Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γιώργου Αντωνίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16259/06, 30.01.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16259/06 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου V
- Γιώργου Αντωνίου
- Ανδρέα Αντωνίου Κατηγορουμένων _______________________ 30.01.2009 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παύλος Κυριακίδης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για τους Κατηγορούμενους: κ. Μιχάλης Βασιλειάδης Κατηγορούμενοι: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζουν δυο κατηγορίες για κακόβουλη ζημιά σε περιουσία, κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 166/87. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κατηγορούνται, ότι την 27η Φεβρουαρίου 2006 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσαν ζημιά ύψους 110Λ.Κ. στο αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΒΡ 407 ιδιοκτησία της Μαίρης Ηλία Σάββα από την Πάφο. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κατηγορούνται, ότι στο ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσαν ζημιά ύψους 250Λ.Κ. στα αυτοκίνητα με αρ. εγγραφής PU 208 και SB 818 ιδιοκτησία του Αντώνη Σάββα από την Πάφο. ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΥΛΙΚΟ Προκειμένου να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε, ως μάρτυρες κατηγορίας, το Λοχία 3649 Χαράλαμπο Δημητρίου (Μ.Κ.1) και τους παραπονούμενους Αντώνη Σάββα (Μ.Κ.2) και Μαίρη Ηλία Σάββα (Μ.Κ.3). Πλην των πιο πάνω προφορικών μαρτυριών κατατέθηκαν από τους μάρτυρες κατηγορίας και τα ακόλουθα τεκμήρια, τα οποία έκτοτε βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του μαρτυρικού υλικού της: 1) Η γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.1, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (Τεκ. 1), 2) Δέσμη αποτελούμενη από δέκα
(10)φωτογραφίες (Τεκ. 2), 3) Η γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.2, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (Τεκ. 3) και 4) Η γραπτή κατάθεση της Μ.Κ.3, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της (Τεκ. 4). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτοί επέλεξαν να δώσουν ένορκη μαρτυρία, υποβλήθηκαν σε αντεξέταση από τον ευπαίδευτο Δικηγόρο της Δημοκρατίας και κάλεσαν ως μάρτυρα υπεράσπισης τον εξεταστή της υπόθεσης Αστυφ. 2986 Κυριάκο Λουκά, ο οποίος υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (Τεκ. 5). Τα όσα ανέφεραν, οι μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης, έχουν καταγραφεί αυτολεξεί στα πρακτικά της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται απαραίτητο να επαναληφθούν στο σύνολό τους στην παρούσα απόφαση. Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέπεια η αποδοχή ή απόρριψή της. Αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους, οι οποίες αποτελούν επίσης μέρος της δικογραφίας, προσπάθησαν με σχετική επιχειρηματολογία, που αφορούσε στο μεγαλύτερο μέρος της την αξιολόγηση της μαρτυρίας, να πείσουν για την ορθότητα των εισηγήσεών τους. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η κατηγορία βασίζεται στο άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα που προνοεί τα ακόλουθα: «Οποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος, το οποίο εκτός εάν προνοείται διαφορετικά είναι πλημμέλημα, αυτός αν δεν προβλέπεται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δυο αυτές ποινές». Στην Μιχαήλ V Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 168 επισημαίνονται στη σελ. 176 τα ακόλουθα: «Το έγκλημα της κακόβουλης ζημιάς, όπως διατυπώνεται στο άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα, δεν απαιτεί την ύπαρξη ειδικής πρόθεσης (specific intent). Η απόδειξή του συναρτάται με τη θεληματική και παράνομη πρόκληση ζημιάς». Περαιτέρω στην Δρουσιώτης V Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 189 τονίσθηκε ότι η κυριότητα των αντικειμένων, στα οποία αναφέρεται η κατηγορία της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία, αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος το οποίο πρέπει να αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Είχα την ευκαιρία να ακούσω με μεγάλη προσοχή, τόσο τους μάρτυρες κατηγορίας, όσο και τους κατηγορούμενους και το μάρτυρα υπεράσπισης, όταν έδιναν ένορκη μαρτυρία, τους οποίους και παρακολούθησα επισταμένα να καταθέτουν δια ζώσης ενώπιόν μου και έχω πλήρη αντίληψη για τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Ο Μ.Κ.1, στην κυρίως εξέτασή του, περιορίσθηκε στην υιοθέτηση του περιεχομένου της κατάθεσής του (Τεκ. 1). Στη συγκεκριμένη κατάθεση, η οποία είναι τυποποιημένη, αναφέρεται μόνο ότι ο Μ.Κ.1 είναι αποσπασμένος στο ΤΑΕ Πάφου ως ειδικός φωτογράφος και ειδικός στην εξέταση σκηνών εγκλημάτων δακτυλοσκοπικώς και ότι την 27.02.2006 και ώρα 10:00 στην παρουσία του Μ.Υ.3 στην Πάφο, Μιχαήλ Καραολή 5, έλαβε 10 φωτογραφίες που δείχνουν τρία αυτοκίνητα σχετικά με κακόβουλη ζημιά. Στη συνέχεια, όπως αναφέρεται επίσης στο Τεκ. 1, ο Μ.Κ.1 εμφάνισε το φιλμ και από τα αναλλοίωτα αρνητικά που είχε στην κατοχή του έκανε μεγεθύνσεις, τις αρίθμησε από 1-10 και τις έδεσε σε σχήμα βιβλιαρίου. Είναι προφανές από τα ανωτέρω ότι η μόνη ενέργεια του Μ.Κ.1 ήταν η λήψη των δέκα
(10)φωτογραφιών (Τεκ. 2), καθώς και ότι ο Μ.Κ.1 σε καμιά δακτυλοσκοπική εξέταση της σκηνής του εγκλήματος δεν προέβηκε. Αλλωστε δεν ισχυρίσθηκε και κάτι τέτοιο κατά την αντεξέτασή του. Επισημαίνω τα πιο πάνω, διότι ο Μ.Κ.1, στην αντεξέτασή του, προέβη, αφενός μεν σε διατύπωση ισχυρισμών ότι οι ζημιές στα οχήματα των παραπονούμενων, που φαίνονται στο Τεκ. 2, προκλήθηκαν από τις πέτρες, που επίσης φαίνονται σε αυτές τις φωτογραφίες, αφετέρου δε σε εκτιμήσεις για το σημείο από το οποίο ρίχθηκαν αυτές οι πέτρες από τους δράστες. Κατά τη δική μου αντίληψη και κρίση το σύνολο των ισχυρισμών, που διετύπωσε ο Μ.Κ.1 στην αντεξέτασή του, δεν είναι τίποτε άλλο από αστήριχτες εικασίες του ιδίου για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκαν οι ζημιές στα αυτοκίνητα, λαμβανομένου υπόψη του αναντίλεκτου γεγονότος ότι ο ίδιος, πέραν της λήψης των φωτογραφιών, δεν προέβη σε καμιά άλλη έρευνα στη σκηνή του εγκλήματος. Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει άλλωστε ότι ο Μ.Κ.1 στην μόνη εξέταση στην οποία θα μπορούσε, με βάση τα προσόντα του να προβεί, αλλά δεν προέβη, ήταν η εξέταση της σκηνής για ανεύρεση δακτυλικών αποτυπωμάτων. Να προσθέσω ότι ο Μ.Κ.1 ούτε καν στην αρίθμηση των φωτογραφιών που έλαβε δεν προχώρησε, όπως ανακριβώς αναφέρει στο Τεκ.
- Αυτό είναι προφανές από το Τεκ.
- Με το πιο πάνω σκεπτικό δεν αποδέχομαι το σύνολο της αντεξέτασης του Μ.Κ.
- Οι Μ.Κ.2 και 3 είναι σύζυγοι και οι παραπονούμενοι αυτής της υπόθεσης. Ο Μ.Κ.2 στη γραπτή του κατάθεση (Τεκ. 2), την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι: «..............Ενώ εκοιμόμουν στις περίπου 04:00 άκουσα το σκύλο να γαβγίζει και ξύπνησα. Συνάμα άκουσα θόρυβο που προερχόταν έξω από την οικία μου παρά το γκαράζ μου. Αμέσως έτρεξα προς την κύρια είσοδο της οικίας μου και βλέποντας από το μικρό πλαϊνό παραθυράκι που είναι προς το δρόμο είδα δυο πρόσωπα τα οποία και αναγνώρισα να μπαίνουν μέσα σε ένα διπλοκάμπινο παλαιού μοντέλου MITSUBISHI χρώματος μαύρου. Οδηγός ήταν ο Αντρέας Αντωνίου από την Παναγιά και συνοδηγός ήταν ο αδελφός του Γεώργιος Αντωνίου από την Αρμου ή τα Κονιά. Τα δυο αυτά πρόσωπα τα γνωρίζω γιατί τα είχα προσλάβει πριν πέντε μήνες περίπου για να βάλουν βράχους αντιστήριξης στο χωράφι μου στην Τσάδα, περιοχή «Πικρονερά» και είχαμε κάποια διαφορά στα συμφωνηθέντα λεφτά που στοίχιζε η αντιστήριξη. Μόλις τους είδα να μπαίνουν εντός του αυτοκινήτου άνοιξα την πόρτα μου και βγήκα έξω για να παω προς το μέρος τους αλλά εκείνοι ανέπτυξαν ταχύτητα και έφυγαν προς την οδό Ανδρέα Παναγίδη χρησιμοποιώντας την οδό Μιχαήλ Καραολή. Καθώς έφευγαν σε περίπου 3 μέτρα κατάφερα να δω και να καταγράψω τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος που ήταν ΕΒΥ 747.Οταν έφυγαν πήγα πίσω προς το σπίτι μου και.................». Ο Μ.Κ.2, στη μακρά αντεξέτασή του, από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης, επέμεινε στους πιο πάνω ισχυρισμούς του. Δεν με έχει πείσει όμως ότι είπε την αλήθεια και θα εξηγήσω στη συνέχεια τους συγκεκριμένους λόγους στους οποίους εδράζεται αυτή μου η εκτίμηση. Καταρχήν, τόσο από την κυρίως εξέταση, όσο και κυρίως από την αντεξέταση του Μ.Κ.2, αλλά και τη μαρτυρία της Μ.Κ.3, προέκυψε ότι η παρούσα υπόθεση δεν είναι η μοναδική αντιδικία μεταξύ Μ.Κ.2 και Κατηγορούμενων. Από την αντεξέταση του Μ.Κ.2 διαφάνηκε και από τη μαρτυρία της Μ.Κ.3 διευκρινίσθηκε, ότι τα δυο εμπλεκόμενα μέρη (Μ.Κ.2 και Κατηγορούμενοι) λίγες ημέρες πριν το επίδικο επεισόδιο συμμετείχαν σε άλλο επεισόδιο για το οποίο διατυπώθηκαν αλληλοσυγκρουόμενοι ισχυρισμοί και παράπονα εκατέρωθεν και για το οποίο εκκρεμεί άλλη ποινική υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Πέραν τούτου παράλληλα με την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης διεξαγόταν από άλλο αδελφό Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και η ακρόαση αγωγής των Κατηγορουμένων εναντίον του παραπονούμενου για την είσπραξη οφειλόμενου υπολοίπου από την κατασκευή του τοίχου αντιστήριξης στο χωράφι του στην Τσάδα. Εχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω γεγονότα μου προξένησε πραγματικά ερωτηματικά ο ισχυρισμός του Μ.Κ.2, στην αντεξέτασή του, ότι δεν θυμόταν το ακριβές ποσό για το οποίο του κίνησαν αγωγή οι Κατηγορούμενοι, παρόλο, που ο ίδιος παραδέχθηκε, ότι την επόμενη ημέρα θα έδινε ένορκη μαρτυρία, στα πλαίσια της ακρόασης της αγωγής. Περισσότερο σαν υπεκφυγή θα μπορούσα να εκλάβω το συγκεκριμένο ισχυρισμό του Μ.Κ.2, παρά σαν ειλικρινή άγνοια του αιτητικού της αγωγής. Πέραν τούτου, ο Μ.Κ.2 απέρριψε, μετ' επιτάσεως θα έλεγα, στην αντεξέτασή του, ότι η συμφωνία για την κατασκευή του τοίχου αντιστήριξης είχε γίνει και με τους δυο Κατηγορούμενους, υποστηρίζοντας ότι ο ίδιος είχε αναθέσει την εργασία μόνο στον Κατηγορούμενο 1, τον οποίο ήξερε από προηγουμένως και ότι τον Κατηγορούμενο 2 τον γνώρισε στο χωράφι του, κατά τη διάρκεια των εργασιών. Το περίεργο σε σχέση με αυτό το ζήτημα, που άλλωστε δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα αυτής της υπόθεσης, δεν είναι βέβαια σε ποιόν από τους δυο Κατηγορούμενους ανέθεσε την κατασκευή του τοίχου αντιστήριξης ο Μ.Κ.2 και εάν ο ισχυρισμός του ότι την εργασία την ανέθεσε στον Κατηγορούμενο 1, όπως ισχυρίσθηκε στην αντεξέτασή του, ή και στους δυο Κατηγορούμενους, όπως αναφέρει στην κατάθεσή του (Τεκ. 3), ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αλλά στη θέση που διατύπωσε σε σχετική υποβολή του ευπαίδευτου συνήγορου υπεράσπισης, στην οποία ο τελευταίος απλά επισήμανε ότι στο Τεκ. 3 ο Μ.Κ.2 έκανε αναφορά σε πρόσληψη και των δυο Κατηγορουμένων και όχι μόνο του Κατηγορούμενου
- Συγκεκριμένα ο Μ.Κ.2 δεν περιορίσθηκε μόνο να ισχυρισθεί ότι τη συγκεκριμένη αναφορά στην κατάθεσή του δεν την έκανε ο ίδιος, αλλά ο αστυνομικός που έλαβε την κατάθεση, ο οποίος, όπως ισχυρίσθηκε ήταν κάποιος Σάββας Φιλίππου, συγγενής και χωριανός των Κατηγορουμένων, επεκτεινόμενος μάλιστα στη διατύπωση βαρύτατων, θα έλεγα, κατηγοριών εναντίον του, αναφέροντας ότι αυτός σύνταξε την κατάθεση, όπως ήθελε, ότι από την αρχή ήθελε να μην πάει η υπόθεση στο Δικαστήριο και ότι του ζήτησε να μην παει η υπόθεση στο Δικαστήριο, κάτι που ο ίδιος δεν δέχθηκε. Ο λόγος που δημιουργούν ερωτηματικά οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Μ.Κ.2 δεν είναι τόσο το γεγονός ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί του δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, όπως εμμέσως, πλην σαφώς, παραδέχθηκε και ο ίδιος, στην επανεξέτασή του, αναφέροντας ότι ο κ. Φιλίππου δεν είχε καμιά εμπλοκή σε αυτή την υπόθεση, αλλά στην άλλη ποινική υπόθεση, που εκκρεμεί, ούτε η επιμονή του στις κατηγορίες εναντίον του κ. Φιλίππου, παρόλο που του υποβλήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης ότι την κατάθεσή του στην παρούσα υπόθεση, δεν την είχε λάβει ο συγκεκριμένος αστυνομικός, αλλά ο Μ.Υ.3, όσο, κατά την ταπεινή μου άποψη, η ευκολία με την οποία ο Μ.Κ.2, με απόλυτο τρόπο και καταγγελτικό ύφος και φρασεολογία, προέβη σε αυτές τις κατηγορίες στα πλαίσια αυτής της υπόθεσης, χωρίς να αμφιταλαντευτεί, έστω και ελάχιστα, από την υποβολή του κ. Βασιλειάδη, που προανέφερα, ότι ο κ. Φιλίππου δεν είχε καμιά εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση. Η συγκεκριμένη του στάση και συμπεριφορά αποκαλύπτει, κατά την ταπεινή μου κρίση, ότι πρόκειται για μάρτυρα, όχι απλά επιπόλαιο, αλλά και έτοιμο να προχωρήσει στην εκτόξευση κατηγοριών εναντίον κάποιου, χωρίς πολύ σκέψη και προβληματισμό, αν αυτό κρίνει, σε κάποια δεδομένη στιγμή, ότι εξυπηρετεί τα δικά του ιδιοτελή συμφέροντα. Προβαίνω σε αυτή τη διαπίστωση, έχοντας κατά νου, ότι όλα τα ανωτέρω ειπώθηκαν από το Μ.Κ.2, στην προσπάθειά του, να δικαιολογήσει την αναφορά του στο Τεκ. 3, ότι είχε προσλάβει και τους δυο Κατηγορούμενους και όχι μόνο τον Κατηγορούμενο 1, όπως ισχυρίσθηκε στο Δικαστήριο. Το πιο συμπέρασμά μου αναμφίβολα βάρυνε στην κρίση μου σε σχέση με την αξιοπιστία του Μ.Κ.
- Δεν είναι όμως το μοναδικό σημείο στο οποίο βασίζομαι για να την απορρίψω ως αναξιόπιστη, καθώς υπάρχουν και άλλα σημεία από τα οποία διαφαίνεται ότι όχι μόνο δημιουργούνται ερωτηματικά για την πειστικότητα της εκδοχής του, αλλά και ότι η διερεύνηση της υπόθεσης, στο στάδιο της ανάκρισης, από το Μ.Υ.3, ήταν τουλάχιστον ανεπαρκής και δημιουργεί εγγενείς αδυναμίες και κενά στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Καταρχήν οι πέτρες, οι οποίες φαίνονται στις φωτογραφίες (Τεκ. 2) και οι οποίες συνιστούν το όπλο του εγκλήματος, όχι μόνο δεν παραλήφθηκαν από τη σκηνή, για να χρησιμοποιηθούν ως τεκμήρια, όχι μόνο δεν εξετάσθηκε εάν πράγματι με αυτές προκλήθηκαν οι ζημιές στα αυτοκίνητα, αλλά και πετάχτηκαν από το Μ.Κ.2, όπως ισχυρίστηκε ο ίδιος, λίγες ημέρες μετά το επίδικο επεισόδιο. Περαιτέρω ο Μ.Κ.2, παρόλο που στην κατάθεσή του, ανέφερε τους ακριβείς αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου των Κατηγορουμένων, στην αντεξέτασή του υποστήριξε, ότι δεν τους θυμόταν, λόγω της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη των αδικημάτων. Το περίεργο, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, είναι ότι ο Μ.Κ.2 στην κατάθεσή του αναφέρει ότι όχι μόνο είδε, αλλά και ότι κατέγραψε τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου. Η απορία μου είναι γιατί ο Μ.Υ.3 δεν του ζήτησε να του παραδώσει το χαρτί στο οποίο είχε γίνει η σχετική καταγραφή των αριθμών εγγραφής, όχι μόνο για να διασταυρώσει τον ισχυρισμό του, αλλά και για να το φυλάξει ως τεκμήριο και να το καταθέσει στο Δικαστήριο; Πέραν τούτου η εκδοχή του Μ.Κ.2 ήταν εξαρχής (Τεκ. 3) ότι, ενώ κοιμόταν, άκουσε τα γαβγίσματα του σκύλου, ξύπνησε, άκουσε θόρυβο από το γκαράζ και αμέσως έτρεξε προς το παράθυρο της εξώπορτας, το άνοιξε και είδε τους Κατηγορούμενους να μπαίνουν στο διπλοκάμπινο, που ήταν παρκαρισμένο έξω από το καγκέλι της οικίας του. Μόλις τους είδε να μπαίνουν στο αυτοκίνητο, βγήκε έξω για να πάει προς το μέρος τους, εκείνοι όμως ανέπτυξαν ταχύτητα και το μόνο που πρόλαβε να κάνει ήταν να καταγράψει τους αριθμούς εγγραφής. Καμιά αναφορά δεν κάνει ο Μ.Κ.2 σε οποιαδήποτε συμμετοχή ή έστω παρουσία της συζύγου του (Μ.Κ.3) στα ανωτέρω γεγονότα. Γι αυτό το λόγο ασφαλώς δημιουργούνται εύλογα ερωτηματικά για τον ισχυρισμό του, κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του, ότι μόλις άνοιξε την εξώπορτα της κατοικίας του για να βγει έξω η Μ.Κ.3 ήταν «αποπίσω του», κατά την έκφρασή του, τα οποία επιτείνονται και από την εκδοχή της Μ.Κ.
- Για να γίνει κατανοητό το σκεπτικό του Δικαστηρίου, πρέπει να καταγραφεί στο σημείο αυτό, ότι η εκδοχή της Μ.Κ.3, στην κατάθεσή της (Τεκ. 4), ήταν ότι ήταν ξύπνια, άκουσε χτυπήματα στο γκαράζ και σχεδόν ταυτόχρονα το σκύλο να γαβγίζει. Αμέσως φώναξε του Μ.Κ.2 ο οποίος μισοξύπνησε και άκουσε και αυτός το θόρυβο. Ο Μ.Κ.2 σηκώθηκε και πήγε προς το σαλόνι και αργότερα η ίδια άκουσε την πόρτα της εισόδου να ανοίγει και κατάλαβε ότι ο Μ.Κ.2 πρέπει να βγήκε έξω. Αυτή τον ακολούθησε και είδε ένα μαύρο διπλοκάμπινο να απομακρύνεται. Είδε μόνο τα νούμερα του αυτοκινήτου ΕΒΥ και όχι τους αριθμούς εγγραφής. Αυτό που προκύπτει από την αρχική εκδοχή της Μ.Κ.3 είναι ότι αυτή ενισχύει την εκδοχή του συζύγου της στα ακόλουθα δυο βασικά σημεία: πρώτον στο ότι ακούσθηκαν γαβγίσματα και χτυπήματα στο γκαράζ και δεύτερον στα νούμερα εγγραφής του αυτοκινήτου. Εχοντας κατά νου την πιο πάνω διαπίστωση δεν μπορώ να εξηγήσω λογικά την παντελή απουσία οποιασδήποτε αναφοράς του Μ.Κ.2, στην κατάθεσή του, στη Μ.Κ.3, έστω και υπό μορφή επίκλησης της μαρτυρίας της, αντιλαμβάνομαι όμως πλήρως το λόγο που αυτός την τοποθέτησε στη δική του εκδοχή των γεγονότων, κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του στο Δικαστήριο. Είναι προφανές ότι αυτό έγινε στην προσπάθειά του να συνδέσει τη δική του εκδοχή με τη δική της και προκειμένου η μαρτυρία της Μ.Κ.3 να ενισχύσει τους δικούς του ισχυρισμούς. Για τον ίδιο προφανή λόγο και η Μ.Κ.3, στην αντεξέτασή της, αναθεώρησε πλήρως την αρχική εκδοχή της. Η εκδοχή της πλέον είναι ότι ο σύζυγός της έτρεξε προς την πόρτα της κύριας εισόδου και η ίδια τον ακολούθησε και δεν έμεινε στο υπνοδωμάτιο. Ηταν πίσω του σε απόσταση 2-3 μέτρων. Η ίδια δεν κοίταξε από το παραθυράκι της πόρτας. Οταν ο Μ.Κ.2 βγήκε, αυτή βγήκε μετά, αλλά όχι αμέσως. Είδε το μαύρο αυτοκίνητο και τα γράμματα ΕΒΥ. Κατά την κρίση μου αυτή η προσπάθεια των Μ.Κ.2 και 3 να εναρμονίσουν και συνταιριάξουν τις εκδοχές τους, με πρόδηλο στόχο, την αλληλοενίσχυση των ισχυρισμών τους, όχι μόνο απέτυχε, αλλά κυρίως κατέδειξε την αναξιοπιστία τους. Πέραν των ανωτέρω μου δημιουργεί ερωτηματικά ο ισχυρισμός της Μ.Κ.3 ότι κατάφερε να δει έστω τα νούμερα του αυτοκινήτου από απόσταση 15 με 20 μέτρων, όπως υποστήριξε, όταν, σύμφωνα με την εκδοχή του συζύγου της, κάτι τέτοιο φαντάζει πολύ δύσκολο, εάν όχι αδύνατο, λαμβανομένου υπόψη του ότι, όπως ισχυρίσθηκε ο τελευταίος, όταν άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω, το αυτοκίνητο των Κατηγορουμένων ανέπτυξε ταχύτητα και απομακρύνθηκε. Εαν δεχθούμε την τελική εκδοχή των Μ.Κ.2 και 3, ότι η Μ.Κ.3 ακολουθούσε το Μ.Κ.2, το λογικό είναι να δεχόμασταν ότι η Μ.Κ.3 είχε την ευχέρεια να δει τα νούμερα του αυτοκινήτου των Κατηγορουμένων από απόσταση 2-3 μέτρων, όπως δηλ. και ο Μ.Κ.2, και όχι 15-20 μέτρων, όπως ισχυρίσθηκε η ίδια. Εαν πάλι δεχθούμε την αρχική εκδοχή της Μ.Κ.3 ότι δεν ακολουθούσε το Μ.Κ.2, αλλά ότι βγήκε από την οικία τους αργότερα, το πιο λογικό συμπέρασμα είναι ότι αυτή δεν θα είχε τη δυνατότητα να δει οτιδήποτε, αφού με την ταχύτητα που είχαν αναπτύξει οι Κατηγορούμενοι, όπως ισχυρίσθηκε ο Μ.Κ.2, πιθανότατα αυτοί θα είχαν ήδη απομακρυνθεί αρκετά από τη σκηνή. Εν όψει των ανωτέρω απορρίπτω τις μαρτυρίες των Μ.Κ.2 και 3 ως αναξιόπιστες. Ως ακροτελεύτια σκέψη, σε σχέση με τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, οφείλω να επισημάνω το αναπόδεικτο της αξίας των ισχυριζόμενων, με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ζημιών στα αυτοκίνητα, στην απουσία οποιασδήποτε σχετικής αποδεκτής μαρτυρίας. Η γενική και εν πολλοίς ατεκμηρίωτη μαρτυρία του Μ.Κ.2 για το ζήτημα αυτό, που ειρρήσθω εν παρόδω, είναι πελεκάνος στο επάγγελμα, αναντίρρητα δεν αρκεί. Είναι προφανές ότι ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν η υπόθεση αναπόφευκτα θα οδηγηθεί σε απορριπτικό αποτέλεσμα. Παρά ταύτα θα ασχοληθώ σε λίγες γραμμές και με την αξιολόγηση της μαρτυρίας των Κατηγορουμένων, για να καταγράψω την εντύπωση, που αποκόμισα από την παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Δεν έχω καμιά ένδειξη και δεν διατηρώ καμιά αμφιβολία, ότι είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο, καθώς δεν υπέπεσαν σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις, κατά την αντεξέτασή τους. Αλλωστε αυτό το οποίο επανέλαβαν στο Δικαστήριο είναι αυτό το οποίο, όπως προκύπτει και από τη μαρτυρία του Μ.Υ.3, είπαν και στις αρχικές καταθέσεις τους, ότι δηλ. δεν έχουν καμιά σχέση με την υπόθεση και ότι την ώρα του συμβάντος και οι δυο ήταν στα σπίτια τους με τις οικογένειές τους. Στο σημείο αυτό οφείλω να καταγράψω ακόμη μια παράλειψη του εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Υ.3). Οπως παραδέχθηκε και ο ίδιος δεν έκανε καμιά έρευνα, στο στάδιο της ανάκρισης, για να ελέγξει τους ισχυρισμούς, ουσιαστικά το άλλοθι των Κατηγορουμένων, με αποτέλεσμα οι Κατηγορούμενοι να έχουν, δεν θα έλεγα αδικαιολόγητα, παράπονα για αυτή του τη στάση. Η γενική εντύπωσή μου για το Μ.Υ.3 είναι ότι ουσιαστικά περιόρισε την ανάκριση στη λήψη καταθέσεων από παραπονούμενους και Κατηγορούμενους και στη διατύπωση γραπτών κατηγοριών στους τελευταίους, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω και ουσιαστική διερεύνηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Εχοντας κατά νου την ανωτέρω αξιολόγηση της ενώπιόν μου προσκομισθείσας μαρτυρίας και την απόρριψη, ως αναξιόπιστης, της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας και συνακόλουθα την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, στο σύνολό της, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία την υπόθεσή της. Συναφώς οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και στις δυο κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/ Criminal//Final (Αναφορά: κακόβουλη ζημιά σε περιουσία-άρθρο 324
(1)Κεφ. 154-συστατικά στοιχεία αδικήματος-αξιολόγηση μαρτυρίας ) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο