Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Κυριάκου Κυριάκου, Αρ. Υπόθεσης : 12009/07, 24 Απριλίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης : 12009/07 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής εναντίον Κυριάκου Κυριάκου Κατηγορούμενου -------------------------------- Ημερομηνία: 24 Απριλίου, 2009 Εμφανίσεις: Για τη Κατηγορούσα Αρχή : κα. Σ. Π΄ Λαζάρου Για το Κατηγορούμενο : καμία εμφάνιση Κατηγορούμενος ׃ παρών --------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τη κατηγορία της αμελούς οδήγησης. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι, στις 8.7.07 στο κύριο δρόμο Πόλης Χρυσοχούς - Περιστερώνας, της επαρχίας Πάφου, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΑΚ 563, χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Από πλευράς κατηγορούσας αρχής, κλήθηκαν και έδωσαν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, ο αστυφ. 1814 Α. Παφίτης (ΜΚ1) και ο Γιώργος Αγρογιάννης (ΜΚ2). Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και παρά το ότι ο κατηγορούμενος δεν εκπροσωπείται απο δικηγόρο, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του, έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Η απαλλαγή του κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορουμένου σε αυτή. (Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). H κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στα στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αzinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλέπε Azinas and another v. Police, (πιο πάνω). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της και επάρκεια της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρά στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία.» Στο στάδιο αυτό και σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει με αντικειμενικότητα τη δοθείσα μαρτυρία χωρίς να προβεί σε αξιολόγηση της, σε συσχετισμό με τη νομική πτυχή της υπόθεσης έτσι ώστε να διαπιστωθεί αν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 8 του Νόμου 86/72 και στο οποίο βασίζεται η κατηγορία, έτυχε νομολογιακής ανάλυσης κατ΄ επανάληψη. Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (βλ. Charalambous v. Police
(1982)2 CLR 134 και Κυριάκου Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Η αμέλεια που χρειάζεται για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα δεν είναι ψηλότερη από αυτή που χρειάζεται για να αποδειχθεί στις πολιτικές υποθέσεις (βλ. Πορτοκαλλίδης ν. Αστυνομίας
(1987)2 CLR 86). Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κατά την εξέταση κατηγορίας για αμελή οδήγηση, η προσοχή επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις όπως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι τον τέλειο οδηγό (βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 ). Οι αρχές που διέπουν το καθορισμό ευθύνης των αυτοκινητοδηγών προς άλλους χρήστες του δρόμου είναι αδιαμφισβήτητες (βλ. Vakanas v. Thomas & Another
(1982)1 CLR 530, Adamis & Another v. Eracleous
(1982)1 CLR 746 και Κωμιάτη ν. Πόλιτσου
(2001)1 ΑΑΔ 226). Όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, το κριτήριο για τη διαπίστωση αμελούς οδήγησης, όπως και της αμέλειας γενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του αυτοκινητοδηγού. Δεν είναι υποκειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική θεώρηση της λειτουργίας του οδηγού. Το Δικαστήριο θα πρέπει, να εξετάσει το ζήτημα, λαμβάνοντας υπόψη την προσκομισθείσα εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής μαρτυρία, χωρίς βέβαια να προχωρήσει σε αξιολόγηση της και σε συσχετισμό πάντα με τη νομική πτυχή του θέματος. Ο ΜΚ 1, ήταν ο εξεταστής του δυστυχήματος. Σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 32
(1)/04 κατάθεσε σαν Τεκμήριο 1, γραπτή του κατάθεση, την υιοθέτησε σαν μέρος της κύριας εξέτασης του και στη συνέχεια αντεξετάσθηκε από τον ίδιο το κατηγορούμενο. Ο ΜΚ 2, ήταν συνεπιβάτης του κατηγορούμενου και κατάθεσε τα όσα γνώριζε για το δυστύχημα. Η μαρτυρία τους είναι πλήρως καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα την επαναλάβω, αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε εξέταση του ζητήματος. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, προκύπτει ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας για κάποια ενέργεια του κατηγορούμενου που να καταδεικνύει αμέλεια. Εκτός από την εμπλοκή του στο δυστύχημα και το γεγονός ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ1, αυτός έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του με αποτέλεσμα αυτό να πλαγιολισθήσει για απόσταση 30 μέτρων περίπου και στη συνέχεια να κτυπήσει πάνω σε σταθμευμένο αυτοκίνητο, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο στην προσκομισθείσα εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής μαρτυρία, που να τείνει έστω να καταδείξει ότι αυτός ενήργησε αμελώς. Αντίθετα ο Μ.Κ. 2, μαρτύρησε ότι ο ίδιος είδε ένα αυτοκίνητο που ερχόταν απο την αντίθετη πορεία να οδηγείται με τα φώτα του «ψηλά» και ότι μόλις το αυτοκίνητο αυτό πέρασε απο δίπλα τους, ο κατηγορούμενος έχασε τον έλεγχο του οχήματος του. Από τη στιγμή που η κατηγορούσα αρχή δεν προσκόμισε άμεση και θετική μαρτυρία σε σχέση με οποιαδήποτε ενέργεια του κατηγορούμενου που να καταδεικνύει αμέλεια, κρίνεται ότι η κλήση του σε απολογία, απλώς θα επιβεβαίωνε το κενό και δεν θα εξυπηρετούσε οποιαδήποτε αρχή δικαίου. Το γεγονός και μόνο ότι αυτός έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, δεν είναι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης στοιχείο αρκετό και ικανό να αποδείξει σε περίπτωση κλήσης του κατηγορούμενου σε απολογία, αμέλεια εκ μέρους του, έτσι ώστε αυτός να πρέπει να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Με βάση όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχθεί εναντίον του κατηγορούμενου εκ πρώτης όψεως υπόθεση έτσι ώστε αυτός να κληθεί να προβάλει την υπεράσπισή του. Κατά συνέπεια η εναντίον του κατηγορία απορρίπτεται. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται. (Υπ) ........... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο