Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Βρυώνας Χρίστου, Αρ. Υπόθεσης: 13780/06, 20 Μαρτίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13780/06 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής και Βρυώνας Χρίστου Κατηγορούμενης --------------------------------- Ημερομηνία: 20 Μαρτίου 2009 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Π´Λαζάρου Για Κατηγορούμενη: κ. Γ. Λοιζίδης Κατηγορούμενη ׃ παρούσα ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει τη κατηγορία της αμελούς οδήγησης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο, η κατηγορούμενη στις 11/12/2005 στη συμβολή της Λεωφόρου Δημοκρατίας με την οδό Ανδρέα Βλάμη στην Πάφο, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΝ 329, χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα. Η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ως μοναδικό μάρτυρα κατηγορίας τον αστυφ. 2970 Μ. Ματθαίου (Μ.Κ.1). Αυτός και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από το νόμο, κατάθεσε τη κατάθεση που έδωσε για την υπόθεση, υιοθέτησε το περιεχόμενο της σαν μέρος της κύριας εξέτασης του και στη συνέχεια αντεξετάσθηκε απο τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούμενης. Μετά δε τη κλήση της κατηγορούμενης σε απολογία, αυτή επέλεξε και άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Tα όσα δε περιέχονται στο Τεκμήριο 6, δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα και ως τέτοια εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Όλα τα πιο πάνω, είναι πλήρως καταγραμμένα στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα τα επαναλάβω, αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, ο οποίος ήταν ο αστυφύλακας που εξέτασε το τροχαίο δυστύχημα. Αυτός μαρτύρησε με σταθερό και θετικό τρόπο όλα όσα περιήλθαν σε γνώση του μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του, χωρίς να περιέλθει στην αντίληψη μου οποιαδήποτε προσπάθεια του να τα παραποιήσει ή να τα αλλοιώσει σε βάρος της αλήθειας. Κάποια αντίφαση που υπάρχει μεταξύ της κατάθεσης την οποία ετοίμασε για την υπόθεση και την οποία κατάθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κύριας του εξέτασης ως Τεκμήριο Α και των όσων προφορικά προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν κρίνονται ικανοποιητικά να επηρεάσουν την αξιοπιστία του. Και αυτό ενόψει της γενικότερης καλής εντύπωσης που σχημάτισα για το μάρτυρα αλλά και του γεγονότος ότι στην προφορική του μαρτυρία ρωτήθηκε και απάντησε πιο συγκεκριμένα από ότι η αναφορά του στο Τεκμήριο Α. Η διαφορά αυτή, προσδιορίζεται σε σχέση με τον οδικό φωτισμό που υπήρχε στη σκηνή του δυστυχήματος. Ενώ στο Τεκμήριο Α αναφέρει ότι στο μέρος υπήρχε ικανοποιητικός οδικός φωτισμός, στην προφορική του μαρτυρία δέχθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης, ότι ο δρόμος δεν φωτιζόταν ικανοποιητικά και ότι στο σημείο σύγκρουσης δεν υπήρχε λαπτήρας της ηλεκτρικής, ενώ επίσης δεν μπορούσε να προσδιορίσει την ακριβή απόσταση των λαπτήρων που υπήρχαν, από το σημείο σύγκρουσης. Λόγω του ότι οι απαντήσεις που έδωσε στην προφορική του μαρτυρία ήταν πιο ακριβείς και σαφείς και αφορούσαν την ακριβή θέση των λαπτήρων που υπήρχαν και τη κατάσταση του φωτισμού, αποδέχομαι ως ορθά αυτά που ανάφερε στην προφορική του μαρτυρία. Προσκόμισε περαιτέρω ο μάρτυρας, εξ' ακοής μαρτυρία η οποία με τη τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, με το Νόμο 32
(1)/04 αποτελεί πλέον αποδεκτή μαρτυρία. Η βαρύτητα όμως που θα της δοθεί, εναπόκειται στο Δικαστήριο το οποίο κατά τη κρίση του μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο. Στην παρούσα υπόθεση και λαμβάνοντας κύρια υπόψη ότι η προσκομισθείσα εξ' ακοής μαρτυρία δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, αποδέχομαι τη μαρτυρία του μάρτυρα στην ολότητα της, συμπεριλαμβανομένου και του μέρους αυτού. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης και των παραδεκτών γεγονότων καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 11/12/05, η κατηγορούμενη οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΝ 329 στη Λεωφόρο Δημοκρατίας, παρά τη συμβολή της με την οδό Ανδρέα Βλάμη στην Πάφο, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Η κίνηση που υπήρχε στο δρόμο ήταν μέτρια. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, ξαφνικά και χωρίς προηγουμένως να ελέγξει τη τροχαία κίνηση, ο πεζός, ο οποίος φορούσε σκούρα ρούχα, εισήλθε στο δρόμο απο τα αριστερά πρός τα δεξιά για να διασταυρώσει, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο που οδηγούσε η κατηγορούμενη να τον κτυπήσει ελαφρά με το μπροστινό του μέρος και να τον ρίξει στην άσφαλτο. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και απέχει 1.20 εκατοστά απο την αριστερή άκρη της ασφάλτου, απο εκεί δηλαδή που διαχωρίζεται η άσφαλτος απο το παγκέττο. Στο δρόμο δεν υπήρχε ικανοποιητικός οδικός φωτισμός και στο σημείο σύγκρουσης δεν υπήρχε λαπτήρας της ηλεκτρικής. Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 8 του Νόμου 86/72 και στο οποίο βασίζεται η κατηγορία, έτυχε νομολογιακής ανάλυσης κατ΄ επανάληψη. Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (βλ. Charalambous v. Police
(1982)2 CLR 134 και Κυριάκου Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Η αμέλεια που χρειάζεται για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα δεν είναι ψηλότερη από αυτή που χρειάζεται για να αποδειχθεί στις πολιτικές υποθέσεις (βλ. Πορτοκαλλίδης ν. Αστυνομίας
(1987)2 CLR 86). Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κατά την εξέταση κατηγορίας για αμελή οδήγηση η προσοχή επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις όπως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι το τέλειο οδηγό (βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 ). Οι αρχές που διέπουν το καθορισμό ευθύνης των αυτοκινητοδηγών προς άλλους χρήστες του δρόμου είναι αδιαμφισβήτητες (βλ. Vakanas v. Thomas & Another
(1982)1 CLR 530, Adamis & Another v. Eracleous
(1982)1 CLR 746 και Κωμιάτη ν. Πόλιτσου
(2001)1 ΑΑΔ 226). Όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, το κριτήριο για τη διαπίστωση αμελούς οδήγησης, όπως και της αμέλειας γενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του αυτοκινητοδηγού. Δεν είναι υποκειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική θεώρηση της λειτουργίας του οδηγού. Mε την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ελένης Ιωάννου v Μαρούλας Στυλιανού, 1998
(1)ΑΑΔ 1861 ακυρώθηκε η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με το καταμερισμό ευθύνης και κρίθηκε ότι η εφεσείουσα υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης δεν είχε καθήκον λήψης μέτρων προφύλαξης έναντι του ενδεχομένου πεζός να προσπαθήσει να διασταυρώσει υπό τις συνθήκες που περιέβαλλαν την υπόθεση και λαμβανομένου υπόψη ότι η εφεσείουσα δεν οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα, είχε την προσοχή της στραμμένη στο δρόμο αφού αντέδρασε αμέσως μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία της πεζής στο δρόμο. Είναι συνεπώς με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης που θα πρέπει να εξετασθεί αν έχει αποδειχθεί αμέλεια της κατηγορούμενης, στο μέτρο που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις όπως και η παρούσα και είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εξετάζοντας το ζήτημα, προκύπτει ότι δεν έχει αποδειχθεί κάποια ενέργεια της κατηγορούμενης που να καταδεικνύει αμέλεια. Αντίθετα και όπως προέκυψε απο την προσκομισθείσα μαρτυρία, αυτή οδηγώντας κανονικά στην πορεία της, με πολύ χαμηλή ταχύτητα και ενόσω στο δρόμο υπήρχε μέτρια τροχαία κίνηση, αντιμετώπισε ξαφνικά μπροστά της τον πεζό, ο οποίος εισήλθε στο δρόμο ξαφνικά για να διασταυρώσει, χωρίς όμως προηγουμένως, να ελέγξει τη τροχαία κίνηση. Ούτε έχει καταδειχθεί ότι η κατηγορούμενη, όφειλε υπο τις περιστάσεις να αντιληφθεί ενωρίτερα τον πεζό. Και αυτό γιατί όπως διαφάνηκε ο οδικός φωτισμός δεν ήταν ικανοποιητικός, ενώ ο πεζός φορούσε σκούρα ρούχα. Η απόδοση αμέλειας σε αυτήν, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, κρίνεται ότι θα επέβαλλε σε αυτή μεγαλύτερο βάρος ευθύνης απο αυτό που αναμένεται να ασκήσει ένας λογικός και συνετός οδηγός. Η κατηγορούμενη οδηγούσε ως ένας συνετός και σώφρονας οδηγός, αφού οδηγούσε στην πορεία της με χαμηλή ταχύτητα και δεν ήταν δυνατό να προβλέψει τη ξαφνική είσοδο του πεζού στο δρόμο. Συνακόλουθα με όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω, η κατηγορούμενη αθωώνεται στη κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ......... ..... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο