντινή απόσταση το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου και όταν αυτό έκανε εκκίνηση για να στρίψει κτύπησε την μοτοσικλέτα. Συνεπώς δεν αποδέχομαι την εκδοχή του ΜΚ3, ότι ο κατηγορούμενος σταμάτησε στη μέση περίπου του δρόμου, και όταν τον προσέγγισαν με την μοτοσικλέτα από αριστερά αυτός οδήγησε αριστερά το αυτοκίνητο προς το μέρος τους. Ο κατηγορούμενος πιστεύω ότι στα ουσιώδη θέματα είπε την αλήθεια και οι μικρές αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε δεν ήταν αρκετές έτσι ώστε να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Αποδέχομαι την θέση του ότι σταμάτησε στο ΑΛΤ για ένα με δύο δευτερόλεπτα, και στη συνέχεια αφού ο δρόμος ήταν καθαρός αναπτύσσοντας ταχύτητα έστριψε αριστερά, χωρίς να αντιληφθεί ότι η μοτοσικλέτα που τον ακολουθούσε προσέγγισε την αριστερή πλευρά του οχήματος του, κάτι που άλλωστε ήταν αναμενόμενο μέσα στα πλαίσια μιας καταδίωξης και σε συνάρτηση με το χρονικό διάστημα των 30 δευτερολέπτων μέσα στο οποίο επισυνέβησαν όλα τα γεγονότα. Δεν με έπεισε όμως ότι δεν γνώριζε πως τα πρόσωπα που τον καταδίωκαν ήταν αστυνομικοί. Η κατάληξη μου αυτή βασίζεται και στο γεγονός ότι δεν αμφισβήτησε και ως εκ τούτου έμεινε αναντίλεκτος ο ισχυρισμός του ΜΚ3 με βάση τον οποίο γνώριζε τον κατηγορούμενο από άλλες έρευνες που του έκανε στο παρελθόν. Από τα γεγονότα είναι προφανές ότι ο κατηγορούμενος σε όλη τη διαδρομή αλλά και όταν έστριψε αριστερά προσπαθούσε να αποφύγει την σύλληψη του από μέλη της ΥΚΑΝ και όχι επειδή φοβήθηκε από τους πυροβολισμούς, οι οποίοι σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του ΜΚ3 ρίφθηκαν στη συνέχεια. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 21.8.07 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΜΗ 734 στην οδό Αγίου Χρυσοστόμου στη Λευκωσία στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Στον ίδιο τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος καταδιώκετο από την υπηρεσιακή μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής ΚΕΖ177 που οδηγείτο από τον Αν. Λοχία 1083 Α. Ελευθερίου (ΜΚ3) και με συνεπιβάτη τον αστυνομικό 2739 Σ. Αναστασίου (ΜΚ4). Όταν ο κατηγορούμενος έφτασε στη συμβολή της πιο πάνω οδού με την οδό Πετράκη Κυπριανού σταμάτησε στο ΑΛΤ στην αριστερή λωρίδα του δρόμου για κάποια δευτερόλεπτα. Ο ΜΚ3 στην προσπάθεια του να ανακόψει τον κατηγορούμενο προσέγγισε με την μοτοσικλέτα υπ' αριθμούς εγγραφής ΚΕΖ177 από αριστερά το όχημα του κατηγορούμενου με αποτέλεσμα, όταν ο τελευταίος έστριψε αριστερά επί της οδού Πετράκη Κυπριανού, τα δύο οχήματα να έρθουν σε επαφή μεταξύ τους και η μοτοσικλέτα να πέσει στο έδαφος. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας μεταξύ του τέλους της ασφάλτου και του χωμάτινου παγκέττου αριστερά σύμφωνα με τις πορείες των οχημάτων. Ο κατηγορούμενος μετά την πτώση της μοτοσικλέτας συνέχισε την πορεία του. Ο ΜΚ3 συνέχισε την καταδίωξη του κατηγορούμενου κατά την οποία έριξε δύο πυροβολισμούς στοχεύοντας τον αριστερό πισινό τροχό του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου. Όλα τα πιο πάνω γεγονότα, έλαβαν χώρα μέσα στα πλαίσια καταδίωξης του κατηγορούμενου από τους μάρτυρες κατηγορίας 3 και 4 που υπηρετούν στην ΥΚΑΝ. Ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο γνώριζε ότι καταδιώκετο από μέλη της ΥΚΑΝ και η καταδίωξη μέχρι την σύγκρουση διήρκεσε περί τα 30 δευτερόλεπτα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (βλ. Charalambous v. Police
(1982)2 CLR 134 και Κυριάκου Βίττη v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Στην Αναστάση Παύλου v. Αστυνομίας, Π.Ε.6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (βλ. Παναγιώτου v. Αστυνομίας
(1982)1 ΑΑΔ 585, και Βασιλείου v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ. 202). Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό, και κατά την εξέταση κατηγορίας για αμελή οδήγηση, η προσοχή επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις όπως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι τον τέλειο οδηγό (βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). H αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαΐδης v. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Είναι συνεπώς με βάση τα γεγονότα και τις ομολογουμένως ιδιάζουσες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης που θα πρέπει να εξεταστεί αν έχει αποδειχθεί αμέλεια του κατηγορουμένου, στο μέτρο που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις όπως και η παρούσα και είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εξετάζοντας το ζήτημα, προκύπτει ότι δεν έχει αποδειχθεί κάποια ενέργεια του κατηγορούμενου που να καταδεικνύει αμέλεια. Αντίθετα και όπως προέκυψε από την προσκομισθείσα μαρτυρία, αλλά και από το σχεδιάγραμμα αυτός κατά την καταδίωξη οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα της οδού Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου, όπου στη συμβολή με την οδό Πετράκη Κυπριανού σταμάτησε στο ΑΛΤ για κάποια δευτερόλεπτα. Ο ΜΚ3 μέσα στη προσπάθεια του να τον ανακόψει, οδήγησε την μοτοσικλέτα του αριστερά του οχήματος του κατηγορούμενου κάτι που δεν επιτρέπεται σύμφωνα με τους Κανονισμούς της Τροχαίας, προσεγγίζοντας τον σε απόσταση τέτοια ώστε όταν ο τελευταίος έστριψε αριστερά, να κτυπήσει στην μοτοσικλέτα και να πέσει στο έδαφος. Ούτε έχει καταδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος όφειλε υπό τις περιστάσεις να αντιληφθεί τη μοτοσικλέτα η οποία τον προσέγγισε από αριστερά. Η απόδοση αμέλειας στον κατηγορούμενο, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, κρίνεται ότι θα επέβαλλε σε αυτόν μεγαλύτερο βάρος ευθύνης από αυτό που αναμένεται να ασκήσει ένας λογικός και συνετός οδηγός και ειδικά στην προκειμένη περίπτωση κάτω από τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης, όπου ο κατηγορούμενος καταδιώκετο, από μέλη της ΥΚΑΝ και δεν αναμένετο να προσέξει την ξαφνική προσέγγιση της μοτοσικλέτας αριστερά του οχήματος του, λαμβανομένου υπόψη πως όλα έγινα μέσα σε κάποια δευτερόλεπτα και ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να αποφύγει τη σύλληψη. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και των γεγονότων όπως ετέθηκαν ενώπιον μου κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί στο μέτρο που απαιτείται ότι η συμπεριφορά του κατηγορούμενου υπήρξε η γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος. Συνεπακόλουθα κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και στην οποία απαλλάσσεται και αθωώνεται. Όσον αφορά την 2η κατηγορία, σημειώνω ότι η εγκατάλειψη προϋποθέτει την ύπαρξη νοητικού στοιχείου. Από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν υπάρχει κάτι το οποίο να μπορεί να με οδηγήσει στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος όντως αντιλήφθηκε την επαφή του οχήματος του με τη μοτοσικλέτα και την πτώση αυτής στο έδαφος. Σημειώνω ότι υπό τις περιστάσεις και αφού ο κατηγορούμενος έστριψε αμέσως αριστερά είναι λογικό να μην αντιλήφθηκε την πτώση της μοτοσικλέτας, λαμβανομένου υπόψη και του ότι δεν συνέχισε την πορεία του ευθεία, αλλά αριστερά κάτι που δεν του επέτρεπε πλέον να έχει οπτική επαφή από το καθρεφτάκι του για το τι εξελίχθηκε πίσω του στο σημείο του ΑΛΤ. Στη κατάληξη μου αυτή, οδηγούμαι και από τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπό εξέταση υπόθεσης, όπου ο κατηγορούμενος καταδιώκετο και προσπαθούσε να αποφύγει τη σύλληψη από μέλη της ΥΚΑΝ και ενεργούσε κάτω από την πίεση και την αγωνιώδη κατάσταση στην οποία βρισκόταν, εκείνη τη στιγμή. Υπό το φως των όσων αναφέρονται πιο πάνω στην απόφαση μου κρίνω πως ο κατηγορούμενος στην υπό κρίση υπόθεση δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Ακολούθως ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσεται και στην 2η κατηγορία. Κλείνοντας θα ήθελα να αναφέρω ότι, το έργο των μελών της ΥΚΑΝ είναι αδιαμφισβήτητα αξιόλογο και ανεκτίμητης αξίας. Ομολογουμένως πολλές φορές, στην προσπάθεια τους να εκτελέσουν το καθήκον τους για την καταπολέμηση των ναρκωτικών και την πάταξη των αδικημάτων σε σχέση με αυτά, θέτουν σε κίνδυνο ακόμη και τη ίδια τους τη ζωή. Από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου προκύπτει ότι τελικά ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε και ενδεχομένως να κατηγορήθηκε για άλλα αδικήματα τα οποία ήταν απόρροια των ίδιων γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, σε σχέση δηλαδή με την προσπάθεια του κατηγορουμένου να αποφύγει τη σύλληψη και έρευνα από μέλη της ΥΚΑΝ. Δημιουργείται λοιπόν το ερώτημα, ως προς το γιατί ένα χρόνο μετά το επεισόδιο, η Κατηγορούσα Αρχή επέλεξε να προωθήσει και την παρούσα υπόθεση με ότι αυτό συνεπάγεται σε σπατάλη χρόνου και εξόδων. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο