← Κύπρος

Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης ν. Πασάδα ( Μεταλλικές Ανεγέρσεις ) Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13238/07, 31 Μαρτίου, 2009

Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης ν. Πασάδα ( Μεταλλικές Ανεγέρσεις ) Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13238/07, 31 Μαρτίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B18 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13238/07 Μεταξύ: Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας Κατηγορούσας Αρχής εναντίον

  1. Πασάδα ( Μεταλλικές Ανεγέρσεις ) Λτδ
  2. Χαράλαμπου Ζαχαροπλάστη
  3. Α. Panayides Conracting Public Ltd, πρώην A. Panayides Contracting Ltd
  4. Α/φοι Τύμβιοι Λτδ
  5. Gachrico Steelerectors Company Ltd Κατηγορουμένων .............. Ημερομηνία: 31 Μαρτίου, 2009 Εμφανίσεις: Για τη Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Χ΄ Κύρου Για τη κατηγορούμενη εταιρεία 3׃ κ. Φ. Πελίδης ( κα Ξενοφώντος, για να ακούσει απόφαση) Για τη κατηγορούμενη εταιρεία 4 ׃ κ. Κ. Αριστείδου με κα Φιλίππου ( κα Φιλίππου, για να ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε με αφορμή εργατικό ατύχημα, που είχε ως τραγικό αποτέλεσμα το θάνατο ενός εργαζομένου, στο χώρο της εργασίας του. Η υπόθεση η οποία καταχωρήθηκε εναντίον πέντε κατηγορούμενων, προχώρησε σε ακρόαση μόνο για τις κατηγορούμενες εταιρείες 3 και 4, αφού οι κατηγορούμενοι 1,2 και 5, σε προγενέστερο στάδιο παραδέχθηκαν ενοχή και τους επιβλήθηκαν ποινές. Η κατηγορούμενη εταιρεία 3, αντιμετωπίζει τη κατηγορία της παράλειψης λήψης και τήρησης μέτρων για τη διαφύλαξη της ασφάλειας και της υγείας των εργοδοτούμενων (5η κατηγ.), ενώ η κατηγορούμενη εταιρεία 4, τη κατηγορία της παράλειψης λήψης και τήρησης μέτρων για τη διαφύλαξη της ασφάλειας και της υγείας των προσώπων στην εργασία (6η κατηγ.). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 5ης κατηγορίας, η κατηγορούμενη εταιρεία 3, στις 22/4/04 σε εργοτάξιο στην περιοχή Τίμη της επαρχίας Πάφου (Αεροπορική Βάση Ανδρέα Παπανδρέου), ενώ ήταν εργολάβος ολόκληρου του έργου, παρέλειψε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα ασφάλειας για τα πρόσωπα στην εργασία, ιδίως δε, κατάλληλο εξοπλισμό ή/και μηχανισμό συλλογικής προστασίας ή/και εξαρτισμό ή/και κατάλληλα μέσα πρόσβασης προς και απο τις θέσεις εργασίας, με αποτέλεσμα ο Γεώργιος Γεωργίου, εργοδοτούμενος υπεργολάβου ( της κατηγορούμενης εταιρείας 1) να πέσει απο ύψος περίπου 7 μέτρων και να τραυματισθεί θανάσιμα. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 6ης κατηγορίας, η κατηγορούμενη εταιρεία 4, στις 22/4/04 σε εργοτάξιο στην περιοχή Τίμη της επαρχίας Πάφου ( Αεροπορική Βάση Ανδρέα Παπανδρέου), ενώ ήταν υπεργολάβος στο τμήμα του έργου που ανέλαβε (την ανέγερση/συναρμολόγηση μεταλλικού υποστέγου), παρέλειψε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα ασφάλειας για τα πρόσωπα στην εργασία, ιδίως δε, κατάλληλο εξοπλισμό ή/και μηχανισμό συλλογικής προστασίας ή/και εξαρτισμό ή/και κατάλληλα μέσα πρόσβασης προς και απο τις θέσεις εργασίας , με αποτέλεσμα ο Γεώργιος Γεωργίου, υπάλληλος τρίτου υπεργολάβου (της κατηγορούμενης εταιρείας 1) ο οποίος εργαζόταν στο συγκεκριμένο τμήμα του έργου, να πέσει απο ύψος 7 μέτρων περίπου και να τραυματισθεί θανάσιμα. Πρίν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν ως παραδεκτά, τα ακόλουθα γεγονότα, τα οποία ως τέτοια εγκρίθηκαν απο το Δικαστήριο. Η κατηγορούμενη εταιρεία 3, Α. Panayides Contracting Public Ltd, πρώην A. Panayides Contracting Ltd, στις 22/4/2004, ήταν εργολάβος του έργου διεξαγωγής εργασιών στην αεροπορική βάση Ανδρέας Παπανδρέου, δυνάμει συμβολαίου ΤΥ 130/
  6. Οι εργασίες του έργου άρχισαν στις 9/1/
  7. Η κατηγορούμενη εταιρεία 4, Α/φοι Τύμβιοι Λτδ, κατά τις 22/4/2004, ήταν υπεργολάβος της κατηγορούμενης εταιρείας 3, αναφορικά με όλες τις μεταλλικές κατασκευές στην αεροπορική βάση Ανδρέας Παπανδρέου, δυνάμει συμβολαίου, ημερομ. 22/2/
  8. Σε τμήμα του έργου και συγκεκριμένα στο υπόστεγο συντήρησης ελικοπτέρων αρ. 2, εργαζόταν ο θανών, εργοδοτούμενος της κατηγορούμενης εταιρείας 1, ο Γεώργιος Γεωργίου. Αυτός στις 22/4/2004, εργαζόταν στο αέτωμα του υποστέγου συντήρησης ελικοπτέρων αρ.2, όπου γίνονταν εργασίες επικάλυψης μεταλλικών κατασκευών του αετώματος και είχε πτώση απο ύψος 7 μέτρων περίπου και τραυματίσθηκε θανάσιμα. Στις 23/4/2004 επιδόθηκε στη κατηγορούμενη εταιρεία 3, ειδοποίηση απαγόρευσης για τερματισμό των εργασιών επικάλυψης των μεταλλικών κατασκευών στο υπόστεγο συντήρησης ελικοπτέρων αρ. 2, σύμφωνα με το νόμο. Οι εργασίες επικάλυψης των μεταλλικών κατασκευών αποτελούσε μέρος των εργασιών ανέγερσης του μεταλλικού υποστέγου συντήρησης ελικοπτέρων αρ.
  9. Για τη κατηγορούσα αρχή κατάθεσαν δύο μάρτυρες κατηγορίας. Ο Γεώργιος Κατσονούρης (Μ.Κ.1) και ο Αναστάσιος Νικολάου (Μ.Κ.2). Μετά δε τη κλήση των κατηγορουμένων εταιρειών 3 και 4 σε απολογία, η κατηγορούμενη εταιρεία 3 κάλεσε ένα μόνο μάρτυρα υπεράσπισης το Χρίστο Κυπριανού (Μ.Υ.1), ενώ η κατηγορούμενη εταιρεία 4, δεν προσκόμισε καθόλου μαρτυρία. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν απο το εδώλιο του μάρτυρα είναι πλήρως καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα την επαναλάβω, αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Και οι δύο μάρτυρες κατηγορίας που έκαμαν πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρες της αλήθειας. Κατάθεσαν στο Δικαστήριο με σταθερό και θετικό τρόπο, χωρίς να διακρίνω στην όλη στάση και συμπεριφορά τους οτιδήποτε, που να είναι ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία τους, γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία τους. Ο Μ.Κ. 1 εργάζεται ως επιθεωρητής ασφαλείας, στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας στο επαρχιακό γραφείο της Πάφου και είναι αυτός ο οποίος εξέτασε το συγκεκριμένο ατύχημα. Είναι πτυχιούχος πανεπιστημίου και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στο κλάδο της μηχανολογίας. Με την πρόσληψη του στο γραφείο εργασίας, έτυχε εξειδικευμένης εκπαίδευσης σε θέματα ασφάλειας και υγείας στην εργασία και συνεχίζει να τυγχάνει συνεχούς εκπαίδευσης, συμμετέχοντας σε σεμινάρια που διοργανώνονται στο κλάδο της επαγγελματικής ασφάλειας και υγείας στην εργασία. Κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως εμπειρογνώμονας και η εμπειρογνωμοσύνη του δεν αμφισβητήθηκε απο την υπεράσπιση. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες οι μαρτυρίες και των κοινών μαρτύρων (βλ. Κώστας Ψάλτης v Αστυνομίας

(2001)2 ΑΑΔ 113). Σύμφωνα με τη νομολογία, οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες, υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με τη μαρτυρία (βλ. Cybarco Ltd v Kovascik
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 2013). Όπως σημειώνεται στο σύγραμμα Phipson on Evidence,14η έκδοση, παρ. 32-14, «An expert may give his opinion upon facts which are either admitted, or proved by himself, or other witnesses in his hearing, at the trial, or are matters of common knowledge as well as upon an hypothesis bases thereon» Ο Μ.Κ.1 κατάθεσε στο Δικαστήριο, όλα όσα περιήλθαν σε γνώση του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, με τρόπο αμερόληπτο και αντικειμενικό, χωρίς να εντοπίσω έστω και το ελάχιστο στοιχείο, που να αλοιώνει τη θετική εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτόν ως μάρτυρα της αλήθειας. Ήταν ακριβής στις απαντήσεις του και σαφής απο που και απο ποιά πρόσωπα άντλησε και έλαβε τις πληροφορίες που έδωσε για το ατύχημα. Aπαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, με αμεσότητα και ευθύτητα, χωρίς δισταγμό και αμφιταλαντεύσεις αλλά με τρόπο που μου δημιούργησε την εντύπωση ότι, είπε μόνο την αλήθεια. Προσήχθη απο το Μ.Κ.1 και εξ΄ ακοής μαρτυρία. Αυτή, αφορούσε διάφορες πληροφορίες που περισυνέλλεξε κατά τη διερεύνηση του ατυχήματος και οι οποίες κύρια, αφορούσαν την εμπλοκή και τις σχέσεις όλων των κατηγορούμενων εταιρειών στη διεξαγωγή του έργου. Η εξ' ακοής αυτή μαρτυρία, αποτελεί πλέον μετά τη τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 με το Νόμο 32
(1)/04, αποδεκτή μαρτυρία. Η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί, εναπόκειται στο Δικαστήριο, το οποίο κατά τη κρίση του, μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες, οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, κρίνεται ότι θα πρέπει να προσδοθεί πλήρης βαρύτητα στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία, γιατί ο μάρτυρας έδωσε πλήρη στοιχεία και πληροφορίες απο που συνέλλεξε τα όσα ανάφερε και κύρια γιατί, η μαρτυρία αυτή, δεν έχει αμφισβητηθεί απο την υπεράσπιση κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Ειδικότερα δε και σε σχέση με την εμπλοκή της κατηγορούμενης εταιρείας 4 στη διεξαγωγή του έργου και τη σχέση της με τη κατηγορούμενη εταιρεία 3, λαμβάνεται επίσης υπόψη ότι, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η κατηγορούμενη εταιρεία 4, ήταν υπεργολάβος της κατηγορούμενης εταιρείας 3 για όλες τις μεταλλικές κατασκευές. Ο Μ.Κ. 2, ήταν συνάδελφος του θύματος και εργαζόταν μαζί του, στο υπόστεγο, τόσο τις προηγούμενες μέρες, όσο και τη μέρα που έγινε το ατύχημα. Κατάθεσε με απλότητα, αλλά πλήρη σαφήνεια και με εντυπωσίασε ως μάρτυρας της αλήθειας. Απαντούσε άμεσα και ευθέως και χωρίς την ελάχιστη έστω καθυστέρηση, στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, όχι μόνο κατά το στάδιο της κύριας εξέτασης αλλά και κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Με παραστατικότητα και χωρίς οποιαδήποτε προσπάθεια υπερβολής, εξέθεσε και περιέγραψε το τρόπο που διεξάγοντο οι εργασίες στο υπόστεγο όπου έγινε το ατύχημα, όλες τις προηγούμενες μέρες πριν τις 22/4/04, αλλά και τη μέρα που αυτό επισυνέβη. Η γενικότερη στάση και συμπεριφορά του, το ύφος και ο τρόπος που απαντούσε δεν μου αφήνουν καμία απολύτως αμφιβολία ότι μαρτύρησε μόνο την αλήθεια, γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Ο Μ.Υ.1, ο οποίος κλήθηκε ως μάρτυρας απο τη κατηγορούμενη εταιρεία 3, είναι απόφοιτος Πανεπιστημίου στο κλάδο της πολιτικής μηχανικής και εργάζεται στη κατηγορούμενη εταιρεία 3, για πολλά χρόνια, ως μηχανικός εργοταξίου. Αυτός προσπάθησε να παρουσιασθεί ως εμπειρογνώμονας σε θέματα ασφάλειας στην εργασία, λέγοντας ότι του απονεμήθηκε τίτλος και άδεια του επιθεωρητή ασφαλείας, γιατί παρακολούθησε όπως προέβαλε για περίοδο κάποιων ημερών, σεμινάρια σε σχέση με τα θέματα αυτά. Πότε κάποιος μπορεί να θεωρηθεί εμπειρογνώμονας, είναι σαφώς νομολογημένο (βλ. Fairways ( Limassol) Ltd v. Α. Πέτσας & Υιοί Λτδ, 2000
(1)ΑΑΔ, 1387, «Θεοσκέπαστη Φαρμ» v. Κυπριακής Δημοκρατίας, 1990
(1)ΑΑΔ 984 και Halsburys Laws of England, 3η έκδοση, τεύχος 10, παρ. 587). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορώ να αποδεχθώ, ότι επειδή όπως ο μάρτυρας ισχυρίσθηκε έχει παρακολουθήσει κάποια σεμινάρια πριν το 2000, αυτό τον έχει καταστήσει εμπειρογνώμονα σε θέματα ασφάλειας. Μπορεί να έλαβε κάποιες γενικές γνώσεις και πληροφορίες για τα θέματα αυτά, τα οποία οφείλει να γνωρίζει για να είναι σε θέση να τα εφαρμόζει κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, όμως οι γνώσεις κάποιου προσώπου, που λαμβάνει κατά τη συμμετοχή του και μόνο σε κάποια ολιγοήμερα σεμινάρια, χωρίς να υπάρχει το απαραίτητο επιστημονικό υπόβαθρο γνώσεων ή πρακτικής, δεν τον καθιστά εμπειρογνώμονα. Πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί, ότι ακόμα και το πιστοποιητικό που ο μάρτυρας κατάθεσε ως Τεκμήριο 7 και το οποίο βεβαιώνει ότι παρακολούθησε κάποιο σεμινάριο το 1998, ήταν όπως και ο ίδιος δέχθηκε, περιορισμένης χρονικής διάρκειας και ίσχυε για περίοδο τεσσάρων μόνο χρόνων. Για τους λόγους αυτούς δεν αποδέχομαι ότι διαθέτει εμπειρογνωμοσύνη σε θέματα ασφάλειας στο χώρο εργασίας. Ο Μ.Υ. 1 δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια του, ούτε για τη γνησιότητα των όσων ανάφερε. Η γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτόν ήταν ότι, δεν ήλθε στο Δικαστήριο για να μαρτυρήσει την αλήθεια, αλλά μόνο για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των εργοδοτών του, της κατηγορούμενης εταιρείας 3. Σε πολλές περιπτώσεις, ειδικότερα κατά το στάδιο της αντεξέτασης, δεν απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα, αλλά προβάλλοντας γενικόλογους και αόριστους ισχυρισμούς και δίδοντας μακροσκελείς απαντήσεις, που δεν απαντούσαν τα ερωτήματα που του υποβάλλονταν, με αποτέλεσμα να του τίθεται ξανά, η ίδια ερώτηση. Τέτοιες περιπτώσεις ήταν, όταν ρωτήθηκε, για τη χρήση ζωνών ασφάλειας και την ύπαρξη σκαλωσιάς στο χώρο του υποστέγου. Σε πολλές δε άλλες περιπτώσεις, καθυστερούσε να απαντήσει, προφανώς σκεπτόμενος την απάντηση που θα έπρεπε να δώσει. Μια άλλη παρόμοια περίπτωση ήταν όταν υποστήριξε, ότι τις εργασίες που ήταν υπό εξέλιξη στο εργοτάξιο, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που διεξάγοντο στο υπόστεγο που έγινε το ατύχημα, τις επέβλεπε δύο φορές την ημέρα. Όταν όμως ρωτήθηκε συγκεκριμένα για την εβδομάδα που προηγήθηκε του ατυχήματος, απέφευγε να απαντήσει άμεσα και ευθέως, λέγοντας μετά απο πολλή σκέψη, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν δυνατό, άλλες υποχρεώσεις που είχε, να μην του επέτρεπαν να πηγαίνει δύο φορές τη μέρα, αλλά οπωσδήποτε έκανε επίβλεψη τουλάχιστο μία φορά την ημέρα. Μια άλλη περίπτωση, ήταν όταν ρωτήθηκε εάν ρώτησε το διευθυντή της κατηγορούμενης εταιρείας 1, πως ανέβαιναν και κατέβαιναν απο το αέτωμα και απάντησε ότι δεν του έδωσε διαφορετικές οδηγίες απο αυτές που εφαρμόζονταν στα προηγούμενα υπόστεγα. Μια τρίτη περίπτωση, ήταν όταν σε ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης κατά πόσο υπήρχε στο υπόστεγο όταν έφθασε εκεί αμέσως μετά το δυστύχημα σκαλωσιά, απέφυγε αρχικά να απαντήσει, λέγοντας μόνο, ότι η πρόσβαση πρός και απο το αέτωμα έπρεπε να γινόταν με κλωβό ασφαλείας και τη χρήση περονοφόρου οχήματος και απαντώντας μόνο μετά την εκ νέου υποβολή της ερώτησης. Παρά το ότι δέχθηκε ότι δεν είναι νομικός, προσπάθησε να ερμηνεύσει τις πρόνοιες του άρθρου 5
(1)της ΚΔΠ 172/02, σε σχέση με την αναγκαιότητα ή μη, ετοιμασίας γραπτού σχεδίου ασφάλειας για το έργο. Πιεζόμενος κατά το στάδιο της αντεξέτασης απο το συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, κατά πόσο συμφωνεί ότι μια νομοθετική διάταξη χρήζει νομικής ερμηνείας, προέβαλε το αξιοπερίεργο, ότι τούτο είναι αναγκαίο, εάν αυτή δεν είναι αντιληπτή απο την ανάγνωση της και εάν υπάρχουν απορίες επί του αντικειμένου. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί, ότι παρά το γεγονός ότι προσπάθησε να παρουσιάσει τον ευατό του ως εμπειρογνώμονα σε θέματα ασφάλειας, όπως πιο πάνω αναφέρεται, δέχθηκε ότι η ύπαρξη της πιο πάνω ΚΔΠ, περιήλθε σε γνώση του μόνο μετά το ατύχημα, με αποτέλεσμα να δημιουργείται το ερώτημα κατά πόσο θα ήταν δυνατό ένας εμπειρογνώμονας για τέτοια θέματα, να μην γνωρίζει το 2004, βασική ΚΔΠ που δημοσιεύθηκε για τα θέματα αυτά, δύο χρόνια προηγουμένως και μάλιστα να περιέλθει σε γνώση του, μετά απο υπόδειξη άλλου προσώπου και μόνο μετά την επέλευση ενός τραγικού ατυχήματος. Στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει την απουσία περονοφόρου ανυψωτικού μηχανήματος από το υπόστεγο που επισυνέβη το ατύχημα και κατά το χρόνο που έγινε, ισχυρίσθηκε, ότι ένα τέτοιο μηχάνημα, δεν ήταν αναγκαίο να βρίσκεται στο υπόστεγο καθόλη τη διάρκεια της ημέρας, αφού υπήρχαν συγκεκριμένες ώρες ανάβασης και κατάβασης των εργαζομένων προς και απο το αέτωμα του υποστέγου, όπου διεξάγονταν οι εργασίες. Δεν υποστήριξε όμως, ότι είχαν δοθεί οδηγίες, ούτε ότι είχαν γίνει σαφείς και συγκεκριμένες διευθετήσεις, έτσι ώστε αυτό, ή κάποιο άλλο μηχάνημα που εξυπηρετεί τον ίδιο σκοπό, να βρίσκεται στο υπόστεγο, τις συγκεκριμένες αυτές ώρες ανάβασης και κατέβασης, αλλά με γενικόλογο και αόριστο τρόπο είπε ότι, η ζήτηση του μηχανήματος γινόταν απο το διευθυντή και τον εργοδηγό των μεταλλικών κατασκευών της κατηγορούμενης εταιρείας 1, ο οποίος σε τακτά χρονικά διαστήματα ζητούσε το ανυψωτικό αυτό μηχάνημα πριν τη χρήση του για ανάβαση προσώπων ή υλικών στο χώρο εργασίας. Περιέπεσε δε, σε κάποιες αντιφάσεις, οι οποίες σε συνδυασμό με όλα τα πιο πάνω, με έκαμαν να σχηματίσω την εντύπωση, ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Όταν σε σειρά ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν, για την ύπαρξη στο χώρο ανυψωτικού μηχανήματος, έστω τις ώρες που όπως ισχυρίσθηκε ήταν αναγκαία η εκεί παρουσία του για να χρησιμοποιείται απο τους εργαζόμενους, του υποβλήθηκε ερώτηση, σε σχέση με την ύπαρξη του στο χώρο τη μέρα και ώρα που έγινε το ατύχημα, δηλαδή στις 12 το μεσημέρι, έσπευσε να πεί, προφανώς για να δικαιολογήσει την απουσία του μηχανήματος απο το υπόστεγο ότι, το ατύχημα δεν επισυνέβη ακριβώς το μεσημέρι αλλά στις 11.45 π.μ. Αμέσως μετά όμως, όταν του υποδείχθηκε απο το συνήγορο της κατηγορούσας αρχής ότι στη κατάθεση του, είχε πεί ότι, τηλεφώνημα για την πρόκληση του δυστυχήματος έλαβε στις 12.05, διαφοροποίησε τον ισχυρισμό του αυτό σε σχέση με την ώρα που έγινε το ατύχημα, και συμφώνησε ότι αυτό έγινε γύρω στις 12 το μεσημέρι. Προσπάθησε δε, αμέσως μετά, να δικαιολογήσει την απουσία του μηχανήματος απο το υπόστεγο παρόλο που ήταν μεσημέρι και οι εργαζόμενοι θα διέκοπταν για το μεσημεριανό τους διάλειμμα, λέγοντας ότι οι τελευταίοι δεν είχαν συγκεκριμένες ώρες που κατέβαιναν, διαφοροποιώντας με το τρόπο αυτό τη θέση που είχε προβάλει σε προηγούμενο στάδιο της αντεξέτασης, ότι δηλαδή δεν ήταν αναγκαία η συνεχής παρουσία του περονοφόρου οχήματος στο υπόστεγο γιατί όπως είχε αναφέρει, υπήρχαν συγκεκριμένες ώρες ανάβασης και κατάβασης προς και απο το αέτωμα. Ενώ αρχικά ισχυρίσθηκε ότι σκαλωσιά βρισκόταν στη κατοχή του συγκεκριμένου συνεργείου, στη συνέχεια της αντεξέτασης δέχθηκε ότι τέτοια σκαλωσιά, δεν υπήρχε. Όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με τη γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για το μάρτυρα, δεν μου επιτρέπουν να αποδεχθώ τη μαρτυρία του, την οποία και απορρίπτω εκτός και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται απο τη νομολογία, απο τα ακόλουθα σημεία. Ότι η κατηγορούμενη εταιρεία 3, ανέλαβε δυνάμει του συμβολαίου ΤΥ 130/98 και ως κύριος εργολάβος του έργου, τις εργασίες για την ανέγερση, παράδοση και συντήρηση εννέα οικοδομικών κτιρίων, τεσσάρων υποστέγων κυρίως απο μεταλλικές κατασκευές και εξωτερική περίφραξη στην αεροπορική βάση Ανδρέας Παπανδρέου στην Πάφο. Ο ίδιος κατά το χρόνο του ατυχήματος εργαζόταν στη κατηγορούμενη εταιρεία 3 και ήταν διευθυντής του έργου. Μεταξύ της κατηγορούμενης εταιρείας 3 και της κατηγορούμενης εταιρείας 4, Α/φοι Τύμβιοι Λτδ, υπογράφηκε στις 22/2/02 συμβόλαιο με το οποίο ανατέθηκαν στη εταιρεία Α/φοι Τύμβιοι, εξειδικευμένες εργασίες για κατασκευή, τοποθέτηση και συντήρηση μεταλλικών κατασκευών στην αεροπορική βάση. ΄Οτι περί τα τέλη Φεβρουαρίου, αρχές Μαρτίου του 2004, έγιναν απο τον ίδιο στο συνεργείο της Πασάδα, συστάσεις, καθώς και διακοπή της εκτέλεσης εργασιών, γιατί δεν έκαναν χρήση ζωνών ασφαλείας, ώστε, να διασφαλίζεται η πτώση των εργαζομένων απο ύψος. Ότι ο ίδιος, ο οποίος είχε το γενικό έλεγχο και εποπτεία των διεξαγόμενων στο εργοτάξιο εργασιών, γνώριζε ότι γίνονταν εργασίες στο αέτωμα του υποστέγου, αλλά ουδέποτε περιήλθε στην αντίληψη του ότι οι εργαζόμενοι χρησιμοποιούσαν ως τρόπο ανάβασης και κατάβασης προς και απο το αέτωμα, τη μεταλλική κολώνα του υποστέγου. Ότι δεν ρώτησε τον εργοδηγό της κατηγορούμενης εταιρείας 1, εάν τηρεί συγκεκριμένα μέτρα ασφάλειας και εάν κάνει χρήση ανυψωτικού μηχανήματος. Ότι στο χώρο του υποστέγου, τη μέρα του ατυχήματος, δεν υπήρχαν ούτε ζώνες ασφάλειας, ούτε σκαλωσιά. Ότι παρακολούθησε ένα διήμερο σεμινάριο για θέματα ασφάλειας το 1998, όχι όμως ότι του απονεμήθηκε τίτλος και άδεια επιθεωρητή ασφαλείας. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης και των παραδεκτών γεγονότων, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 22/4/2004, η κατηγορούμενη εταιρεία 3, Α. Panayides Contracting Public Ltd, πρώην A. Panayides Contracting Ltd, ήταν ο εργολάβος του έργου διεξαγωγής εργασιών στην αεροπορική βάση «Ανδρέας Παπανδρέου», δυνάμει συμβολαίου ΤΥ 130/
  1. Το έργο αυτό καταλάμβανε μεγάλη έκταση γης. Η εταιρεία αυτή είχε τη γενική ευθύνη και επίβλεψη του έργου και των εργασιών που διεξάγονταν σε αυτό και καθόριζε το πρόγραμμα εργασίας. Οι εργασίες του έργου, άρχισαν στις 9/1/
  2. Η κατηγορούμενη εταιρεία 4, Α/φοι Τύμβιοι Λτδ, κατά τις 22/4/04, ήταν υπεργολάβος της κατηγορούμενης εταιρείας 3, αναφορικά με όλες τις μεταλλικές κατασκευές στην αεροπορική αυτή βάση, δυνάμει συμβολαίου, ημερ. 22/2/
  3. Η κατηγορούμενη εταιρεία 4, Α/φοι Τύμβιοι Λτδ, ανέλαβε ως υπεργολάβος της κατηγορούμενης εταιρείας 3, αναφορικά με όλες τις μεταλλικές κατασκευές στην αεροπορική βάση και ειδικότερα για τις εξειδικευμένες εργασίες για κατασκευή, τοποθέτηση και συντήρηση μεταλλικών κατασκευών. Η κατηγορούμενη εταιρεία 5, Gahrico Steelerectors Company Ltd ορίσθηκε απο τη κατηγορούμενη εταιρεία 4, ως υπεργολάβος της, για τη τοποθέτηση όλων των μεταλλικών κατασκευών. Η Gahrico ζήτησε τη βοήθεια της κατηγορούμενης εταιρείας 1, Πασάδα (Μεταλλικές Αναγέρσεις Λτδ), για τη τοποθέτηση των μεταλλικών κατασκευών και η τελευταία ανέλαβε ως υπεργολάβος και στις 22/4/04 ήταν, ένας από τους υπεργολάβους του έργου που είχε αναλάβει τη τοποθέτηση και αποπεράτωση των μεταλλικών κατασκευών των κτιρίων, συμπεριλαμβανομένου και του υποστέγου συντήρησης ελικοπτέρων αρ.
  4. Η γενική επίβλεψη των εργασιών που διεξάγονταν στο έργο, συμπεριλαμβανομένων και της τοποθέτησης και ανέγερσης των μεταλλικών κατασκευών, γινόταν απο τον Μ.Υ.2, διευθυντή τoυ έργου, ο οποίος εργαζόταν στη κατηγορούμενη εταιρεία
  5. Στις 22/4/2004, διεξάγονταν στο αέτωμα του υποστέγου συντήρησης ελικοπτέρων αρ.2, στην αεροπορική βάση Ανδρέας Παπανδρέου, εργασίες επικάλυψης μεταλλικών κατασκευών απο την εταιρεία ΠΑΣΑΔΑ ( Μεταλλικές Ανεγέρσεις) Λτδ, υπάλληλοι της οποίας, μεταξύ των οποίων και ο Γεώργιος Γεωργίου, ο οποίος ήταν εργοδοτούμενος της εταιρείας αυτής, εργάζονταν την ημερομηνία εκείνη στο αέτωμα του υποστέγου. Οι εργασίες επικάλυψης των μεταλλικών κατασκευών, αποτελούσαν μέρος των εργασιών τοποθέτησης τους και ανέγερσης του μεταλλικού υποστέγου συντήρησης ελικοπτέρων, αρ.
  6. Μαζί με τους υπαλλήλους της Πασάδα, εργαζόταν και ο Χαράλαμπος Ζαχαροπλάστης, διευθυντής της κατηγορούμενης εταιρείας 1 και από τον οποίο οι πιο πάνω εργαζόμενοι έπαιρναν οδηγίες. Κανένα άλλο πρόσωπο δεν είχε την επίβλεψη τους. Ο Γεώργιος Γεωργίου, είχε προσληφθεί από την εταιρεία αυτή, ένα μήνα πρίν το ατύχημα. Προηγουμένως εργαζόταν στις οικοδομές, χωρίς να έχει προηγούμενη εμπειρία σε έργα μεταλλικών κατασκευών. Περί τις 8.00 π.μ., της 22/4/2004, ο Γ. Γεωργίου, ο Αναστάσιος Νικολάου, (Μ.Κ.2) και ο Γιάννης Πισσούριος, όλοι υπάλληλοι της Πασάδα, ξεκίνησαν την εργασία τους που ήταν η τοποθέτηση πανέλλων στο αέτωμα του υποστέγου. Για να ανέβουν στο αέτωμα, χρησιμοποίησαν μεταλλική κολώνα του υποστέγου, στην οποία υπήρχαν οπές. Το άνοιγμα της κάθε οπής, ήταν 70 εκατοστά και το διάστημα μεταξύ της μίας οπής με την άλλη, ήταν 0.25 εκατοστά. Μετά την ανάβαση τους στο αέτωμα, ασχολήθηκαν με τη τοποθέτηση των πανέλλων. Κατά το χρόνο αυτό, ο Ζαχαροπλάστης, χειριζόταν γερανό, για να μεταφέρει τα πλαίσια από το έδαφος πάνω στην οροφή, στο χώρο που γινόταν η τοποθέτηση τους. Περί τις 12.00 το μεσημέρι, οι εργαζόμενοι διέκοψαν για το μεσημεριανό φαγητό. Ο Ζαχαροπλάστης έφυγε από το μέρος για να φέρει αναψυκτικά και οι εργαζόμενοι στο αέτωμα, μεταξύ των οποίων και ο Γεωργίου, χρησιμοποιώντας και πάλι τη μεταλλική κολώνα, άρχισαν να κατεβαίνουν προς το έδαφος. Πρώτος, άρχισε να κατεβαίνει ο Γιάννης Πισσούριος, στη συνέχεια ο Μ.Κ.2 και τελευταίος ο Γεωργίου. Ενώ ο πρώτος είχε ήδη κατεβεί στο έδαφος και ο Μ.Κ. 2, βρισκόταν περί το μέσο της κολώνας, ο Γεωργίου είχε πτώση απο ύψος 7 μέτρων περίπου και τραυματίσθηκε θανάσιμα. Πέφτοντας, κτύπησε πάνω στο μεταλλικό οδηγό στον οποίο τοποθετούνται τα ηλεκτροφόρα καλώδια και στη συνέχεια κατέληξε στο έδαφος. Οι εργαζόμενοι στο υπόστεγο προσέτρεξαν κοντά του και κάποιος ειδοποίησε τον Μ.Υ.1, ο οποίος έφθασε στη σκηνή. Ασθενοφόρο που έφθασε στο μέρος, μετέφερε τον Γεωργίου στο νοσοκομείο, όπου απλά διαπιστώθηκε ο θάνατος του. Οι εργαζόμενοι στο υπόστεγο, μεταξύ των οποίων και ο θανόντας, εργάζονταν στο αέτωμα του υποστέγου, για μία εβδομάδα πρίν το ατύχημα. Κατά τη διάρκεια της εβδομάδας αυτής, τοποθετούσαν πανέλλες ( panels) και χρησιμοποιούσαν ως μοναδικό τρόπο ανάβασης και κατάβασης πρός και απο το αέτωμα, τη μεταλλική κολώνα. Για να ανέβουν πάνω στο αέτωμα και να εργασθούν, χρησιμοποιούσαν ως μοναδικό μέσο πρόσβασης τη μεταλλική αυτή κολώνα, γιατί δεν υπήρχε άλλος τρόπος πρόσβασης προς την εξέδρα όπου έπρεπε να ανέβουν για να εργασθούν. Όταν ανέλαβαν εργασίες στο υπόστεγο αρ. 2, κανένας δεν τους εξήγησε το τρόπο που θα έπρεπε να διεξαχθούν οι εργασίες, τους αναφέρθηκε μόνο ότι θα έπρεπε να τοποθετήσουν τις πανέλλες. Κατά τη διάρκεια της εβδομάδας αυτής, ποτέ κανένας δεν τους υπέδειξε και δεν τους παρείχε άλλο τρόπο και μέσο ανάβασης και κατάβασης πρός και απο το αέτωμα και ποτέ κανένας δεν τους συνέστησε να μην χρησιμοποιούν τη κολώνα αυτή. Τη μέρα του ατυχήματος, οι εργαζόμενοι στο αέτωμα του υποστέγου, δεν είχαν στη διάθεση τους ζώνες ασφαλείας, ούτε και σκαλωσιά. Εντός του χώρου του υποστέγου αρ. 2, δεν υπήρχε και δεν είχε δημιουργηθεί κανένα αποτελεσματικό μέτρο προσπέλασης προς και από την οροφή του μεταλλικού υποστέγου. Κατά τη μέρα που επισυνέβη το ατύχημα υπήρχε μέσα στο υπόστεγο, κλωβός ασφαλείας, όχι όμως και ανυψωτικό περονοφόρο όχημα, ούτε και ανυψωτική εξέδρα με προστατευτικά κυγκλιδώματα, τα οποία ποτέ κατά τη διάρκεια της εβδομάδας που οι εργασίες διεξάγονταν στο αέτωμα του υποστέγου, δεν τέθηκαν στη διάθεση των εργαζομένων. Η χρήση του κλωβού ασφαλείας και η ανύψωση του, γίνεται πάντα σε συνδυασμό με τη χρήση ανυψωτικού περονοφόρου οχήματος. Τη μέρα του ατυχήματος, ανυψωτικό περονοφόρο όχημα υπήρχε κάπου, μέσα στο χώρο του εργοταξίου. Εντός του χώρου του εργοταξίου και έξω απο άλλο κτίριο που ήταν υπό ανέγερση και σε απόσταση 500 μέτρων απο το χώρο του υποστέγου, αρ. 2, στο οποίο έγινε το ατύχημα, βρισκόταν ανυψωτική εξέδρα με κυγκλιδώματα. Για τη μεταφορά της εξέδρας αυτής απο το χώρο που ήταν, στο υπόστεγο που έγινε το ατύχημα, χρειαζόταν χρόνος δεκαπέντε περίπου λεπτών. Μία δεύτερη τέτοια εξέδρα, βρισκόταν επίσης σε κάποιο σημείο μέσα στο εργοτάξιο. Την ίδια μέρα, περί το μεσημέρι ο Μ.Υ. 1 ειδοποίησε το Μ.Κ. 1 για το ατύχημα, ο οποίος και διερεύνησε τις συνθήκες κάτω απο τις οποίες αυτό επισυνέβη. Μέχρι το χρόνο που έγινε το ατύχημα, δεν είχε γίνει απο κανένα απο τους εμπλεκόμενους εργοδότες γραπτή εκτίμηση επικινδυνότητας. Στις 23/4/2004 επιδόθηκε στη κατηγορούμενη εταιρεία 3, ειδοποίηση απαγόρευσης για τερματισμό των εργασιών επικάλυψης των μεταλλικών κατασκευών στο υπόστεγο συντήρησης ελικοπτέρων αρ. 2, σύμφωνα με το νόμο. Περί τα τέλη Φεβρουαρίου, αρχές Μαρτίου του 2004, έγιναν στο συνεργείο της Πασάδα, συστάσεις, καθώς και διακοπή της εκτέλεσης εργασιών, γιατί δεν έκαναν χρήση ζωνών ασφαλείας, ώστε, να διασφαλίζεται η πτώση των εργαζομένων απο ύψος. Το άρθρο 13 του Ν. 89
(1)/96, είναι το άρθρο που καθορίζει τις υποχρεώσεις του εργοδότη. Με το Καν. 11, των Περί της Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Κανονισμών, του 2002, Κ.Δ.Π.172/02, η υποχρέωση για διαφύλαξη της ασφάλειας και της υγείας στο εργοτάξιο, επεκτείνεται έτσι ώστε η εφαρμογή των υποχρεώσεων για τήρηση μέτρων ασφάλειας, να βαρύνει και τους εργολάβους και υπεργολάβους τμήματος του έργου. Προνοούνται συγκεκριμένα στο Καν. 11, ο οποίος καθορίζει τις γενικές υποχρεώσεις εργολάβων και υπεργολάβων, τα ακόλουθα « 11
(1)Κατά την εκτέλεσιν του έργου, οι προβλεπόμενες στο άρθρο 13 του Νόμου υποχρεώσεις των εργοδοτών, περιλαμβανομένων των γενικών αρχών πρόληψης, βάσει των οποίων οι εργοδότες στα πλαίσια των ευθυνών τους λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργοδοτουμένων, εφαρμόζονται κυρίως όσον αφορά- ....................................................................................................................................................................................................................................... .........................
(2)Τηρουμένων των προνοιών της παραγράφου
(3)του παρόντος Κανονισμού, για να διαφυλάξουν την ασφάλεια και την υγεία στο εργοτάξιο, και υπό τις προυποθέσεις των Κανονισμών 9 και 10 των παρόντων Κανονισμών, οι εργολάβοι και υπεργολάβοι- (α) Λαμβάνουν μέτρα σύμφωνα με τις ελάχιστες προδιαγραφές που περιλάμβάνονται στο Παράρτημα IV των παρόντων Κανονισμών, ιδίως κατά την εφαρμογή της παραγράφου
(1)του παρόντος Κανονισμού και (β)...............................................................
(3)(α)............................................................. (β)............................................................................ (γ) Ο εργολάβος και υπεργολάβος τμήματος του έργου είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφάλειας που προβλέπονται στις παραγράφους
(1)και
(2)του παρόντος Κανονισμού, τα οποία αφορούν το τμήμα του έργου που ανέλαβαν, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους». Σχετικό επίσης είναι και το άρθρο 5
(2), του Παραρτήματος IV Μέρος Β΄, Τμήμα ΙΙ, των Κανονισμών, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα׃ «Οι εργασίες σε ύψος, μπορούν καταρχήν να πραγματοποιούνται, μόνον με τη βοήθεια του κατάλληλου εξοπλισμού ή με μηχανισμούς συλλογικής προστασίας όπως κυκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας. Σε περίπτωση που η χρήση αυτών των εξοπλισμών δεν είναι δυνατή λόγω της φύσεως των εργασιών, πρέπει να προβλέπονται τα κατάλληλα μέσα πρόσβασης και να χρησιμοποιούνται εξαρτισμοί ή άλλα μέσα ασφάλειας με αγκύρωση». Όπως σε κάθε ποινική υπόθεση, έτσι και στην παρούσα, η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει τις κατηγορίες πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η απόδειξη κάθε στοιχείου που συνιστά τη κατηγορία βαρύνει εξ' ολοκλήρου τη κατηγορούσα αρχή. Κατά συνέπεια δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι ( βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας, 1989
(2)ΑΑΔ 363 και Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός,
(2001)2 ΑΑΔ 18). Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα ότι, η κατηγορούμενη εταιρεία 3, στις 22/4/2004, ήταν εργολάβος του έργου διεξαγωγής εργασιών στην αεροπορική βάση Ανδρέας Παπανδρέου και ότι η κατηγορούμενη εταιρεία 4, ήταν υπεργολάβος της κατηγορούμενης εταιρείας 3, αναφορικά με όλες τις μεταλλικές κατασκευές. Ως φυσικό επακόλουθο των παραδεκτών αυτών γεγονότων, στη γραμμή υπεράσπισης που οι κατηγορούμενες εταιρείες επέλεξαν να ακολουθήσουν, ό, τι αμφισβητήθηκε, ήταν μόνο η παράλειψη των κατηγορούμενων εταιρειών, να παράσχουν στους εργαζομένους, αναγκαία και ασφαλή μέσα πρόσβασης, προς και από τις θέσεις εργασίας. Κατά το στάδιο όμως των αγορεύσεων, η κα Φιλίππου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη εταιρεία 4, ήταν υπεργολάβος για τα συγκεκριμένα έργα που διεξάγονταν στο αέτωμα του υποστέγου. Και αυτό γιατί σύμφωνα με την εισήγηση της, η κατηγορούμενη εταιρεία 4 εξειδικευόταν στην παραγωγή και κατασκευή των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση του υποστέγου και όχι στη συναρμολόγηση και τοποθέτηση τους, εργασίες οι οποίες είχαν ανατεθεί στη κατηγορούμενη εταιρεία
  1. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση αυτή της ευπαίδευτης συνηγόρου. Και αυτό γιατί σύμφωνα με το γεγονός που δηλώθηκε ως παραδεκτό στην αρχή της ακροαματικής διαδικασίας, η κατηγορούμενη εταιρεία 4, ανέλαβε ως υπεργολάβος της κατηγορούμενης εταιρείας 3, για όλες τις μεταλλικές κατασκευές του έργου, χωρίς καμιά εργασία σε σχέση με αυτές να εξαιρεθεί. Από τη στιγμή που το πιο πάνω γεγονός, δηλώθηκε ως παραδεκτό, δεν θα ήταν δυνατό καμία άλλη μαρτυρία να το ανατρέψει. Θα πρέπει όμως περαιτέρω να επισημανθεί ότι, όπως προέκυψε απο τη μαρτυρία του Μ.Κ. 1, που έγινε στο σύνολο της αποδεκτή, στη κατηγορούμενη εταιρεία 4, ανατέθηκε υπεργολαβικά απο τη κατηγορούμενη εταιρεία 3, όχι μόνο η κατασκευή, αλλά και η συναρμολόγηση και τοποθέτηση των μεταλλικών κατασκευών, γεγονός που επιβεβαιώνεται και απο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Υ. 1, που έγινε επίσης αποδεκτό. Προκύπτει συνεπώς, ότι η κατηγορούμενη εταιρεία 4, ήταν κατά τον επίδικο χρόνο, υπεργολάβος για τη κατασκευή, συναρμολόγηση και τοποθέτηση των μεταλλικών κατασκευών στο υπόστεγο αρ. 2, όπου επισυνέβη το τραγικό ατύχημα, σύμφωνα με την ερμηνεία του όρου, όπως αυτός ορίζεται στην ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 της Κ.Δ.Π. 172/02, ενώ κατά τον ίδιο χρόνο η κατηγορούμενη εταιρεία 3, ήταν εργολάβος ολόκληρου του έργου. Θα πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι, σύμφωνα με τη κατάθεση του διευθυντή της κατηγορούμενης εταιρείας 4, Λοίζου Τύμβιου (Τεκμήριο 4), επειδή η εταιρεία αυτή είναι κατασκευαστική και επειδή η προσφορά που της είχε δοθεί περιελάμβανε όχι μόνο τη κατασκευή, αλλά και την εγκατάσταση των μεταλλικών κατασκευών, για το λόγο αυτό και όπως είναι η πρακτική της εταιρείας, ανέθεσαν τις εργασίες της τοποθέτησης των μεταλλικών κατασκευών στην εταιρεία Gahrico, η οποία στη συνέχεια όρισε ως υπεργολάβο της την εταιρεία Πασάδα. Είχαν συνεπώς οι κατηγορούμενες εταιρείες 3 και 4, η μεν πρώτη, ως ο εργολάβος του έργου και η δεύτερη ως ο υπεργολάβος, για όλες τις μεταλλικές κατασκευές του έργου, συμπεριλαμβανομένων της συναρμολόγησης και τοποθέτησης των μεταλλικών κατασκευών στο αέτωμα του υποστέγου αρ. 2 αντίστοιχα, την υποχρέωση να παράσχουν στους εργαζόμενους στο αέτωμα και ειδικότερα στο θύμα, ο οποίος ήταν υπάλληλος άλλου υπεργολάβου ( της Πασάδα) και ο οποίος εργαζόταν σε τμήμα του έργου που είχαν και οι δύο αναλάβει, ασφαλή μέσα ανάβασης και κατάβασης προς και από αυτό. Θα πρέπει λοιπόν τώρα να εξετασθεί, κατά πόσον, οι κατηγορούμενες εταιρείες 3 και 4, παρείχαν στους εργαζόμενους στο αέτωμα του υποστέγου, ασφαλή μέσα και εξοπλισμό, πρόσβασης προς και απο τις θέσεις εργασίας, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η ασφαλής ανάβαση και κατάβαση τους προς και από το αέτωμα του υποστέγου όπου εργάζονταν. Η διεξαγωγή εργασιών σε ύψος και ειδικότερα στο αέτωμα του υποστέγου εμπεριείχε απο τη φύση της πολλούς κινδύνους, μεταξύ των οποίων και κίνδυνο πτώσης απο ύψος, τόσο κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής των εργασιών, όσο και κατά την ανάβαση και κατάβαση προς και απο αυτό. Είχαν λοιπόν γι' αυτό οι κατηγορούμενες εταιρείες το καθήκον της παροχής των κατάλληλων μέσων ώστε να διασφαλίσουν, την ασφαλή πρόσβαση προς το αέτωμα και αντίστροφα. Όπως προέκυψε απο τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, οι εργαζόμενοι στο αέτωμα του υποστέγου αρ. 2, μεταξύ των οποίων και το θύμα, όλοι υπάλληλοι της Πασάδα, εργάζονταν εκεί για μία ολόκληρη εβδομάδα, χωρίς κανένας απολύτως, να δείξει έστω και την ελάχιστη φροντίδα και μέριμνα για το τρόπο που διεξάγοντο οι εργασίες. Παρά τους αυξημένους κινδύνους που εμπεριείχε η εργασία που εκτελούσαν αφού επρόκειτο για εργασία σε ύψος, δεν τους παρασχέθηκε κανένα απολύτως ασφαλές μέσο για ανάβαση και κατάβαση προς και από το αέτωμα του υποστέγου. Δεν τους παρασχέθηκαν επίσης ζώνες ασφάλειας, ούτε δημιουργήθηκε κάποιο αποτελεσματικό μέσο προσπέλασης προς την οροφή, ούτε και ασκήθηκε οποιαδήποτε επίβλεψη. Όπως και ο Μ.Υ 1 επιβεβαίωσε, ήταν γνωστό στη κατηγορούμενη εταιρεία 3, ότι στο αέτωμα του συγκεκριμένου έργου διεξάγονταν εργασίες. H ύπαρξη κινδύνου ήταν δεδομένη αφού οι εργασίες διεξάγονταν σε ύψος, ενώ γνωστή επίσης ήταν στη κατηγορούμενη εταιρεία 3, η παράλειψη του συγκεκριμένου συνεργείου σε προγενέστερο χρόνο και κατά την εκτέλεση άλλων εργασιών να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφάλειας. Όμως παρά τα πιο πάνω, ποτέ ο Μ.Υ. 1, δεν ρώτησε και ούτε ενδιαφέρθηκε να μάθει πως, οι εργαζόμενοι ανέβαιναν εκεί να τοποθετήσουν τις πανέλλες. Αντίθετα και όπως παραστατικά περιέγραψε ο Μ.Κ.2, εργαζόμενος και αυτός μαζί με το θύμα, αφέθηκαν να εργάζονται εκεί, χωρίς πραγματικά κανένας να ενδιαφερθεί για το τρόπο που εκτελούνταν οι εργασίες, για το τρόπο ανάβασης και κατάβασης τους προς και από το αέτωμα. Ήταν η θέση της κατηγορούμενης εταιρείας 3, την οποία υιοθέτησε και η κατηγορούμενη εταιρεία 4 ότι, στη διάθεση των εργαζομένων, υπήρχαν ανυψωτικές εξέδρες, καθώς και περονοφόρο όχημα και τονίσθηκε ότι κλωβός ασφαλείας υπήρχε μέσα στο υπόστεγο κατά το χρόνο που επισυνέβη το ατύχημα. Υποστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης εταιρείας 3, ότι υπήρχαν στο εργοτάξιο τα κατάλληλα μέσα τα οποία μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν απο τους εργαζόμενους, γι' αυτό και θα πρέπει να θεωρηθεί ότι, οι πελάτες του, εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους για παροχή μέσων ώστε οι εργασίες να διεξάγονται με ασφάλεια. Το γεγονός ότι μέσα στο υπόστεγο που έγινε το ατύχημα βρισκόταν κλωβός ασφαλείας, χωρίς όμως να υπάρχει διαθέσιμο και περονοφόρο όχημα ώστε ο κλωβός, να μπορεί να χρησιμοποιηθεί απο τους εργαζόμενους στο υπόστεγο, τον καθιστούσε ουσιαστικά ένα άχρηστο αντικείμενο, αφού χωρίς την ύπαρξη περονοφόρου ανυψωτικού μηχανήματος, δεν ήταν δυνατό να χρησιμοποιηθεί, έτσι ώστε να διασφαλισθεί η ασφαλής ανάβαση και κατάβαση των εργαζομένων προς και απο το αέτωμα. Ούτε είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι, επειδή υπήρχαν στο χώρο του εργοταξίου το οποίο ήταν μεγάλης έκτασης κάποια μηχανήματα τα οποία στην περίπτωση που είχαν τεθεί στη διάθεση των εργαζομένων θα μπορούσαν να χρησιμοποηθούν, οι κατηγορούμενες εταιρείες εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους. Το γεγονός αυτό, δεν αλοιώνει και δεν μεταβάλλει την ευθύνη των κατηγορουμένων εταιρειών, αφού τα μηχανήματα αυτά και όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Κ.2, ουδέποτε τέθηκαν στη διάθεση των εργαζομένων εντός του υποστέγου αρ.
  2. Όπως καταδείχθηκε απο τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, οι εργαζόμενοι στο αέτωμα του υποστέγου αρ. 2 αφέθηκαν να εργάζονται εκεί, για μια ολόκληρη εβδομάδα, χωρίς να τους παρασχεθεί κανένα απολύτως μέσο που να διασφαλίζει την ασφαλή ανάβαση και κατάβαση τους προς και από το αέτωμα, χωρίς να τους παρασχεθεί κανένα άλλο μέσο που επίσης να διασφαλίζει τα πιο πάνω, χωρίς επίσης να δημιουργηθεί κανένα αποτελεσματικό και ασφαλές μέσο προσπέλασης και χωρίς να γίνει καμία απολύτως επίβλεψη για το τρόπο διεξαγωγής των εργασιών. ΄Οτι καταδεικνύεται μέσα απο τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, είναι η παράλειψη των κατηγορουμένων εταιρειών να παράσχουν στους εργαζόμενους στο αέτωμα, τα μέσα εκείνα, που θα τους διασφάλιζαν την ανάβαση και κατάβαση στο αέτωμα με ασφάλεια και με τους λιγότερους δυνατούς κινδύνους. Μετά την απόδειξη των πιο πάνω, το Δικαστήριο και με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 54 του Νόμου, θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο οι κατηγορούμενες εταιρείες απέδειξαν, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι δεν παρέλειψαν να παράσχουν ότι ήταν πρακτικά και εύλογα εφικτό, για την εκπλήρωση της υποχρέωσης τους να παρέχουν στους εργαζόμενους όλα τα αναγκαία μέσα, για την ασφαλή πρόσβαση τους, προς και από τις θέσεις εργασίας, δηλαδή το αέτωμα του υποστέγου. Το άρθρο αυτό, προνοεί συγκεκριμένα τα ακόλουθα׃ «Σε οποιεσδήποτε διαδικασίες για αδίκημα που διαπράττεται κατά παράβαση οιωνδήποτε διατάξεων του παρόντος Νόμου, το οποίο συνίσταται σε παράλειψη προσώπου να συμμορφωθεί με υποχρέωση ή με απαίτηση για εκτέλεση καθήκοντος, καθόσο η συμμόρφωση αυτή είναι πρακτικώς εφικτή ή είναι ευλόγως εφικτή, αποτελεί ευθύνη του κατηγορουμένου να αποδείξει ότι δεν ήταν πρακτικώς εφικτό ή δεν ήταν ευλόγως να πράξει περισσότερα απο όσα έπραξε για εκπλήρωση της υποχρέωσης ή της απαίτησης που τέθηκαν σ' αυτόν». Ο όρος «πρακτικώς εφικτό», ερμηνεύθηκε στην υπόθεση Βαρνάβας Νικολάου & Υιοί Λτδ v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1991)2 ΑΑΔ 261, ως ακολούθως׃ « Ο όρος σημαίνει εκείνο που μπορεί να γίνει στην πράξη, ανεξάρτητα απο το κατά πόσο αυτό είναι δύσκολο ή άβολο. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Παράγοντες όπως, πιθανές δυσκολίες ή το ύψος της δαπάνης σε σύγκριση με το μέγεθος του κινδύνου που υπάρχει, οι οποίοι θα αποκτούσαν σημασία αν το ζητούμενο ήταν τι είναι εύκολα πρακτικώς εφικτό που είναι όρος στενότερος, δεν διαδραματίζουν ρόλο. Όμως το πρακτικώς εφικτό δεν εξομοιώνεται με το πρακτικώς αδύνατο. Το κατά πόσο κάποιο μέτρο είναι πρακτικώς εφικτό κρίνεται κάτω απο το φώς των σύγχρονων γνώσεων και εφευρέσεων. Έχει εξηγηθεί πως δεν μπορεί να θεωρηθεί πρακτικώς εφικτό να παίρνονται προφυλάξεις για αντιμετώπιση κινδύνων, η γνώση της ύπαρξης των οποίων είναι αδύνατη ή να υιοθετούνται μέτρα που δεν έχουν εφευρεθεί ακόμα και ότι η έννοια του πρακτικώς εφικτό εμπεριέχει κάποιο βαθμό λογικής και κάποια σχέση με την πρακτική». Ο όρος «ευλόγως εφικτό», ερμηνεύθηκε στην υπόθεση Edwards v. National Coal Board
(1949)1 ALL E.R. 743, όπου στη σελ. 744 επισημαίνονται τα ακόλουθα׃ «In considering whether or not is was ''reasonably practicable to avoid or prevent'' a breach of the statute within s. 102
(8), the mine-owner must, before the occurrence of an accident, make a computation in which the quantum of risk by the run by the worker was placed in one scale and the sacrifice of the mine-owner involved in the measures necessary to avert the risk ( whether in money, time, or trouble) was placed in the other, and, if there were a gross disproportion between them-the risk being insignificant in relation to the sacrifice- the mine-owner discharged the onus which was on him». Προβλήθηκε απο την υπεράσπιση, ότι λόγω της μεγάλης έκτασης του εργοταξίου, χρειαζόταν πολύς χρόνος για επίβλεψη των εργασιών καθώς επίσης και ότι δικαιολογείτο η απουσία απο το χώρο στον οποίο έγινε το ατύχημα μηχανημάτων και μέσων για την ανάβαση και κατάβαση των εργαζομένων προς και απο το αέτωμα επί συνεχούς βάσης. Οι εισηγήσεις αυτές δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Και αυτό γιατί η αποδοχή τους και όπως πολύ ορθά επεσήμανε ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, θα παρείχε τη δυνατότητα σε οποιοδήποτε εργοδότη, εργολάβο ή υπεργολάβο, να επικαλείται τη μεγάλη έκταση κάποιου εργοταξίου ως δικαιολογία για τυχόν παραλείψεις του, κάτι που ασφαλέστατα θα καταστρατηγούσε την πρόθεση του νομοθέτη και τον αντικειμενικό σκοπό του νόμου, όπως αυτός διαγράφεται απο το άρθρο 2Α του Ν. 89(Ι)/96. Αντίθετα απο ότι εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης εταιρείας 3, θεωρώ ότι η μεγάλη έκταση του εργοταξίου, σε σύγκριση με το κίνδυνο που υπήρχε, επέβαλλε, αν όχι τη μόνιμη ύπαρξη μέσα στο υπόστεγο αρ. 2 κάποιου αποτελεσματικού και ασφαλούς μέσου για την ανάβαση και κατάβαση των εργαζομένων προς και από το αέτωμα του υποστέγου, τη διευθέτηση τουλάχιστο έτσι ώστε κάποιο κατάλληλο για το σκοπό αυτό μηχάνημα να βρίσκεται στο υπόστεγο τις ώρες που αυτό θα ήταν απαραίτητο ή τη δημιουργία άλλου αποτελεσματικού μέσου προσπέλασης. Είχαν οι κατηγορούμενες εταιρείες την υποχρέωση, ανεξάρτητα από το κόστος, το χρόνο ή τη δυσκολία που κάτι τέτοιο θα εξυπάκουε, να προβούν σε τέτοιες διευθετήσεις, έτσι ώστε με αποτελεσματικότητα να διασφαλισθεί η ασφαλής πρόσβαση προς και από το αέτωμα του υποστέγου. Ήταν και πρακτικά, αλλά και εύλογα εφικτό, να παρασχεθούν στους εργαζόμενους στο αέτωμα, τα κατάλληλα μέσα τα οποία να διασφαλίζουν την ασφαλή ανάβαση και κατάβαση τους προς και απο το αέτωμα. Διαφωνία υπήρξε, κατά πόσο ήταν αναγκαία ή όχι, η ετοιμασία γραπτής εκτίμησης κινδύνων. Υποστήριξε ο κ. Πελίδης ότι, η κατηγορούμενη εταιρεία 3, με την υπογραφή συμβολαίου με τη κατηγορούμενη εταιρεία 4, διασφάλισε την ασφάλεια των εργαζομένων και ότι δεν ήταν αναγκαία η ετοιμασία άλλης γραπτής εκτίμησης κινδύνων, κάτι που εν πάση περιπτώσει δεν ήταν αναγκαίο να υπάρχει αφού κατά το χρόνο που ξεκίνησαν οι εργασίες στην αεροπορική βάση, η ΚΔΠ δεν βρισκόταν σε ισχύ, ενώ ακριβώς αντίθετη υπήρξε η θέση της κατηγορούσας αρχής. Ο κανονισμός που θεσμοθετεί την υποχρέωση αυτή και ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 5/4/2002, είναι ο Καν. 5
(1)της Κ.Δ.Π. 172/
  1. Αυτός προνοεί τα ακόλουθα׃ « Πριν από την έναρξη λειτουργίας του εργοταξίου ο κύριος του έργου διασφαλίζει ότι ο ανάδοχος μεριμνά για την εκπόνηση σχεδίου ασφάλειας και υγείας κατά την εκπόνηση της μελέτης του έργου». Στη συγκεκριμένη περίπτωση, «ανάδοχος», όπως ο όρος ορίζεται απο το ερμηνευτικό άρθρο των Κανονισμών και είναι το άρθρο 2, είναι η κατηγορούμενη εταιρεία
  2. Στην υπόθεση Santis and others v. Repuplic
(1983)3 C.L.R 419, σ.423, λέχθηκαν τα ακόλουθα׃ « Retrospectivity, in the context of legislation, primarily signifies alteration of rights and the imposition of obligations ex post facto. It is a course regarded as repugnant to fairness and justice, destructive of certainty in the law and the legal progress». ( Ελληνική μετάφραση, ελεύθερη׃- « Αναδρομικότητα, στο πλαίσιο της νομοθεσίας, πρωτίστως υποδηλώνει τη μεταβολή δικαιωμάτων προς επιβολή υποχρεώσεων εκ των υστέρων. Η αναδρομικότητα θεωρείται αντινομική προς κάθε έννοια δικαιοσύνης, καταστρεπτική της βεβαιότητας ως προς το δίκαιο και τη νομική διαδικασία». Όταν τέθηκε σε εφαρμογή ο Κανονισμός, το έργο είχε ήδη ξεκινήσει. Πουθενά στους κανονισμούς αυτούς, δεν υπάρχει πρόνοια για αναδρομική τους ισχύ, ούτε διαφαίνεται πρόθεση του νομοθέτη, έτσι ώστε η συγκεκριμένη τουλάχιστο πρόνοια να καλύψει και έργα, των οποίων οι εργασίες είχαν ήδη ξεκινήσει πριν οι κανονισμοί αυτοί, τεθούν σε ισχύ. Ούτε τίθεται σε αυτούς, χρονική προθεσμία για συμμόρφωση με το κανονισμό, για περιπτώσεις στις οποίες τα έργα είχαν ήδη ξεκινήσει πριν οι Κανονισμοί τεθούν σε ισχύ. Παρά το ότι θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, ότι ο αντικειμενικός σκοπός του νόμου δεν είναι και δεν μπορεί να είναι άλλος, παρά μόνο η προστασία των εργαζομένων στους χώρους της εργασίας τους, εν τούτοις θεωρώ ότι απο τη στιγμή που ο ίδιος ο νομοθέτης δεν εξέφρασε την πρόθεση για εφαρμογή του συγκεκριμένου κανονισμού, σε έργα που είχαν ήδη ξεκινήσει και ήταν υπό εξέλιξη, όπως και το συγκεκριμένο, η εκ των υστέρων επιβολή της υποχρέωσης αυτής, δεν θα ήταν επιτρεπτή, αφού μία τέτοια ερμηνεία θα επέβαλλε μία υποχρέωση, εκ των υστέρων, χωρίς μάλιστα να τίθεται στο κανονισμό χρόνος για συμμόρφωση προς αυτή. Για τους λόγους αυτούς και εφόσον το έργο στην αεροπορική βάση, είχε ξεκινήσει πρίν η Κ.Δ.Π. τεθεί σε ισχύ, θεωρώ ότι η υποχρέωση αυτή δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση. Αυτό όμως δεν μεταβάλλει την ευθύνη των κατηγορούμενων εταιρειών, οι οποίες και όπως συνάγεται απο όλα όσα πιο πάνω αναφέρονται, κρίνονται ένοχες στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν, αφού η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να τις αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια βρίσκω τη κατηγορούμενη εταιρεία 3, ένοχη στη 5η κατηγορία και τη κατηγορούμενη εταιρεία 4, ένοχη στη 6η κατηγορία. (Υπ.) ............. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.