ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Ραλούκας Οάνας Μιχαήλ, Αρ. Υπόθεσης: 15956/08, 29.12.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2009:17 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Σύνθεση Δικαστηρίου: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15956/08 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Εναντίον
- Ραλούκας Οάνας Μιχαήλ
- Gorko Grazyna Tereza
- Νίκου Νικολάου
- Αντώνη Καπετάνιου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 29.12.2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Δημητρίου. Για την κατηγορούμενη 1: κ. Φωτίου. Για την κατηγορούμενη 2: κα Μικελλίδου. Κατηγορούμενες παρούσες. Η κα Έλενα Ανδρέου ορκίζεται να μεταφράζει από τα ελληνικά στα ρουμάνικα και αντίστροφα όσο καλύτερα μπορεί. Η κα Γιαννίνα Γεναγρίτη ορκίζεται να μεταφράζει από τα ελληνικά στα πολωνικά και αντίστροφα όσο καλύτερα μπορεί. ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη 1 μετά την περάτωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής παραδέχθηκε ότι στις 7.10.2008 κατείχε παράνομα 202.0716 γραμ. κοκαΐνης (5η κατηγορία). Δεν παραδέχθηκε όμως ότι την κατείχε με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (7η κατηγορία). Αυτή η κατηγορία είναι τώρα υπό κρίση. Συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 7ης κατηγορίας είναι (α) η κατοχή (β) ελεγχομένου φαρμάκου, εν προκειμένω κοκαΐνης και (γ) με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο (βλ. άρθρο 6
(3)του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977). Τα δύο πρώτα συστατικά στοιχεία καλύπτονται από την παραδοχή. Άλλωστε, ειδικότερα για την ουσία και την ποσότητα της είχε γίνει ήδη προηγουμένως κοινώς αποδεκτό γεγονός ότι επρόκειτο για κοκαΐνη βάρους 202,0716 γραμ.. Δεν θα προβούμε ως εκ τούτου σε αξιολόγηση, παρά στο βαθμό που είναι αναγκαίο για τους σκοπούς της παρούσας. Σημειώνουμε τώρα, απλώς, ότι η κοκαΐνη βρέθηκε σε τσάντα που κρατούσε η κατηγορούμενη, ενόσω ήταν συνοδηγός σε αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο πρώην κατηγορούμενος 4, που ανακόπηκε από την αστυνομία. Για το τρίτο συστατικό στοιχείο, την πρόθεση ή τον σκοπό ενός κατηγορούμενου, η νομολογία υποδεικνύει ότι σπάνια υπάρχει άμεση μαρτυρία, όπως μπορεί να υπάρχει σε περίπτωση ομολογίας. Εν προκειμένω, τρεις καταθέσεις της κατηγορούμενης 1 προς την αστυνομία, που επιχειρήθηκε να κατατεθούν ως ομολογίες, δεν έγιναν δεκτές επειδή δεν είχαμε, η πλειοψηφία, πειστεί για το εθελούσιο τους, σημειώνοντας πάντως παράλληλα ότι δεν απαιτείτο να είχαμε πειστεί ότι οι ισχυρισμοί της ήταν αληθείς. Εν πάση περιπτώσει, εκείνο που τώρα έχει σημασία είναι ότι δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία για την πρόθεσή της. Σε τέτοια περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να συναγάγει την πρόθεση από τις περιστάσεις όπως αποκαλύπτονται μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας. Βέβαια, η περιστατική μαρτυρία τότε μόνο μπορεί να αποτελέσει βάση για καταδίκη όταν η αιτιώδης σχέση μεταξύ της και της ενοχής του κατηγορούμενου είναι αφενός άμεση και αφετέρου δεν μπορεί να συμβιβαστεί με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (Παφίτης κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, Pefkos & Others v. Republic
(1961)C.L.R. 340, Stavrinou v. The Republic
(1969)2 C.L.R. 97, Katelaris v. Police
(1980)2 C.L.R. 230, R. V. Steane
(1947)1 All E.R. 813). Παράλληλα όμως, με την παραδοχή της κατοχής, έχει ενεργοποιηθεί το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 30 (Α) του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν.29/77, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο προνοεί ότι εάν αποδειχθεί ότι πρόσωπο κατείχε κοκαΐνη ή παράγοντα αυτής βάρους 10 ή περισσοτέρων γραμμαρίων, θεωρείται ότι κατείχε την κοκαΐνη με σκοπό να την προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο, εκτός εάν ικανοποιήσει το δικαστήριο για το αντίθετο. Στην υπόθεση Salabiaku v. France
(1991)13 EHRR 379 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε ότι είναι θεμιτή η μετάθεση του αποδεικτικού βάρους υπό την προϋπόθεση ότι οποιαδήποτε πραγματικά ή νομικά τεκμήρια περιορίζονται σε εύλογα πλαίσια. Ως εκ τούτου, στις περιπτώσεις που θεσπίζονται τεκμήρια από τη νομοθεσία η οποία αποσκοπεί στην καταπολέμηση των ναρκωτικών, θα πρέπει να εξισορροπούνται, αφενός τα δικαιώματα του κατηγορούμενου και αφετέρου η ανάγκη για προστασία της κοινωνίας από τη μάστιγα των ναρκωτικών ώστε να αποφεύγεται αθέμιτη δυσαναλογία. Το κριτήριο δε, της αναλογικότητας δεν ικανοποιείται όταν η πρόνοια που εισάγει το τεκμήριο ερμηνεύεται με τέτοιο τρόπο ώστε να εναποτίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου το βάρος να αποδείξει τους ισχυρισμούς του προς ανατροπή του τεκμηρίου (legal burden of proof). Αντίθετα, όταν η σχετική πρόνοια έχει την έννοια ή ερμηνεύεται, όπως και πρέπει να ερμηνεύεται, ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει το βάρος να αποδείξει οτιδήποτε, αλλά μόνο να προκαλέσει εύλογες αμφιβολίες (evidential burden of proof), τότε δεν παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας, το οποίο διασφαλίζεται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (R. ν. Lambert [2001] UKHL 37, [2001] 3 All ER 577). Τα ίδια έχουν εξηγηθεί μέσα από την κυπριακή νομολογία. Στην υπόθεση Μαυρίκιου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 359, όπου εξετάστηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 30 Α, υποδείχθηκε, με αναφορά στην υπόθεση Σκούλλου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 87, ότι η δημιουργία μαχητού τεκμηρίου δεν μεταθέτει το νομικό βάρος απόδειξης στον κατηγορούμενο το οποίο παραμένει στους ώμους της κατηγορούσας αρχής καθ΄ όλη τη διάρκεια της δίκης, αλλά θέτει στον κατηγορούμενο το βάρος να δημιουργήσει λογική αμφιβολία. Όπως είχε εξηγήσει ο Πογιατζής Δ. στην Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, σε τέτοιες περιπτώσεις ο κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθείς ή βάσιμοι, αλλά αρκεί η δημιουργία λογικής αμφιβολίας. Διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση θα παραβίαζε, εξηγεί περαιτέρω, το τεκμήριο αθωότητας που κατοχυρώνεται με το άρθρο 12.4 του Συντάγματος (βλ. επίσης Χριστοφόρου v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250, Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211). Ο τρόπος που λειτουργεί ένα εκ του νόμου μαχητό τεκμήριο εξηγείται στο σύγγραμμα Blackstone´s Criminal Practice 2004, σελ. 2054, F.3.32 ως εξής: «If the prosecution rely upon a rebuttable presumption of law and adduce prima facie evidence of the basic facts, an evidential burden is placed on the defence which may be discharged by the adduction of such evidence as might leave a jury in reasonable doubt´; and if the defence do discharge the evidential burden, the effect is as if the presumption had never come into play - the prosecution are still required to prove the presumed fact beyond reasonable doubt» Στο σύγγραμμα Phipson on Evidence, 16η έκδοση, σελ. 133, παρ. 6 - 14 κάτω από τον τίτλο «Satisfying the evidential burden» αναφέρονται τα εξής: «Discharge of the evidential burden by the defence is not a prerequisite to an acquittal. The accused is entitled to be acquitted "if at the end of and on the whole of the case, there is a reasonable doubt created by the evidence given by either the prosecution or the prisoner". Συνεπώς δεν είναι αναγκαίο για τον κατηγορούμενο να προσαγάγει μαρτυρία προκειμένου να δημιουργηθεί λογική αμφιβολία. Η μαρτυρία μπορεί να προέρχεται είτε από τον κατηγορούμενο, είτε από την κατηγορούσα αρχή (βλ. Cross on Evidence, 6η έκδοση, σελ. 140). Στην υπόθεση L v. Director of Public Prosecutions [2001] EWHC Admin 882 [2002] 2 All ER 854 ο κατηγορούμενος είχε εκ του νόμου το βάρος να αποδείξει ότι είχε «καλό λόγο» («good reason») για να μεταφέρει ένα απαγορευμένο μαχαίρι. Εξετάστηκε και πάλιν το κατά πόσο το τεκμήριο ήταν συμβατό με το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και ο Pill LJ είπε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Notwithstanding the adversarial nature of the English proceedings, a defendant was entitled, under art 6 of the convention, to expect the court to scrutinise the evidence with a view to deciding if a good reason existed. That applied whether the defendant gave evidence or not.» Εν προκειμένω, η κατηγορούμενη δεν προσέφερε μαρτυρία. Προέβη σε ανώμοτη δήλωση ως ακολούθως: Ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένης 1 Παλαιότερα όταν ήμουν στο εξωτερικό είχα κάνει χρήση κοκαίνης για μικρό χρονικό διάστημα, όταν πληροφορήθηκα ότι μπορούσα να προμηθευτώ κοκαίνη σε πολύ χαμηλή τιμή, επιπόλαια και χωρίς να το καλοσκεφτώ αποφάσισα αν αγοράσω κάποια ποσότητα με σκοπό να την χρησιμοποιήσω στο μέλλον όταν θα ήθελα και αν ένιωθα ανάγκη. Το πρόσωπο με το οποίο ήρθα σε επαφή μου πρότεινε να μου πουλήσει την ποσότητα που βρέθηκε μέσα στη τσάντα μου κατά την ανακοπή του αυτοκινήτου την 7.10.2008 και τελικά την αγόρασα λόγω του ότι ήταν πολύ φθηνή. Από την ποσότητα αυτή που αγόρασα δεν έχω κάνει χρήση και την κατείχα με μοναδικό σκοπό να την χρησιμοποιήσω αποκλειστικά εγώ. Όπως αναφέρθηκε πιο πρόσφατα στη Θεοχάρους v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφέσεις 185/2006 και 210/2006, ημερ. 21.1.2008: «Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245 - 288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195).» Εν προκειμένω, δόθηκε μαρτυρία από τον Μ.Κ.3, Λοχ. 4345, Χαράλαμπο Στυλιανού, ότι στις 7.10.2008 είχαν «έγκυρες και διασταυρωμένες πληροφορίες» ότι ο πρώην κατηγορούμενος 3 μαζί με την κατηγορούμενη 1, γνωστοί και οι δύο στην ΥΚΑΝ, διακινούσαν μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών. Γι΄ αυτό, τέθηκε υπό παρακολούθηση η κατοικία του πρώην κατηγορούμενου
- Στη συνέχεια περιγράφονται οι κινήσεις της κατηγορούμενης 1 σε σχέση με την κατοικία του πρώην κατηγορούμενου 3 αλλά και ευρύτερα μέχρι της στιγμής της ανακοπής του αυτοκινήτου του πρώην κατηγορούμενου
- Τότε η κατηγορούμενη 1, κατά τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής την οποία αποδεχόμαστε, είχε πετάξει τη τσάντα με την κοκαΐνη που κρατούσε στο πρόσωπο του πρώην κατηγορούμενου
- Αλλά στο τέλος δήλωσε επί τόπου, αφού προειδοποιήθηκε, ότι «η κοκαΐνη εν δική τους τζιαι εννα πει την αλήθεια». Ο κατηγορούμενος 4 δήλωσε ότι δεν γνώριζε τίποτε. Οι κατηγορούμενοι 3 και 4 έχουν αθωωθεί στο εκ πρώτης όψεως στάδιο. Για ό,τι τώρα είναι το ζητούμενο, τονίζουμε ότι δεν λαμβάνουμε υπόψη την αναφορά για πληροφορίες περί μεγάλης διακίνησης ναρκωτικών, εφόσον δεν έλαβε τη μορφή συγκεκριμένης μαρτυρίας και το κατηγορητήριο περιορίστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν απαγγέλθηκαν κατηγορίες για χρόνο προγενέστερο της 7.10.2008, ενώ κατηγορίες σε σχέση με κατοχή, ενωρίτερα την ίδια ημέρα, άλλης ποσότητας κοκαΐνης, έχουν διακοπεί. Αφετηρία αποτελεί το παραδεκτό γεγονός της κατοχής της συγκεκριμένης ποσότητας. Η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου από την κατηγορούσα αρχή συνίσταται στο ότι η ποσότητα που κρατούσε η κατηγορούμενη 1 ήταν διαμορφωμένη σε 22 κυλινδρικές συσκευασίες όμοιες με κιμωλίες και περιτυλιγμένες χωριστά με πλαστικές (νάιλον) συσκευασίες (Τεκμήρια 6 και Τεκμήρια 5 αντίστοιχα). Την επόμενη μέρα η κατηγορούμενη 1 οδήγησε την αστυνομία στην κατηγορούμενη 2, μετά από συνεννόηση μεταξύ των δύο κατηγορουμένων, για να παραλάβει και άλλη ποσότητα με σκοπό να συλληφθεί η κατηγορούμενη
- Η ποσότητα που κρατούσε η κατηγορούμενη 2 κατά τη συνάντησή τους ήταν διαμορφωμένη και συσκευασμένη κατά τον ίδιο τρόπο με το Τεκμήριο
- Αυτό σύμφωνα με τη μαρτυρία και τα ίδια τα ενώπιον μας τεκμήρια δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 ο τρόπος που ήταν συσκευασμένη η κοκαΐνη. Ό,τι αμφισβητήθηκε κατ΄ εκείνο το στάδιο ήταν η κατοχή της κοκαΐνης από την κατηγορούμενη 1, ζήτημα το οποίο έχει υπερκερασθεί, ως άνω, δια της μεταγενέστερης παραδοχής της. Ούτε στην τελική του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης 1 αμφισβήτησε το συγκεκριμένο τρόπο συσκευασίας. Έχοντας υπόψη μας τη σχετική μαρτυρία, περιλαμβανομένων των εν λόγω τεκμηρίων, προβαίνουμε σε εύρημα ότι η ποσότητα που κατείχε η κατηγορούμενη 1 ήταν διαμορφωμένη με τον τρόπο που περιγράφεται ανωτέρω. Ο κ. Δημητρίου εισηγήθηκε ότι πέραν της ανώμοτης δήλωσης της κατηγορούμενης δεν υπάρχει μαρτυρία που να υποστηρίζει τη θέση της, η οποία ούτε στην αντεξέταση τέθηκε. Υπέδειξε, περαιτέρω, ότι πρόκειται για μεγάλη ποσότητα που ήταν συσκευασμένη με τον παραπάνω τρόπο και εισηγήθηκε ότι αν ήταν για δική της χρήση δεν θα ήταν ανάγκη να είναι συσκευασμένη με τον τρόπο αυτό. Από την περιστατική αυτή μαρτυρία, ήταν η θέση του ότι δεν παρέχεται περιθώριο παρά να εξαχθεί συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη 1 κατείχε την επίδικη ουσία με σκοπό την προμήθεια. Επιπρόσθετα όμως, επικαλέστηκε και το τεκμήριο του άρθρου 30 Α. Ο κ. Φωτίου υπέδειξε ότι με το τεκμήριο δεν τίθεται βάρος απόδειξης στην κατηγορούμενη και εισηγήθηκε ότι θα έπρεπε, πέραν της ποσότητας, να υπάρχουν και άλλα στοιχεία που να ενισχύουν το τεκμήριο, όπως είπε, όπως ήταν η περίπτωση της υπόθεσης Μαυρικίου. Αναφέρθηκε και στα ναρκωτικά της επόμενης ημέρας για να υποδείξει ότι ήταν ακριβώς τα ίδια. Εισηγήθηκε σε σχέση με αυτό ότι «το προϊόν που προμηθεύεται δεν φαίνεται να αλλάζει με οποιοδήποτε τρόπο ώστε να φαίνεται ότι αυτά τα ναρκωτικά προορίζονταν για τρίτα πρόσωπα». Αντιλαμβανόμαστε ότι αυτή η θέση έχει την έννοια πως η συσκευασία των ναρκωτικών κατά το συγκεκριμένο τρόπο δεν είχε να κάμει με οποιοδήποτε σκοπό της κατηγορούμενης 1, αλλά ήταν η συσκευασία που χρησιμοποιούσε ο προμηθευτής για να πωλεί την κοκαΐνη. Είπε ακόμα ότι δεν υπάρχει μαρτυρία για την ποσότητα που μπορεί να χρησιμοποιήσει ένας χρήστης, ούτε για την τιμή αγοράς της κοκαΐνης. Κατέληξε λέγοντας ότι λόγω της έλλειψης γεγονότων που να οδηγούν σε ασφαλές συμπέρασμα για το σκοπό της προμήθειας, το δικαστήριο δεν μπορεί να εφαρμόσει το τεκμήριο του Νόμου. Πριν από την θέσπιση των προνοιών του άρθρου 30 Α, είχε ήδη αναγνωριστεί νομολογιακά ότι η κατοχή μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι αυτά προορίζονται για προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (βλ. Μαυρικίου, ανώτ.). Θα εξετάσουμε την υπόθεση και υπ΄ αυτή την έννοια, ανεξάρτητα από το τεκμήριο του άρθρου 30 Α. Κατ΄ αρχάς είναι αλήθεια πως δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο μαρτυρίας ότι η κατηγορούμενη είναι χρήστης κοκαΐνης. Εξίσου αλήθεια είναι ότι τέτοια θέση δεν τέθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας. Αντίθετα, ό,τι επιχειρήθηκε κατά την ακρόαση, ήταν η πλήρης αποστασιοποίηση της κατηγορούμενης από την κοκαΐνη. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης είχε υποβάλει στον Μ.Κ.2, Αστ. 1914 Δημήτρη Χρίστου, ότι τα κυλινδρικά σκευάσματα δεν βρέθηκαν στη τσάντα της κατηγορούμενης, αλλά έξω από το αυτοκίνητο στο οποίο η κατηγορούμενη ήταν συνοδηγός και ότι οι αστυνομικοί τα μάζεψαν από το έδαφος και επινόησαν να βρουν ένα σακούλι από το σπίτι της κατηγορούμενης για να τα βάλουν μέσα ώστε να έχει, είτε το γενετικό της υλικό, είτε τα δακτυλικά της αποτυπώματα. Βέβαια, αυτή η θέση έχει δια της μεταγενέστερης παραδοχής εγκαταλειφθεί. Όμως, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι, ως άνω, δεν υποβλήθηκε η τωρινή της θέση, ώστε να είχε δοθεί η ευκαιρία στους μάρτυρες, που ενδεχομένως να γνώριζαν κάτι το σχετικό, να απαντήσουν. Στην περίπτωση της υπόθεσης Μαυρικίου, όντως βρέθηκαν πολλά στοιχεία, μεταξύ των οποίων ναρκωτικά μεγάλης ποσότητας (6341,3376 γραμ. κάνναβης) συσκευασμένα σε νάιλον σακούλια, σημαδεμένα με διάφορες ενδείξεις και τρεις ηλεκτρικές ζυγαριές ακριβείας. Όμως και εν προκειμένω η ποσότητα, μιλώντας για κοκαΐνη, ήταν μεγάλη. Σημασία έχει επίσης ο τρόπος συσκευασίας. Ο καταμερισμός της ουσίας σε μεγάλο αριθμό τεμαχίων και η τοποθέτηση τους σε χωριστά νάιλον περιτυλίγματα, συνάδει με προγραμματισμό για διάθεση τους σε περισσότερα πρόσωπα. Η εισήγηση του κ. Φωτίου, όπως την έχουμε αντιληφθεί, ήταν ότι αυτός δεν ήταν παρά ο τρόπος που πωλούσε ο προμηθευτής την κοκαΐνη. Αυτό όμως, δεν αναιρεί το δεδομένο ότι η κατηγορούμενη αγόρασε κοκαΐνη συσκευασμένη με τον συγκεκριμένο τρόπο. Δεν έχει δε δοθεί, ούτε εντοπίζουμε μέσα από τη μαρτυρία το λόγο για τον οποίο αν όλη η ποσότητα προοριζόταν για χρήση από ένα και μόνο άτομο, την κατηγορούμενη, να είχε αγοραστεί από την κατηγορούμενη σε 22 αυτοτελώς περιτυλιγμένα τεμάχια. Ούτε η ποσότητα των 200 γραμ. κοκαΐνης συνάδει με προσωπική χρήση. Σημειώνουμε ότι στην Hurbanek v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 524, η τοποθέτηση 67 γραμ. κάνναβης σε μικρές ποσότητες σε νάιλον σακουλάκια λήφθηκε ιδιαίτερα υπόψη ως στοιχείο που δεν συνήδε με προσωπική χρήση. Ενώ, στην υπόθεση Ηλία v. Αστυνομία
(2007)2 Α.Α.Δ. 124, η ποσότητα των 52 γραμ. ηρωίνης θεωρήθηκε τέτοια μεγάλη ποσότητα, ώστε λαμβανομένων υπόψη του είδους της ουσίας και του όλου τρόπου ενέργειας του εφεσείοντος να γίνει εύρημα περί κατοχής με σκοπό την προμήθεια. Εν κατακλείδι, η ανώμοτη δήλωση της κατηγορούμενης δεν υποστηρίζεται από κανένα στοιχείο της μαρτυρίας. Αλλά αξιολογούμενη και από μόνη της δεν έχει καμιά αξία ο ισχυρισμός ότι ένα άτομο που απλώς είχε κάνει χρήση κοκαΐνης παλαιότερα, για μικρό χρονικό διάστημα, αγόρασε τώρα τέτοια ποσότητα κοκαΐνης επειδή τη βρήκε σε πολύ χαμηλή τιμή για να τη χρησιμοποιήσει στο μέλλον «όταν θα ήθελε» και «αν θα ένοιωθε ανάγκη». Αντίθετα, από τη μαρτυρία το μόνο λογικό συμπέρασμα, ανεξάρτητα από το τεκμήριο του άρθρου 30 Α, ελλείψει κάθε άλλης διαζευκτικής πραγματικής πιθανότητας, είναι ότι ο σκοπός της κατηγορούμενης 1 ήταν να προμηθεύσει την κοκαΐνη σε άλλα πρόσωπα. Εν πάση περιπτώσει, εξετάζοντας το ζήτημα υπό το φως των προνοιών του άρθρου 30 Α, χωρίς ενδοιασμό καταλήγουμε ότι από κανένα στοιχείο της μαρτυρίας δεν προκύπτει πραγματικό ζήτημα ή οποιαδήποτε λογική αμφιβολία ώστε το τεκμήριο να απενεργοποιηθεί. Υπό το φως των ανωτέρω, βρίσκουμε ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την 7η κατηγορία και η κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στην κατηγορία αυτή. (Υπ.) ............................... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ...................................... Τ. Καρακάννα, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ..................................... Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο