← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Νίκος Ανδρέου κ.α., Aρ. Υπόθεσης 16186/2006, 22.1.2009

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Νίκος Ανδρέου κ.α., Aρ. Υπόθεσης 16186/2006, 22.1.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 16186/2006 Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής - και -

  1. Νίκος Ανδρέου
  2. Marco Zacharis Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 22.1.2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Σάββα Για τον κατηγορούμενο 1 : κα Δρυμιώτου ( Για να ακούσει απόφαση κ. Χριστοδούλου) Κατηγορούμενος 1 : Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Και οι δύο κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού την κατηγορία της πρόκλησης βαριά σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 231 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  3. Η υπόθεση αναφορικά με τον δεύτερο κατηγορούμενο, απορρίφθηκε στις 4.5.2007 λόγω μη επίδοσης, ενώ η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη αναφορικά με τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος αρνήθηκε την πιο πάνω κατηγορία. Παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση, είναι ο Alistar Thompson (Μ.Κ.3) από την Αγγλία, η εκδοχή του οποίου αναφορικά με τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι η εξής: Στις 20/1/2005 περί ώρα 01:30 με 02:00 επισκέφθηκε μαζί με φίλους του την μπυραρία Boogies και καθώς χόρευε στην πίστα, ο D.J. της μπυραρίας, που ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, χωρίς λόγο, τον τράβηξε και τον έβγαλε έξω από την μπυραρία. Ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος, επέστρεψε πίσω στο D.J Box, αυτός εισήλθε ξανά στην μπυραρία και πήγε κοντά του για να τον ρωτήσει τον λόγο που τον έδιωξε, τότε ο πρώτος κατηγορούμενος, χωρίς να του πει οτιδήποτε πήρε κάτι, σαν ρόπαλο, το οποίο δεν πρόκειται για το τεκμήριο 2, γιατί αυτό με το οποίο χτυπήθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο ήταν συμπαγές πιο βαρύ και πιο κοντό και τον χτύπησε επανηλειμμένα στο κεφάλι ενώ κάποιος τρίτος τον χτύπησε και στο πίσω μέρος της κεφαλής του. Από τα χτυπήματα που δέχτηκε έπεσε στο έδαφος και έχασε τις αισθήσεις του, ενώ συνήλθε αργότερα στο Νοσοκομείο όπου μεταφέρθηκε. Από το Νοσοκομείο εξήλθε στις 21/1/2005 και ώρα 10:
  4. Εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, εκτός από τον παραπονούμενο, κλήθηκαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο ακόμη 4 μάρτυρες κατηγορίας, ο Αστυφ. 2760 Παναγιώτης Λιασίδης (Μ.Κ.1), ο Αστυφ. 1588 Σαμουήλ Ιωάννου (Μ.Κ.2) ο Αστ. 3158 Νίκος Χριστοφή (Μ.Κ.4) και η γιατρός Νίκη Βασιλείου (Μ.Κ.5). Στην διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή συνολικά 9 τεκμήρια, ως ακολούθως: 1) Γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.1 (Τεκμήριο 1) - η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. 2) Πλαστικό ρόπαλο (Τεκμήριο 2). 3) Γραπτή κατηγορία του πρώτου κατηγορούμενου (Τεκμήριο 3) 4) Ιατρικό Πιστοποιητικό που έκδωσε η Μ.Κ.5 (Τεκμήριο 4) 5) Γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.2 (Τεκμήριο 4) - η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. 6) Γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.3 στα Αγγλικά (Τεκμήριο 6) - η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. 7) Γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.4 (Τεκμήριο 7) - η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. 8) Γραπτή κατάθεση του πρώτου κατηγορούμενου - (Τεκμήριο 8). 9) Γραπτή κατάθεση Ευαγόρα Κυριάκου (Μ.Υ.1) - (Τεκμήριο 9) Ο κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία, έδωσε ένορκη κατάθεση και κάλεσε ένα μάρτυρα υπεράσπισης, τον εργοδότη του, Ευαγόρα Κυριάκου (Μ.Υ.1) Πρόβαλε ο κατηγορούμενος κατά την ένορκη κατάθεση του, την θέση ότι αυτός βρισκόταν σε κατάσταση άμυνας όπου αναγκάστηκε να προβεί σε αμυντικές πράξεις εναντίον του παραπονούμενου, ο οποίος πρώτος του επιτέθηκε χτυπώντας τον στο πρόσωπο . Είναι η θέση του κατηγορούμενου ότι χτύπησε τον παραπονούμενου με ένα πλαστικό ρόπαλο (Τεκμήριο 2) για εκφοβισμό μετά που ο παραπονούμενος του επιτέθηκε πρώτος χτυπώντας τον με γροθιά στο πρόσωπο και ενώ βρισκόταν σε κατάσταση άμυνας. Αρνήθηκε ότι επέφερε με τις πράξεις του οποιαδήποτε σωματική βλάβη στον παραπονούμενο προβάλλοντας την θέση ότι οι σωματικές του βλάβες παραπονούμενου προκλήθηκαν μετά την πτώση τους, πάνω σε καρέκλες που βρίσκονταν στο μέρος. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων η συνήγορος του κατηγορούμενου αφού σχολίασε την μαρτυρία του παραπονούμενου, την οποία κάλεσε του Δικαστήριο να κρίνει ως αναξιόπιστη, εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει ότι τα τραύματα του παραπονούμενου ήταν το αποτέλεσμα των πράξεων του κατηγορούμενου και ότι οι πράξεις του ήταν παράνομες. Επίσης εισηγήθηκε πως οι σωματικές βλάβες του παραπονούμενου δεν στοιχειοθετούν την βαριά σωματική βλάβη σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  5. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, υποστήριξε ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αφού με την μαρτυρία που παρουσίασε έχει αποδειχτεί ότι τα τραύματα που έφερε ο παραπονούμενος στο κεφάλι προκλήθηκαν από τον κατηγορούμενο και κάλεσε το Δικαστήριο να μην δεχτεί τα όσα ο κατηγορούμενος και ο μάρτυρας του υποστήριξαν. Εισηγήθηκε επίσης ότι και αν ακόμα αποδεχτεί το Δικαστήριο την θέση του κατηγορούμενου ότι δηλαδή αυτός βρισκόταν σε κατάσταση αυτοάμυνας, θα πρέπει υπό τις περιστάσεις να κριθεί ότι υπερέβη τα επιτρεπτά όρια της. Βάρος απόδειξης Στην παρούσα υπόθεση ως ποινική υπόθεση τοιαύτη, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαρίτωνος κ.α ν. Δημοκρατίας

(1971)2 C.L.R 40. Αποτελεί νομική αρχή ότι έργο της Κατηγορούσας Αρχής είναι να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν αυτές είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου Π.Ε. 7018 και 7093 ημερ. 26.3.20002). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Ευριπίδου,
(2002)2 ΑΑΔ 246, επισημάνθηκαν τα εξής: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής». Νομική πτυχή βαριάς σωματικής βλάβης Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο πρώτος κατηγορούμενος εδράζεται στο άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί ότι: «Όποιος προκαλεί παράνομα βαριά σωματική βλάβη σε άλλο είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή σε χρηματική ποινή ή και στις δύο αυτές ποινές». Συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι η παράνομη ενέργεια και το αποτέλεσμα της η πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Η βαριά σωματική βλάβη ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Αναφέρεται πως: «βαριά σωματική βλάβη» σημαίνει σωματική βλάβη που ισοδυναμεί με ακρωτηριασμό ή επικίνδυνη σωματική βλάβη ή που επιφέρει ή που πρόκειται να επιφέρει σοβαρή ή μόνιμη βλάβη στην υγεία ή την άνεση ή που εκτείνεται μέχρι τη μόνιμη παραμόρφωση ή τη νόμιμη ή σοβαρή βλάβη εξωτερικού ή εσωτερικού σωματικού οργάνου, μεμβράνης ή αίσθησης. Ως επικίνδυνη σωματική βλάβη χαρακτηρίζεται, σύμφωνα πάντοτε με το ίδιο άρθρο, η σωματική βλάβη που εκθέτει σε κίνδυνο τη ζωή. Στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice 39η έκδοση Ρ2657, ως βαριά σωματική βλάβη χαρακτηρίζεται η πραγματικά σοβαρή σωματική βλάβη και υποδεικνύεται ότι είναι ανεπιθύμητο να επιχειρηθεί οποιοσδήποτε άλλος ορισμός της. Δεν είναι αναγκαίο, τονίζεται, η βλάβη αυτή να είναι συνεχής, διαρκής η επικίνδυνη. Η λέξη παράνομα αποδίδει πράξη που γίνεται χωρίς καμία δικαιολογία στο Νόμο ενώ το συγκεκριμένο αδίκημα δεν εμπεριέχει ως συστατικό στοιχείο την πρόθεση πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Αρκεί το κατηγορούμενο πρόσωπο να διενήργησε συνειδητά την παράνομη πράξη που επέφερε την βλάβη. Συνεπακόλουθα, με τα πιο πάνω, θα πρέπει επίσης να καταδειχτεί ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση με την πράξη του, να δημιουργήσει ζημιά ή βλάβη στον παραπονούμενο ή ότι αδιαφόρησε για τις συνέπειες της πράξεις του, με αποτέλεσμα να προκληθεί η βαριά σωματική βλάβη. Θα πρέπει επομένως να αποδειχτεί η πρόθεση επίθεσης ή επίθεση. Ο όρος επίθεση δε, δεν περιλαμβάνει μόνο την κατ΄αυξημένο βαθμό χρήσης βίας, αλλά και την απρόκλητη ενέργεια, χαστούκι, κλπ (βλ. Archbold, 39th ed. p. 2634 p.1071). Στην υπόθεση Roginos Patatinis v. The Police
(1985)2 CLR 110, ο κατηγορούμενος όρμησε θυμωμένος προς το θύμα και τον γρονθοκόπησε στο μέτωπο με αποτέλεσμα, εκτός των άλλων, να σπάσει κάποιο κόκκαλο του αριστερού χεριού του το οποίο θα έπρεπε να τοποθετηθεί σε γύψο. Όπως δέχτηκε το Ανώτατο Δικαστήριο, το σπάσιμο δεν προκλήθηκε από ένα κτύπημα κατευθυνόμενο προς αυτό το σκοπό, αλλά ήταν το αποτέλεσμα της πτώσης του θύματος μετά τη γροθιά. Δηλαδή ο δράστης ήθελε την απλή σωματική βλάβη, αλλά αδιαφόρησε για τα παραπέρα αποτελέσματα της πράξης του. Και έτσι καταδικάστηκε για το αδίκημα του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, της βαριάς σωματικής βλάβης. Νομική πτυχή της αυτοάμυνας: Οπως πιο πάνω αναφέρω, ο κατηγορούμενος υποστήριξε πως χτύπησε τον παραπονούμενο, με τον τρόπο και για τον λόγο που εξήγησε, καθότι βρισκόταν σε κατάσταση αυτοάμυνας. Αναφορικά με το ζήτημα της αυτοάμυνας στην υπόθεση Γιάλλουρος ν Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 320 στην σελ. 325 αναφέρθηκαν τα εξής: « Το θέμα της αυτοάμυνας, σε μια υπόθεση όπως την παρούσα είναι από τις σημαντικές υπερασπίσεις. Μάλιστα από τη στιγμή που εγείρεται τέτοια υπεράσπιση το βάρος είναι στην Κατηγορούσα Αρχή να την αποκλείσει και μάλιστα στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Συνεπώς δεν είναι στον κατηγορούμενο να αποδείξει τον ισχυρισμό αυτό αλλά στην Κατηγορούσα Αρχή να αποκλείσει την αυτοάμυνα και μάλιστα το επίπεδο που αναφέρθηκε πιο πάνω δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Οι αρχές που διέπουν την αυτοάμυνα αναφέρθηκαν με σαφήνεια σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Μηλιώτης ν. Αστυνομίας
(1971)2 CLR 292, Μαιφόσιης ν. Αστυνομίας
(1978)2 CLR 9, Καλλίσιης ν. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 143 και Likishvilli άλλως Λάτο ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 351 Ιωάννης Μαραγκός ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 251 και Γιάλλουρος ν Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 320). Στην υπόθεση Μαραγκός (πιο πάνω), στην σελ. 255 αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με την αυτοάμυνα: « Η άμυνα είναι δικαίωμα που καθιστά τη χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, νόμιμη. Η αμυντική πράξη δεν είναι, υπό τέτοιες συνθήκες, ποινικά κολάσιμη. Πρέπει να λεχθεί, ότι μια τέτοια θεώρηση λειτουργεί, προς όφελος κατηγορούμενου γιατί με την έγερση του θέματος, αυτός δεν αναλαμβάνει το παραμικρό βάρος απόδειξης. Είναι ευθύνη της Κατηγορούσας Αρχής να εξουδετερώσει το ενδεχόμενο να αμύνθηκε για να παρεμποδίσει την απειλούμενη σε βάρος του βιαοπραγία». Για τη διαπίστωση του ευλόγου της βίας του χρησιμοποιήθηκε λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων δεν είναι απαραίτητο ο κατηγορούμενος να προσπάθησε να οπισθοχωρήσει ή να κατευνάσει ένα καυγά αν και μια τέτοια μια τέτοια μαρτυρία, αν υπάρχει, ενδέχεται να είναι καθοριστική για την κρίση του Δικαστηρίου (βλ.R.V. Bird 1985 2 All E.R. 513). Περαιτέρω ότι η βία που χρησιμοποιήθηκε ήταν εύλογη, ο κατηγορούμενος δικαιούται να υπερασπιστεί όχι μόνο τον εαυτό του ή μέλος της οικογένειας του αλλά ακόμη και ένα εντελώς ξένο άτομο αν ο ξένος υφίσταται παράνομη επίθεση από άλλους (βλ. R. Duffy
(1966)1 All. E. R 62). Αξιολόγηση της Μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής, τον κατηγορούμενο και τον Μ.Υ.1 που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις τους, την συμπεριφορά και αντίδραση τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους και αξιολόγησα αυτή, με επίγνωση της διάκρισης μεταξύ ευρημάτων αξιοπιστίας και βάρους απόδειξης. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους και τα όσα γνώριζε ο κάθε ένας για τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και περίοδο. Ο Μ.Κ.1, αναφέρθηκε στις δικές του ενέργειες σε σχέση με την υπόθεση, οι οποίες αφορούσαν την απαγγελία της γραπτής κατηγορίας των δύο κατηγορούμενων για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης που επισυνέβηκε στις 20.1.2005 στην Κ. Πάφο, την παραλαβή του Τεκμήριου 2, ενός πλαστικού ροπάλου, από τον Αστ. 3158 Ν. Χριστοφή στις 22/1/2005 και την έκδοση του Τεκμηρίου 4 για την παραπομπή του παραπονούμενο στο Νοσοκομείο για εξέταση. Την γραπτή κατηγορία του πρώτου κατηγορούμενου, το πλαστικό ρόπαλο, και την πιο πάνω γραπτή παράκληση για εξέταση του παραπονούμενου, παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια (Τεκμήρια 2, 3 και 4). Για ότι έπραξε ο Μ.Κ.1 δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, ο μάρτυρας αυτός ερωτήθηκε από την συνήγορο του κατηγορούμενο αναφορικά για τον χρόνο καταχώρησης του κατηγορητηρίου ο οποίος απάντησε ότι δεν γνωρίζει ενώ σε ότι αφορά την καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.2, ο οποίος δεν εντεξετάστηκε από την υπεράσπιση, στις 20/1/2005 και ώρα 0550 στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Πάφου συνέλαβε με δικαστικό ένταλμα σύλληψης των Νίκο Ανδρέου, πρώτο κατηγορούμενο, αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή στο νόμο, ο οποίος απάντησε «με χτύπησαν πρώτοι και εγώ αμύνθηκα». Την ίδια ημέρα και ώρα 0555 με δικαστικό ένταλμα σύλληψης συνέλαβε και τον δεύτερο κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.4, στις 20/1/2005 ο πρώτος κατηγορούμενος, του παρέδωσε ένα πλαστικό ομοίωμα ροπάλου το Τεκμήριο 2, με το οποίο του ανέφερε ότι χτύπησε τον παραπονούμενο, ο Μ.Κ. 4 το Τεκμήριο 2 ακολούθως, στις 22/2/2005 το παρέδωσε στον Αστυφ. 2760 (Μ.Κ.1). Ο Μ.Κ. 4 επίσης έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον πρώτο κατηγορούμενο. Ο μάρτυρας αυτός επίσης δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση αναφορικά και τις δικές του ενέργειες και ερωτηθείς ανέφερε ότι το Τεκμήριο 2 του παραδόθηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο στην μπυραρία Bookies και ότι στο μέρος δεν βρήκε οτιδήποτε άλλο. Η μαρτυρία όλων των πιο πάνω αστυνομικών γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η Μ.Κ.5, ήταν μια ανεξάρτητη μάρτυρας. Η μαρτυρία της ενόψει της καλής εντύπωση που μου δημιούργησε, η γνώμη της και τα συμπεράσματα της γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο. Οτιδήποτε αναφέρεται στο Τεκμήριο 4, σχετικά με τα τραύματα του παραπονούμενου, αποδέχομαι ότι ήταν αυτά τα οποία έφερε ο παραπονούμενος όταν μεταφέρθηκε στο Τμήμα Πρώτων βοηθειών και τα οποία διαπίστωσε αφού πρώτα τον εξέτασε. Η μάρτυρας αυτή δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει και να αναφέρει τα αποτελέσματα των ακτινολογικών εξετάσεων ή την ύπαρξη άλλης γνωμάτευση καθότι όπως ανάφερε το περιστατικό έφυγε από κοντά της επίσης δεν μπορούσε να θυμηθεί πόσες ραφές έγιναν στα τραύματα του παραπονούμενου, γιατί όπως ανάφερε στην αντεξέταση της δεν τα είχε καταγράψει και ούτε επίσης θυμόταν να αναφέρει, σε ερώτηση που της τέθηκε στην αντεξέταση αν χορήγησε φαρμακευτική αγωγή στον παραπονούμενο και αν αυτός κρατήθηκε για νοσηλεία στο νοσοκομείο. Εξέτασα με ιδιαίτερη προσοχή την μαρτυρία του Μ.Κ.3, ο οποίος είναι και ο βασικός μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής με τον ίδιο τρόπο εξέτασα και την μαρτυρία του κατηγορούμενου και του Μ.Υ.
  1. Από τις δύο εκδοχές που έχουν ενώπιον μου παρουσιαστεί αποδέχομαι αυτή του παραπονούμενου και απορρίπτω αυτή του κατηγορούμενου και του μάρτυρα του για τους λόγους πιο κάτω εξηγώ. Ο παραπονούμενος σε αντίθεση με τον κατηγορούμενο μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ενώ ταυτόχρονα η δική του εκδοχή υποστηρίζεται και από την πραγματική μαρτυρία. Ο παραπονούμενος με φυσικό και αβίαστο τρόπο προέβη σε αφήγηση των γεγονότων χωρίς σε κανένα στάδιο να κλονιστεί η μαρτυρία του αλλά αντίθετα όσο προχωρούσε στη μαρτυρία του με έπειθε απόλυτα για την ειλικρίνεια του. Ο ισχυρισμός του ότι χτυπήθηκε από ρόπαλο από τον κατηγορούμενο και όχι από το τεκμήριο 2, ενισχύεται από την φύση και το είδος των τραυμάτων του, τα οποία με βάση την κοινή λογική δεν θα μπορούσαν να προκληθούν από ένα πλαστικό αντικείμενο, όπως είναι το Τεκμήριο
  2. Σε ότι αφορά την πρόκληση των τραυμάτων του στην κεφαλή παρουσιαζόταν απόλυτα βέβαιος ότι αυτά προκλήθηκαν από τα χτυπήματα που δέχτηκε από τον κατηγορούμενο προτού αυτός χάσει τις αισθήσεις του. Περαιτέρω τα πλείστα των τραυμάτων του με βάση την ιατρική μαρτυρία, εντοπίζονται στο μπροστινό μέρος του κεφαλιού του, αυτό καταρρίπτει τον ισχυρισμό που πρόβαλε ο κατηγορούμενος ότι τα τραύματα του παραπονούμενου πιθανόν να δημιουργήθηκαν από την πτώση του πάνω στις καρέκλες. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό να δεχτώ την μαρτυρία του παραπονούμενου ως ειλικρινή και αληθή. Ο κατηγορούμενος παρουσιαζόταν ιδιαίτερα αγχωμένος σε μια κατά την άποψη μου προσπάθεια του να πείσει για την δική του εκδοχή. Ο ισχυρισμός ότι χτύπησε τον παραπονούμενο με το Τεκμήριο 2, όπως πιο πάνω αναφέρω καταρρίπτεται από την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Κ.3 αλλά και το είδος και την φύση των τραυμάτων που ο παραπονούμενος έφερε στο κεφάλι και τα διαπίστωσε η Μ.Κ.
  3. Δεν ήταν κατά την άποψη μου τυχαία η αναφορά του κατηγορούμενου αλλά και η παράδοση του Τεκμήριου 2 στην Αστυνομία, αφού θα έπρεπε να δικαιολογήσει ότι ο παραπονούμενος είδε, ένα ρόπαλο. Πέραν των πιο πάνω έχω παρατηρήσει και αντιφάσεις στη μαρτυρία του κατηγορούμενου, αντιφάσεις μεταξύ της ένορκης κατάθεσης του, της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία (τεκμήριο 8) καθώς και αντιφάσεις που προέκυψαν κατά την διάρκεια της αντεξέταση του. Συγκεκριμένα: - Στην ένορκη κατάθεση ανέφερε ότι αρχικά προέβηκε σε παρατήρηση προς τον παραπονούμενο, ο οποίος ήταν μεθυσμένος και ενοχλούσε μια κοπέλα που βρισκόταν στην πίστα με τα χέρια του. Λέγοντας να του να μην αγγίζει την κοπέλα. Ο παραπονούμενος είπε κατέβηκε από την πίστα και όταν αυτός επέστρεψε πίσω στο D.J. Box ξανά βγήκε στην πίστα και συνέχιζε την ίδια συμπεριφορά και ήταν τότε που πήγε και του ζήτησε να βγει έξω και μαζί με ένα φίλο του παραπονούμενο τον έβγαλαν έξω. - Στην κατάθεση του (Τεκμήριο 8), δεν αναφέρεται σε πρώτη παρατήρηση αλλά, λέει τα εξής: «Η ώρα 1:40 είδα κάποιον Εγγλέζο τον Ηνωμένων Εθνών ο οποίος ήταν μεθυσμένος και ενοχλούσε τους πελάτες που βρίσκονταν πάνω στη πίστα. Συγκεκριμένα τους αγκάλιαζε, τους έσπρωχνε με τα χέρια του κτλ. Ακολούθως πήγα προς το μέρος του για να του πω να μην ενοχλεί και αυτός μου έκανε άσεμνη χειρονομία με τα χέρια του. Τότε του είπα να φύγει από το μαγαζί και τον πήρα μέχρι την πόρτα όπου με την βοήθεια κάποιων φίλων του, τον έβγαλα έξω». - Σε ερώτηση που του τέθηκε στην κυρίως εξέταση του, πως αντέδρασε ο παραπονούμενος όταν του έκανε παρατήρηση, δεν ανάφερε όπως στην κατάθεση του, ότι ο παραπονούμενος του έκανε άσεμνη χειρονομία με τα χέρια του αλλά ότι αυτός νεύριασε. - Στην ένορκη κατάθεση του ανάφερε ότι όταν ο παραπονούμενος, εισήλθε στην μπυραρία μετά που τον έβγαλε έξω, πήγε στο D.J Box που βρισκόταν και του έριξε μια μπουνιά στα μούτρα και τότε αυτός τον έσπρωξε να φύγει από κοντά του και ήταν τότε που πήρε ένα πλαστικό ρόπαλο που είχε κοντά του για να τον φοβερίσει και πως εκείνη την στιγμή όχι μόνο ο παραπονούμενος αλλά και οι φίλοι του μούνταραν πάνω του και τον χτυπούσαν και αυτός χτυπούσε πίσω και τον έπιασε και έπεσαν πάνω στις καρέκλες. - Στην κατάθεση του (Τεκμήριο 8) δίδει μια διαφορετική εκδοχή, δεν αναφέρεται σε σπρώξιμο προς τον παραπονούμενο αλλά σε ανταπόδοση της μπουνιάς που δέχτηκε, αναφορικά με το ρόπαλο λέει ότι το πήρε από προηγουμένως όταν είδε τον παραπονούμενο να έρχεται προς το μέρος του πριν δηλαδή ο παραπονούμενος να τον χτυπήσει, όπως ισχυρίστηκε, δεν αναφέρει ότι δέχτηκε επίθεση και από τους φίλους του παραπονούμενου. Συγκεκριμένα αναφέρει «Αμέσως στη συνέχεια επέστρεψε πίσω και ήρθε προς τον χώρο του D.J. όπου βρισκόμουν. Με άρπαξε από τον γιακά και μου έδωσε μια γροθιά στο πρόσωπο. Εγώ του το ανταπόδωσα και τότε αρχίσαμε να τσακωνόμαστε. Εντωμεταξύ όταν τον είδα να έρχεται απειλητικά προς το μέρος μου προηγουμένως πήρα ένα πλαστικό ομοίωμα ροπάλου (παιγνίδι) το οποίο έχω για πλάκα και κάνω αστεία με τον κόσμο. Όταν με χτύπησε στο πρόσωπο άρχισα να τον χτυπώ μ΄αυτό. Στη συνέχεια πέσαμε χάμω στο έδαφος¨». - Στην ένορκη κατάθεση του, ανέφερε ότι μετά που έπεσαν στις καρέκλες βγήκε έξω από την μπυραρία χρησιμοποιώντας την έξοδο διαφυγής σε περίπτωση πυρκαγιάς και τηλεφώνησε της Αστυνομίας. Λέγοντας επίσης πως δεν ήξερε τι γινόταν έγινε, εννοώντας στην μπυραρία. Σε ερώτηση στην κυρίως εξέταση του, την ώρα που τέλειωσε ο καυγάς, ο παραπονούμενος που βρισκόταν, απάντησε «ήταν πάνω στη πίστα και φώναξε, την ώρα που βρήκα έξω να τηλεφωνήσω της αστυνομίας». Δηλαδή πρόβαλε και την θέση ότι όταν τελείωσε ο καυγάς ήταν ακόμα μέσα στην μπυραρία. - Στην κατάθεση του (Τεκμήριο 8), πάλι, θέτει τον εαυτό του μέσα στην μπυραρία όταν τελείωσε το επεισόδιο και ότι ο παραπονούμενος ήταν αιμόφυρτος στο πάτωμα, συγκεκριμένα λέει «Μετά από σύντομο διάστημα όταν ξεκαθάρισε η κατάσταση τον είδα να βρίσκεται στο έδαφος αιμόφυρτος. Ακολούθως βγήκα έξω από το μαγαζί και τηλεφώνησα στην Αστυνομία». - Στην αντεξέταση του σε ερώτηση γιατί βγήκε έξω από το μαγαζί ανάφερε επειδή γινόταν καυγάς στο μαγαζί, δηλαδή θέτει τον εαυτό του εκτός της μπυραρίας πριν από την λήξη του επεισοδίου. - Στην κυρίως εξέταση του ερωτηθείς εν ήταν χτυπημένος ο παραπονούμενος απάντησε «ναι, είχε αίματα δεν ξέρω πόσο χτυπημένος ήταν ..» στην αντεξέταση του ερωτηθείς εάν είδε τον παραπονούμενο χτυπημένο ανάφερε όχι. ενώ όπως πιο πάνω αναφέρω στην κατάθεση του (Τεκμήριο 8) λέει ότι τον είδε αιμόφυρτο στο έδαφος. Ο Μ.Υ.1, θα πρέπει να σημειωθεί ότι καθ' όλην σχεδόν την διάρκεια που ο κατηγορούμενος αντεξεταζόταν βρισκόταν εντός της αίθουσας στου δικαστηρίου με αποτέλεσμα η μαρτυρία του να μην παρουσιάζει καμία βαρύτητα. Πέραν τούτου για ότι υποστήριξε σε σχέση με τα γεγονότα, δεν αποδέχομαι την δική του εκδοχή. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην κατάθεση του (Τεκμήριο 9), ο μάρτυρας αυτός, ο οποίος υποστήριξε ότι είδε τα γεγονότα, την συμπεριφορά του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου, καμία αναφορά δεν κάνει για το ρόπαλο πράγμα, το οποίο έπραξε στην κυρίως εξέταση του και αφού φαίνεται να πληροφορήθηκε για την εκδοχή του κατηγορούμενου και έσπευσε να την υποστηρίζει. Συνεπακόλουθα, λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας του κατηγορούμενου και του Μ.Υ.1, η υπεράσπιση της αυτοάμυνας έχει αποτυγχάνει. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω συμπερασμάτων μου που αφορούν την αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας, κρίνω ότι τα ουσιώδη και πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο, είναι όσα συνθέτουν την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, τα οποία πιο πάνω αναφέρονται στην αρχή της απόφασης μου. Τα τραύματα που υπέστη ο παραπονούμενος, το βράδυ της 20ης Ιανουαρίου 2005 σύμφωνα με την Μ.Κ.5, ως αυτά περιγράφονται στο Τεκμήριο 4 που ετοίμασε μετά την εξέταση του είναι: - Θλαστικά τραύματα: - στην δεξιά βρεγματική 6 περίπου εκατοστών - στην αριστερή βρεγματική 6 περίπου εκατοστών - στην ινιακή χώρα 5 εκαστοστών - στην μετωπιαία βρεγματική αριστερά 3 εκατοστών - Εκχυμώσεις στις κατώτερες δεξιές πλευρές πλάγια - Εκδορά ½ Χ 2 εκ. στην δεξιά κλείδα - Εκχύμωση στην αριστερή ωμοπλάτη H συνήγορος του κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο, να απορρίψει την κατηγορία με την εισήγηση πως δεν έχει αποδειχτεί βαριά ή επικίνδυνη σωματική βλάβη σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  4. Σύμφωνα με την Μ.Κ.5, θλαστικό τραύμα είναι το τραύμα το οποίο περνά κάτω από το δέρμα και χρειάζεται συρραφή κάτι το οποίο έγινε και στον παραπονούμενο. Επίσης η μάρτυρας αυτή χαρακτήρισε τα τραύματα που έφερε στο κεφάλι ως σοβαρά τραύματα. Ο ορισμός της βαριάς σωματικής βλάβης δίδεται πιο πάνω. Ο παραπονούμενος χρειάστηκε να εισέλθει στο Νοσοκομείο για περίθαλψη και νοσηλεία ενώ από το Νοσοκομείο εξήλθε στις 21.1.
  5. Τα θλαστικά τραύματα στο κεφάλι του χρειάστηκε να συρραφούν και αυτός να απείχε από τη συνήθη εργασία του για ένα χρονικό διάστημα ενώ μέχρι σήμερα υπάρχουν εμφανή τα σημάδια στην κεφαλή του. Συνεπακόλουθα με βάση τα πιο πάνω καταλήγω ότι υπήρξε σοβαρή βλάβη στην υγεία αλλά και στην άνεση του παραπονούμενου. Έχει συνεπώς αποδειχτεί πως ο τραυματισμός του παραπονούμενου ήταν βαριά σωματική βλάβη εν τη έννοια του άρθρου
  6. Μπορεί τα τραύματα που υπέστη ο παραπονούμενος να μην ήταν πολύ σοβαρά, αλλά είναι όμως κατά την άποψη μου τέτοιας μορφής ώστε να θέσουν την υπόθεση στην κατηγορία της βαριάς σωματικής βλάβης. Συνεπακόλουθα το επιχείρημα περί απουσίας στοιχειοθέτησης βαριάς σωματικής βλάβης καταρρίπτεται. Όπως πιο πάνω αναφέρω, η λέξη παράνομα αποδίδει πράξη που γίνεται χωρίς καμία δικαιολογία στο Νόμο ενώ το συγκεκριμένο αδίκημα δεν εμπεριέχει ως συστατικό στοιχείο την πρόθεση πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Αρκεί το κατηγορούμενο πρόσωπο να διενήργησε συνειδητά την παράνομη πράξη που επέφερε την βλάβη. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ως προς τις ενέργειες του κατηγορούμενου, η επίθεση δηλαδή και χρήση βαρετού αντικειμένου όπου κατάφερε χτυπήματα στο κεφάλι του παραπονούμενου, το αποτέλεσμα των πράξεων του, δηλαδή οι σωματικές βλάβες του παραπονούμενου, αλλά και το παράνομο των πράξεων του, στην απόρριψη της θέσης του για αυτοάμυνα, στοιχειοθετούν πλήρως το αδίκημα του που αυτός αντιμετωπίζει. Συνεπακόλουθα κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία. (Υπ.)......... Κ. Κουνίδου Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.