← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Σπάρτακος Γεωργιάδης, Aρ. Υπόθεσης: 12584/2006, 9 Απριλίου 2009

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Σπάρτακος Γεωργιάδης, Aρ. Υπόθεσης: 12584/2006, 9 Απριλίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 12584/2006 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής - και - Σπάρτακος Γεωργιάδης Κατηγορούμενου ----------------------------- Ημερομηνία: 9 Απριλίου 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ξ. Ξενοφώντος Για κατηγορούμενο: κ. Αλ. Αλεξάνδρου (Για να ακούσει απόφαση κ. Χ. Φωτίου) Κατηγορούμενος: παρών ----------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράνομης κατοχής περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις σχετικές λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος την 21ην Οκτωβρίου 2005 στη Πάφο της Επαρχίας Πάφου είχε στην κατοχή του περιουσία για την οποία υπήρχε εύλογη υπόνοια ότι ήταν κλοπιμαία, ήτοι διάφορα χρυσαφικά συνολικής αξίας Λ.Κ. 1670.- Προς υποστήριξη της υπόθεσης της, η Κατηγορούσα Αρχή, κάλεσε και κατέθεσαν ενόρκως τέσσερεις μάρτυρες κατηγορίας, ενώ κατατέθηκαν επίσης ως τεκμήρια, η ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου (Τεκμήρια 1 και 2), η γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου (Τεκμήρια 2 και 4), ένταλμα έρευνας και όρκος ημερομηνίας 21/10/2005 (Τεκμήρια 5 και 17), φάκελος με κατάλογο που περιγράφει τα κοσμήματα και την αξία τους (Τεκμήριο 6) και διάφορα κοσμήματα (Τεκμήρια 7 μέχρι και 16). Ως παραδεχτό γεγονός στην υπόθεση δηλώθηκε η αξία των κοσμημάτων, όπως αυτή φαίνεται στον αναλυτικό κατάλογο επί του Τεκμήριου
  2. Ο κατηγορούμενος, όταν κλήθηκε σε απολογία, αφού εξηγήθηκαν σε αυτόν τα δικαιώματα του, προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση και ανάφερε «είμαι αθώος» ενώ δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. H συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή υπέβαλε ότι πέτυχε η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ανάφερε η κ. Ξενοφώντος πως από τα αναντίλεκτα γεγονότα έχει αποδειχτεί η κατοχή περιουσίας από τον κατηγορούμενο και εισηγήθηκε πως με βάση την μαρτυρία και τα ενώπιον του δικαστηρίου, με βάση την μαρτυρία, γεγονότα έχει αποδειχτεί και το εύλογο της υπόνοιας που θέτει το άρθρο 309 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  3. Στοιχεία που σύμφωνα με την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής αποδεικνύουν την εύλογη υπόνοια είναι τα εξής: 1) Το ψέμα του κατηγορούμενου στον αστυνομικό που εκτέλεσε το ένταλμα έρευνας ως προς την αξία των κοσμημάτων σε συσχετισμό με την αξία που δηλώθηκε ως παραδεχτό γεγονός και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του, μεταξύ άλλων ως επάγγελμα του αναφέρει και αυτό του χρυσοχόου. 2) Οι αντιφάσεις του κατηγορούμενου στην κατάθεση του (Τεκμήριο 1). 3) Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν έδωσε καμία εξήγηση στον αστυνομικό που βρήκε τα κοσμήματα ως προς την προέλευση τους 4) Τα όσα αναφέρονται στον όρκο στην βάση του οποίου εκδόθηκε το ένταλμα έρευνας. 5) Το ότι σύμφωνα με αυτά που αναφέρει ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του για τα κοσμήματα που βρέθηκαν στην οικία του στην προηγούμενη έρευνα γνώριζε από τις 7.1.2005 ότι ήταν προϊόν κλοπής και ως εκ τούτου και στην δεύτερη έρευνα υπήρχε αυτή η γνώση του και για τα υπόλοιπα κοσμήματα που πήρε από τον Όλεκ. Με τη σειρά του ο κ. Αλεξάνδρου υποστήριξε το αντίθετο, αναφέροντας ότι οι εύλογες υπόνοιες του άρθρου 309 θα πρέπει να στηρίζονται σε γεγονότα και στοιχεία, τα οποία θα πρέπει να δημιουργήσουν στο μυαλό του Δικαστηρίου την εύλογη υπόνοια ότι η περιουσία είναι κλοπιμαία υποβάλλοντας ότι τέτοια στοιχεία και γεγονότα δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως προς την αξία των κοσμημάτων που ανάφερε ο κατηγορούμενος, ο κ. Αλεξάνδρου ανάφερε ότι η λανθασμένη εκτίμηση του κατηγορούμενου ή οποίου κατέχει περιουσία ως προς την αξία της, δεν μπορεί να ισοδυναμεί με ψέμα και συνεπακόλουθα να δημιουργεί την εύλογη υπόνοια που θέτει το άρθρο
  4. Επίσης ο κ. Αλεξάνδρου σχολίασε και την επιλογή της Κατηγορούσας Αρχής να μην καλέσει ως μάρτυρα κατηγορίας τελικά τον Νεόφυτο Ευστρατίου, ο οποίος σύμφωνα με τον Μ.Κ. 3 επιβεβαίωσε την εκδοχή του κατηγορούμενου, ότι δηλαδή τα κοσμήματα τα είχε αφήσει ο Όλεκ και ο κατηγορούμενος τα παρέλαβε από το σπίτι του Ευστρατίου. Στην υπόθεση R v. Oliva

(1965)Vol. 49 Cr. App.R.298, (αναφορά στην υπόθεση Oliva γίνεται και στην Πέγκερος ν. Δημοκρατίας
(1995)2 ΑΑΔ 143), αποφασίστηκε ότι η Κατηγορούσα αρχή έχει υποχρέωση να καλέσει ως μάρτυρα κάθε πρόσωπο από το οποίο λήφθηκε κατάθεση και του οποίου η μαρτυρία θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή έστω και αν το περιεχόμενο της μαρτυρίας που συγκρούεται με την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Στην προκειμένη περίπτωση δεν φαίνεται πως η μαρτυρία του μάρτυρα Ευστρατίου συγκρούεται με την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής εφόσον ο Μ.Κ.3 αναφέρθηκε στα όσα ο Ευστρατίου λέει στην κατάθεση και δεν απέκρυψε κατά αυτό τον τρόπο η Κατηγορούσα Αρχή την εκδοχή του μάρτυρα αυτού. Όπως έχει αποφασιστεί Γενικός Εισαγγελέας ν Σάββας Σάββα
(1998)2 ΑΑΔ 224 το γεγονός της αναγραφής στο κατηγορητήριο μίας συνοπτικής δίκης των ονομάτων κατηγορίας αποτελεί πρωτοβουλία που δεν επάγεται υποχρέωση κλήσης τους. Ως εκ τούτου αν η κατηγορούσα αρχή έκρινε σκόπιμο να καλέσει 4 μάρτυρες από τους 7 που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, δεν μπορεί αυτή η ενέργεια της κριθεί ως μεμπτή. Στην υπόθεση Πέγκερος, το ζήτημα που συζητήθηκε αφορούσε στο ασφαλές της τελικής ετυμηγορίας όταν διαπιστώνονται κενά τα οποία θα μπορούσαν να πληρωθούν αν η κατηγορούσα αρχή καλούσε διαθέσιμο ουσιώδη μάρτυρα - τον Παπακώστα - από τον οποίο δεν πήρε κατάθεση - ο οποίος θα μπορούσε θα βοηθούσε το Δικαστήριο στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του εφεσείοντα - ο οποίος αμέσως μετά την διαφυγή του από την σκηνή, σύμφωνα με την εκδοχή του, όπου επέστρεψε στον παραπονούμενο την βόμβα του είχε τοποθετήσει προηγουμένως στο όχημα του, για να δώσει στον παραπονούμενο το μήνυμα ότι γνώριζε τις πράξεις του, επισκέφθηκε τον Βοηθό Αρχηγό Αστυνομίας, κ. Παπακώστα στον οποίο ανάφερε ότι η βόμβα δεν μπορούσε να εκραγεί, γιατί δεν περιείχε τα απαραίτητα σύρματα τα οποία θα καθιστούσαν τον μηχανισμό εκρηκτικό και την βόμβα ικανή να εκραγεί όταν κινηθεί βίαια. Στην προκειμένη περίπτωση η εκδοχή του κατηγορούμενου, ως προς την προέλευση μέρος των κοσμημάτων ελέγχεται από την μαρτυρία του Μ.Κ.3, από την άλλη αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης δεν τέθηκε ο,τιδήποτε ενώπιον μου από την υπεράσπιση, ότι η απουσία μαρτύρα άφησε οποιοδήποτε κενό στα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, ώστε να γεννάται ζήτημα απόκλισης της Κατηγορούσας Αρχής από το καθήκον να προσαγάγει ενώπιον του Δικαστηρίου, ουσιώδη, για τα επίδικα θέματα της υπόθεσης, μαρτυρία (βλ. Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6682 ημερ. 18.10.1998). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις τους, τη συμπεριφορά και αντίδραση τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους και αξιολόγησα αυτή, με επίγνωση της διάκρισης μεταξύ ευρημάτων αξιοπιστίας και βάρους απόδειξης. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους και τα όσα γνώριζε ο κάθε ένας για τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και περίοδο. Την μαρτυρία του Μ.Κ.1 την αποδέχομαι αφού ήταν τυπική και δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, η μοναδική του εμπλοκή σε αυτή την υπόθεση ήταν η λήψη της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 1). Τα ίδια ισχύουν και για τον Μ.Κ.2, του οποίου η μόνη ενέργεια ήταν να κατηγορήσει γραπτώς τον κατηγορούμενο. Συνοπτικά καταγράφω την μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας 3 και 4, η μαρτυρία των οποίων έχει εντόνως αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Ειδικότερα δε η γνώμη αυτών ότι για την περιουσία που αναβρέθηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου υπάρχει εύλογη υποψία ότι ήταν κλοπιμαία. Αναφορικά με το τελευταίο σχετική είναι η υπόθεση Τζώννης Καριπίδης ν. Αστυνομίας Π.Ε. 28/2007 ημερομηνίας 22.5.2007, στην οποία το Εφετείο, συμφώνησε με τη θέση του συνηγόρου του εφεσείοντα, αναφορικά με την έννοια της εύλογης υπόνοιας που περιέχεται στο πιο πάνω άρθρο, η οποία αποδεικνύεται ως αντικειμενικό γεγονός από το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και ότι δεν αποδεικνύεται από την έκφραση της υποκειμενικής κρίσης και αντίληψης του οποιουδήποτε, και στην συγκεκριμένη υπόθεση, του εξεταστή. Οπόταν στην προκειμένη περίπτωση, οποιαδήποτε κρίση εκφράστηκε από τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής περί υπονοιών, δεν δύναται να οδηγήσει σε συμπέρασμα ως προς την απόδειξη της εύλογης υπόνοιας του άρθρου 309 του Κεφ. 154, όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Καριπίδης (πιο πάνω), η κρίση των στοιχείων του αδικήματος δεν μπορεί να μεταβιβαστεί στις διωκτικές αρχές και να υποκαταστήσει το έργου του Δικαστηρίου. Ο Μ.Κ.3, είναι ο εξεταστής της υπόθεσης αυτής. Ο Μ.Κ.3 ανάφερε ότι στις 21/10/2005 περί ώρα 13:00 ο Αστ. 1825 του ΤΑΕ Πάφου του παρέδωσε ποσότητα διαφόρων κοσμημάτων τα οποία βρέθηκαν σε έρευνα που έγινε την ίδια ημέρα σε κατοικία του κατηγορούμενου. Ανέφερε επίσης ότι μετά τον εντοπισμό των κοσμημάτων ο Αστ.1825 συνέλαβε τον κατηγορούμενο για παράνομη κατοχή περιουσίας και ανέλαβε την εξέταση της υπόθεσης. Ο Μ.Κ.3 κατάθεσε ως τεκμήρια στο Δικαστήριο το ένταλμα έρευνας (τεκμήριο 5) και τα κοσμήματα που ανεβρέθηκαν στην οικία του κατηγορούμενου (Τεκμήρια 6 μέχρι 16). Ανέφερε πως γνωρίζει ότι στις 8.1.2005 έγινε έρευνα στην οικία του κατηγορούμενου και εντοπίστηκε ποσότητα διαφόρων κοσμημάτων για τα οποία προέκυψε μαρτυρία για κλεπταποδοχή και κατοχή κλοπιμαίας περιουσίας και σχηματίστηκε εναντίον του υπόθεση. Επίσης αναφέρθηκε στους ισχυρισμούς που έδωσε ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του ως προς την προέλευση των κοσμημάτων και πως στην πρώτη έρευνα που έγινε στο σπίτι του είχε κρύψει τα κοσμήματα με αποτέλεσμα να μην τα βρει η αστυνομία. Για σκοπούς εξέτασης των ισχυρισμών του κατηγορούμενου κάλεσε τον Νεόφυτο Ευστρατίου για κατάθεση, ο οποίος του είχε ανέφερε ότι τα κοσμήματα, τα οποία είχε αφήσει κάποιος Όλεκ τα είχε πάρει ο κατηγορούμενος από αυτόν 3 χρόνια πριν την ημερομηνία του αδικήματος. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.3 ο Όλεκ απελάθηκε 3 χρόνια δηλαδή κατά το 2002. Επίσης σύμφωνα με τον Μ.Κ.3 ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι τα περισσότερα από τα κοσμήματα δεν είχαν καμία αξία, ήταν ασημένια, αλλά όταν τα πήρε σε χρυσοχόο και τα εξέτασε του ανάφερε τις τιμές που βρίσκονται καταγραμμένες στο φάκελο (τεκμήριο 6). Αναφορικά με μια καδένα ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι του την έδωσε ένας ξάδερφος του γιατί του ήταν μεγάλη του, ο οποίος αν και αναζητήθηκε δεν εντοπίστηκε και ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι αυτός μετά τον γάμο του έφυγε για τη Ρωσία. Στην αντεξέταση του ερωτηθείς σχετικά απάντησε πως δεν έχει εξασφαλίσει μαρτυρία ότι τα κοσμήματα ήταν προϊόν κλοπής Αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ.3, η οποία σχετίζεται με τις δικές του ενέργειες. Αυτό το οποίο δεν αποδέχομαι από την μαρτυρία του είναι ότι ο κατηγορούμενος ανάφερε στην κατάθεση του (Τεκμήριο 1) ότι στην πρώτη έρευνα που έγινε στο σπίτι του είχε κρύψει τα κοσμήματα με αποτέλεσμα να μην τα βρει η αστυνομία. Στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος (βλέπε απάντηση 12 στο τεκμήριο 1) σε σχέση με κάποια από τα κοσμήματα ανέφερε ότι βρίσκονταν στην τσέπη μια μπλούζας της γυναίκας του σε ερμάρι του υπνοδωματίου στο σπίτι του και ότι τα έβαλε εκεί με σκοπό να της τα στείλει στην Ρωσία. Επίσης δεν αποδέχομαι τα όσα ανάφερε περί της απέλασης του Όλεκ αφού ο ίδιος ως διαφάνηκε δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική γνώση επί του θέματος και ούτε προέβη σε σχετική έρευνα για να διαπιστώσει το πιο πάνω γεγονός που ανάφερε. Ο Μ.Κ.4 στις 21.10.2005 διενήργησε έρευνα στην οικία του κατηγορούμενου κατόπιν δικαστικού εντάλματος σύλληψης Το ένταλμα έρευνας, σύμφωνα με τον Μ.Κ.4 βασίστηκε σε πληροφορία που δόθηκε από πρόσωπο που συνδέετε στενά με τον κατηγορούμενο, το οποίο επιθυμούσε να κρατήσει την ανωνυμία του, και ο οποίος ανέφερε ότι στην οικία του κατηγορούμενου υπήρχαν μικρές ποσότητες χρυσαφικών που αποτελούσαν προϊόν πρόσφατων διαρρήξεων τα οποία ο κατηγορούμενος αγόρασε σε χαμηλή τιμή με σκοπό να τα λιώσει και να κάμει πλάκα χρυσού. Ανάφερε επίσης ότι, αφού εντοπίστηκαν τα χρυσαφικά ρώτησαν τον κατηγορούμενο να τους αναφέρει πως περιήλθαν στην κατοχή του αλλά αυτός δεν απαντούσε και ακολούθως λόγω του ότι δεν έδωσε λογικές εξηγήσεις για τον τρόπο προέλευσης τους τον συνέλαβε για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας. Τα χρυσαφικά στη συνέχεια την ίδια ημέρα και ώρα 13:00 τα παρέδωσε στον Αστ. 1142 ο οποίος χειρίστηκε περαιτέρω την υπόθεση Στην αντεξέταση του ερωτηθείς ο μάρτυρας αν έχει οποιοδήποτε στοιχείο στην κατοχή του ότι τα κοσμήματα ήταν προϊόν κλοπής ή ήταν κλοπιμαία, απάντησε ότι τα στοιχεία, μέχρι την ημέρα της έρευνας ήταν αυτά που αναφέρονται στο όρκο του εντάλματος σχετικά με τον πληροφοριοδότη ενώ στην συνέχεια την υπόθεση ανέλαβε ο 1142 και δεν γνωρίζει αν προέκυψαν άλλα στοιχεία. Ερωτηθείς ανέφερε ότι από τον πληροφοριοδότη δεν λήφθηκε κατάθεση και ότι η πληροφορία ήταν προφορική , ο ίδιος όμως δεν μίλησε με τον πληροφοριοδότη αλλά ο Αστ. 1137 Στέλιος Παμπόρης Ως προς το ότι ο κατηγορούμενος δεν έδωσε λογικές εξηγήσεις για την προέλευση των κοσμημάτων, ο μάρτυρας ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν του απάντησε και οι λογικές εξηγήσεις που ανάφερε μπορεί να είναι λάθος διατύπωση Από την μαρτυρία του Μ.Κ.4 αποδέχομαι επίσης τα όσα ανάφερε και σχετίζονται με τις δικές του ενέργειες. Σχετικά με τα όσα ανάφερε ο Μ.Ε.4 και τα οποία αφορούν πληροφορίες που δόθηκαν στην αστυνομία από κάποιο ανώνυμο πληροφοριοδότη, δεν προσδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα. Σύμφωνα με το άρθρο 23 του Ν. 32
(1)/2004, εξ' ακοής μαρτυρία σημαίνει δήλωση που έγινε από άλλο από εκείνο που καταθέτει σε πολιτική ή ποινική διαδικασία και η οποία προσάγεται ως μαρτυρία για απόδειξη των όσων αναφέρονται σε αυτή. Τα όσα ο Μ.Ε4 έχει αναφέρει και τα οποία σχετίζονται με τις δηλώσεις που έγιναν από το πιο πάνω πρόσωπο, πρόκειται για εξ΄ακοής μαρτυρία. Αδιαμφισβήτητα η εξ΄ακοής μαρτυρία μετά την τροποποίηση του Κεφ. 9 που επέφερε ο Νόμος 32
(1)/2004 γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία, τίθεται όμως ζήτημα βαρύτητας μιας τέτοιας μαρτυρίας και το δικαστήριο εφαρμόζοντας το άρθρο 27 (όχι όμως περιοριστικά) του πιο πάνω νόμου θα πρέπει κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας της να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία. Το άρθρο 27
(2)ενδεικτικά αναφέρει τις περιστάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση οι περιστάσεις της υπόθεσης είναι τέτοιες οι οποίες, αποκλείουν την δυνατότητα αποδοχής μιας τέτοιας μαρτυρίας. Είναι αρκετό να αναφέρω ότι το πρόσωπο στο οποίο έγιναν οι δηλώσεις, δόθηκε δηλαδή η πληροφορία, δεν κατάθεσε στο Δικαστήριο που σύμφωνα με τον Τεκμήριο 17 είναι ο Λοχίας 1277 και όχι αστυνομικός 1137 Στέλιος Παμπόρης που ανάφερε ο Μ.Κ.
  1. Το γεγονός ότι η πιο πάνω μαρτυρία στήριξε την έκδοση του εντάλματος έρευνας δεν υπέχει σημασίας, και δεν μπορεί για τον λόγο αυτό, ως ήταν εισήγηση της συνηγόρου της κατηγορούσας Αρχής, να αποτελέσει αποδεχτή μαρτυρία σε ποινική διαδικασία για την απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της δήλωσης του πληροφοριοδότη. Επίσης δεν αποδέχομαι ότι από τον κατηγορούμενο ζητήθηκε κατά ανεύρεση των κοσμημάτων να δώσει εξηγήσεις για την προέλευση τους καθότι αυτό έρχεται σε αντίθεση με την οπισθογράφηση επί του Τεκμηρίου
  2. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ: Στην παρούσα υπόθεση ως ποινική υπόθεση τοιαύτη, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαρίτωνος κ.α ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R 40. Αποτελεί νομική αρχή ότι έργο της κατηγορούσας αρχής είναι να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν αυτές είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου Π.Ε. 7018 και 7093 ημερ. 26.3.20002). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Ευριπίδου, Π.Ε 7102 ημερ. 7.6.2002, επισημάνθηκαν τα εξής: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής». Το άρθρο 309 του Κεφ. 154, επί του οποίου στηρίζεται η κατηγορία έχει ως εξής: «Όποιος έχει στην κατοχή του κινητό, χρήματα, αξιόγραφο, ή οποιαδήποτε άλλη περιουσία για την οποία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση έξι μηνών, εκτός αν αποδείξει με αυτό τον τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι απόκτησε νόμιμα την κατοχή τους». Από την μελέτη του πιο πάνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του είναι: Η κατοχή περιουσίας Οι εύλογες υπόνοιες ότι η πιο πάνω περιουσία είναι κλοπιμαία. Από τα αδιαμφισβήτητα και αναντίλεκτα γεγονότα διαφαίνεται ότι στις 21.10.2005, τα τεκμήρια 7 μέχρι και 16 αναβρεθήκαν από τον Μ.Κ.4 στην κατοχή του κατηγορούμενου κατόπιν εκτέλεσης εντάλματος έρευνας με ημερομηνία 21.10.2005, στην οικία του. Η αξία των κοσμημάτων (Τεκμήρια 7 μέχρι και 16) είναι ως αυτή φαίνεται στον επισυνημμένο επί του Τεκμηρίου 6 κατάλογο. Στην υπόθεση Τζώννης Καριπίδης (πιο πάνω), αναφορικά με την έννοια της εύλογης υπόνοιας που περιέχεται στο πιο πάνω άρθρο, αποφασίστηκε ότι αυτή αποδεικνύεται ως αντικειμενικό γεγονός από το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται. Ο κατηγορούμενος έχει επιλέξει να προβεί σε ανώμοτι δήλωση δηλώνοντας ότι είναι αθώος. Έχει όμως δώσει κατάθεση στην αστυνομία που είναι το Τεκμήριο 1. Η τέτοια κατάθεση αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας
(1982)2 ΑΑΔ 109, σελ 112: «κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορούμενου που γίνεται δεκτό αποτελεί μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος.» Η ανωτέρω αρχή υιοθετήθηκε και στην απόφαση Κωνσταντινίδης ν Αστυνομίας
(1981)2 ΑΑΔ 109, σελ
  1. Ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του δίδει κάποιες εξηγήσεις για την προέλευση της αναβρεθείσας από την αστυνομία περιουσίας στην οικία του, οι ισχυρισμοί οι οποίο έχουν επιβεβαιωθεί από την αστυνομία εν μέρει, από την κατάθεση που λήφθηκε από τον Νεόφυτο Ευστρατίου, όπως ανάφερε ο Μ.Κ.3, ο Ευστρατίου του ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος παρέλαβε ποσότητα κοσμημάτων από την οικία του τα οποία άφησε εκεί κάποιος Όλεκ. Για μια χρυσή βέρα του γάμου του, η οποία εν τέλει του επιστράφηκε και μια γεμάτη χρυσή καδένα χεριού, που ανευρεθήκαν σε συρτάρι του καθιστικού, ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι είναι δικά του. Την χρυσή καδένα του την έκανε δώρο ο Όλεκ πριν 8 χρόνια στα γενέθλια του. Τα κομμάτια του χρυσού, που βρέθηκαν σε συρτάρι του καθιστικού μέσα σε μαύρο στρογγυλό κουτάκι αναφέρει ότι δεν είναι καθαρό χρυσάφι αλλά περιέχει και κάδμιο που χρησιμοποιεί για την κόλληση χρυσαφικών Μια χρυσή καδένα ανήκει στον ανηψιό του που του δώρησαν οι φίλοι του την ημέρα του γάμου του η οποία του ήταν μεγάλη και του ζήτησε να του την κοντύνει. Με βάση την κατάθεση του κατηγορούμενου συνάγεται ότι τα κοσμήματα που αυτός παρέλαβε από το σπίτι του Νεόφυτου Ευστρατίου, πλην των πιο πάνω, και άνηκαν στον Όλεκ ήταν ένα σύνολο κοσμημάτων και όλα τα είχε στην κατοχή του πριν από την πρώτη έρευνα που έγινε στις 7.1.
  2. Στην κατάθεση του επίσης ο κατηγορούμενος αναφέρει πως τα κοσμήματα που βρέθηκαν στην πρώτη έρευνα στις 7.1.2005 που του άφησε ο Όλεκ ήταν προϊόν κλοπής και του τα έδωσαν χωρίς να το γνωρίζει ότι ήταν κλοπιμαία συνεπακόλουθα προκύπτει ότι στις 21.10.2005 που ο κατηγορούμενος έδωσε κατάθεση στην αστυνομία γνώριζε ήδη ή τουλάχιστον είχε πληροφορηθεί ότι τα κοσμήματα που είχε παραλάβει από τον Όλεκ ήταν προϊόν κλοπής. H ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι τα ψεύδη του κατηγορούμενου οδηγούν μεταξύ άλλων και στην δημιουργία της εύλογης υπόνοιας του άρθρου
  3. Καταφυγή στο ψεύδος προς το σκοπό απόκρυψης κρίσιμων γεγονότων, κατατείνει σε ενοχοποιητικά συμπεράσματα. Δεν στοιχειοθετεί (θετικά) συστατικά στοιχεία του εγκλήματος παρέχει όμως μαρτυρία η οποία επεξηγεί και ρίπτει φως στην συμπεριφορά του κατηγορούμενου και δίδει εγκληματικόν χαρακτήρα σε πράξεις για τις οποίες χωρίς αθώα εξήγηση (βλ. Παφίτης ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 6622 ημερ. 8.9.99, Αλ Χαμέτ κ.α ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 117 και Ιερόθεου Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 6741,6751 και 6742 ημερομηνίας 30.11.2000) Ο κατηγορούμενος ενώ αναφέρει στην κατάθεση του ότι είναι μεταξύ άλλων χρυσοχόος στο επάγγελμα, για ένα σημαντικό μέρος των κοσμημάτων όταν του επεστήθηκε η προσοχή στο Νόμο απάντησε «αυτά δέκα είκοσι λίρες είναι». Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την πραγματική αξία των κοσμημάτων όπως αυτή φαίνεται στο επισυνημμένο κατάλογο επί του Τεκμηρίου
  1. Έχοντας υπόψη την ιδιότητα του κατηγορούμενου, προκύπτει ότι αυτό που είπε στην αστυνομία ήταν ψέματα. Οπόταν, με βάση τα πιο πάνω και αποδεχόμενη ακόμα και την θέση, ότι πράγματι τα κοσμήματα είχαν παραληφθεί από το σπίτι του Ευστρατίου, που τα είχε αφήσει ο Όλεκ, από τον κατηγορούμενο, το πιο πάνω στοιχείο και η θέση του κατηγορούμενου ότι δηλαδή ήταν προϊόν κλοπής χωρίς όμως να το γνωρίζει είναι αρκετό για να δημιουργήσουν την εύλογη υπόνοια του άρθρου
  2. Αναφορικά όμως με την γεμάτη χρυσή καδένα όπως την περιγράφει ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του, τα κομμάτια του χρυσού, που βρέθηκαν σε συρτάρι του καθιστικού μέσα σε μαύρο στρογγυλό κουτάκι που αναφέρει ότι τα χρησιμοποιεί για την κόλληση χρυσαφικών και η χρυσή καδένα που σύμφωνα πάλι με τον κατηγορούμενο ανήκει στον ανηψιό του την οποία του ζήτησε να του την κοντύνει δεν υπάρχει καμία μαρτυρία, πέραν από των πιο πάνω εξηγήσεων που δίδει ο κατηγορούμενος στη κατάθεση του ικανή που να δημιουργεί την εύλογη υποψία που θέτει το άρθρο
  3. Συνεπακόλουθα είναι η κατάληξη μου ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει την κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Ενόψει όμως της πιο πάνω κατάληξης μου που αφορά μέρος της αναιρεθείσας περιουσίας και όχι του συνόλου της, οι λεπτομέρειες του αδικήματος τροποποιούνται ως ακολούθως, αφού έλαβα υπόψη μου την αξία των κοσμημάτων που αναφέρεται στο κατάλογο επί του Τεκμηρίου
  4. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος την 21ην Οκτωβρίου 2005 στη Πάφο της Επαρχίας Πάφου είχε στην κατοχή του περιουσία για την οποία υπήρχε εύλογη υπόνοια ότι ήταν κλοπιμαία, ήτοι διάφορα χρυσαφικά συνολικής αξίας Λ.Κ. 1360.- (Υπ.)......... Κ. Κουνίδου Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.