← Κύπρος

Τμήματος Δασών ν. Διογένη Στεφάνου, Αρ.Υπόθεσης:3269/06, 31/3/2009

Τμήματος Δασών ν. Διογένη Στεφάνου, Αρ.Υπόθεσης:3269/06, 31/3/2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B19 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης׃3269/06 Μεταξύ: Τμήματος Δασών Και Διογένη Στεφάνου ------------------------ Ημερομηνία: 31/3/2009 Εμφανίσεις: Για τη Κατηγορούσα Αρχή : κα Ε. Πουλλά Μακαρούνα ( για να ακούσει απόφαση κα Κ. Χ΄ Χαραλάμπους) Για το Κατηγορούμενο ׃ κ. Ν. Νικήτας Κατηγορούμενος ׃ παρών ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τη κατηγορία της παράνομης λειτουργίας καμίνου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος κατά τις 19 Φεβρουαρίου και 23 Μαρτίου του 2002, παράνομα και χωρίς την άδεια του διευθυντή του τμήματος δασών, στη τοποθεσία «Μάνδρα του Διογενά», στα διοικητικά όρια της κοινότητας Π. Πύργου της επαρχίας Πάφου, άναψε καμίνι για να κατασκευάσει κάρβουνα. Πρίν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, ότι η διαδικασία θα πρέπει να διακοπεί, γιατί σύμφωνα με την εισήγηση του, παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μεγάλο χρονικό διάστημα. Αποτέλεσε εισήγηση του συνήγορου της υπεράσπισης, ότι η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος απο τη κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αδικήματος μέχρι τη καταχώρηση της υπόθεσης, αλλά και η μεταγενέστερη παρέλευση επίσης μεγάλου χρονικού διαστήματος, έχει ως αποτέλεσμα την παραβίαση του δικαιώματος του πελάτη του για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, όπως ορίζει το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και η οποία κυρώθηκε με τον Περί της Ευρωπαικής Συμβάσεως διά την Προάσπισιν των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ( Κυρωτικό ) Ν.39/62. Αντίθετη εισήγηση προέβαλε για το ζήτημα η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής η οποία ανέπτυξε αντίθετη επιχειρηματολογία, εισηγούμενη κατ' αρχή ότι, το στάδιο αυτό δεν είναι κατάλληλο για εξέταση του εγειρόμενου ζητήματος. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση αυτή της κας Πουλλά. Στην Αίτηση Αρ. 61/95, ημερ. 24/5/1995, 1995

(2)ΑΑΔ 537, αποφασίσθηκε ότι το Κακουργιοδικείο είχε δικαιοδοσία να εξετάσει θέμα παράβασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου που προστατεύονται με το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος. Σε αυτήν αναφέρονται τα ακόλουθα׃ « Η άποψη μου είναι πως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, γιατί είναι εμπεδωμένο καλά στη νομολογία μας πως τα Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εξετάζουν ζητήματα που εγείρονται ενώπιον τους και άπτονται των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ατόμου, όπως αυτά διασφαλίζονται απο το Σύνταγμα και τους νόμους της πολιτείας. Ρητή διάταξη στο Σύνταγμα, άρθρο 35, προβλέπει τα εξής׃ « Αι νομοθετικαί, εκτελεστικαί και δικαστικαί αρχαί της Δημοκρατίας υποχρεούνται να διασφαλίζωσι την αποτελεσματικήν εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος μέρους, εκάστη εντός των ορίων της αρμοδιότητος αυτής». Πολύ πρόσφατα η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αστυνομία v. Φάντη και άλλων,
(1994)2 ΑΑΔ 160( απόφαση πλειοψηφίας) είπε τα εξής׃ « Συμμεριζόμαστε την άποψη ότι μπορεί να εγερθεί ζήτημα ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου που να αφορά στη δίκαιη δίκη, και διάφορα άλλα, όπως επιτρέπει ο Νόμος και το Σύνταγμα». Επιπλέον, και ειδικότερα για την ανά χείρας αίτηση, το Ανώτατο Δικαστήριο επελήφθη Νομικού Ερωτήματος που παραπέμφθηκε σ' αυτό απο το κακουργιοδικείο, το οποίο διατυπώθηκε ως εξής׃¨ « Κατά πόσο, ενόψει των προνοιών του άρθρου 113.2 του Συντάγματος, το Μόνιμο Κακουργιοδικείο δύναται στο παρόν στάδιο της διαδικασίας να επιληφθεί ένστασης ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος με ενδεχόμενο να αποφανθεί ότι δεν θα προχωρήσει η εκδίκαση της υπόθεσης και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο». Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο ερώτημα ήταν καταφατική. Δεν χωρεί συνεπώς αμφιβολία πως το κακουργιοδικείο είχε δικαιοδοσία να εξετάσει το ζήτημα που ηγέρθη ενώπιον του...............». Το ζήτημα που έχει εγερθεί απο την υπεράσπιση, άπτεται του θεμελιώδους δικαιώματος του κατηγορούμενου για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης μέσα σε εύλογο χρόνο. Κρίνεται λοιπόν και με βάση όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω, ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εξετάσει το ζήτημα στο στάδιο αυτό. Η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου και κατοχυρώνεται από το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος το οποίο διαλαμβάνει ότι: «Έκαστος, κατά την διάγνωση των αστικών αυτού δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ΄ αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρέαστου, δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμόδιου δικαστηρίου ιδρυόμενου διά νόμου». Το δικαίωμα τούτο όπως κατοχυρώνεται από τη συνταγματική διάταξη, είναι όμοιο με το δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται με το άρθρο 6.1. της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και η οποία κυρώθηκε με τον Περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως διά την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικό) Ν. 39/62, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: "In the determination. of any criminal charge against him, everyone is entitled to a. hearing within a reasonable time." Στο σύγγραμμα του κ. Λοϊζου «Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας» στη σελ. 188 αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα σε σχέση με το άρθρο 30
(2): «..Κρίθηκε ότι η υπερβολική καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης συνιστά σημαντικό κίνδυνο, ειδικά ως προς το σεβασμό του κράτους δικαίου. Το Σύνταγμα καθιστά τη διασφάλιση ακριβοδίκαιης δίκης ευθύνη του δικαστηρίου» Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χ. Καψού,
(2004)2 ΑΑΔ 127 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το σκοπό της συνταγματικής πρόνοιας για διάγνωση της ποινικής ευθύνης κάποιου κατηγορούμενου εντός ευλόγου χρόνου: «Είναι προφανής ο σκοπός της συνταγματικής πρόνοιας. Είναι η προστασία του κατηγορουμένου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις. Δεν είναι δυνατό ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης». Όπως τονίστηκε στην Αγγλική υπόθεση Mills v. Her Majesty´s Advocate,
(2002)3 W.L.R., 1597 στη σελ. 1604: «Σε ποινικές υποθέσεις, ιδιαίτερα είναι διαμορφωμένο, όπως αποφεύγεται ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για την τύχη του. Είναι, επίσης αναγνωρισμένο, ότι η καθυστέρηση δυνατόν να επιφέρει την απώλεια αθωωτικής μαρτυρίας ή τη φθορά στην ποιότητα της μαρτυρίας γενικότερα. Έχει, επίσης, ειπωθεί, ότι το ασφαλές μιας ετυμηγορίας, η οποία εκδίδεται πολύ μετά το αδίκημα συχνά αποτελεί το αντικείμενο αμφισβήτησης και υπονομεύει την εμπιστοσύνη του δημοσίου στο ποινικό δικαϊκό σύστημα». Στην απόφαση Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ, 330 το ζήτημα του εύλογου χρόνου έτυχε ευρείας ανάλυσης. Σ' αυτή, στη σ. 354, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην Procurator Fiscal v. Watson [2002] 4 All ER
  1. « Η πρόνοια για εύλογη περίοδο κράτησης και η απαίτηση για εύλογο χρόνο παρέχουν σημαντικά δικαιώματα στον πολίτη και δεν πρέπει να υποβαθμίζονται ή να εξασθενούν. Πλην όμως ο πολίτης δεν απολαμβάνει αυτά τα δικαιώματα στο κενό. Είναι μέλος της κοινωνίας και τα άλλα μέλη της κοινωνίας έχουν συμφέροντα και αξίζουν σεβασμού. Αυτό αναγνωρίσθηκε από το Δικαστήριο στην Sporroring n. Sweden [1982] 5 E.H.r.R. 35, 52 όταν στην απόφαση του αναφέρθηκε στην χάραξη ενός δικαίου ισοζυγίου ανάμεσα στις απαιτήσεις του γενικού συμφέροντος της κοινωνίας και των απαιτήσεων για προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του πολίτη, η αναζήτηση του οποίου ισοζυγίου είναι σύμφυτη στην όλη Σύμβαση. Eνώ για τους λόγους που έχουν ήδη δοθεί είναι σημαντικό όπως οι ύποπτοι που αναμένουν τη δίκη τους δεν πρέπει να κρατούνται για μεγαλύτερη περίοδο από ότι είναι ευλόγως αναγκαία, και ότι οι διαδικασίες (περιλαμβανομένης και της έφεσης) πρέπει να αποφασίζονται με εύλογη ταχύτητα, υφίσταται επίσης ένα σημαντικό αντίστοιχο δημόσιο συμφέρον για την προσαγωγή σε δίκη εκείνων εναντίον των οποίων υπάρχει εύλογη υποψία για διάπραξη εγκλημάτων και σε περίπτωση καταδίκης τους να τους επιβληθεί η κατάλληλη ποινή. Αν η αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της δικαιοσύνης τεθούν σε κίνδυνο λόγω υπερβολικής καθυστέρησης στην προσαγωγή των κατηγορουμένων σε δίκη τείνουν επίσης να τεθούν σε κίνδυνο οσάκις εκείνοι οι οποίοι ενδεχομένως είναι ένοχοι εγκλημάτων αποφεύγουν την τιμωρία που τους αξίζει.» Στη σειρά «Θεσμικά Κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης» των Donna Gomien, David Harris & Leo Zirack, σε επιμέλεια και μετάφραση των Γ. Α. Μιτσή και Ε. Τσατσαρέλη, διαβάζουμε τα ακόλουθα σε ελληνική μετάφραση: «Η συνολική διάρκεια της διαδικασίας είναι προφανώς αντικειμενικό γεγονός, εφόσον βέβαια είναι γνωστά τα χρονικά της ορόσημα υπεισέρχονται, όμως και άλλοι παράγοντες όταν χρειάζεται να εκτιμηθεί ο εύλογος χρόνος της προθεσμίας. Η επιτροπή και το Δικαστήριο εφάρμοσαν ειδικότερα τα ακόλουθα κριτήρια:
  2. Την πολυπλοκότητα της υπόθεσης
  3. Τη σημασία για εκείνον που υποβάλλει το αίτημα
  4. τη συμπεριφορά του ίδιου του αιτούντα
  5. τη στάση των διοικητικών και δικαστικών αρχών (βλ. επίσης Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 203). Η πολυπλοκότητα μπορεί να οφείλεται στον αριθμό των κατηγοριών και των κατηγορουμένων (βλ. Ringeisen v. Austria (No. 2)
(1971)1 EHRR 455), στην ανάγκη εξασφάλισης μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων (βλ. Wemhoff v. FRG A7
(1968)και στον όγκο της μαρτυρίας που θα παρουσιαστεί (βλ. Eckle v. Germany
(1982)51 EHRR). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Κώστα Μέλιου Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223 επισημάνθηκε, ότι η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, σχετίζεται ταυτόχρονα, με θέματα πραγματικών περιστατικών και δικαίου, όπως η φύση και σοβαρότητα των συγκεκριμένων ζητημάτων και παραβάσεων, ο αριθμός των ζητημάτων και των αξιόποινων πράξεων που μελετούνται στην ίδια υπόθεση και η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Ο αριθμός των κατηγορουμένων και η φύση των κατηγοριών μπορεί να δικαιολογήσει καθυστέρηση στη συμπλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις δόλου, πλαστογραφίας εγγράφων, κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων και συνωμοσίας για τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων. Στην υπόθεση Καψού (πιο πάνω) αναφέρονται επίσης τα ακόλουθα: «Η καθόλου νομολογία δεν καθορίζει χρονική περίοδο καθυστέρησης, υπέρβαση της οποία θα θεωρείται ότι θα έβγαινε έξω από τα όρια του εύλογου χρόνου και δεν ήταν δυνατό να γίνει διαφορετικά. Στον καθορισμό του μέτρου κρίσης για το εύλογο του χρόνου πρέπει να ληφθούν υπόψη τόσο τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, το περίπλοκο και οι εγγενείς δυσκολίες της υπόθεσης, η καθόλου στάση των ανακριτικών και δικαστικών αρχών καθώς και εκείνη του κατηγορούμενου». Στην υπόθεση Γενικού Εισαγγελέα v. Κώστα Μέλιου Μενελάου (πιο πάνω) καταγράφεται σε μετάφραση το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγραμμα των D.J. Harris M. O´ Boyle και C. Warbrick "Law of the European Convention of Human Rights", (σε Ελληνική μετάφραση). «Το εύλογο του χρόνου της δικαστικής διαδικασίας τόσο σε ποινικές όσο και σε μη ποινικές υποθέσεις εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Δεν υπάρχει δογματικά καθορισμένο χρονικό διάστημα. Παράγοντες που πάντοτε λαμβάνονται υπόψη είναι η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η συμπεριφορά του αιτητή και η συμπεριφορά των αρμόδιων διοικητικών και δικαστικών αρχών. Κανένας ειδικός παράγοντας δεν είναι καθοριστικός. Η ορθή προσέγγιση είναι η εξέταση του κάθε παράγοντα ξεχωριστά και μετά ο υπολογισμός των σωρευτικών τους επιπτώσεων. Μολονότι, κάποιες περιπτώσεις καθυστέρησης που βαρύνουν την πολιτεία μπορεί να φαίνονται εύλογες, δυνατόν να μην κριθούν εύλογες, αν οι πιο πάνω παράγοντες προσμετρήσουν. Δεν υπάρχει οποιοδήποτε δόγμα αξιολόγησης του χρόνου, τουλάχιστον, ρητά όταν υπολογίζεται το εύλογο του. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απλά προβαίνει στην δική του αξιολόγηση για το χρονικό διάστημα που διέρρευσε. Όταν δε το κάνει αυτό πρέπει να έχει υπόψη του ότι το άρθρο 6 απαιτεί μόνο τέτοια επίσπευση, η οποία θα είναι συμβατή με τον ορθό τρόπο απονομής της δικαιοσύνης». Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στην απόφαση του Δικαστηρίου των Λόρδων στην υπόθεση Attorney-General´s Reference (No 2/01) η οποία δημοσιεύτηκε την 11.12.2003 στους Times Law Reports. Αποφασίστηκε, πως ποινική διαδικασία δυνατόν να ανασταλεί για το λόγο, ότι υπήρξε παραβίαση της αρχής της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης κατηγορουμένου εντός εύλογου χρόνου, αλλά τούτο μπορεί να γίνει μόνο, εφόσον δεν θα ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιης δίκης ή για κάποιο λόγο που είναι πειστικός θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον του κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Bunkate v. The Netherlands
(1995)19 EHRB 477, σημειώθηκε πλήρης αδράνεια δεκαπέντε μηνών στην ακροαματική διαδικασία που οφειλόταν στη καθυστέρηση διαβίβασης του φακέλου της υπόθεσης από το Εφετείο στο Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε, ότι η πλήρης αδράνεια στην προώθηση της υπόθεσης, για την οποία καμία δικαιολογία δεν είχε δοθεί, παραβίαζε την επιταγή του εύλογου χρόνου. Στην υπόθεση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 203, ο Δικαστής Πικής, όπως ήταν τότε, συνοψίζοντας τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για το καθορισμό του μέτρου, για το εύλογο του χρόνου, στη σ. 222, ανέφερε τα εξής: «Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υποστηρίζει, όπως υποδεικνύεται, ότι στον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, με αφετηρία την ημέρα σύλληψης του κατηγορούμενου, λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των ανακριτικών και δικαστικών αρχών, καθώς και εκείνη του κατηγορούμενου». Οι ίδιες αρχές υποστηρίζονται και από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής του Αγγλικού Ανακτοβουλίου (P.C) στην υπόθεση Bell v. DPP of Jamaica [1985] 2 ALL ER 585, στην οποία ερμηνεύθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 20
(1)του Συντάγματος της Ιαμαϊκής που αντιστοιχούν σε μεγάλο βαθμό με εκείνες που κατοχυρώνονται από το άρθρο 30.2. του Κυπριακού Συντάγματος. Άξιες μνείες είναι οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη ότι και σύμφωνα με τις αρχές του κοινού Δικαίου τα Δικαστήρια έχουν συμφυή δικαιοδοσία να παρεμποδίσουν καθυστερήσεις στην εκδίκαση υποθέσεων που οδηγούν σε καταπιεστική (oppressive) μεταχείριση του κατηγορουμένου». Τέλος στην υπόθεση Ζήνωνος v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 71, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού σημείωσε, ότι ο λόγος της καθυστέρησης της καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης οφειλόταν στον περίπλοκο χαρακτήρα του κατηγορητηρίου, που περιελάμβανε 55 κατηγορίες εναντίον 2 κατηγορουμένων και οι οποίες περιελάμβαναν κατηγορίες για πλαστογραφία εγγράφων, κυκλοφορία πλαστών εγγράφων και συνωμοσία και ότι η ποινική ευθύνη του εφεσείοντος διαπιστώθηκε μέσα σε χρονικό διάστημα 2 χρόνων και 7 μηνών, κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι η καθυστέρηση δεν ήταν υπό τις περιστάσεις υπερβολική. Σε σχέση δε με τη σημασία που το ζήτημα έχει για τον αιτούντα, σημειώνεται, ότι εφαρμόζεται γενικά πιο αυστηρό κριτήριο όταν πρόκειται για ποινικές διαδικασίες, ιδιαίτερα όταν ο κατηγορούμενος τελεί υπό προφυλάκιση. Στην υπόθεση Χριστόπουλος v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100, η ακροαματική διαδικασία συμπληρώθηκε 6 χρόνια μετά την καταγγελία και 5 χρόνια από την ημερομηνία καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε, ότι η πιο πάνω καθυστέρηση συνιστούσε εκτροπή από τα θέσμια της δίκαιης δίκης και αρνήθηκε να διατάξει επανεκδίκαση της υπόθεσης. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου στη καθυστέρηση της διεκπεραίωσης μιας ποινικής υπόθεσης δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Αν και ένας κατηγορούμενος δεν έχει την υποχρέωση να "συνεργαστεί ενεργητικά με τις δικαστικές εξουσίες", το κράτος δεν φέρει ευθύνη για καθυστέρηση, η οποία σημειώνεται όταν ο κατηγορούμενος αρνείται να διορίσει δικηγόρο (βλ. Corigliano v. Italy A57
(1982)ή ξεφεύγει από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ή εξαφανίζεται ενόσω εκκρεμεί εναντίον του η εκδίκαση της υπόθεσης. Σε μια τέτοια περίπτωση το χρονικό διάστημα που διαρρέει δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη προς όφελος του, στον καθορισμό του εύλογου χρόνου. Όσον αφορά τη συμπεριφορά των δικαστικών οργάνων πρέπει να λεχθεί, ότι η εκδίκαση ποινικών υποθέσεων απαιτεί την όσο το δυνατόν συντομότερη διεκπεραίωση τους. Στην υπόθεση Abdoella v. The Netherlands
(1995)20 EHRR 585, στην οποία είχε σημειωθεί μια καθυστέρηση 4½ χρόνων από τη σύλληψη του κατηγορούμενου μέχρι την συμπλήρωση της τελευταίας έφεσης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε, ότι υπήρξε παραβίαση της επιταγής του εύλογου χρόνου. Επισημαίνεται, ότι έχουν διαπιστωθεί παραβιάσεις του άρθρου 6 της Σύμβασης σε περιπτώσεις αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην εξιχνίαση μιας ποινικής υπόθεσης (βλ. Eckle v. Germany (πιο πάνω), στη καταχώρηση αναστολής δίωξης (βλ. Orchin v. UK No. 8435/78) και στην αποστολή μιας υπόθεσης από ένα Δικαστήριο σε άλλο (Foti v. Italy A 56
(1982). Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στις εκδόσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης (Νο. 13) αναφορικά με το άρθρο 6 της Σύμβασης, όπου γίνεται παραπομπή σε αποφάσεις, στις οποίες η επίμαχη χρονική περίοδος κρίθηκε εύλογη ή μη ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στην Ποιν. Εφ. 103/07, Α. Πουμπουρής v. Αστυνομίας, ημερ. 14/1/08, λέχθηκαν τα ακόλουθα׃ « Οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο χρόνος διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου ήταν εύλογος ή το αντίθετο, σε αδρές γραμμές είναι׃ (α) ο προσδιορισμός της ημερομηνίας απο την οποία αρχίζει η μέτρηση του χρόνου. Ως τέτοια, θεωρείται η ημερομηνία που ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε επίσημα ότι λαμβάνονται εναντίον του μέτρα κανονικής δίωξης ( βλ. Emmerson and Ashworth, Human Rights & Criminal Justice, 1st. Ed.2001). (β) Η πολυπλοκότητα της υπόθεσης προσμετρά για να κριθεί το εύλογο του χρόνου που απαιτείται για την εκδίκαση μιας υπόθεσης, βλ. Μενελάου, ανωτέρω). (γ) Η συμπεριφορά των παραγόντων της δίκης, δηλαδή του Δικαστηρίου, της κατηγορούσας αρχής λαμβάνεται υπόψη για να κριθεί αν παραβιάστηκε το δικαίωμα της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου μέσα σε εύλογο χρόνο». Στην υπόθεση Δημήτρη Μερχή v. Αστυνομίας, 2005
(2)ΑΑΔ 147, επαναλήφθηκε η παλαιότερη θέση, όπως αυτή τονίσθηκε στην υπόθεση Ευσταθίου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 294, ότι « η καθυστέρηση των ανακριτικών αρχών στην εξιχνίαση μιας ποινικής υπόθεσης μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης στο δικαστήριο είναι ένας παράγων ο οποίος συνεκτιμάται στον προσδιορισμό του εύλογου χρόνου για τη διεπεραίωση της υπόθεσης». Στην υπό εξέταση περίπτωση η υπόθεση, στρέφεται εναντίον μόνο ενός κατηγορούμενου και στο κατηγορητήριο εκτίθεται εναντίον του μία μόνο κατηγορία, χωρίς η ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου να έχει μέχρι σήμερα διαγνωσθεί. Υπό το φως των περιστατικών της υπόθεσης θα πρέπει να κριθεί το εύλογο ή μη του πιο πάνω χρονικού διαστήματος που παρήλθε. Όπως προκύπτει απο το φάκελο της υπόθεσης διαπιστώνεται, ότι το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε τέσσερα και πλέον χρόνια μετά την ισχυριζόμενη διάπραξη του αδικήματος. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος κατά τις 19 Φεβρουαρίου και 23 Μαρτίου του 2002, παράνομα και χωρίς την άδεια του διευθυντή του τμήματος δασών, στη τοποθεσία « Μάνδρα του Διογενά», στα διοικητικά όρια της κοινότητας Π. Πύργου της επαρχίας Πάφου, άναψε καμίνι για να κατασκευάσει κάρβουνα. Τα πιο πάνω γεγονότα, είναι αυτά που εκτίθενται στο κατηγορητήριο. Απο αυτά προκύπτει ότι το αδίκημα που αποδίδεται στο κατηγορούμενο, διαπράχθηκε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της κατηγορούσας αρχής, σε δύο ημερομηνίες. Το ζήτημα τούτο, δεν θα με απασχολήσει, αφού αυτό δεν έχει εγερθεί από την υπεράσπιση και για τους λόγους που θα διαφανούν στη συνέχεια. Εν πάση περιπτώσει προκύπτει από τα εκτιθέμενα στο κατηγορητήριο γεγονότα, ότι παρήλθαν τέσσερα και πλέον χρόνια απο τη διάπραξη του αδικήματος που αποδίδεται στο κατηγορούμενο μέχρι και τη καταχώρηση της υπόθεσης, ενώ μέχρι σήμερα παρήλθαν επτά ολόκληρα χρόνια. Υπό το φώς των πιο πάνω, θα πρέπει να κριθεί το εύλογο του χρόνου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Καψού, που πιό πάνω αναφέρθηκε, ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Από την επισκόπηση της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου προκύπτει ότι πάροδος περιόδου 3 - 5 χρόνων από την σύλληψη του κατηγορούμενου μέχρι την τελική εκδίκαση (και κατ' έφεση) της υπόθεσης θεωρήθηκε ότι παραβίαζε την επιταγή του εύλογου χρόνου του άρθρου 6.1 της Σύμβασης. Και η πάροδος όμως συντομότερου χρόνου είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι παραβιάζει το άρθρο 6.1 αν καμιά δικαιολογία δεν δοθεί για την παντελή αδράνεια που παρατηρήθηκε». Στο σύγγραμμα των κ.κ. Κασπαρή, Σολομωνίδη και Στεφάνου, « Η Επιβολή Ποινών στην Κύπρο׃ Ποινικολογικές Πτυχές, Αρχές και Νομολογία», στην παρ. 9.16 της σελ. 102, , αναφέρονται τα ακόλουθα׃ « Ο χρόνος για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας έχει ως αφετηρία την ημέρα σύλληψης του κατηγορούμενου, ενώ λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των ανακριτικών και διωκτικών αρχών και του ίδιου του κατηγορούμενου. Η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος απο το χρόνο διάπραξης του αδικήματος δεν μπορεί να οδηγήσει σε απαλλαγή του κατηγορούμενου απο τις εναντίον του κατηγορίες, εκτός εάν αποδεικνύεται απο τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα και στοιχεία ότι υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση ή πλήρης αδράνεια των ανακριτών ή της διωκτικής αρχής». Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω, ότι σε περιπτώσεις που μια υπόθεση καταχωρείται με υπερβολική ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να είναι απρόθυμο να βρεί, ότι υπήρξε παραβίαση του πιο πάνω άρθρου. Εξετάζοντας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και λαμβάνοντας υπόψη ότι ένα μόνο αδίκημα αποδίδεται στο κατηγορούμενο, τη φύση του αδικήματος αυτού, ότι ο αριθμός των μαρτύρων όπως προκύπτει απο το κατηγορητήριο είναι περιορισμένος, είναι μόνο δύο, η υπόθεση διαφαίνεται απλή για τη κατηγορούσα αρχή. Η καταγγελία και καταχώρηση της υπόθεσης ήταν θέμα ημερών και η παρέλευση τόσου χρόνου απο την κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αδικήματος μέχρι τη καταχώρηση του κατηγορητηρίου, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να κριθεί δικαιολογημένη. Ως λόγος για να δικαιολογηθεί η καθυστέρηση στη καταχώρηση της υπόθεσης, προβλήθηκε απο την ευπαίδευτη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, ότι οι πελάτες της ανέμεναν όπως ο κατηγορούμενος πληρώσει στη κατηγορούσα αρχή το ποσό κάποιου εξωδίκου που του επιβλήθηκε. Προέβαλε επίσης η κα Πουλλά ότι, μεταξύ των πελατών της και άλλων 55 ατόμων, συμπεριλαμβανομένου και του κατηγορούμενου, οι οποίοι ανάβουν καμίνια, επήλθε κάποια συμφωνία έτσι ώστε να εξευρεθεί άλλος χώρος για να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό αυτό. Όταν μετά την παρέλευση αρκετού χρόνου και όταν ο κατηγορούμενος δεν πλήρωσε το εξώδικο, τότε η κατηγορούσα αρχή, αναγκάστηκε να καταχωρήσει την παρούσα υπόθεση. Ο λόγος που έχει προβληθεί, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ικανοποιητικός και ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτός. Δεν είναι δυνατό να επιχειρείται να δικαιολογηθεί η παρέλευση τεσσάρων ολόκληρων χρόνων, εν αναμονή πληρωμής εξωδίκου. Η αποδοχή τέτοιου λόγου ως ικανοποιητικού, θα μετέβαλλε και θα καθιστούσε τη διαδικασία μίας απλής υπόθεσης σε μακροχρόνια, ενώ θα παρείχε με το τρόπο αυτό τη δυνατότητα στην εκάστοτε κατηγορούσα αρχή να λειτουργεί αυτόβουλα, ανεξέλεκτα και να κατηγορεί όποτε η ίδια ήθελε θεωρήσει πρέπον κάποιο πρόσωπο, προβάλλοντας ως εύλογο τέτοιο ή παρόμοιους ανεδαφικούς λόγους. Χρειάσθηκε τελικά να παρέλθουν τέσσερα χρόνια απο την κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αδικήματος, μέχρι και τη καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Και αυτό παρά το ότι πρόκειται για μια υπόθεση που όπως προαναφέρθηκε είναι απλή και δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε βαθμό πολυπλοκότητας. Δεν μπορεί επίσης να αγνοηθεί και να παραγνωρισθεί, ότι παρά την παρέλευση επτά χρόνων απο τη κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αδικήματος, η δίκη δεν έχει ακόμα ξεκινήσει. Ενόψει όλων των πιο πάνω, θεωρώ ότι το κατηγορητήριο, καταχωρήθηκε με υπερβολική καθυστέρηση, η οποία βαρύνει εξ' ολοκλήρου τη κατηγορούσα αρχή. Η παρέλευση τεσσάρων ολόκληρων χρόνων εν αναμονή πληρωμής κάποιου εξωδίκου, μέχρι και την έναρξη της ποινικής δίωξης δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να κριθεί δικαιολογημένη. Σε σχέση με το χρόνο που μεσολάβησε από τη καταχώρηση του κατηγορητηρίου και μέχρι σήμερα, θα πρέπει να εξετασθεί και η συμπεριφορά του ίδιου του κατηγορούμενου, ζήτημα για το οποίο θα πρέπει να γίνει αναφορά, στο ιστορικό της υπόθεσης όπως αυτό προκύπτει από το φάκελο. Όπως εμφαίνεται από αυτόν, ο κατηγορούμενος, εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 24/5/06 και δεν παραδέχθηκε ενοχή, με αποτέλεσμα η υπόθεση να ορισθεί για ακρόαση στις 9/1/07. Την ημερομηνία αυτή η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου, κάτι που επαναλήφθηκε και στις 5/7/07 και στις 15/4/08. Στις 16/12/08 που η υπόθεση ήταν και πάλιν ορισμένη για ακρόαση, ο κατηγορούμενος ήταν απών και εναντίον του εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και η υπόθεση ορίσθηκε για προγραμματισμό στις 14/1/09. Στις 17/12/08 ο κατηγορούμενος εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο οικιοθελώς, προβάλλοντας λόγους υγείας για την απουσία του. Στη συνέχεια η υπόθεση επαναορίσθηκε για ακρόαση στις 22/1/09, αλλά και πάλιν την ημερομηνία εκείνη αναβλήθηκε, λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και επαναορίσθηκε για ακρόαση στις 3/2/09, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε το εξεταζόμενο ζήτημα, οπόταν και ορίσθηκε για αγορεύσεις στις 24/2/09, ημερομηνία κατά την οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν για το θέμα. Όπως προκύπτει απο τα πιο πάνω, ο κατηγορούμενος δεν ευθύνεται ούτε για τη καθυστέρηση που παρατηρείται στη διεπεραίωση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου. Η μία και μοναδική φορά που ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και η ελάχιστη καθυστέρηση που προκλήθηκε, φαντάζει ασήμαντη μπροστά στη μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση που παρατηρείται τόσο στη καταχώρηση της υπόθεσης όσο και στη μετέπειτα πορεία της. Θα πρέπει ακόμα να λεχθεί ότι παρά την παρέλευση του πιο πάνω χρονικού διαστήματος, η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη ξεκινήσει και σε περίπτωση που λάβει χώρα δίκη, αυτή δεν θα ήταν δίκη εντός εύλογου χρόνου. Και αυτό γιατί οπωσδήποτε, θα χρειασθεί περαιτέρω χρόνος για αποπεράτωση της διαδικασίας, χρόνος που σήμερα δεν είναι δυνατό να υπολογισθεί επακριβώς. Οιοσδήποτε χρόνος προστεθεί στη διαδικασία, άγνωστος μεν, αλλά κάποιας διάρκειας δεν θα είχε άλλο αποτέλεσμα παρά τη συνεχή καταστρατήγηση του συνταγματικού δικαιώματος του κατηγορούμενου το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Η διασφάλιση της συνταγματικής τάξης, όπως κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2, αποτελεί πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου και η διεξαγωγή της δίκης υπόκειται στον έλεγχο του εκδικάζοντος δικαστηρίου, αρχή, η οποία συνάδει με την αυτοτέλεια και ανεξαρτησία της δικαιοσύνης (βλ. Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 405 και Μιχάλης Μαγκάκης
(1990)1 Α.Α.Δ. 1068). Στην Ευσταθίου ν. Αστυνομίας, πιο πάνω, υποδεικνύεται, ότι παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 30.2 καθιστά τη διαδικασία άκυρη στην ολότητα της [(βλ. Paporis v. National Bank
(1986)1CLR 578, ΄Ελληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Χάσσαν ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 78) και (βλ. «το έργο της δικαιοσύνης ατελέσφορο και την απόφαση άκυρη» Βίκτωρος ν. Χριστοδούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 512)]. Στην Αίτηση Ευθυβούλου Λιασίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 2319 επαναλαμβάνεται, ότι η δίκη καθίσταται άδικη, αν η ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου διαπιστωθεί έξω από τα θέσμια της δίκαιης δίκης ή κατ' αντίθεση προς τα δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορούμενου, που διασφαλίζονται από τα άρθρα 12.5 και 30.3 του Συντάγματος. Στη Καψού, που πιο πάνω αναφέρθηκε, υιοθετήθηκε έμμεσα η πορεία ανακοπής υπόθεσης εφόσον διαπιστώνεται, ως εν προκειμένω, παράβαση συνταγματικού δικαιώματος. Λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης κρίνω ότι υπήρξε αδικαιολόγητα μεγάλη καθυστέρηση και κατά συνέπεια, παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκη εντός εύλογου χρόνου. Με καθοδήγηση όλα τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης η διαδικασία κρίνεται άκυρη. Αναπόφευκτα δεν δύναται να προωθηθεί και θα πρέπει να ανακοπεί όπως και ανακόπτεται. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος, απαλλάσσεται στη κατηγορία αντιμετωπίζει. (Υπ.).................................... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦON ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.