← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. ΄Αρη Αθανασίου, Αρ. Υπόθεσης: 2188/07, 10 Μαρτίου, 2009

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. ΄Αρη Αθανασίου, Αρ. Υπόθεσης: 2188/07, 10 Μαρτίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B13 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου - Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2188/07 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής Εναντίον ΄Αρη Αθανασίου Κατηγορούμενου -------------------------------- Ημερομηνία: 10 Μαρτίου, 2009 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Π΄Λαζάρου Για Κατηγορούμενο: κ. Α. Στεφάνου Κατηγορούμενος : παρών ------------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες. Της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης (1η Κατ.), της παράβασης σήματος τροχαίας ( 2η Κατ.) και της μη συμμόρφωσης σε σήμα αστυνομικού με στολή (3η Κατ.). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 19/12/2006 στο κύριο δρόμο Λάσας- Αγίου Δημητριανού στην επαρχία της Πάφου, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΕΗ 686, αλόγιστα ή επικίνδυνα για το κοινό, δηλαδή οδηγούσε ζίκ-ζάκ μέσα στο δρόμο, εισήλθε στο κύριο δρόμο Αγίου Δημητριανού - Κανναβιούς παραλείποντας να σταματήσει σε σήμα «αλτ» και παραλείποντας να συμμορφωθεί σε σήμα του αστυνομικού με στολή, 3136 Κ. Παύλου. Ενώπιον του Δικαστηρίου, τέθηκαν δύο εντελώς διαφορετικές εκδοχές. Αυτές προβλήθηκαν απο το Μ.Κ. 1, που ήταν ο μοναδικός μάρτυρας κατηγορίας και τον ίδιο το κατηγορούμενο, ο οποίος μετά τη κλήση του σε απολογία, επέλεξε και κατάθεσε ενόρκως, χωρίς να προσκομίσει οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία. Η μαρτυρία όπως έχει δοθεί είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι΄ αυτό και δεν θα την επαναλάβω αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγησή της. Μεταξύ των δύο διαφορετικών εκδοχών που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, επιλέγω ως πλέον ειλικρινή και αξιόπιστη αυτή της κατηγορούσας αρχής. Και αυτό γιατί ο Μ.Κ.1 κατάθεσε με σταθερό και πειστικό τρόπο, χωρίς ενδοιασμούς και αμφιταλαντεύσεις. Η όλη στάση και συμπεριφορά του απο το εδώλιο του μάρτυρα, ήταν πειστική, ενώ το ύφος και ο τρόπος που απαντούσε όχι μόνο στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν στο στάδιο της κύριας εξέτασης, αλλά κύρια στο στάδιο της αντεξέτασης και οι οποίες χαρακτηρίζονταν απο αμεσότητα, ευθύτητα και σαφήνεια, έπειθαν για την ελικρίνεια του. Για τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Αντίθετα ο κατηγορούμενος δεν με έπεισε για τη γνησιότητα της εκδοχής του, η οποία ήταν ασαφής και αόριστη. Ενώ στην αρχή της κύριας εξέτασης, προσπάθησε να παρουσιασθεί ότι αγνοούσε πλήρως τι συνέβηκε εκείνο το βράδυ, λέγοντας ότι δεν έχει ιδέα για τις κατηγορίες που του αποδίδονται, στη συνέχεια προέβαλε κάποιους ισχυρισμούς που δεικνύουν ότι αυτό που ισχυρίσθηκε αρχικά ότι, τίποτε δεν είχε αντιληφθεί, δεν είναι δυνατό να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Και αυτό γιατί κατά τη διάρκεια της ένορκης κατάθεσης του, δέχθηκε ότι, άκουσε τον ήχο σειρήνας, είδε πίσω του φώτα και φάρους, καθώς και ότι υποψιάστηκε ότι πιθανό να επρόκειτο για αστυνομία, λόγω της σειρήνας. Όλα τα πιο πάνω διαψεύδουν και καταρρίπτουν τον ισχυρισμό που προέβαλε στην αρχή της μαρτυρίας του, ότι δεν γνώριζε τίποτε για τις κατηγορίες που του αποδίδονται. Εν πάση περιπτώσει η γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτόν παρακολουθώντας τον να καταθέτει απο το εδώλιο του μάρτυρα, δεν μου επιτρέπουν να αποδεχθώ την εκδοχή του η οποία δεν ήταν διόλου πειστική. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι, η γραμμή που ακολούθησε η υπεράσπιση, ήταν χωρίς σαφή στόχο και κατεύθυνση και σε μία τουλάχιστο περίπτωση ήταν αντίθετη με την εκδοχή που προέβαλε ο ίδιος ο κατηγορούμενος, καταθέτοντας ενόρκως. Συγκεκριμένα και ενώ ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στο Μ.Κ.1, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε ζικ- ζακ γιατί δεν μπορούσε λόγω της φύσης του δρόμου να οδηγεί σε ευθεία πορεία, αντίθετα ο κατηγορούμενος καταθέτοντας ενόρκως ισχυρίσθηκε ότι, σε καμία περίπτωση δεν οδήγησε με το τρόπο αυτό. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται απο τη νομολογία, απορρίπτω τη μαρτυρία του, εκτός μόνο απο τα ακόλουθα σημεία. Ότι το βράδυ της 19/12/06, οδηγούσε το αυτοκίνητο του στο δρόμο Λάσας- Αγίου Δημητριανού- Κανναβιούς, ότι ο δρόμος αυτός είναι γεμάτος στροφές, ότι άκουσε τον ήχο σειρήνας και ότι είδε πίσω του φώτα και φάρους. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Ο κατηγορούμενος στις 19/12/06, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΕΗ 686, στο κύριο δρόμο που ενώνει τα χωριά Σίμους-Λάσας-Αγίου Δημητριανού-Κανναβιούς. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Μ.Κ.1 βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στον ίδιο δρόμο, οδηγώντας το υπηρεσιακό όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΡΜ 907 και κατευθυνόταν προς το χωριό Άγιος Δημητριανός όταν, αντελήφθηκε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου στο δρόμο αυτό, να οδηγείται ζικ-ζακ. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος εισήλθε στο κύριο δρόμο Αγίου Δημητριανού - Κανναβιούς και κατευθύνθηκε στο χωριό Κανναβιού, παραλείποντας να σταματήσει σε πινακίδα, με το σημείο του «αλτ». Στο σημείο αυτό του δρόμου, υπήρχε μια μεγάλη στροφή. Εισερχόμενος στο δρόμο μετά τη στροφή, τα λάστιχα του αυτοκινήτου του σφυροκόπησαν και παρολίγο να συγκρουσθεί σε χωμάτινο τοίχο που υπήρχε απέναντι. Ο Μ.Κ.1 ακολούθησε και πλησίασε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, με το υπηρεσιακό του όχημα και έχοντας τους φάρους του οχήματος του αναμμένους. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, έξω απο το χωριό Κανναβιού και χρησιμοποιώντας το μεγάφωνο του οχήματος, κάλεσε επανειλημμένα τον οδηγό του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΕΗ 686, που ήταν ο κατηγορούμενος, να σταματήσει για έλεγχο. Αυτός αντί να σταματήσει, ανέπτυξε ταχύτητα. Τότε ο Μ.Κ.1, σταμάτησε να χρησιμοποιεί το μεγάφωνο και ήχησε τη σειρήνα του υπηρεσιακού οχήματος. Αφού ο κατηγορούμενος διήνυσε αρκετή απόσταση, εισερχόμενος πολλές φορές εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας πάνω σε στροφές, σταμάτησε και ο Μ.Κ.1 τον πλησίασε σε πολύ κοντινή απόσταση με το υπηρεσιακό του όχημα και φορώντας τη στολή του, του ζήτησε να του δώσει τα στοιχεία του και να σταθμεύσει το αυτοκίνητο του για συνηθισμένο έλεγχο τροχαίας, κάτι που ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να πράξει και στη συνέχεια τράπηκε σε φυγή, αναπτύσσοντας ιλιγγιώδη ταχύτητα. Στο δρόμο στον οποίο υπάρχουν πολλές στροφές και είναι πολύ επικίνδυνος, χωρούν δύο αυτοκίνητα και κατά το χρόνο του συμβάντος δεν υπήρχε καθόλου τροχαία κίνηση και τα μοναδικά αυτοκίνητα που κυκλοφορούσαν ήταν του κατηγορούμενου και του Μ.Κ.1. Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας, το οποίο ποινικοποιείται από το άρθρο 7 του Ν. 86/72, προνοεί τα ακόλουθα׃ « Πας όστις, οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού, αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως δια το κοινόν, λαμβανομένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον, ή ήτις ευλόγως θα αναμένετο να υπάρχη κατά τον εν χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος..........». Στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας,

(2000)2 Α.Α.Δ. 119, λέχθηκε ότι σε μια τέτοια περίπτωση, αυτό που το Δικαστήριο αναζητά, είναι αν η συγκεκριμένη οδήγηση είναι επικίνδυνη. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Gosney,
(1971)55 Cr. App. Rep. 502, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας, που πιο πάνω αναφέρεται, τονίστηκε, ότι για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επικίνδυνης οδήγησης, χρειάζεται να αποδειχθεί αφενός, ότι δημιουργήθηκε μια επικίνδυνη κατάσταση από τον οδηγό και αφετέρου ότι αυτή, προκλήθηκε από κάποιο σφάλμα του οδηγού. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος αναφέρθηκε, πως δεν περιλαμβάνει απαραίτητα εσκεμμένη συμπεριφορά (deliberate misconduct) ή απερισκεψία (recklessness) ή πρόθεση για οδήγηση με τρόπο που δεν συνάδει με τα ορθά πρότυπα ή ηθικό σφάλμα (moral blame). Το σφάλμα πρέπει να: «εμπεριέχει αποτυχία. Πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας του ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια είναι αρκετό, έστω και αν είναι μικρό ή αποτελεί στιγμιαίο ολίσθημα ή κανένας κίνδυνος δεν θα προκαλείτο κανονικά από αυτό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί την μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν λογικά αποτελεί μια αιτία». Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα συμπεραίνεται από το Δικαστήριο από τα γεγονότα της υπόθεσης. Το αδίκημα, όμως, δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Αν ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ειδικό γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το Δικαστήριο από του να εξαγάγει το συμπέρασμα δεν πρέπει να εμποδιστεί από το να το πράξει. Είναι, επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea) (Βλ. Hill v. Baxter
(1958)42 Cr. App. Rep. 51 και Simpson v. Peat
(1952)2 QB 24). Ενώ αυτό υποδηλοί, ότι η κατηγορούσα αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει, ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα ή άσχημα, δεν σημαίνει, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Στην υπόθεση Μιχαλάκης Πέτρου ν. Αστυνομίας,
(1994)2 ΑΑΔ 233, ο εφεσείοντας οδηγούσε το αυτοκίνητό του κατά μήκος λεωφόρου, η οποία είχε τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας με δύο λωρίδες στη κάθε κατεύθυνση. Συγκρούσθηκε με πεζή, η οποία διέσχιζε τη λεωφόρο από τα δεξιά προς τα αριστερά με αποτέλεσμα το θάνατό της. Ο εφεσείοντας κατά τη στιγμή της σύγκρουσης οδηγούσε στην εξωτερική λωρίδα, το δε σημείο σύγκρουσης βρισκόταν στο αριστερό άκρο της λωρίδα αυτής. Ο εφεσείοντας χτύπησε την πεζή με την αριστερή μπροστινή γωνιά του αυτοκινήτου του. Το Ανώτατο Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του δυστυχήματος και ειδικότερα την ορατότητα στη σκηνή καθώς και τη μεγάλη απόσταση που διήνυσε η πεζή περνώντας μπροστά από το αυτοκίνητο του εφεσείοντα μέχρι τη σύγκρουση, αποφάσισε, ότι η αποτυχία του να την δει, ενώ θα έπρεπε να την δει και να λάβει μέτρα για να μην την χτυπήσει, ενέπιπτε στον ορισμό της αλόγιστης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς και επικύρωσε τη καταδίκη για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου με βάση το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα. Στην υπόθεση Μιχάλης Ανδρέου ν. Αστυνομίας,
(1997)2 ΑΑΔ 409, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εφεσείοντας επί λεωφόρου, παρεξέκλινε απότομα της πορείας του, τέθηκε εκτός ελέγχου και προχωρώντας πλαγίως μπήκε στην αντίθετη πλευρά του δρόμου με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί βίαια με αυτοκίνητο, που ερχόταν εξ' αντιθέτου. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείοντας οδηγούσε επικίνδυνα, ήταν αναμφίβολα ορθή. Ο εφεσείοντας ήταν υπόλογος για το ότι, ενώ το αυτοκίνητο του θα έπρεπε να παραμείνει στη δική του μεριά του δρόμου, λόγω απώλειας του ελέγχου του, προχώρησε απότομα προς την αντίθετη πλευρά, ενώ εξ' αντιθέτου οδηγείτο σε ελάχιστη απόσταση άλλο αυτοκίνητο χωρίς δυνατότητα αποφυγής θανατηφόρας σύγκρουσης. Αναφορικά με την έννοια της αλόγιστης πράξης, αυτή δόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κώστας Ζυπίτης ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220 και σαν τέτοια ορίσθηκε η πράξη η οποία δεν είναι υπό τις περιστάσεις λελογισμένη ή απόρροια της κοινής λογικής. Σύμφωνα με το νόμο, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της 1ης κατηγορίας, πρέπει ο τρόπος της οδήγησης του κατηγορούμενου, να είναι αλόγιστος ή επικίνδυνος για το κοινό. Στην εξεταζόμενη υπόθεση, ο κατηγορούμενος, οδήγησε σε ένα δρόμο που ήταν γεμάτος στροφές, κάνοντας ελιγμούς ζικ-ζακ, χωρίς να σταματήσει σε σημείο του δρόμου στο οποίο υπήρχε σήμα τροχαίας «αλτ» και εισήλθε στο δρόμο προς Κανναβιού, με τρόπο που τα λάστιχα του σφυροκόπησαν, ενώ πολλές φορές εισήλθε και εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας και αναπτύσσοντας ιλιγγιώδη ταχύτητα. Το γεγονός ότι δεν υπήρχε τροχαία κίνηση εντός του δρόμου κατά το χρόνο που ο κατηγορούμενος οδήγησε με τον πιο πάνω τρόπο, δεν διαφοροποιεί την οδική του συμπεριφορά και το επικίνδυνο της οδήγησης του. Και αυτό γιατί ο τρόπος με τον οποίο οδήγησε και που έγινε χωρίς να λάβει υπόψη του την πιθανότητα ύπαρξης στο δρόμο άλλων οχημάτων ή προσώπων και την πιθανότητα πρόκλησης δυστυχήματος, δημιούργησαν στο δρόμο μια επικίνδυνη κατάσταση, η οποία ευτυχώς δεν οδήγησε στην επέλευση κάποιου δυστυχήματος, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι στο συγκεκριμένο δρόμο και τη συγκεκριμένη ώρα, δεν υπήρχε τροχαία κίνηση. Η οδήγηση του, ήταν επικίνδυνη, αφού η παράλειψη του να σταματήσει στο σημείο «αλτ», να οδηγήσει με ιλιγγιώδη ταχύτητα και κατά τρόπο ζικ-ζακ, εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, δημιούργησε κίνδυνο μέσα στο δρόμο. Ελλείψει μαρτυρίας απο την υπεράσπιση, που να υποστηρίζει ότι η επικίνδυνη αυτή κατάσταση οφείλεται σε κάποιο γεγονός, ώστε να μπορεί να υποστηριχθεί ότι η συγκεκριμένη οδήγηση δεν οφείλεται σε σφάλμα του κατηγορούμενου, τα περιστατικά της υπόθεσης είναι τέτοια που δικαιολογούν το συμπέρασμα ότι η επικίνδυνη αυτή κατάσταση δημιουργήθηκε απο σφάλμα του κατηγορούμενου. Οι πιο πάνω ενέργειες του κατηγορούμενου, συνιστούν επίσης και αλόγιστη οδήγηση, αφού ο τρόπος της οδήγησης του δεν ήταν ούτε ο λογικός, ούτε ο αναμενόμενος απο ένα λογικό και σώφρονα οδηγό. Στην παρούσα υπόθεση, όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, το βάρος για απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, βαραίνει εξ' ολοκλήρου τη κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18. Με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνεται ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία και των τριών αδικημάτων που αποδίδονται στο κατηγορούμενο και γι' αυτό βρίσκω το κατηγορούμενο ένοχο και στις τρείς κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)............ Μ. Λάρμου - Παπαδήμα, Ε. Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.