← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Λοίζος Παπαλοίζου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 2684/09, 22 Δεκεμβρίου 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Λοίζος Παπαλοίζου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 2684/09, 22 Δεκεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:B45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 2684/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Λοίζος Παπαλοίζου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Πίπη Για τον κατηγορούμενο: κ. Λάμνισος Κατηγορούμενος: Παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία παρακώλυσης κυκλοφορίας κατά παράβαση των Κ. 58

(10)(γ) και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεων, όπως τροποποιήθηκε από την Κ.Δ.Π. 189/2008. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 14.8.08 στη Λεωφόρο Κιτίου στο Κίτι της επαρχίας Λάρνακας, ενώ είχε την ευθύνη ή τον έλεγχο του μηχανοκίνητου οχήματος με αριθμούς εγγραφής KHL681 εγκατέλειψε αυτό στη πιο πάνω οδό με τέτοιο τρόπο που ήταν δυνατό να παρακωλύσει αδικαιολόγητα τη τροχαία ή άλλη κίνηση. Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία για την προαναφερόμενη κατηγορία. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε ένα μάρτυρα, τον αστυφύλακα 587 Μάριο Αντωνιάδη ο οποίος υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση που έδωσε για την παρούσα υπόθεση (τεκμήριο 1) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Κιτίου, και στις 14.8.08, περί η ώρα 23:40 διενεργούσε έλεγχο της τροχαίας κίνησης στην Λεωφόρο Κιτίου. Κατά τον πιο πάνω έλεγχο κατήγγειλε τον κατηγορούμενο για το λόγο ότι το όχημα του με αριθμούς εγγραφής KHL681 βρισκόταν σταθμευμένο στη Λεωφόρο Κιτίου με τέτοιο τρόπο που εμπόδιζε την τροχαία κίνηση και στις δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Εξέδωσε εξώδικο (τεκμήριο 2) για το εν λόγω αδίκημα το οποίο όμως δεν πληρώθηκε από τον κατηγορούμενο. Ο μάρτυρας κατηγορίας ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο η Λεωφόρος Κιτίου ήταν κλειστή ένεκα της πανηγυρήσεως της Παναγίας, όπου οι αρμόδιες αρχές για το σκοπό αυτό τοποθέτησαν κούκους σε κάποιο σημείο της Λεωφόρου κοντά στη πάροδο της οδού Λάζαρου Πέτρου. Ισχυρίσθηκε ότι ο κατηγορούμενος στάθμευσε το όχημα του πίσω από τους κούκους σε απόσταση ενός μέτρου από την πάροδο της οδού Λάζαρου Πέτρου. Στη συνέχεια ο μάρτυρας σχεδίασε πρόχειρο σχέδιο το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο 3 προς διευκόλυνση του Δικαστηρίου, για να αντιληφθεί την σκηνή στην οποία αναφέρετο. Υποδεικνύοντας επί του σχεδίου, ανέφερε ότι κατά τον ίδιο χρόνο στην αρχή της παρόδου Λάζαρου Πέτρου επί της γωνίας δεξιά υπήρχε σταθμευμένο όχημα, τον οδηγό του οποίου επίσης κατάγγειλε για παρακώλυση της κυκλοφορίας. Υποστήριξε ότι η παρακώλυση προκλήθηκε για τα οχήματα που επιχειρούσαν να εισέλθουν στη οδό Λάζαρου Πέτρου. Κατά την αντεξέταση, ο μάρτυρας αποδέχθηκε ότι η εν λόγω παρακώλυση προκλήθηκε από το σταθμευμένο όχημα επί της γωνίας της οδού Λαζάρου Πέτρου, υποστήριξε όμως ότι συνέτεινε σε αυτή και το όχημα του κατηγορουμένου που ήταν σταθμευμένο όπως πιο πάνω περιγράφεται. Μετά το τέλος της υπόθεσης για τη Κατηγορούσα Αρχή, ο συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου ώστε να κληθεί σε απολογία. Η εισήγηση του εδράζεται στο ότι δεν προέκυψε από τη μαρτυρία ότι το όχημα του κατηγορούμενου παρακώλυε τη κυκλοφορία στη Λεωφόρο Κιτίου όπως κατηγορείται σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος στο κατηγορητήριο. Περαιτέρω εισηγήθηκε ότι ενώ ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, κατηγορείται βάση του Κανονισμού 58
(10)(γ) οι λεπτομέρειες του αδικήματος παραπέμπουν στον Κ.58
(1)(ζ) ο οποίος τροποποιήθηκε στις 19.5.08 με τη Κ.Δ.Π. 189/08. Με τη τροποποίηση αφαιρείται από τις πρόνοιες του σχετικού κανονισμού η λέξη «δυνάμενο» έτσι ώστε σύμφωνα με τον κανονισμό να διαπράττεται αδίκημα μόνο όταν όχημα εγκαταλείπεται σε δρόμο κατά τρόπο που να εμποδίζει την τροχαία κίνηση και όχι να δύναται να την εμποδίσει. Τέλος ήταν εισήγηση του ότι από τη μαρτυρία προέκυψε ότι η παρακώλυση προκλήθηκε όχι επί της Λεωφόρου Κιτίου η οποία κατά τον επίδικο χρόνο ήταν κλειστή, αλλά επί της οδού Λάζαρου Πέτρου και από το όχημα που ήταν σταθμευμένο στη γωνία του δρόμου αυτού και όχι από το όχημα του κατηγορουμένου το οποίο βρισκόταν ένα μέτρο πριν τη οδό Λάζαρου Πέτρου. NOMIKH ΠΤΥΧΗ Η απαλλαγή του κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: α) δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική η στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει τη καταδίκη του κατηγορουμένου σε αυτή. (βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). Η κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R.9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (Azinas and Another v. Police, (πιο πάνω)). Στο στάδιο αυτό και σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει με αντικειμενικότητα τη δοθείσα μαρτυρία χωρίς να προβεί σε αξιολόγηση της, σε συσχετισμό με τη νομική πτυχή της υπόθεσης έτσι ώστε να διαπιστωθεί αν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «.. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155.. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της και επάρκεια της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία.» Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα και νομικές αρχές, και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, βρίσκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να παραθέσει μαρτυρία η οποία να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα για τους ακόλουθους λόγους. Από τη προσκομισθείσα μαρτυρία, δεν προκύπτει ότι κατά τον επίδικο χρόνο υπήρξε παρακώλυση κυκλοφορίας στη Λεωφόρο Κιτίου, όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, αλλά επί της οδού Λαζάρου Πέτρου. Δεύτερον, ο κατηγορούμενος σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος κατηγορείται ότι εγκατέλειψε το επίδικο όχημα στη Λεωφόρο Κιτίου κατά τρόπο που ήταν δυνατό να παρακωλύσει αδικαιολόγητα την τροχαία κίνηση, κάτι που δεν συνιστούσε αδίκημα σύμφωνα με τους σχετικούς κανονισμούς που ίσχυαν κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μετά την σχετική τροποποίηση με τη Κ.Δ.Π. 189/
  1. Εκείνο που προέκυψε από τη μαρτυρία του μάρτυρα κατηγορίας, είναι ότι το επίδικο όχημα με τον τρόπο που ήταν σταθμευμένο, ήταν δυνατό να παρακωλύσει τη κυκλοφορία στη Λεωφόρο Κιτίου στην περίπτωση που άνοιγε ο δρόμος με την απομάκρυνση των κούκων. Δεδομένης όμως της πιο πάνω τροποποίησης των κανονισμών κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος η δυνατότητα παρακώλυσης δεν αποτελούσε αδίκημα. Ένας πρόσθετος λόγος για τον οποίο ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να κληθεί σε απολογία, παρά το ότι δεν έχει εγερθεί από την υπεράσπιση, είναι ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε θετική μαρτυρία, που να υποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν το πρόσωπο που οδηγούσε ή είχε την ευθύνη ή τον έλεγχο του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KHL
  2. Η μόνη μαρτυρία που τέθηκε από τον μάρτυρα κατηγορίας ήταν ότι κατά την ώρα της καταγγελίας το πιο πάνω όχημα είχε ιδιοκτήτη τον κατηγορούμενο, χωρίς όμως να τεθεί μαρτυρία ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος οδηγούσε ή είχε την ευθύνη ή τον έλεγχο του επίδικου οχήματος κάτι που αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Συνεπακόλουθα των πιο πάνω ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται από το στάδιο αυτό. (Υπ.)............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.