Δήμου Πάφου ν. Παύλου Ι. Νεοφύτου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5951/06, 31 Mαρτίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B20 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5951/06 Μεταξύ: Δήμου Πάφου Κατηγορούσας Αρχής εναντίον
- Παύλου Ι. Νεοφύτου
- Άρη Νεοφύτου
- Ελπινίκης Νεοφύτου
- Hercules Parking Ltd Κατηγορουμένων ----------------- Ημερομηνία: 31 Mαρτίου, 2009 Εμφανίσεις: Για τη Κατηγορούσα Αρχή: κ. Λ. Χ΄ Νεοφύτου Για τους Κατηγορούμενους 1,2 & 4׃ κ. Λαδάς Κατηγορούμενοι 1 & 2׃ παρόντες ----------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 4, αντιμετωπίζουν τις κατηγορίες της ανέγερσης περίφραξης και λυόμενου υποστατικού σε τσιμεντένια βάση, χωρίς άδεια ( 1η και 2η Κατ.), της μεταβολής χρήσης ακινήτου χωρίς πολεοδομική άδεια ( 3η Κατ.) και της κατοχής και χρήσης οικοδομών, χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης ( 4η και 5η Κατ). Οι ίδιες κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπιζε αρχικά και η κατηγορούμενη 3, αποσύρθηκαν εναντίον της και αυτή απαλλάγηκε. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορούμενων 1, 2 και 4 ότι έχει παραβιασθεί το δικαίωμα των πελατών του για δίκαιη δίκη όπως αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος καθώς επίσης και από το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που έχει κυρωθεί με το Νόμο 39/62. Αποτέλεσε εισήγηση του κ. Λαδά ότι, το δικαίωμα των πελατών του για δίκαιη δίκη έχει παραβιασθεί γιατί, παρόλο που η υπεράσπιση το είχε ζητήσει, δεν της δόθηκε το μαρτυρικό υλικό που η κατηγορούσα αρχή έχει στη διάθεση της. Για σκοπούς εξέτασης του εγερθέντος ζητήματος, κατατέθηκε εκ συμφώνου, ως Τεκμήριο 1, τηλεομοιοτυπικό μήνυμα, ημερ. 26/4/2007 το οποίο ο συνήγορος των κατηγορουμένων απέστειλε στο συνήγορο της κατηγορούσας αρχής και τα όσα περιέχονται σε αυτό δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα και ως τέτοια εγκρίθηκαν απο το Δικαστήριο. Με το τηλεομοιοτυπικό αυτό μήνυμα, ζητήθηκε απο το δικηγόρο της κατηγορούσας αρχής όπως αποστείλει στην υπεράσπιση, όλες τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας. Το μήνυμα αυτό απαντήθηκε με χειρόγραφη σημείωση του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, η οποία τέθηκε επί του αποσταλέντος αυτού τηλεομοιοτυπικού μηνύματος, σύμφωνα με την οποία δεν λήφθηκαν καταθέσεις σε σχέση με την υπόθεση. Κατά το στάδιο περαιτέρω των αγορεύσεων, δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός, ότι, ό, τι υπάρχει στην υπόθεση ως μαρτυρικό υλικό, είναι κάποιες φωτογραφίες καθώς επίσης και μία χειρόγραφη σημείωση κάποιου μάρτυρα. Στη συνέχεια οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επιχειρηματολόγησαν επί του θέματος, προβάλλοντας ο καθένας αντίστοιχα επιχειρήματα. Υποστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορούμενων, ότι η παράλειψη της κατηγορούσας αρχής να του αποστείλει το μαρτυρικό υλικό που είχε στη διάθεση της, επηρέασε και παρέβλαψε το δικαίωμα των πελατών του για δίκαιη δίκη, υποστηρίζοντας, ότι η λέξη «καταθέσεις» που χρησιμοποίησε στην επιστολή, περιελάμβανε όχι μόνο τις καταθέσεις που λήφθηκαν σε σχέση με την υπόθεση, αλλά και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που η κατηγορούσα αρχή, είχε στη κατοχή της. Κατά τη δική του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, δήλωσε ότι, το στάδιο αυτό της υπόθεσης, είναι πρόωρο και συνεπώς δεν είναι κατάλληλο για εξέταση του ζητήματος. Προέβαλε δε ως λόγο που δεν είχε δοθεί στην υπεράσπιση το μαρτυρικό υλικό που οι πελάτες του έχουν στη κατοχή τους και το οποίο συγκεκριμενοποίησε σε κάποιες φωτογραφίες και μία χειρόγραφη σημείωση που ετοίμασε κάποιος μάρτυρας, ότι, ζητήθηκαν μόνο καταθέσεις, κάτι που δεν υπάρχει. Εν πάση περιπτώσει, δήλωσε έτοιμος να παραδώσει στην υπεράσπιση όλο το μαρτυρικό υλικό που έχει στη κατοχή του, προβάλλοντας παράλληλα το επιχείρημα ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα ξεκινήσει και συνεπώς με την παράδοση των πιο πάνω εγγράφων, οι κατηγορούμενοι δεν θα επηρεασθούν στην υπεράσπιση τους. Παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων το Δικαστήριο, στην υπόθεση Χριστόδουλος Νικολαίδης v. Αστυνομίας, 2003
(2)ΑΑΔ 271, η οποία πράγματι είναι πολύ καθοδηγητική για το ζήτημα που εξετάζεται. Σε αυτήν αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με την υποχρέωση που έχει η κατηγορούσα αρχή να αποκαλύψει σε κάποιο κατηγορούμενο, τις καταθέσεις και τα έγγραφα που λήφθηκαν κατά τη διάρκεια της διερεύνησης της υπόθεσης και η οποία ρυθμίζεται νομοθετικά με το άρθρο 7 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155׃ «Η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής για αποκάλυψη δεν επεκτείνεται σε όλο το φάσμα του υλικού που βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης αλλά μόνο σε σχέση με μαρτυρία,
(1)Που είναι σχετική
(2)Που είναι ουσιώδης ή μπορεί να είναι ουσιώδης σε σχέση με τα επίδικα θέματα που αναμένεται να εγερθούν ή εγείρονται αναπάντεχα κατά τη διάρκεια της δίκης ( R. V. Brown [ 1997] 3 All E.R. 769) Στην πιο πάνω υπόθεση τονίστηκε ότι η υποχρέωση αναφέρεται βασικά σε στοιχεία που έχει περισυλλέξει η Αστυνομία μέσα στα πλαίσια της ανακριτικής διαδικασίας για τη διερεύνηση του αδικήματος. Το ερώτημα ποιά έγγραφα είναι σχετικά και πρέπει να παραδίνονται πρός εξέταση στην Υπεράσπιση έχει απαντηθεί απο το Δικαστή Jowitt J, στην υπόθεση R. v. Melvin and Dingle ( της 20/12/1993, που δεν έχει δημοσιευθεί αλλά έχει υιοθετηθεί στην υπόθεση R. v. Brown (πιο πάνω) ως ακολούθως׃ «I would judge to be material in the realm of disclosure that which can be seen on a sensible appraisal by the prosecution:
(1)to be relevant or possibly relevant to an issue in the case;
(2)to raise or possibly raise a new issue whose existence is not apparent from the evidence the prosecution proposes to use;
(3)to hold out a real ( as opposed to fanciful) prospect of providing a lead on evidence which goes to
(1)or
(2).» Σε ελεύθερη μετάφραση, «Θα έκρινα ότι θα αποτελούσε ουσιώδες στον τομέα της αποκάλυψης εκείνο το οποίο θα εθεωρείτο απο την Κατηγορούσα Αρχή κατόπιν μιάς λογικής εκτίμησης׃
(1)ότι είναι σχετικό ή πιθανώς σχετικό με ένα επίδικο θέμα της υπόθεσης,
(2)ότι εγείρει ή πιθανώς εγείρει ένα νέο επίδικο θέμα, η ύπαρξη του οποίου δεν είναι εμφανής απο τη μαρτυρία που θα παρουσίαζε η Κατηγορούσα Αρχή,
(3)ότι προβάλλει ως πραγματική ( σε αντίθεση με φαντασιώδη) μία προσδοκία ότι παρέχει μία καθοδήγηση στη μαρτυρία που αναφέρεται στο
(1)και
(2).» Οι προεκτάσεις της πιο πάνω υποχρέωσης εξετάστηκαν στην υπόθεση Korellis v. Cyprus (Αίτηση 54528/2000 της 7/1/2000) όπου, το Ευρωπαικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων τόνισε ότι, άνκαι ο αιτητής δεν μπορεί να αποδείξει δυσμενή επηρεασμό της υπεράσπισης του απο την παράλειψη της Κατηγορούσας Αρχής να τον εφοδιάσει με αντίγραφα των εγγράφων που έχει στην κατοχή της, εντούτοις ο αιτητής έχει την υποχρέωση να αποδείξει ότι η μαρτυρία που παραλείφθηκε έχει κάποια δυνητική σχετικότητα (potential relevancy) στην παρουσίαση της υπόθεσης του, κάτι που δεν έγινε εδώ. Στην παρούσα περίπτωση φαίνεται ότι τα έγγραφα των προηγούμενων χρόνων που δεν δόθηκαν στην Υπεράσπιση δεν αποτελούσαν μέρος του ανακριτικού υλικού που είχε περισυλλεγεί απο την Αστυνομία και επιπρόσθετα ήταν άσχετα με την παρούσα διαδικασία, ενώ για τα υπόλοιπα δόθηκαν ικανοποιητικοί λόγοι για τη μη παρουσίαση τους». Εξετάζοντας τη φύση του ζητήματος που έχει τεθεί, θεωρώ ότι είναι τέτοιας υφής, που δεν επιτρέπει την εξέταση του, σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Και αυτό γιατί και όπως προκύπτει απο την απόφαση Νικολαίδης, πιο πάνω, για να αποφασισθεί κατά πόσον η μη αποκάλυψη μαρτυρικού υλικού έχει επηρεάσει δυσμενώς το δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη, θα πρέπει πρώτα να διαφανεί ότι η μαρτυρία που δεν αποκαλύφθηκε στην υπεράσπιση ήταν σχετική και ουσιώδης, κάτι που στο παρών στάδιο δεν είναι δυνατό να διακριβωθεί, αφού δεν υπάρχει πρός τούτο το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων. Για να καταστεί δυνατή η εξέταση του ζητήματος, θα πρέπει προηγουμένως να ακουσθεί μαρτυρία και να αποκαλυφθούν μέσα από αυτή τα πραγματικά γεγονότα, με βάση τα οποία θα κριθεί η σχετικότητα ή όχι των εγγράφων που δεν δόθηκαν στην υπεράσπιση. Ναι μεν έχει γίνει αναφορά στη φύση των εγγράφων που η κατηγορούσα αρχή έχει στη κατοχή της και ποιά είναι αυτά, αλλά όμως το Δικαστήριο δεν μπορεί στο στάδιο αυτό, στο οποίο δεν έχει γνώση του περιεχομένου των εγγράφων τούτων, να αποφασίσει κατά πόσον αυτά είναι ή όχι σχετικά με την υπόθεση, ούτε αν είναι ουσιώδη σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι στο παρών στάδιο, δεν μπορεί να εξετασθεί και να αποφασισθεί με βεβαιότητα, ότι το δικαίωμα των κατηγορουμένων για δίκαιη δίκη, έχει παραβιασθεί. Κατά συνέπεια το αίτημα απορρίπτεται. (Υπ.) ....................... Μ. Λάρμου - Παπαδήμα, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο