← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Ευάγγελος Ευαγγέλου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:3594/09, 21 Δεκεμβρίου 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Ευάγγελος Ευαγγέλου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:3594/09, 21 Δεκεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:B44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:3594/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Ευάγγελος Ευαγγέλου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 21 Δεκεμβρίου 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Παντελή Για τον Κατηγορούμενο: κα. Κώστα Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 9.5.08 στο δρόμο Κοφίνου - Αγγλισίδες της επαρχίας Λάρνακας, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής DAP639 επικίνδυνα για το κοινό. Από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής κλήθηκαν και κατάθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου η Δέσπω Ματθαίου (ΜΚ1) και ο αστυφύλακας 517 Α. Ανδρέου (ΜΚ2). Μετά την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία ο ίδιος επέλεξε και κατάθεσε ενόρκως και προσκόμισε σαν μάρτυρα υπεράσπισης την μητέρα του Ελένη Ευαγγέλου (ΜΥ1). Η ΜΚ1 κατάθεσε και υιοθέτησε την γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 1) την οποία έδωσε για την παρούσα υπόθεση και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Η ΜΚ1, η οποία είναι η παραπονούμενη στην υπό εξέταση υπόθεση, ανέφερε ότι στις 9.5.08 περί η ώρα 15:25-15:30 ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής EXZ659 στη διαδρομή από τις Αγγλισίδες προς την Κοφίνου και στην επιστροφή ο κατηγορούμενος την ακολουθούσε οδηγώντας το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής DAP

  1. Η μάρτυρας περιέγραψε με λεπτομέρεια την οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου ο οποίος σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, οδηγούσε το αυτοκίνητο του ακολουθώντας την και πλησιάζοντας το πίσω μέρος του οχήματος της σε πολύ κοντινή απόσταση. Η ΜΚ1 για να τον αποφύγει αναγκάστηκε να αναπτύξει ταχύτητα, ο κατηγορούμενος όμως συνέχισε την πιο πάνω οδική συμπεριφορά αναπτύσσοντας και ο ίδιος ταχύτητα προσεγγίζοντας την πιεστικά και επιθετικά. Ο κατηγορούμενος οδηγώντας με τον ίδιο τρόπο προσέγγισε το αυτοκίνητο της ΜΚ1 από δεξιά, κάνοντας ελιγμούς προς το μέρος της με σκοπό να της κτυπήσει. Στην συνέχεια την προσπέρασε και μπαίνοντας μπροστά πατούσε απότομα φρένα, αναγκάζοντας και την ίδια να φρενάρει απότομα για να αποφύγει την σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων. Ο κατηγορούμενος συνέχισε να οδηγά το αυτοκίνητο του μπροστά από το αυτοκίνητο της ΜΚ1 ελαττώνοντας συνεχώς απότομα ταχύτητα και κάνοντας ελιγμούς δεξιά και αριστερά. Όπως ανέφερε η μάρτυρας ο δρόμος όπου τα πιο πάνω έλαβαν χώρα σε κάποια σημεία έχει στροφές και η διαμόρφωση του είναι τέτοια που δεν επιτρέπουν σε κάποιο οδηγό που τον χρησιμοποιεί να κάνει επαναστροφή και να αλλάξει κατεύθυνση. Ο ΜΚ2 κατάθεσε και υιοθέτησε την γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 2) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανέφερε ότι μετά από σχετική καταγγελία της παραπονούμενης έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 3) τον οποίο στη συνέχεια κατηγόρησε γραπτώς. Αναφορικά με τον επίδικο δρόμο είπε πως υπάρχει μια λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση και βρίσκεται σε μη κατοικημένη περιοχή έξω από το χωριό. Μετά την παρέλευση τριών με τεσσάρων ημερών μετέβηκε σε σημείο του δρόμου που του υπέδειξε η κατηγορούμενη όπου εντόπισε ίχνη τροχοπέδησης τα οποία η κατηγορούμενη υποστήριξε ότι ανήκαν στο όχημα του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου αρνήθηκε τις πιο πάνω ενέργειες που του αποδίδει η παραπονούμενη και ισχυρίσθηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν οδηγούσε στον επίδικο δρόμο, αλλά βρισκόταν στο σπίτι της μητέρας του από τις 15:00 μέχρι τις 19:00 το βράδυ όπου συζητούσαν για το γάμο του αδελφού του που θα γινόταν την επόμενη. Απέδωσε την καταγγελία της παραπονούμενης σε προηγούμενες διαφορές που είχαν μεταξύ τους και στο γεγονός ότι ο ίδιος είναι παραπονούμενος σε άλλη ποινική υπόθεση εναντίον του συζύγου της. Η μητέρα του κατηγορούμενου (ΜΥ1) ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο τελευταίος κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν σπίτι της, όπως κάθε απόγευμα όπου την επισκέπτεται για καφέ. Μεταξύ των δύο πιο πάνω διαφορετικών εκδοχών που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, επιλέγω ως πλέον ειλικρινή και αξιόπιστη αυτή της Κατηγορούσας Αρχής. Και αυτό γιατί η ΜΚ1 κατέθεσε με σταθερό και πειστικό τρόπο, χωρίς ενδοιασμούς και αμφιταλαντεύσεις. Η όλη στάση και συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα, ήταν πειστική, ενώ το ύφος και ο τρόπος που απαντούσε όχι μόνο στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν στο στάδιο της κύριας εξέτασης, αλλά κυρίως στο στάδιο της αντεξέτασης και οι οποίες χαρκτηρίζονταν από αμεσότητα ευθύτητα και σαφήνεια, έπειθαν για την ειλικρίνεια της. Μικρές αντιφάσεις στις οποίες περιέπεσε, αναφορικά με το χρόνο που έδωσε την κατάθεση της στην αστυνομία και αναφορικά με τα ίχνη τροχοπέδησης δεν στάθηκαν ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία της, λαμβανομένου υπόψη και του χρόνου που μεσολάβησε από τα γεγονότα μέχρι τη μέρα που κατάθεσε στο Δικαστήριο. Για τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι πλήρως την μαρτυρία της. Ο ΜΚ2 ήταν αντικειμενικός μάρτυρας και η ανάμειξη του στην υπόθεση αφορά μόνο στη λήψη της καταγγελίας και των καταθέσεων. Ως εκ τούτου αποδέχομαι την μαρτυρία του. Αναφορικά με τα ίχνη τροχοπέδησης που εντόπισε στον επίδικο δρόμο, αποδέχομαι μόνο την ύπαρξη τους, δεν μπορώ όμως να καταλήξω σε ασφαλές συμπέρασμα ότι τούτα ανήκαν στο όχημα του κατηγορουμένου, κάτι που δεν στοιχειοθετήθηκε από τον ΜΚ2 αφού ο εντοπισμός τους έγινε όπως ανέφερε 3-4 μέρες μετά το επεισόδιο και ο ΜΚ2 παρέλειψε να προβεί σε περαιτέρω εξετάσεις, ούτως ώστε να τα συνδέσει με το όχημα του κατηγορούμενου. Αντίθετα ο κατηγορούμενος και η μητέρα του δεν με έπεισαν για την γνησιότητα της εκδοχής τους, η οποία ήταν ασαφής και αόριστη. Πέραν του ότι η μητέρα του κατηγορούμενου είναι φανερό ότι προσπάθησε να τον βοηθήσει, εκείνο κυρίως που με οδηγεί σε απόρριψη της μαρτυρίας τους είναι ότι τα όσα κατάθεσαν στο Δικαστήριο, έρχονται σε πλήρη αντίφαση με τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος στην γραπτή κατάθεση του. Συγκεκριμένα στη γραπτή κατάθεση του ο κατηγορούμενος δεν ισχυρίζεται ότι κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν στο σπίτι της μητέρας του, κάτι που ήταν λογικό να θυμάται λίγες μέρες μετά το επεισόδιο. Αντίθετα αναφέρει αυτολεξεί ότι «την συγκεκριμένη μέρα και ώρα εγώ δεν είχα κανένα στόχον και καμία κακή πρόθεση, κατά του προσώπου αυτού και πιστεύω ότι προσπαθεί με κάθε τρόπο να με συκοφαντήσει και να με κατηγορήσει διότι υπήρχαν σοβαρά προηγούμενα και καταγγελία εναντίον του άντρα της από εμένα όταν ο άντρας της ήρθε με άλλα άτομα να με σκοτώσουν.» Στη συνέχεια της γραπτής κατάθεσης του αναφέρει ότι δεν είναι σίγουρος αν έκανε το συγκεκριμένο δρομολόγιο τη συγκεκριμένη μέρα, αλλά το κάνει συχνά διότι πηγαίνει σε μια φάρμα και περιποιείται τα ζώα. Για εκείνη τη μέρα θυμάται, σύμφωνα με την γραπτή κατάθεση του, ότι θα συναντούσε τον αδελφό του σε κάποια φάση για να κανονίσουν για το γάμο του που θα γινόταν την επομένη. Δεν θυμόταν όμως ποια ώρα ακριβώς θα βρίσκονταν. Μετά τη δουλειά γύρω στις 15:00 επέστρεψε στο σπίτι του μετά όμως δεν θυμόταν ακριβώς που πήγε και ποιες ώρες. Τα πιο πάνω πιστεύω δεν χρειάζονται περαιτέρω σχολιασμό για να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια όταν κατέθετε στο Δικαστήριο, όπου ενάμισυ χρόνο μετά το επεισόδιο ανέφερε με λεπτομέρεια που κινήθηκε και τι έκανε κατά τον επίδικο χρόνο ενώ όταν έδινε την ανακριτική κατάθεση του λίγες μέρες μετά το επεισόδιο δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί. Όλα τα πιο πάνω διαψεύδουν και καταρρίπτουν τους ισχυρισμούς που ο κατηγορούμενος και η μητέρα του προέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν από τα πιο πάνω η γενικότερη στάση και συμπεριφορά του κατηγορούμενου από το εδώλιο του μάρτυρα δεν έπειθαν για την ειλικρίνεια του. Το ύφος και ο τρόπος που απαντούσε, μου έδωσαν την εντύπωση ανθρώπου που εσκεμμένα δεν λέει την αλήθεια. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Ο κατηγορούμενος στις 9.5.08 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής DAP639, στο δρόμο Αγγλισίδες - Κοφίνου στη Λάρνακα ακολουθώντας την ΜΚ1, η οποία κατά τον ίδιο χρόνο οδηγούσε στον ίδιο δρόμο το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής EXZ
  2. Ο κατηγορούμενος πλησίαζε επικίνδυνα και πιεστικά από κοντινή απόσταση το πίσω μέρος του αυτοκινήτου της ΜΚ
  3. Στη συνέχεια οδήγησε το αυτοκίνητο του προσεγγίζοντας το όχημα της ΜΚ1 από δεξιά κάνοντας διάφορους ελιγμούς δεξιά και αριστερά με σκοπό να την κτυπήσει. Η ΜΚ1 προσπάθησε να αποφύγει τον κατηγορούμενο αναπτύσσοντας ταχύτητα. Ο κατηγορούμενος στη συνέχεια προσπέρασε το αυτοκίνητο της ΜΚ1 και προπορευόμενος πατούσε απότομα φρένα ελαττώνοντας συνέχεια ταχύτητα και κάνοντας ελιγμούς δεξιά και αριστερά αναγκάζοντας την ΜΚ1 να ελαττώνει και η ίδια ταχύτητα για να αποφύγει τη σύγκρουση με το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. Ο επίδικος δρόμος ήταν με μια λωρίδα κυκλοφορίας σε κάθε κατεύθυνση, υπήρχαν στροφές σε διάφορα σημεία και η διαμόρφωση του ήταν τέτοια που δεν επέτρεπε σε κάποιο που τον χρησιμοποιεί να αλλάξει κατεύθυνση. Κατά το χρόνο του συμβάντος δεν υπήρχε τροχαία κίνηση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ποινικοποιείται από το άρθρο 7 του Νόμου 86/72, προνοεί τα ακόλουθα. «Πας όστις, οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού, αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως δια το κοινόν, λαμβανομένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον, ή ήτις ευλόγως θα αναμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος ...» Στην υπόθεση Σάββα v. Αστυνομίας

(2000)2 ΑΑΔ 119, λέχθηκε ότι σε μια τέτοια περίπτωση, αυτό που το Δικαστήριο αναζητά, είναι αν η συγκεκριμένη οδήγηση είναι επικίνδυνη. Στην Αγγλική υπόθεση R. v. Gosney
(1971)55 Cr. App. Rep. 502, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σάββα v. Aστυνομίας, που πιο πάνω αναφέρεται, τονίστηκε, ότι για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επικίνδυνης οδήγησης, χρειάζεται να αποδειχθεί αφενός, ότι δημιουργήθηκε μια επικίνδυνη κατάσταση από τον οδηγό και αφετέρου ότι αυτή, προκλήθηκε από κάποιο σφάλμα του οδηγού. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος αναφέρθηκε, πως δεν περιλαμβάνει απαραίτητα εσκεμμένη συμπεριφορά (deliberate misconduct) ή απερισκεψία (recklessness) ή πρόθεση για οδήγηση με τρόπο που δεν συνάδει με τα ορθά πρότυπα ή ηθικό σφάλμα (moral blame). Το σφάλμα πρέπει να: «εμπεριέχει αποτυχία. Πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας του ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια είναι αρκετό, έστω και αν είναι μικρό ή αποτελεί στιγμιαίο ολίσθημα ή κανένας κίνδυνος δεν θα προκαλείτο κανονικά από αυτό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί την μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν λογικά αποτελεί μια αιτία». Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα συμπεραίνεται από το Δικαστήριο από τα γεγονότα της υπόθεσης. Το αδίκημα, όμως, δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Αν ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ειδικό γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το Δικαστήριο από του να εξαγάγει το συμπέρασμα δεν πρέπει να εμποδιστεί από το να το πράξει. Είναι επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea ) (βλ. Hill v. Baxter
(1958)42 Cr. App. Rep. 51 και Simpson v. Peat
(1952)2 QB 24). Ενώ αυτό υποδηλοί, ότι η κατηγορούσα αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα ή άσχημα, δεν σημαίνει, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Στην υπόθεση Μιχαλάκης Πέτρου v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, ο εφεσείοντας οδηγούσε το αυτοκίνητο του κατά μήκος λεωφόρου, η οποία είχε τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας με δύο λωρίδες στην κάθε κατεύθυνση. Συγκρούσθηκε με πεζή, η οποία διέσχιζε τη λεωφόρο από τα δεξιά προς τα αριστερά με αποτέλεσμα το θάνατο της. Ο εφεσείοντας κατά τη στιγμή της σύγκρουσης οδηγούσε στην εξωτερική λωρίδα, το δε σημείο σύγκρουσης βρισκόταν στο αριστερό άκρο της λωρίδας αυτής. Ο εφεσείοντας χτύπησε την πεζή με την αριστερή μπροστινή γωνιά του αυτοκινήτου του. Το Ανώτατο Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του δυστυχήματος και ειδικότερα την ορατότητα στη σκηνή καθώς και τη μεγάλη απόσταση που διήνυσε η πεζή περνώντας μπροστά από το αυτοκίνητο του εφεσείοντα μέχρι τη σύγκρουση, αποφάσισε, ότι η αποτυχία του να την δει, ενώ θα έπρεπε να την δει και να λάβει μέτρα για να μην την χτυπήσει, ενέπιπτε στον ορισμό της αλόγιστης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς και επικύρωσε τη καταδίκη για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου με βάση το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα. Στην υπόθεση Μιχάλης Ανδρέου v. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 409, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εφεσείοντας επί λεωφόρου, παρεξέκλινε απότομα της πορείας του, τέθηκε εκτός ελέγχου και προχωρώντας πλαγίως μπήκε στην αντίθετη πλευρά του δρόμου με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί βίαια με το αυτοκίνητο, που ερχόταν εξ' αντιθέτου. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείοντας οδηγούσε επικίνδυνα ήταν αναμφίβολα ορθή. Ο εφεσείοντας ήταν υπόλογος για το ότι, ενώ το αυτοκίνητο του θα έπρεπε να παραμείνει στη δική του μεριά του δρόμου, λόγω απώλειας του ελέγχου του, προχώρησε απότομα προς την αντίθετη πλευρά, ενώ εξ' αντιθέτου οδηγείτο σε ελάχιστη απόσταση άλλο αυτοκίνητο χωρίς δυνατότητα αποφυγής θανατηφόρας σύγκρουσης. Αναφορικά με την έννοια της αλόγιστης πράξης, αυτή δόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κώστας Ζυπίτης v. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220 και σαν τέτοια ορίσθηκε η πράξη η οποία δεν είναι υπό τις περιστάσεις λελογισμένη ή απόρροια της κοινής λογικής. Σύμφωνα με την απόφαση του Λόρδου Diplock στην υπόθεση R. v. Lawrence
(1981)All ER 974, για να στοιχειοθετηθεί απερίσκεπτη οδήγηση πρέπει οι ένορκοι να ικανοποιηθούν για δύο πράγματα. Πρώτο, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργεί εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που τυγχάνει να χρησιμοποιεί τον δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία και, δεύτερο, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτόν τον τρόπο χωρίς να στρέψει την προσοχή του προς την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις αποφάσισε να διακινδυνεύσει οδηγώντας με το τρόπο αυτό. Είναι οι ένορκοι που αποφασίζουν κατά πόσο ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήματος είναι εμφανής και σοβαρός και κατά τη λήψη της απόφασης τους δύνανται να εφαρμόσουν το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού όπως τον εκπροσωπούν οι ίδιοι. Αν ικανοποιηθούν, ότι έχει δημιουργηθεί εμφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου δικαιούνται να συμπεράνουν ότι ο κατηγορούμενος είχε την μια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα. Πρέπει, όμως να εξετάζεται και οποιαδήποτε εξήγηση, η οποία δίνεται από τον κατηγορούμενο αναφορικά με τη νοητική του κατάσταση, η οποία δυνατόν να αναιρέσει το συμπέρασμα. Σύμφωνα με το νόμο, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κατηγορίας, πρέπει ο τρόπος της οδήγησης του κατηγορούμενου, να είναι αλόγιστος ή επικίνδυνος για το κοινό. Στην εξεταζόμενη υπόθεση, ο κατηγορούμενος, οδηγούσε σε δρόμο με στροφές όπου υπάρχει μια λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση, ακολουθώντας και προσεγγίζοντας επικίνδυνα το αυτοκίνητο τη ΜΚ1 μπροστά και πίσω όσο και από δεξιά, κάνοντας ελιγμούς και πατώντας απότομα φρένα όπως πιο πάνω περιγράφεται. Το γεγονός ότι δεν υπήρχε τροχαία κίνηση στο δρόμο κατά τον επίδικο χρόνο που ο κατηγορούμενος οδήγησε με τον πιο πάνω τρόπο, δεν διαφοροποιεί την οδική του συμπεριφορά και το επικίνδυνο της οδήγησης του. Και αυτό γιατί ο τρόπος με τον οποίο οδήγησε ο κατηγορούμενος και που έγινε χωρίς να λάβει υπόψη του την πιθανότητα ύπαρξης στο δρόμο άλλων οχημάτων ή προσώπων, δημιούργησαν στο δρόμο και ιδιαίτερα για την παραπονούμενη μια επικίνδυνη κατάσταση από την οποία μπορούσε να προκληθεί δυστύχημα, κάτι που ευτυχώς δεν έγινε λόγω ακριβώς των προφυλάξεων της παραπονούμενης και του γεγονότος ότι στο συγκεκριμένο δρόμο και τη συγκεκριμένη ώρα δεν υπήρχε τροχαία κίνηση. Η οδήγηση του κατηγορούμενου, όπως περιγράφεται πιο πάνω, ήταν επικίνδυνη αφού προσέγγιζε επικίνδυνα το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης κάνοντας διάφορες κινήσεις που συνιστούν απαράδεκτη οδική συμπεριφορά. Ελλείψη μαρτυρίας από την υπεράσπιση, που να υποστηρίζει ότι η επικίνδυνη αυτή κατάσταση οφείλεται σε κάποιο γεγονός, ώστε να μπορεί να υποστηριχθεί ότι η συγκεκριμένη οδήγηση δεν οφείλεται σε σφάλμα του κατηγορούμενου, τα περιστατικά της υπόθεσης είναι τέτοια που δικαιολογούν το συμπέρασμα ότι η επικίνδυνη αυτή κατάσταση δημιουργήθηκε από σφάλμα του κατηγορούμενου αλλά και από εσκεμμένη συμπεριφορά, και πρόθεση για οδήγηση που δεν συνάδει με τα ορθά πρότυπα αφού ο κατηγορούμενος ακολούθησε την παραπονούμενη σε όλη την διαδρομή προς και από τη Κοφίνου οδηγώντας με τον πιο πάνω περιγραφόμενο τρόπο. Οι πιο πάνω ενέργειες του κατηγορούμενου, συνιστούν επίσης και αλόγιστη οδήγηση, αφού ο τρόπος της οδήγησης του δεν ήταν ούτε ο λογικός, ούτε ο αναμενόμενος από ένα λογικό και σώφρονα οδηγό. Στην παρούσα υπόθεση, όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, το βάρος για απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, βαραίνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2ΑΑΔ 18). Με βάση τα πιο πάνω, κρίνεται ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γι' αυτό βρίσκω τον κατηγορούμενο ένοχο στη κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.