Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ιωάννη Θεοδούλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2047/09, 24.03.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2047/09 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου V
- Ιωάννη Θεοδούλου
- WALID MAHMOUD NASSIR Κατηγορουμένων ____________________________ 24.03.2009 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παύλος Κυριακίδης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Χάρης Φωτίου Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Μύρια Σαββίδου (για να ακούσει απόφαση κα Άρτεμις Σαββίδου) Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 στην παρούσα υπόθεση κατηγορείται για παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού, κατά παράβαση του άρθρου 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 (1η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας ο κατηγορούμενος 1 την 17η Φεβρουαρίου 2009 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου εργοδοτούσε παράνομα το 2ο κατηγορούμενο στο μηχανουργείο του στην οδό Μούσκου 7 στην Πάφο, χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Ο Κατηγορούμενος 2 κατηγορείται για παράνομη απασχόληση, κατά παράβαση των άρθρων 2, 19
(1)(κ) και 20 του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 (2η κατηγορία) και για το αδίκημα του απαγορευμένου μετανάστη, κατά παράβαση των άρθρων 6
(1)(θ), 12
(1)
(5), 19
(2)και 20 του Κεφ. 105 (5η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο, που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, ενώ ήταν αλλοδαπός από το Λίβανο, εργαζόταν παράνομα στο μηχανουργείο του 1ου κατηγορούμενου, χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 5ης κατηγορίας ο 2ος κατηγορούμενος στις 17 Φεβρουαρίου 2009 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου βρέθηκε στο έδαφος της Δημοκρατίας, χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Μετανάστευσης και ενώ ήταν απαγορευμένος μετανάστης και είχε απελαθεί στις 21.06.2000, βάσει διατάγματος απέλασης, λόγω παράνομης εισόδου του στη Δημοκρατία. Πέραν των πιο πάνω κατηγοριών ο κατηγορούμενος 2 έχει ήδη παραδεχθεί ενοχή σε δυο ακόμη κατηγορίες (κατηγορίες 3 και 4), για παράνομη είσοδο και παραμονή στη χώρα μας, σε σχέση με τις οποίες εκκρεμεί η επιβολή της ποινής. ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΥΛΙΚΟ Προκειμένου να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε, ως μάρτυρες κατηγορίας, τον Αστυφ. 3795 Γεώργιο Μέρτα (Μ.Κ.1), τον Tarek Al Ahmad (Μ.Κ.2), τον Αστυφ. 3142 Πανίκο Ζωττή (Μ.Κ.3), τον Αστυφ. 2965 Νίκο Χριστοφή (Μ.Κ.4), τον Αστυφ. 3530 Χ. Χριστοδούλου (Μ.Κ.5) και τον Σάρπερ Τζουτζούκη, Διοικητικό Λειτουργό στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (Μ.Κ.6). Πλην των πιο πάνω προφορικών μαρτυριών κατατέθηκαν συνολικά και δεκατέσσερα
(14)τεκμήρια. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο μεν κατηγορούμενος 1 επέλεξε να υιοθετήσει, υπό μορφή ανώμοτης δήλωσης, το περιεχόμενο της κατάθεσής του στην Αστυνομία, (Τεκ. 5), ο δε κατηγορούμενος 2 επέλεξε να σιωπήσει και δεν κάλεσαν κανένα μάρτυρα υπεράσπισης. Τα όσα ανέφεραν οι μάρτυρες κατηγορίας έχουν καταγραφεί αυτολεξεί στα πρακτικά της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται απαραίτητο να επαναληφθούν στο σύνολό τους στην παρούσα απόφαση. Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέπεια η αποδοχή ή απόρριψή της. Αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους, οι οποίες αποτελούν επίσης μέρος της δικογραφίας, προσπάθησαν με νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία να πείσουν για την ορθότητα των εισηγήσεών τους. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ-ΕΠΙΔΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ Η 1η κατηγορία στηρίζεται στο άρθρο 14Β του Κεφ. 105 το οποίο προνοεί ότι: «Η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια ή η εργοδότηση κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή η εργοδότηση κατά παράβαση οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού, συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι οχτώ χιλιάδες πεντακόσια σαράντα τρία ευρώ ή και με τις δυο αυτές ποινές». Η 2η κατηγορία στηρίζεται στα άρθρα 2, 19(κ) και 20 του Κεφ. 105. Το άρθρο 2 είναι το ερμηνευτικό άρθρο της συγκεκριμένης νομοθεσίας, όπου μεταξύ άλλων, περιλαμβάνεται και ο ορισμός της έννοιας «αλλοδαπός» ως ακολούθως: «αλλοδαπός» σημαίνει πρόσωπο το οποίο δεν είναι Κύπριος υπήκοος. Στο άρθρο 19
(1)(κ) προνοείται ότι: «19.Πρόσωπο το οποίο- ......................................... (κ)αν και είναι κάτοχος άδειας που χορηγήθηκε βάσει του Νόμου αυτού ή οποιωνδήποτε Κανονισμών που εκδόθηκαν βάσει αυτού, παραβαίνει οποιοδήποτε όρο ή προϋπόθεση που περιέχεται σε τέτοια άδεια ή αναλαμβάνει οποιοδήποτε είδος εργασίας χωρίς να εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή δυνάμει του Κανονισμού 11των Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών· ......................................... είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και εξαιρουμένης της περίπτωσης που αναφέρεται στην παράγραφο (ζ) υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια οχτώ ευρώ ή και στις δυο τις ποινές της φυλάκισης και του προστίμου». Από το λεκτικό και των δυο ανωτέρω νομοθετικών διατάξεων, σε συνδυασμό και με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών, που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι, όπου η Κατηγορούσα Αρχή σαφώς προσδιορίζει ότι ο Κατηγορούμενος 1, κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο, εργοδοτούσε παράνομα τον Κατηγορούμενο 2 και ότι ο Κατηγορούμενος 2 εργαζόταν παράνομα στο μηχανουργείο του Κατηγορούμενου 1, προκύπτει ότι απαραίτητο συστατικό στοιχείο και των δυο αδικημάτων είναι η απόδειξη της ύπαρξης σχέσης εργοδότησης μεταξύ Κατηγορούμενου 1 και Κατηγορουμένου
- Στο Κεφ. 105 δεν δίνεται η νομική ερμηνεία των όρων «εργοδότης» και «εργοδοτούμενος». Πιστεύω όμως ότι δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή που δίδεται στο άρθρο 2 του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, Ν.24/67, όπως έχει τροποποιηθεί, όπου προνοείται ότι: «εργοδοτούμενος» σημαίνει πρόσωπον εργαζόμενον δι' έτερον πρόσωπον είτε δυνάμει συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας είτε υπό τοιαύτας περιστάσεις εκ των οποίων δύναται να συναχθή η ύπαρξις σχέσεως εργοδότου και εργοδοτουμένου, ο δε όρος «εργοδότης» θα ερμηνεύηται αναλόγως και θα περιλαμβάνη την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Στην παρούσα υπόθεση από τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής σίγουρα δεν έχει προκύψει η ύπαρξη συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας μεταξύ Κατηγορούμενου 1 και Κατηγορουμένου
- Αρα το μόνο που απομένει να εξετασθεί είναι εάν η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου δύναται να συναχθεί από τις περιστάσεις της υπόθεσης, οι οποίες συμπυκνώνονται στις μαρτυρίες των Μ.Κ.1 και
- Οσον αφορά την 5η κατηγορία αυτή στηρίζεται στο άρθρο 6
(1)(θ) του Κεφ. 105 στο οποίο προνοείται ότι: «6.-
(1)Τα ακόλουθα πρόσωπα θα είναι απαγορευμένοι μετανάστες και, τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού ή των διατάξεων που δυνατό να περιέχονται σε οποιουσδήποτε Κανονισμούς που εκδόθηκαν δυνάμει αυτού ή σε οποιοδήποτε Διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου, δεν θα επιτρέπεται η είσοδος στη Δημοκρατία σε:- .............................................................................................................................................................. (θ) οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο απελάθηκε από τη Δημοκρατία είτε βάσει του Νόμου αυτού ή είτε βάσει οποιουδήποτε νομοθετήματος σε ισχύ κατά την ημερομηνία της απέλασής του». Κομβικής σημασίας για την κατηγορία αυτή είναι αναμφίβολα η μαρτυρία του Μ.Κ.
- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Είχα την ευκαιρία να ακούσω με μεγάλη προσοχή όλους όσους έδωσαν ένορκη μαρτυρία, τους οποίους και παρακολούθησα επισταμένα να καταθέτουν δια ζώσης ενώπιόν μου και έχω πλήρη αντίληψη για τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Θα επικεντρωθώ στις μαρτυρίες των Μ.Κ.1, 2 και 6, οι οποίες, όπως έχω ήδη επισημάνει, είναι καθοριστικής σημασίας για την έκβαση των κατηγοριών, που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Οι μαρτυρίες των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας είναι, κατά την ταπεινή μου άποψη, τυπικές και δεν χρήζουν αξιολόγησης. Οσον αφορά τους Μ.Κ.1 και 2, η μαρτυρία των οποίων σχετίζεται με τις κατηγορίες της παράνομης εργοδότησης και απασχόλησης (1η και 2η κατηγορία) δεν έχω καμιά αμφιβολία και κανένα δισταγμό να τις αποδεχθώ, ενόψει του ότι είναι επί της ουσίας αναντίλεκτες, καθώς, στα σημεία που αφορούν και σχετίζονται με τις προαναφερόμενες κατηγορίες, δεν αντεξετάσθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους υπεράσπισης των κατηγορουμένων 1 και
- Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι στις 17.02.2009 ο Κατηγορούμενος 2 συνελήφθη να εργοδοτείται παράνομα στο μηχανουργείο του 1ου Κατηγορούμενου. Από την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Κ.1 (περιεχόμενο Τεκ. 1 και ένορκη μαρτυρία του στο Δικαστήριο) προκύπτουν τα ακόλουθα γεγονότα: Στις 17.02.2009 και ώρα 12:40 ο Μ.Κ.1, μαζί με τρεις συναδέλφους του, μετέβη στο μηχανουργείο του Κατηγορούμενου 1, που βρίσκεται στην οδό Χαράλαμπου Μούσκου 7 στην Πάφο, για διερεύνηση πληροφορίας ότι εκεί εργοδοτούνταν παράνομα αλλοδαποί πιθανόν αραβικής καταγωγής. Αφού έφθασε στο μέρος και το έθεσε υπό διακριτική παρακολούθηση για δέκα περίπου λεπτά εντόπισε το 2ο κατηγορούμενο, ο οποίος βγήκε μέσα από το εν λόγω υποστατικό και κατευθύνθηκε σε ένα σαλούν αυτοκίνητο, μάρκας BMW, με αρ. εγγραφής ΕΚΧ614, στο οποίο ήταν ανοιχτό το μπροστινό καπό του. Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος 2 έσκυψε πάνω από το εν λόγω αυτοκίνητο και κρατώντας ένα ασημένιο εργαλείο προσπαθούσε να το επιδιορθώσει. Ακολούθως στην προσπάθεια του Μ.Κ.1 να τον προσεγγίσει ο Κατηγορούμενος 2, χωρίς να τον αντιληφθεί, κατευθύνθηκε εντός του μηχανουργείου. Αφού ο Μ.Κ.1 τον προσέγγισε και διαπίστωσε ότι τα ρούχα του και τα χέρια του ήταν πολύ λερωμένα από λάδια μηχανής, τον ρώτησε αν είναι μηχανικός και εργάζεται στο εν λόγω μηχανουργείο και κατά πόσο μπορεί να του φτιάξει το αυτοκίνητό του μάρκας ΤΟΥΟΤΑ. Τότε ο Κατηγορούμενος 2 του απάντησε ότι ο μάστρος του μαγαζιού είναι κάποιος Γιάννης, ωστόσο του ανέφερε ότι το επάγγελμά του είναι μηχανικός και του ζήτησε να του δείξει που βρίσκεται το αυτοκίνητό του για να του το επιδιορθώσει. Ενώ περπατούσαν στην αυλή του μηχανουργείου κατευθυνόμενοι προς το αυτοκίνητο του Μ.Κ.1, ο Μ.Κ.1 υπέδειξε στον Κατηγορούμενο 2 την αστυνομική του ταυτότητα, του ανέφερε την ιδιότητά του και τον κάλεσε να του παρουσιάσει τα στοιχεία του. Τότε ο Κατηγορούμενος 2 του ανέφερε ότι ονομάζεται Ουαλίτ και κατάγεται από το Λίβανο. Ακολούθως ο Μ.Κ.1 του ζήτησε την άδεια εργασίας του, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και ο Κατηγορούμενος 2 απάντησε «Εντάξει είμαι παράνομος» στην Ελληνική γλώσσα και πρόσθεσε ότι το διαβατήριό του δεν το είχε μαζί του. Αμέσως ο Μ.Κ.1 τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραττε δηλαδή ότι εργαζόταν χωρίς την άδεια της αρμοδίας αρχής και η ώρα 13:00 τον συνέλαβε για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης απασχόλησης και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «Εντάξει». Ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίσθηκε πως δεν εργοδοτείται στον Κατηγορούμενο 1 και ότι τα αυτοκίνητα που επιδιορθώνει είναι μόνο αυτοκίνητα φίλων του. Σε ερώτηση του Μ.Κ.1 τι ακριβώς έκανε στο αυτοκίνητο μάρκας BMW, απάντησε ότι ανήκει σε κάποιο φίλο του με το όνομα Τάρεκ Αχματ (Μ.Κ.2) από το Λίβανο και ότι τη συγκεκριμένη στιγμή προσπαθούσε να του επιδιορθώσει τη μηχανή και συγκεκριμένα το καπάκι της μηχανής και ότι το εν λόγω αυτοκίνητο το επιδιορθώνει ο ίδιος για περίπου 5-6 μέρες ή και περισσότερο όπως ανέφερε. Στο μέρος παρουσιάσθηκαν αργότερα τόσο ο Μ.Κ.2, όσο και ο Κατηγορούμενος
- Ο Μ.Κ.2 ανέφερε στο Μ.Κ.1 ότι ο ίδιος τηλεφώνησε στο φίλο του Κατηγορούμενο 2 και συμφώνησαν να του επιδιορθώσει το αυτοκίνητό του στο μηχανουργείο που του είπε ο Κατηγορούμενος
- Οσον αφορά τον Κατηγορούμενο 1 αυτός ισχυρίσθηκε ότι δεν είναι ο εργοδότης του Κατηγορούμενου 2 όμως γνωρίζει ότι αυτός επιδιορθώνει αυτοκίνητα εντός του μηχανουργείου του. Στη συνέχεια σε ερώτηση του Μ.Κ.1 προς τον Κατηγορούμενο 2, ως προς την παρουσία του στο μηχανουργείο του Κατηγορούμενου 1, αυτός του ανέφερε ότι δεν πληρώνεται από τον Κατηγορούμενο 1 σε καμιά περίπτωση, αλλά ούτε ο ίδιος πληρώνει τον Κατηγορούμενο 1 επειδή του επιτρέπει να επιδιορθώνει αυτοκίνητα φίλων του στο μηχανουργείο του. Αυτά είναι τα αναντίλεκτα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν κατά τη στιγμή και μετά τη σύλληψη του Κατηγορούμενου 2 στην αυλή του μηχανουργείου του Κατηγορούμενου 1, όπως προκύπτουν από τη μαρτυρία του Μ.Κ.
- Από τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 (περιεχόμενο Τεκ. 3 και ένορκη μαρτυρία) προκύπτουν επίσης, ως αναντίλεκτα, τα ακόλουθα γεγονότα: Με τον Κατηγορούμενο 2 είναι φίλοι, σαν αδέλφια, και είναι από το ίδιο χωριό του Λιβάνου. Το αυτοκίνητο μάρκας BMW με αρ. εγγραφής ΕΚΧ614 είναι δικό του και το είχε ξαναπάει στον Κατηγορούμενο 2 για επιδιόρθωση, η οποία έγινε μπροστά από το σπίτι του. Ο Μ.Κ.2 γνώριζε και τον Κατηγορούμενο 1, διότι πριν από τρία χρόνια είχε αγοράσει ένα αυτοκίνητο από κάποιο φίλο του. Το αυτοκίνητό του ήταν παραπάνω από 35 με 40 μέτρα από το μηχανουργείο του Κατηγορούμενου 1 σε διπλανό χωράφι και όχι στην αυλή του μηχανουργείου. Η συμφωνία για την επιδιόρθωση του αυτοκινήτου με τον Κατηγορούμενο 2 είχε γίνει την προηγούμενη ημέρα 16.02.
- Δεν είχε συμφωνηθεί όμως οποιαδήποτε αμοιβή. Τη μέρα που συνελήφθη ο Κατηγορούμενος 2 είχε ξηλώσει το καπάκι της μηχανής του αυτοκινήτου του. Σύμφωνα με το Μ.Κ.2 ο Κατηγορούμενος 2 δεν εργαζόταν στον Κατηγορούμενο 1 διότι όταν έφτιαχνε αυτοκίνητα τα έφτιαχνε μέσα στους δρόμους και τα εργαλεία που χρησιμοποιούσε ήταν μέσα στο αυτοκίνητό του. Τα ανωτέρω αναντίλεκτα γεγονότα συναποτελούν τη μαρτυρία της υπόθεσης, στη βάση της οποίας το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει εάν προκύπτει η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου μεταξύ των Κατηγορουμένων 1 και
- Αναμφίβολα δε μεγάλο μέρος της μαρτυρίας αυτής, ιδιαίτερα των όσων διαδραματίσθηκαν κατά τη στιγμή και μετά τη σύλληψη του Κατηγορούμενου 2 από το Μ.Κ.1 είναι μαρτυρία η οποία προκύπτει από ή συναρτάται με τα περιστατικά των αδικημάτων. Ποιοτικά βεβαίως η περιστατική μαρτυρία δεν υπολείπεται ούτε είναι υποδεέστερης σημασίας από την άμεση μαρτυρία. Η σημασία της έγκειται στα συμπεράσματα που μπορεί να εξαχθούν από το περιεχόμενό της (βλ. Ευριπίδης Ανδρέα Γεωργίου άλλως Παφίτης V Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 444) . Οπως αναφέρεται στη σελ. 450 της πιο πάνω απόφασης «Κλασσικό παράδειγμα περιστατικής μαρτυρίας είναι η παρουσία δακτυλικών και παλαμικών αποτυπωμάτων. Αποκαλύπτουν την επαφή του εφεσείοντα με τα σύνεργα του εγκλήματος, γεγονός σχετικό προς το ποιος διέπραξε το έγκλημα, παρόλο που δεν είναι, αφ' εαυτού, καθοριστικό για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορούμενου. Το γεγονός, συνεκτιμούμενο με άλλα περιστατικά του εγκλήματος, μπορεί να δικαιολογήσει την καταδίκη του κατηγορούμενου, εφόσον τα περιστατικά, σωρευτικά αποτιμούμενα, οδηγούν συμπερασματικά στην ενοχή του. Εχουν αυτά τα χαρακτηριστικά, εφόσον δεν επιδέχονται λογικά άλλης ερμηνείας ή εξήγησης από την ενοχή του κατηγορουμένου» (βλ. και Fournides V Republic
(1986)2 CLR 73). Κατά την ταπεινή μου άποψη, στην παρούσα περίπτωση, τα περιστατικά της υπόθεσης σωρευτικά αποτιμούμενα δεν οδηγούν συμπερασματικά στην πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ενοχή των Κατηγορουμένων 1 και 2, διότι επιδέχονται λογικά άλλης ερμηνείας από την ενοχή τους. Καταλήγω στο συμπέρασμα αυτό στη βάση της αναντίλεκτης μαρτυρίας του Μ.Κ.2, η οποία αποτιμούμενη σωρρευτικά με τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 δεν μπορεί να οδηγήσει, κατά την ταπεινή μου πάντα άποψη, σε οποιοδήποτε άλλη κατάληξη, πέραν της αθώωσης των Κατηγορουμένων 1 και 2 στις κατηγορίες 1 και 2 αντίστοιχα. Και αυτό διότι από τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 στο μόνο συμπέρασμα που μπορούμε να καταλήξουμε είναι ότι η συμφωνία για την επιδιόρθωση του αυτοκινήτου του, έγινε μεταξύ του ιδίου και του Κατηγορούμενου 2, χωρίς καμιά ανάμειξη ή συμμετοχή του Κατηγορούμενου
- Περαιτέρω είτε ο Κατηγορούμενος 2 συνελήφθη να επιδιορθώνει το αυτοκίνητο του Μ.Κ.2 στην αυλή του μηχανουργείου του Κατηγορούμενου 1 (αναντίλεκτη μαρτυρία Μ.Κ.1), είτε σε χωράφι 35 έως 40 μέτρα από το μηχανουργείο (αναντίλεκτη μαρτυρία Μ.Κ.2), η ουσία είναι ότι απλά και μόνο η παρουσία του Κατηγορούμενου 2 στο συγκεκριμένο χώρο, σε συνδυασμό με την επιδιόρθωση μόνο του αυτοκινήτου του Μ.Κ.2, δεν μπορεί να ερμηνευθεί και να οδηγήσει αποκλειστικά σε συμπέρασμα ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή ο Κατηγορούμενος 2 ήταν εργοδοτούμενος του Κατηγορούμενου 1, διότι κάλλιστα μπορεί να ερμηνευθεί και ως απόδειξη του ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν εργοδοτείτο στον Κατηγορούμενο 1, αλλά επιδιόρθωνε το αυτοκίνητο του Μ.Κ.2 στη βάση σχετικής μεταξύ τους συμφωνίας και ότι απλά χρησιμοποιούσε το συγκεκριμένο χώρο, στην απουσία οποιασδήποτε σχέσης εργοδότησης με τον Κατηγορούμενο
- Οσον αφορά τη μαρτυρία του Μ.Κ.6, η οποία αφορά και σχετίζεται με την 5η Κατηγορία, που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2, αναμφίβολα πρόκειται για εξ' ακοής μαρτυρία, με την έννοια ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας μετέφερε στο Δικαστήριο πληροφορίες σχετικά με τον Κατηγορούμενο που περιέχονταν στο φάκελό του με αρ. Α00-08272 του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Αποδέχομαι αναντίρρητα τη σχετική εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου υπεράσπισης. Σημειώνω ότι ο ίδιος ο Μ.Κ.6 ανέφερε ότι ο ίδιος δεν έκανε καμιά καταχώρηση οποιουδήποτε εγγράφου στο συγκεκριμένο φάκελο. Θα διαφωνήσω όμως με την εισήγησή της ότι δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη η μαρτυρία του Μ.Κ.6 απλά και μόνο διότι είναι εξ' ακοής. Και αυτό με το ακόλουθο σκεπτικό: Σύμφωνα με το άρθρο 24
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, η εξ' ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, απλά και μόνο διότι αυτή είναι εξ' ακοής». Στη βάση της πιο πάνω διάταξης είναι προφανές ότι δεν τίθεται ζήτημα μη αποδεκτότητας της συγκεκριμένης εξ' ακοής μαρτυρίας. Το ζήτημα που προκύπτει είναι μόνο η βαρύτητα που θα πρέπει να προσδοθεί σε αυτή. Αυτό ρυθμίζεται από το άρθρο 27 του Κεφ. 9. Στην παρ.
(1)αυτού του άρθρου προνοείται ότι «Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ' ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύκολα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας». Στην παρούσα υπόθεση, κατά την ταπεινή μου άποψη, δεν προκύπτει καμιά αμφιβολία ότι ο ισχυρισμός του Μ.Κ.6 ότι, όπως αναφέρεται στο φάκελό του, ο Κατηγορούμενος 2 απελάθηκε στις 21.06.2000 και τα στοιχεία του καταχωρήθηκαν στον κατάλογο απαγορευμένων μεταναστών, ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Και αυτό όχι μόνο διότι αυτό το γεγονός ουδόλως επί της ουσίας αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, αλλά και διότι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2 το αναφέρει στην κατάθεσή του (Τεκ. 4). Σχετικό με το ζήτημα αυτό είναι και το ίδιο το διάταγμα απέλασης (Τεκ. 7). Οσον αφορά δε τη στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων της 5ης κατηγορίας έχω να παρατηρήσω τα ακόλουθα: Η συγκεκριμένη κατηγορία αποδίδει στον Κατηγορούμενο 2 τη διάπραξη του αδικήματος του απαγορευμένου μετανάστη. Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)(θ) του Κεφ. 105: «6.-
(1)Τα ακόλουθα πρόσωπα θα είναι απαγορευμένοι μετανάστες και, τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού ή των διατάξεων που δυνατό να περιέχονται σε οποιουσδήποτε Κανονισμούς που εκδόθηκαν δυνάμει αυτού ή σε οποιοδήποτε Διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου, δεν θα επιτρέπεται η είσοδος στη Δημοκρατία σε:- ............................................................................................................................................................. (θ) οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο απελάθηκε από τη Δημοκρατία είτε βάσει του Νόμου αυτού ή είτε βάσει οποιουδήποτε νομοθετήματος σε ισχύ κατά την ημερομηνία της απέλασής του». Η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί η διάπραξη του αδικήματος, διότι δεν έχει αποδειχθεί ότι το διάταγμα απέλασης (Τεκ. 7) κοινοποιήθηκε στον Κατηγορούμενο για να του δοθεί η δυνατότητα να το αμφισβητήσει, με κατάλληλα δικονομικά διαβήματα, εφόσον βεβαίως επιθυμούσε να πράξει κάτι τέτοιο. Η ταπεινή μου άποψη είναι ότι ούτε αυτή η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου υπεράσπισης ευσταθεί για τους ακόλουθους δυο λόγους: Πρώτον διότι από το λεκτικό της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης προκύπτει ότι πρόκειται για αδίκημα αυστηρής ευθύνης και δεύτερον διότι από την ενώπιόν μου μαρτυρία προκύπτει, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι ο Κατηγορούμενος 2 γνώριζε ότι είχε απελαθεί (σχετικό είναι το περιεχόμενο της κατάθεσής του (Τεκ.7). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Καταληκτικά και με βάση τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία την υπόθεσή της εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 στις Κατηγορίες 1 και 2 αντίστοιχα. Αντίθετα στην 5η Κατηγορία η Κατηγορούσα Αρχή έχει πετύχει να αποδείξει πέραν πάσης αμφιβολίας την ενοχή του Κατηγορουμένου 2. . Ως εκ τούτου οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται στις Κατηγορίες 1 και 2 αντίστοιχα. Ο Κατηγορούμενος 2 καταδικάζεται στην 5η Κατηγορία. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/ Criminal//Final (Αναφορά: παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού-απαγορευμένος μετανάστης-περιστατική μαρτυρία-συστατικά στοιχεία αδικημάτων) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο