← Κύπρος

Δημήτρη Πεγειώτη ν. Χ΄ Χριστοδούλου Ανδρέα, άλλως Μαύρου, Αρ. Υπόθεσης: 8366/07, 27 Απριλίου, 2009

Δημήτρη Πεγειώτη ν. Χ΄ Χριστοδούλου Ανδρέα, άλλως Μαύρου, Αρ. Υπόθεσης: 8366/07, 27 Απριλίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8366/07 Μεταξύ: Δημήτρη Πεγειώτη Κατηγορούσας Αρχής και Χ΄ Χριστοδούλου Ανδρέα, άλλως Μαύρου Κατηγορούμενου --------------------------------- Ημερομηνία: 27 Απριλίου, 2009 Εμφανίσεις: Για Κατήγορο : κ. Α. Αλεξάνδρου Για Κατηγορούμενo: κα. Γ. Κωμοδρόμου Κατηγορούμενος ׃ παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι επιτρέπει και/ή ανέχεται σκύλο του οποίου είναι ιδιοκτήτης και/ή έχει τη φροντίδα να προξενεί θόρυβο με συνεχές γαύγισμα που προκαλεί οχληρία στο κοινό, κατά παράβαση του άρθρου 18(ε)(ιι) του Περί Σκύλων Νόμου, 184(Ι)/2002. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος κατά ή περί τις 20/7/2007, στη κοινότητα της Τίμης στην περιοχή Ελιούδια, στην οδό Λαπήθου 17, ενώ ήταν ιδιοκτήτης και/ή είχε κάτω απο τη φροντίδα του σκύλο, επέτρεψε σε αυτόν και/ή ανέχθηκε αυτόν να προξενεί θόρυβο με ηχηρό και συνεχές γαύγισμα που προκάλεσε οχληρία για το κοινό. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία, δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Αντίθετη υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ο οποίος εισηγήθηκε ότι αυτός, θα πρέπει να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορουμένου σε αυτή. (Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). H κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αzinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλέπε Azinas and another v. Police, (πιο πάνω). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74 (β)του Κεφ. 155. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της και επάρκεια της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στα στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν». Το Δικαστήριο λοιπόν για να αποφασίσει το ζήτημα, θα πρέπει να εξετάσει με προσοχή την προσκομισθείσα εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής μαρτυρία, χωρίς βέβαια να προχωρήσει σε αξιολόγηση της. Πρός απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ένα μόνο μάρτυρα κατηγορίας, το Δημήτρη Πεγειώτη. Αυτός και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται απο τον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ.9, κατάθεσε έγγραφο που ετοιμάσθηκε για τους σκοπούς της υπόθεσης, ως μέρος της κύριας του εξέτασης και στη συνέχεια αντεξετάσθηκε απο την ευπαίδευτη συνήγορο του κατηγορούμενου. Όλα όσα ανάφερε ο μάρτυρας, προκύπτουν απο τη δήλωση του, η οποία έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο, ως Τεκμήριο Α, καθώς επίσης και απο τα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα τα επαναλάβω. Με βάση λοιπόν την προσκομισθείσα μαρτυρία και χωρίς βέβαια να προβώ σε αξιολόγηση της, θα προχωρήσω να εξετάσω το ζήτημα. Το αδίκημα το οποίο αποδίδεται στο κατηγορούμενο, βασίζεται, όπως αναγράφεται στο κατηγορητήριο στο άρθρο 18 (ε) (
  1. ii)του Περί Σκύλλων Νόμου, Ν. 184(Ι)/ 2002. Το αδίκημα όμως που ποινικοποιεί το αδίκημα που περιγράφεται στο κατηγορητήριο, δεν είναι αυτό, το οποίο προκύπτει απο το πιό πάνω εδάφιο του νόμου, αλλά αυτό που προκύπτει από το εδάφιο (ε) (i). Εν πάση περιπτώσει δεν θα εξετάσω το θέμα αυτό, για τούς λόγους που θα διαφανούν στη συνέχεια. Το άρθρο 18(ε)(
  2. i)έχει ως ακολούθως׃ « Οποιοδήποτε πρόσωπο- ....................................................................................................................................................................................................................... ................................................................................................ (ε) επιτρέπει ή ανέχεται όπως ο σκύλος του οποίου είναι ιδιοκτήτης ή τον οποίο έχει κάτω απο τη φροντίδα του- (
  3. i)προξενεί θόρυβο με ηχηρό και συνεχές γαύγισμα που προκαλεί οχηρία στο κοινό........................................................................................................................................................................................................................................................... ..............................................................είναι ένοχο αδικήματος...................» Η ερμηνεία του όρου «σκύλος», όπως δίδεται στο ερμηνευτικό άρθρο του Νόμου, το άρθρο 2, έχει ως εξής׃ « «σκύλος», για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, περιλαμβάνει κάθε σκύλο κάθε φυλής και γένους ηλικίας άνω των 3 μηνών» Θα πρέπει λοιπόν για να αποδειχθεί μία τέτοια κατηγορία, να αποδειχθεί μεταξύ άλλων ότι το ζώο, το οποίο προκαλεί την οχληρία, είναι σκύλος άνω των 3 μηνών. Στην παρούσα υπόθεση, ο Μ.Κ.1 αναφέρθηκε στο σκύλο του κατηγορούμενου, τον οποίο περιέγραψε ως ένα μικρό, άσπρο σκύλο, ο οποίος για μήνες ήταν καθημερινά δεμένος μέσα στην αυλή του τελευταίου. Αυτή ήταν σε συντομία η προσκομισθείσα μαρτυρία σε σχέση με το σκύλο του κατηγορούμενου που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της κατηγορούσας αρχής προκαλούσε την οχληρία. Κρίνεται ότι η μαρτυρία αυτή είναι ασαφής και αόριστη και θα ήταν ανίκανη να αποδείξει ότι ο σκύλος που σύμφωνα με την εκδοχή του Μ.Κ.1 προκαλούσε την οχληρία, ήταν άνω των 3 μηνών και συνεπώς ήταν σκύλος, σύμφωνα με την έννοια του όρου, όπως καθορίζεται στον ίδιο το νόμο. Αυτό που ισχυρίσθηκε ο μάρτυρας ότι ο σκύλος βρισκόταν για μήνες δεμένος μέσα στην αυλή του κατηγορούμενου, δεν διαφοροποιεί το ζήτημα. Και αυτό γιατί δεν θα ήταν δυνατό χωρίς άλλη μαρτυρία που να προσδιορίζει τον αριθμό αυτών των μηνών να αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος σκύλος, ήταν άνω των 3 μηνών. Και αυτό λαμβανομένου υπόψη, ότι πρόκειται για ποινική υπόθεση στην οποία δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι αυτές. ( βλ. Λοϊζου v. Αστυνομίας,
(1989)2 ΑΑΔ 363, Σαζός v. Αστυνομίας, 2001
(2)ΑΑΔ 18). Με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνεται ότι, δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, έτσι ώστε αυτός να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, απλώς θα επιβεβαίωνε τα πιο πάνω και δεν θα εξυπηρετούσε οποιαδήποτε αρχή δικαίου. Εξετάζοντας τώρα το ζήτημα των εξόδων της παρούσας υπόθεσης, θα πρέπει να παρατηρήσω ότι καμία αναφορά προς τούτο, δεν έγινε απο τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων. Το άρθρο 169 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, παρέχει στο Δικαστήριο, τη διακριτική ευχέρεια να διατάξει το πρόσωπο το οποίο έχει προσάψει στο κατηγορούμενο τη κατηγορία, όπως σε περίπτωση αθώωσης του τελευταίου να του καταβάλει τα έξοδα. Σε σχέση με τη διακριτική ευχέρεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επιδίκαση εξόδων σε ποινικές υποθέσεις, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση, Dias Yvan Katharina v. Θεόδωρου Ευθυμίου κ.α., 1998
(2)ΑΑΔ 78. «Το άρθρο 151 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να προβεί στην έκδοση διαταγής ως προς τα έξοδα. Η άσκηση γενικά της εξουσίας για την επιδίκαση εξόδων σε ποινικές υποθέσεις αποτέλεσε το αντικείμενο συζήτησης στην Pishorn v. Police
(1973)9 J.S.C. 1132. Διευκρινίζεται ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας για την παροχή εξόδων δεν ασκείται όπως και στις πολιτικές υποθέσεις, που, κατά κανόνα ακολουθεί το αποτέλεσμα. Υπεισέρχονται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και όλοι οι άλλοι παράγοντες δημοσίου συμφέροντος οι οποίοι αφορούν την έγερση ποινικής διαδικασίας». Παρόλο που τα πιο πάνω σχετίζονται με την εξουσία του Ανωτάτου και όχι πρωτόδικου Δικαστηρίου, εν τούτοις θεωρώ σημαντική την επισήμανση ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ασκείται στις ποινικές υποθέσεις με τρόπο διαφορετικό απο την αντίστοιχη στις πολιτικές. Στην παρούσα υπόθεση και όπως προαναφέρθηκε, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου, επιχειρηματολογώντας υπέρ της εισήγησης της για μη κλήση του πελάτη της σε απολογία, δεν ζήτησε όπως σε περίπτωση επιτυχούς κατάληξης της εισήγησης της, τα έξοδα επιδικασθούν σε βάρος του προσώπου που προσήψε τη κατηγορία. Ως αποτέλεσμα τούτου και εφόσον η υπεράσπιση δεν έχει ζητήσει η ίδια τα έξοδα της, δεν θεωρώ ορθό, απλά και μόνο ένεκα της έκβασης της υπόθεσης, να επιδικάσω τα έξοδα υπέρ του κατηγορούμενου. Ως εκ τούτου, δεν εκδίδεται καμία διαταγή για έξοδα. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται στη κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.