← Κύπρος

Επάρχου Πάφου ν. Ευγένιου Ιγνατίου, Αρ. Υπόθεσης: 5072/07, 16 .3. 2009

Επάρχου Πάφου ν. Ευγένιου Ιγνατίου, Αρ. Υπόθεσης: 5072/07, 16 .

  1. 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B14 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5072/07 Μεταξύ: Επάρχου Πάφου Κατηγορούσας Αρχής εναντίον Ευγένιου Ιγνατίου Κατηγορούμενου -------------- Ημερομηνία: 16 .
  2. 2009 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή ׃ κ. Χ. Ζόππος Για Κατηγορούμενο ׃ κ. Γ. Φιλίππου Κατηγορούμενος ׃ Παρών -------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για έκδοση της παρούσας απόφασης, αποτέλεσε το αίτημα του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής για τροποποίηση των λεπτομερειών του αδικήματος της 2ης κατηγορίας, αίτημα που συνάντησε την ένσταση της υπεράσπισης. Ζητήθηκε συγκεκριμένα όπως διαγραφεί η φράση, «απο το 1980» και όπως αυτή αντικατασταθεί με τη φράση, «απο τον Απρίλιο του 2007 και/ή προγενέστερα». Είναι απαραίτητο για σκοπούς κατανόησης της κατάληξης του Δικαστηρίου, όπως γίνει μια αναφορά στο ιστορικό της διαδικασίας. Η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 20/6/
  3. Με αυτή ο κατηγορούμενος αντιμετώπισε δύο κατηγορίες. Ότι ανήγειρε υποστατικό χωρίς άδεια (1η Κατηγ.) και ότι κατέχει και/ή χρησιμοποιεί υποστατικό χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης ( 2η Κατηγ). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, τα αδικήματα διαπράχθηκαν το
  4. Πρίν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου ότι η διαδικασία θα πρέπει να διακοπεί γιατί σύμφωνα με την εισήγηση του, παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μεγάλο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται το δικαίωμα του πελάτη του για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, όπως ορίζει το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Σε μεταγενέστερο στάδιο και συγκεκριμένα στις 5/2/09, η κατηγορούσα αρχή απέσυρε εναντίον του κατηγορούμενου την 1η κατηγορία και ζήτησε τροποποίηση της 2ης , με το τρόπο που πιο πάνω αναφέρεται, με αποτέλεσμα να εγερθεί το ζήτημα που σήμερα εξετάζεται. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, επιχειρηματολόγησαν επ' αυτού, προβάλλοντας ο καθένας τις δικές τους θέσεις και επιχειρήματα, τα οποία είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα τα επαναλάβω. Το αίτημα βασίζεται στο άρθρο 83 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια όπως προβεί σε τροποποίηση ελαττωματικού κατηγορητηρίου σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης. Το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται πάντοτε με γνώμονα την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σκοπός των προνοιών όχι μόνο του άρθρου 83, αλλά και των άρθρων 84 και 85 του Κεφ.155, είναι να παράσχουν στα Δικαστήρια τη δυνατότητα να απονέμουν δικαιοσύνη, στην περίπτωση εκείνη κατά την οποία απλές παρατυπίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην αθώωση κατηγορούμενου, παρά την απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος ( βλ. Fatma Mehmet v. The Police,

(1970)2 CLR 62 και Ανδρέας Κυριάκου v. Aστυνομίας, 1992
(2)ΑΑΔ 458). Στο σύγγραμμα «Criminal Procedure in Cyprus», των Λοϊζου και Πική, έκδοση 1975, στη σελίδα 71, τονίζεται ότι το ζήτημα της τροποποίησης, είναι θέμα που εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης. Το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας πρέπει να βεβαιωθεί ότι με τη τροποποίηση, ο κατηγορούμενος δεν θα επηρεασθεί δυσμενώς και δεν θα τεθεί σε μειονεκτική θέση. Αναφέρεται ακόμα, ότι η αναγκαιότητα για τροποποίηση μπορεί να προκύψει για διάφορους λόγους, όπως είτε για να θεραπευθεί τυχόν διάσταση ανάμεσα σε μια κατηγορία και τη μαρτυρία που προσκομίστηκε, είτε για να δοθούν περισσότερες ή ακριβέστερες λεπτομέρειες σε κατηγορούμενο, ώστε αυτός να προετοιμάσει καλύτερα την υπεράσπιση του, είτε για να προστεθεί νέα κατηγορία ώστε να περιληφθεί στο κατηγορητήριο αδίκημα, το οποίο έχει αποκαλυφθεί από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Η τροποποίηση κατηγορητηρίου, επιτρέπεται στις περιπτώσεις εκείνες που αυτό είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά, είτε τυπικά. Η έννοια του όρου κατηγορητήριο και κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο, στα Αγγλικά charge και information αντίστοιχα - δίδεται από το άρθρο 2 του Κεφ. 155. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο κατηγορητήριο είναι η γραπτή κατηγορία για ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται κάποιος κατηγορούμενος σε συνοπτική δίκη ή προανάκριση. Στο σύγγραμμα "Criminal Procedure in Cyprus", πιο πάνω, στη σελ. 46, αναφέρεται ότι το κατηγορητήριο διαιρείται σε δύο μέρη: (α) την έκθεση του αδικήματος και (β) τις λεπτομέρειες του αδικήματος. Στο ίδιο σύγγραμμα, στη σελίδα 71, αναφέρεται ότι, οι εξουσίες που παρέχονται σε Δικαστήριο από τον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, σε περίπτωση που κατηγορητήριο κρίνεται ελαττωματικό, είτε τυπικά είτε ουσιαστικά, περιορίζονται σε τροποποίηση είτε της έκθεσης του αδικήματος, είτε των λεπτομερειών του αδικήματος, είτε και των δύο και μπορούν να επεκταθούν σε αντικατάσταση ή προσθήκη νέας κατηγορίας, όπως το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο για να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι μετάφραση στα Ελληνικά από την απόφαση του τότε Πρόεδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Τριανταφυλλίδη, στην υπόθεση Andreas Pouris and Others v. The Republic
(1981)2 CLR 148 και είναι ενδεικτικό του θέματος που εξετάζεται: Στην υπόθεση R v. Smith and Others, 34, Cr. App. R. 168, o Δικαστής Humphreys είπε τα ακόλουθα (στη σελίδα 176): «. Η Νομοθεσία αυτή ( ο Περί Κατηγορητηρίων Νόμους του 1915), όπως είναι ευρέως γνωστό, θεσμοθετήθηκε προς απαλλαγή κυρίως από τυπικά σφάλματα και απλές παρατυπίες την σύνταξη κατηγορητηρίων σε ποινικές υποθέσεις.». ......................... Όσον αφορά την έννοια του ελαττωματικού κατηγορητηρίου, ο Δικαστής Humphrey, είπε τα ακόλουθα στην υπόθεση Smith, πιο πάνω στις σελίδες 176 - 177): «Το επιχείρημα των εφεσειόντων φαίνεται να εμπεριέχει την εισήγηση ότι ένα κατηγορητήριο, για να είναι ελαττωματικό, πρέπει να μην εκθέτει κανένα αδίκημα, σύμφωνα με τον νόμο, και, κατά συνέπεια, να είναι ελαττωματικό από την όψη του. Δεν συμμεριζόμαστε την άποψη αυτή. Κατά την γνώμη μας, οποιαδήποτε μεταβολή σε θέματα περιγραφής και, πιθανόν σε πολλές άλλες περιπτώσεις, δυνατόν να γίνει ώστε να ανταποκρίνεται στην μαρτυρία της υπόθεσης νοουμένου ότι η τροποποίηση δεν προκαλεί καμιά αδικία στον κατηγορούμενο». Στην υπόθεση R v. Martin
(1962)1 Q.B. 221, o Aρχιδικαστής, Λόρδος Πάρκερ, ανέφερε (στην σελίδα 227): «Ένα κατηγορητήριο που εκθέτει αδικήματα, που δεν αποκαλύπτονται στις καταθέσεις της προανάκρισης και παραλείπει να εκθέσει αδικήματα, τα οποία αποκαλύπτονται σε αυτές, στερείται του πιο ουσιώδους γνωρίσματος κατηγορητηρίου. Εκθέτει κατηγορία για έγκλημα άνευ αιτίας, ενώ θα έπρεπε να εκθέτει κατηγορία για έγκλημα με αιτία. ......................... Κατά την γνώμη μας το κατηγορητήριο αυτό εμπεριείχε ένα λανθάνον ελάττωμα, το οποίο το κατέστησε τόσο ελαττωματικό εντός της έννοιας του άρθρου 5
(1)ως εάν το ελάττωμα αυτό ήταν πρόδηλο». Η υπόθεση Μartin, πιο πάνω, ακολουθήθηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση R v. Hall, 52 Cr. App. R. 528. Επίσης στην υπόθεση Radley, πιο πάνω, ο Αρχιδικαστής, Λόρδος Widgery, αφού αναφέρθηκε στις υποθέσεις Smith, και Martin, πιο πάνω, ανέφερε (στη σελίδα 401): « Από τα δύο αυτά αποσπάσματα καταλήγω σε δύο συμπεράσματα, πρώτο, ότι ένα κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό αν παραλείπει να εκθέσει αδίκημα που αποκαλύπτεται από τις καταθέσεις προανάκρισης ή εναλλακτικά εκθέτει αδίκημα που δεν αποκαλύπτεται από τις καταθέσεις αυτές.». Στο Archbold, πιο πάνω, σελίδα 52, παράγραφος 53 συναντούμε το πιο κάτω απόσπασμα: «Ένα κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό όχι μόνο όταν είναι εξ΄ όψεως ελαττωματικό, αλλά και: (Ι) Όταν δεν συμφωνεί με την μαρτυρία ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου είπε ένεκα ανακριβειών ή ελαττωμάτων του κατηγορητηρίου ή γιατί το κατηγορητήριο εκθέτει αδικήματα, τα οποία δεν αποκαλύπτονται από την μαρτυρία αυτή η παραλείπει να εκθέσει αδικήματα, τα οποία αποκαλύπτονται σε αυτήν (την μαρτυρία) (ιι) Όταν για λόγους όπως τους πιο πάνω δεν συμφωνεί με την μαρτυρία στην δίκη: R v. Hall
(1968)52 Cr. App. R. 528, R v. Johal and Ram
(1972)56 Cr. App. R. 348.". To τελευταίο απόσπασμα, που συναντάται στην 40η έκδοση του συγγράμματος Archbold´s Criminal Pleading, Evidence and Practice, επίσης, υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Georgios Chr. Leonidou v. The Police
(1987)2 CLR 96. Σχετικά με το τι μπορεί να τροποποιηθεί και σε ποιό στάδιο, σχετική είναι η υπόθεση Lanitis Bros v. Ιατρικών Υπηρεσιών
(1995)2 CLR 266. Στην υπόθεση αυτή λέχθηκε ότι το άρθρο 83 παρέχει εξουσία για τροποποίηση σε οποιοδήποτε στάδιο της κατηγορίας ή των γεγονότων που την υποστηρίζουν. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό, « Μόνο το άρθρο 83 παρέχει εξουσία για την τροποποίηση της κατηγορίας ή των γεγονότων που την υποστηρίζουν. Η εξουσία αυτή μπορεί να ασκηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης. Ο όρος « δίκη», στο πλαίσιο του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, περιλαμβάνει κάθε στάδιο της διαδικασίας μέχρι την έκδοση της ετυμηγορίας του Δικαστηρίου ( Leonidou v. Police
(1987)2 ΑΑΔ 96). Στην παρούσα υπόθεση ότι επιδιώκεται να τροποποιηθεί, είναι η ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος της 2ης κατηγορίας και είναι πλέον, μετά την απόσυρση της 1ης, η μοναδική που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Επιδιώκεται δηλαδή, να διαγραφεί το έτος 1980 που αναγράφεται στο κατηγορητήριο ως ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος αυτού και να αντικατασταθεί ουσιαστικά με το
  1. Προέβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Και αυτό γιατί το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό στην όψη του και δεν συνάδει με τη μαρτυρία που προτίθεται η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει και το ανακριτικό υλικό που έχει στη διάθεση της. Αντίθετα ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι η τροποποίηση δεν πρέπει να επιτραπεί, γιατί μετά την απόσυρση της 1ης κατηγορίας, επιδιώκεται να μετατεθεί ο χρόνος της διάπραξης του αδικήματος της 2ης κατηγορίας, για να εμποδισθεί ο κατηγορούμενος να επικαλεσθεί παραβίαση του δικαιώματος του για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης μέσα σε εύλογο χρόνο. Iσχυρίσθηκε περαιτέρω ο κ. Φιλίππου ότι το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του γεγονότα για να αποφασίσει κατά πόσο το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό, ενώ ο λόγος της αιτούμενης τροποποίησης δεν έχει προβληθεί με σαφή και ξεκάθαρο τρόπο. Εκείνο που ουσιαστικά επιδιώκεται στην παρούσα υπόθεση είναι, η μετάθεση του χρόνου διάπραξης του αδικήματος, κατά 27 ολόκληρα χρόνια, δηλαδή απο το 1980 στο
  2. Ως λόγοι που προβλήθηκαν απο τη κατηγορούσα αρχή, για να δικαιολογήσουν το αίτημα, ήταν ότι το κατηγορητήριο, είναι στην όψη του ελαττωματικό και δεν συνάδει με το ανακριτικό υλικό που η κατηγορούσα αρχή έχει στη διάθεση της, ούτε και με τη μαρτυρία που προτίθεται να παρουσιάσει. Για να επιτραπεί τροποποίηση κατηγορητηρίου, πρέπει αυτό να είναι ελαττωματικό, κάτι όμως που λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης, δεν έχω πεισθεί ότι συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Oι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν απο τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, είναι ότι το κατηγορητήριο, δεν συνάδει με το ανακριτικό υλικό που η κατηγορούσα αρχή έχει στη διάθεση της, ούτε και με τη μαρτυρία που προτίθεται να παρουσιάσει. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί, τέθηκαν με γενικότητα και χωρίς να δοθούν περισσότερες και σαφέστερες εξηγήσεις για το πότε τελείωσε η οικοδομή και πότε ο κατηγορούμενος σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της, έλαβε κατοχή και χρήση της παράνομης αυτής οικοδομής. Θεωρώ ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, τούτο ήταν απαραίτητο, λαμβανομένου υπόψη, ότι ο χρόνος διάπραξης του αδικήματος της 1ης κατηγορίας που αφορούσε την ανέγερση της οικοδομής, ήταν σύμφωνα πάντα με το κατηγορητήριο το 1980, καθώς και του ότι, μετά την προβολή εκ μέρους του κατηγορούμενου της εισήγησης ότι το δικαίωμα του για δίκη εντός ευλόγου χρόνου έχει παραβιασθεί, η 1η κατηγορία έχει αποσυρθεί. Η μοναδική και απλή αναφορά ότι το αδίκημα διαπράχθηκε όχι το 1980 όπως σήμερα εκτίθεται στο κατηγορητήριο, αλλά «απο τον Απρίλιο του 2007 και/ή προγενέστερα», χωρίς όμως να δοθούν στο Δικαστήριο σαφείς και ξεκάθαρες εξηγήσεις απο που, πως και γιατί η κατηγορούσα αρχή αντλεί την πεποίθηση αυτή, δεν είναι αρκετή για να θεμελιώσει ελαττωματικότητα του κατηγορητηρίου. Αντίθετα και προς αιτιολόγηση του αιτήματος της, η κατηγορούσα αρχή, προέβαλε, δύο διαφορετικούς και μάλιστα αντιφατικούς λόγους. Ο πρώτος ότι, η τροποποίηση είναι αναγκαία γιατί το κατηγορητήριο είναι στην όψη του ελαττωματικό και δεύτερο για να συνάδει με τη μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή, προτίθεται να προσκομίσει στο Δικαστήριο. Όμως στην περίπτωση που σε ένα κατηγορητήριο εκτίθεται λανθασμένη και όχι η ορθή ημερομηνία, αυτό δεν καθιστά το κατηγορητήριο στην όψη του ελαττωματικό, δηλαδή τυπικά ελαττωματικό, αλλά ουσιαστικά. Και αυτό γιατί κάτι τέτοιο, δεν αφορά ένα ελάττωμα που είναι εμφανές και προκύπτει από την ανάγνωση του κατηγορητηρίου, όπως στην περίπτωση που στο κατηγορητήριο δεν εκτίθεται κανένα αδίκημα, αλλά επεκτείνεται στο χρόνο που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της κατηγορούσας αρχής διαπράχθηκε το αδίκημα και είναι ζήτημα το οποίο υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπόθεση, θα καθιστούσε το κατηγορητήριο, όχι τυπικά, αλλά ουσιαστικά ελαττωματικό. Θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, η τροποποίηση είναι ουσιαστικής σημασίας, αφού γίνεται προσπάθεια να μετατεθεί ο χρόνος διάπραξης του αδικήματος, όχι μόνο μερικές μέρες ή μήνες, αλλά κατά 27 ολόκληρα χρόνια και κατά τρόπο μάλιστα που να καλύπτει και χρονική περίοδο προγενέστερη του Απριλίου του
  3. Θα πρέπει περαιτέρω να λεχθεί, ότι ο τρόπος με τον οποίο η κατηγορούσα αρχή αιτείται τη τροποποίηση είναι τέτοιος, που ενώ επιδιώκεται να καλύψει και χρόνο προγενέστερο του Απριλίου του 2007, δεν προσδιορίζει το χρόνο αυτό με επάρκεια και σαφήνεια έτσι ώστε ο κατηγορούμενος να γνωρίζει επακριβώς για ποιά ημερομηνία κατηγορείται. Ως συνέπεια όλων των πιο πάνω, δεν έχω πεισθεί ότι πράγματι το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό. Η κατηγορούσα αρχή, όφειλε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου με ικανοποιητικό τρόπο όλα τα γεγονότα που κατέστησαν αναγκαία τη τροποποίηση της ημερομηνίας, έτσι ώστε το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι στην περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, τα δικαιώματα του κατηγορούμενου δεν θα παραβλαφθούν. Απο τη στιγμή που δεν έχει εκφρασθεί απο τη κατηγορούσα αρχή, σαφής και ξεκάθαρος λόγος γιατί αρχικά αναγράφηκε ως χρόνος διάπραξης του αδικήματος το 1980 ενώ ο πραγματικός, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της είναι ο Απρίλιος του 2007 και/ή προγενέστερα, πότε διαπιστώθηκε το ισχυριζόμενο λάθος, γιατί το αίτημα προβλήθηκε μόνο μετά την έγερση εκ μέρους του κατηγορούμενου του ζητήματος παραβίασης του δικαίωματος του για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης μέσα σε εύλογο χρόνο και μετά την απόσυρση της πρώτης κατηγορίας, θεωρώ ότι σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση, η υπεράσπιση και τα δικαιώματα του κατηγορούμενου θα παραβλαφθούν. Όπως συνάγεται απο όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω, το αίτημα θα έχει απορριπτική κατάληξη. Συνακόλουθα το αίτημα απορρίπεται. (Υπ.) ....................... Μ. Λάρμου - Παπαδήμα, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.