ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΚΥΡΙΑΚΟ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΠΗΓΑΣΙΟΥ, Aρ. Υπόθεσης: 2/2009, 29 Απριλίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 2/2009 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ 133
(1)/2004 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΚΥΡΙΑΚΟ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΠΗΓΑΣΙΟΥ Ημερομηνία: 29 Απριλίου 2009 Εμφανίσεις: Για τον Γενικό Εισαγγελέα: κα. Σπηλιωτοπούλου Για τον εκζητούμενο: κ. Ρ. Ερωτοκρίτου, κ. Αλ. Αλεξάνδρου και Γ. Προδρόμου (Στις 29.4.2009 και ο κ. Τούμπας για κ. Ρ. Ερωτοκρίτου για να ακούσει την απόφαση) Εκζητούμενος: παρών ----------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η To θέμα που εξετάζεται στην παρούσα διαδικασία διέπεται από τον Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμο του 2004 Ν. 133
(1)/2004. Ο Νόμος αυτός ψηφίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Απόφαση Πλαίσιο του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών Μελών» (EEL 190 της 18.7.2002, σελ 1). Την 16ην Μαρτίου 2009 το Δικαστήριο εξέδωσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του Κυριάκου Χαραλάμπους Πηγασίου για σκοπούς του Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου του 2004 (Ν.133
(1)/2004) δηλαδή δυνάμει του άρθρου 16
(2)του Ρηθέντος Νόμου. Την 17/3/2009 το ως άνω πρόσωπο αφού συνελήφθηκε, οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο αφού βεβαιώθηκε για την ταυτότητα του, ότι δηλαδή είναι το πρόσωπο το οποίο αναφέρεται στο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης βάσει των εγγράφων που τέθηκαν ενώπιον του αλλά και λόγω της δήλωσης του συνηγόρου του ότι δεν είχε οποιαδήποτε ένσταση σχετικά με την ταυτότητα του, ενημέρωσε τον συλληφθέντα για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, για το δικαίωμα του να προσφύγει στις υπηρεσίες δικηγόρου, δικαίωμα το οποίο διαπίστωσε ότι ο συλληφθείς το είχε εξασκήσει και της δυνατότητας του να συγκατατεθεί στην παράδοση του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος που είναι το Ηνωμένο Βασίλειο. Ακολούθως το Δικαστήριο ενημέρωσε τον συλληφθέντα ότι δικαιούτο είτε ο ίδιος είτε μέσω του συνηγόρου του να ζητήσει και να λάβει αντίγραφα όλων των εγγράφων με δική του δαπάνη. Μετά την δήλωση του συνηγόρου του, ότι ο εκζητούμενος δεν δίνει την συγκατάθεση του για παράδοση του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για ακρόαση και διέταξε την απόλυση του εκζητούμενου με όρους. Κατά την ημερομηνία ακρόασης της αίτησης παρενέβη, μετά από άδεια, στη διαδικασία, ο κ. Κορακίδης ο οποίος κατόπιν ενημέρωσης της εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα δήλωσαν από κοινού τα πιο κάτω, με τα οποία συμφώνησε και ο συνήγορος του εκζητούμενου, Στις 19/2/09, καταχωρήθηκε εναντίον του εκζητούμενου, η ιδιωτική ποινική υπόθεση 2121/09, η οποία αφορά δύο κατηγορίες σε σχέση με το άρθρο 305A του Ποινικού Κώδικα. Η υπόθεση είναι ορισμένη στις 24/3/09 για πρώτη εμφάνιση. Σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας και σε σχέση με την πιο πάνω υπόθεση που εκκρεμεί εναντίον του εκζητούμενου, δηλώθηκε από κοινού, ότι η υπόθεση έχει οριστεί για ακρόαση στις 17/9/09 και ώρα 10:00 π.μ. και ότι έχουν τεθεί ως όροι από το Δικαστήριο, όπως ο κατηγορούμενος παραδώσει όλα τα ταξιδιωτικά του έγγραφα στις αστυνομικές αρχές, το όνομα του να τεθεί στον κατάλογο των προσώπων που δεν επιτρέπεται η έξοδος από τη Δημοκρατία και να υπογράψει εγγύηση ύψους €20.
- O κ. Κορακίδης ζήτησε να του δοθεί το δικαίωμα να αγορεύσει κατά πόσο σε περίπτωση που εγκριθεί η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης θα πρέπει να αναβληθεί η παράδοση του εκζητούμενου προς τις Βρετανικές Αρχές λόγω της ύπαρξης της πιο πάνω ποινικής υπόθεσης εναντίον του. Κατά την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο μάρτυρες ο Αστ. 1698 Κυριάκος Κυριάκου (Μ.1) που υπηρετεί στο ΤΑΕ Πάφου και η Έλλη Κανάρη Μορφάκη (Μ.2) Ανώτερη Διοικητικός Λειτουργός στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως. Ο Αστ. 1698 Κυριάκος Κυριάκου ανάφερε ότι παρέλαβε αλληλογραφία από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, η οποία αφορούσε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης του Κυριάκου Πηγασίου και ακολούθως σε συνεννόηση με τη Νομική Υπηρεσία, προέβηκε στην έκδοση του Κυπριακού εντάλματος σύλληψης το οποίο ακολούθως εκτέλεσε. Αυτές ήταν και οι μόνες ενέργειες που προέβηκε σε σχέση με την υπόθεση. Στην αντεξέταση του ο Μ.1, ερωτηθείς σχετικά ανάφερε πως την αλληλογραφία παρέλαβε στις 5/3/
- Στην επανεξέταση του ο Μ.1, διευκρίνισε ότι η αλληλογραφία στάληκε στο τμήμα που εργάζεται, από την Interpol. Η κα Έλλη Κανάρη Μορφάκη είναι Ανώτερη Διοικητικός Λειτουργός στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως και είναι η υπεύθυνη της Μονάδας για τη Διεθνή Νομική Συνεργασία. Η μάρτυρας ανέφερε ότι μέσω της Interpol Λευκωσίας παραλήφθηκε το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, το οποίο απέστειλαν οι Βρετανικές Αρχές για εκτέλεση εναντίον του εκζητούμενου Κυριάκου Πηγασίου. Μετά από μελέτη του εντάλματος και αφού ικανοποιήθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου για την έκδοση του πιστοποιητικού, το οποίο προβλέπει το άρθρο 16 του Ν.133
(1)/2004, προχώρησε στην έκδοση του, στις 5/3/09 (Τεκμήριο 1), το οποίο στην συνεχεία απέστειλε στον Αρχηγό Αστυνομίας με σκοπό να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για τη σύλληψη του εκζητούμενου. Ανέφερε επίσης ότι μετά από τη λήψη και ανάγνωση των πρακτικών της διαδικασίας εκτέλεσης του εντάλματος τα οποία εστάλησαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου με την επιστολή ημερομηνίας 18/3/09, ενόψει του ζητήματος που έγειρε η υπεράσπιση, σε σχέση με το χρόνο έκδοσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης από τις Βρετανικές Αρχές, το οποίο είχε εκδοθεί στις 5/3/08 και της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε για τη λήψη του από τις δικές μας αρχές για εκτέλεση, διερεύνησε το θέμα μέσω της Interpol και ζήτησε από τις Βρετανικές Αρχές να διευκρινίσουν γιατί υπήρξε τόση καθυστέρηση στην αποστολή του Ευρωπαϊκού Εντάλματος στις αρχές μας για εκτέλεση. Με βάση μήνυμα που στάληκε και λήφθηκε την ίδια ημέρα που έδινε μαρτυρία η κ. Μορφάκη, από την Interpol (Τεκμήριο 2), τους ενημέρωσαν ότι το συγκεκριμένο ένταλμα με βάση τα δικά τους στοιχεία, είχε αποσταλεί στην Κύπρο για εκτέλεση στις 20/3/08. Το γραφείο της Interpol Λευκωσίας από τη μελέτη των φακέλων του, δεν βρήκε το συγκεκριμένο ένταλμα, ούτε και κάποιο άλλο σε σχέση με τον εκζητούμενο. Σύμφωνα με την μάρτυρα οι Βρετανικές Αρχές, φαίνεται να ισχυρίζονται ότι το ένταλμα στάληκε από πέρσι, αλλά με βάση τα στοιχεία τους δεν το έχουν παραλάβει και επανήλθαν στέλνοντας το ξανά. Πρόκειται είπε για ακριβώς το ίδιο ένταλμα. Στην αντεξέταση της η μάρτυρας ερωτηθείσα τι αφορά η σφραγίδα στην τελευταία σελίδα του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης ανάφερε πως είναι η σφραγίδα του Δικαστηρίου που το έχει εκδώσει. Στην τελευταία σελίδα, σε ερώτηση αν συμφωνεί ότι δε φαίνεται οποιοδήποτε στοιχείο του εκζητούμενου, ανάφερε πως το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης είναι τυποποιημένο, και τα στοιχεία του εκζητούμενου φαίνονται στην πρώτη και στη δεύτερη σελίδα. Για τις υπόλοιπες σελίδες του εντάλματος που δε φέρουν σφραγίδα ανάφερε πως δεν απαιτείται από την απόφαση πλαίσιο στο έντυπο που χρησιμοποιείται και το οποίο αποτελεί παράρτημα στην απόφαση πλαίσιο, πέραν από τη σφραγίδα του Δικαστηρίου στην τελευταία σελίδα, να τοποθετείται οποιαδήποτε άλλη σφραγίδα και αυτή είναι η πρακτική που ακολουθείται από όλες τις χώρες που εφαρμόζουν τη σχετική απόφαση και όλα τα εντάλματα που έχουν μέχρι στιγμής εκτελεστεί, ακολουθούν ακριβώς την ίδια πρακτική. Σε ερώτηση αν ο Νόμος 133
(1)/2004 προβλέπει ότι το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης πρέπει να είναι σε φωτοτυπία ανέφερε πως δεν το απαγορεύει ο νόμος και δεν ορίζει ρητά ότι πρέπει να είναι το πρωτότυπο ενώ μέχρι στιγμής σύμφωνα με την μάρτυρα έχουν αποδεχτεί και εκτελέσει Ευρωπαϊκά Εντάλματα με βάση φωτοτυπίες που λαμβάνονται με βάση μηνύματα, εντάλματα που παραλαμβάνουν μέσω της Interpol ή μέσω φαξ και συμφώνησε ότι προχώρησε στην έκδοση του Τεκμηρίου 1, με βάση φωτοαντίγραφα. Σε σχέση με το Τεκμήριο 2, ανέφερε ότι το γραφείο της Interpol Λευκωσίας, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς των Βρετανικών Αρχών έπρεπε να είχε πάρει το σχετικό μήνυμα και το ένταλμα, την διαβεβαίωσε τηλεφωνικά ότι δεν το βρήκαν και πιθανόν να παράπεσε και ότι η ίδια δεν μπορεί να είναι βέβαιη αν δεν παραλήφθηκε. Σε ερώτηση αν με το Τεκμήριο 2, αναζητούνται στοιχεία της ταυτότητας του προσώπου που ζητείται η έκδοση, η μάρτυρας με αναφορά στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 διαφώνησε αναφέροντας ότι πιθανό να μην υπήρχε τότε η φωτογραφία του ενώ σε αυτό ( το τεκμήριο 2) γίνεται αναφορά στο όνομα Κυριάκος Πηγασίου, ημερομηνία γέννησης 13/3/68. Σε ερώτηση αν συμφωνεί ότι στην φωτοτυπία αυτού που ονομάζει Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, δεν αναγράφεται αν ζητείται για να δικαστεί σε συνοπτική δίκη ή να παραπεμφθεί σε Κακουργιοδικείο, η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν απαιτούνται τέτοιου είδους λεπτομέρειες στο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, ενώ της κεντρικής αρχής που έχει την ευθύνη έκδοσης του σχετικού πιστοποιητικού, ο ρόλος σταματά μέχρι του σημείου όπου διαπιστώνει κατά πόσο το συγκεκριμένο ένταλμα έχει εκδοθεί από αρχή η οποία έχει δικαιοδοσία να εκδίδει τέτοιου είδους εντάλματα, κατά πόσο έχει υπογραφεί από το Δικαστή που έχει εκδώσει το ένταλμα, η ημερομηνία έκδοσης του εντάλματος και ελέγχουν κατά πόσο του συγκεκριμένου εντάλματος έχει η έκδοσης στηριχτεί σε ένταλμα σύλληψης ή σε εκτελεστή απόφαση. Αυτά είναι τα μόνα στοιχεία που ελέγχουν ενώ δεν έχουν αρμοδιότητα να υπεισέλθουν σε λεπτομέρειες και να εξετάσουν ζητήματα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης. Σε ερώτηση, πως σε περίπτωση που ο εκζητούμενος θα δικαστεί σε συνοπτική δίκη, η ποινή που προβλέπεται είναι έξι μήνες φυλάκιση, η μάρτυρας ανάφερε ότι το αδίκημα το οποίο διώκεται, επισύρει ποινή μέχρι και επτά έτη κάθειρξης και αυτό φαίνεται στην παράγραφο (γ).
(1)του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, ενώ σε ερώτηση πως δεν γνωρίζει αν τον ζητούν για να τον δικάσουν σε συνοπτική διαδικασία η μάρτυρας ανάφερε όχι και ότι στο ένταλμα γίνεται παραπομπή στο σχετικό άρθρο του Νόμου χωρίς να διευκρινίζει ακριβώς με βάση ποια διαδικασία θα δικαστεί. Σε ερώτηση αν δίνονται στοιχεία πότε τελέστηκε η αξιόποινη πράξη η μάρτυρας ανάφερε ότι η συνομωσία διευρύνεται χρονικά από τον Ιανουάριο του 2006 ως τον Ιανουάριο του 2007 και αφορά πέντε εισαγωγές τσιγάρων όπως αναφέρονται στη σελίδα 4, στην περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης της αξιόποινης πράξης. Στην υποβολή ότι με τα στοιχεία που αναγράφονται στο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης δεν περιγράφεται καμία ουσιαστικά αξιόποινη πράξη, η μάρτυρας διαφώνησε και ανάφερε ότι αυτός κατονομάζεται στο ένταλμα ως ένας από τους πέντε συνωμότες, απαντώντας στην συνέχεια πως δεν είναι στις αρμοδιότητες τους να εισέλθουν στην ουσία της υπόθεσης και στην ουσία των γεγονότων. Σε ερώτηση, αν προχωρεί στην έκδοση του Τεκμηρίου 1 με την παραλαβή ενός Ευρωπαϊκού Ένταλματος ανεξάρτητα από το αν υπάρχουν ικανοποιητικά στοιχεία η μάρτυρας ανέφερε πως αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι και πρέπει να ζητήθουν από τη δικαστική αρχή έκδοσης συμπληρωματικά στοιχεία, τότε ζητούν και πως είναι καθιερωμένη πρακτική πριν την έκδοση του πιστοποιητικού να ζητούνται πρόσθετα στοιχεία ή διευκρινήσεις κάτι που στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν κρίθηκε σκόπιμο. Σε υποβολή ότι δεν αποκαλύπτεται ουσιαστικά παράνομη πράξη του εκζητούμενου και κακώς προχώρησε στην έκδοση του πιστοποιητικού ανάφερε πως το πιστοποιητικό εκδίδεται για την πιστοποίηση του γεγονότος ότι το ένταλμα εκδόθηκε με τον νόμιμο τύπο που σημαίνει ότι το Ευρωπαϊκό Ένταλμα έχει εκδοθεί από μία αρχή η οποία είχε την δικαιοδοσία να εκδίδει εντάλματα και πέραν αυτού τίποτε άλλο ενώ αν το ένταλμα είναι ή δεν είναι εντάξει, είναι θέμα της δικαστικής αρχής εκτέλεσης που θα αποφασίσει αν το ένταλμα με βάση τα στοιχεία που περιέχει, πρέπει ή όχι να εκτελεστεί. Ο ρόλος της Κεντρικής Αρχής περιορίζεται αυστηρά είπε και διαφώνησε με την θέση ότι ενήργησε κατά παράβαση του νόμου και έκδωσε το πιστοποιητικό (Τεκμήριο 1). Επίσης διαφώνησε ότι δεν παραλήφθηκε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης που να αφορά τον Καθ΄ ου η Αίτηση. Σε ερώτηση αν συμφωνεί, πως σε αυτό το οποίο χαρακτηρίζει ως Ευρωπαϊκό Ένταλμα, δεν περιγράφεται η μορφή συμμετοχής του καθ΄ ου η αίτηση, ανάφερε πως, ως κεντρική αρχή, έχουν υποστεί παρατήρηση/σύσταση και ο νόμος βρίσκεται υπό τροποποίηση, ότι υπερβαίνουν το ρόλο τους εάν υπεισέλθουν σε ζητήματα που αφορούν το περιεχόμενο του εντάλματος και ο ρόλος της κεντρικής αρχής σύμφωνα με τη σύσταση πρέπει να περιορίζεται μόνο στη διαβίβαση και παραλαβή των ενταλμάτων και οποιοσδήποτε άλλος ρόλος αφορά την ουσία των γεγονότων και περιστάσεων, είναι καθαρά ζήτημα της δικαστικής αρχής εκτέλεσης. Αναφορικά με το αν εξέτασε την γνησιότητα της σφραγίδας ανάφερε ότι δεν την εξέτασαν γιατί δεν απαιτείται καν σφραγίδα, όπου υπάρχει σφραγίδα τοποθετείται ενώ είπε, υπάρχουν και Δικαστήρια τα οποία δεν έχουν καν σφραγίδα. Σε ερώτηση πως σήμερα δεν γνωρίζουν αν αυτή η σφραγίδα που φαίνεται αν είναι γνήσια ή όχι, η μάρτυρας ανέφερε πως δεν υπάρχει λόγος να την αμφισβητήσει αλλά και πως δεν μπορεί να πιστοποιήσει τη γνησιότητα της παραπέμποντας στην τελευταία σελίδα του Ελληνικού κειμένου της μετάφρασης που λέει επίσημη σφραγίδα και σε παρένθεση αν υπάρχει, λέγοντας πως θα μπορούσε να μην υπήρχε καθόλου σφραγίδα. Σε υποβολή ότι το Τεκμήριο 1, εκδόθηκε κατά παράβαση του σχετικού νόμου, καθότι δεν είχαν τα πρωτότυπα έγγραφα και δε γνωρίζει αν είναι αληθινά αυτά τα έγγραφα και αν είναι αληθινή η σφραγίδα που φαίνεται σ΄ αυτά τα έγγραφα η μάρτυρας διαφώνησε. Αγορεύοντας η ευπαίδευτη συνήγορος η οποία παρουσιάστηκε εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, αρχικά αναφέρθηκε στον σκοπό του Νόμου 133
(1)/2004, ο οποίος ψηφίστηκε προς εναρμόνιση με την Απόφαση Πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης της 13.6.2002. Αναφορικά με τον χρόνο έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εναντίον του εκζητούμενου, που είναι η 5η Μαρτίου 2008, είπε πως δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός στην εκτέλεση του εντάλματος από την στιγμή που λαμβάνει γνώση η χώρα εκτέλεσης του εντάλματος και εφόσον δεν παραγράφεται το αδίκημα, δεν υπάρχει κώλυμα στην εκτέλεση του, καθότι είπε, υπάρχουν και περιπτώσεις όπου το εκζητούμενο πρόσωπο δεν εντοπίζεται. Εισηγήθηκε πως στην προκειμένη περίπτωση στο ένταλμα περιγράφονται τα γεγονότα, οι ποινικά κολάσιμες πράξεις και όλα όσα απαιτούνται από το άρθρο 4 του Νόμου 133
(1)/2004 τονίζοντας ότι το παρών δικαστήριο, που δεν δικάζει την ουσία, θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου και αν ο εκζητούμενος θα τύχει δίκαιης δίκης στην χώρα έκδοσης του εντάλματος, στοιχεία τα οποία, σύμφωνα με την κα Σπηλιωτοπούλου, φαίνεται να ισχύουν στην υπό κρίση περίπτωση. Σε ότι αφορά τον βαθμό συμμετοχής του εκζητούμενο ανάφερε ότι είναι ζήτημα ουσίας που αφορά την Αγγλία. Περαιτέρω αναφέρθηκε στο αδίκημα της καταδολίευσης για το οποίο δεν απαιτείται έλεγχος του διττού αξιόποινου σύμφωνα με τον νόμο και σε σχέση με τα ζητήματα που ηγερθήκαν και που αφορούν την περίπτωση εκδίκασης του εκζητούμενου σε συνοπτική διαδικασία ανάφερε πως καθοριστικό στοιχείο είναι το γεγονός ότι ο νόμος προβλέπει μέγιστη ποινή φυλάκισης 7 ετών. Τέλος εισηγήθηκε πως συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του νόμου και για αυτό το δικαστήριο θα πρέπει να διατάξει την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εκζητούμενου, στην εμπεριστατωμένη αγόρευση του, ανάπτυξε τους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψή του, το δικαστήριο θα πρέπει να μην διατάξει την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Προς υποστήριξη των θέσεων του ο συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε στα γεγονότα που συνθέτουν την υπόθεση, στον Νόμο, στην Απόφαση Πλαίσιο και σε συγγράμματα επί του θέματος. Σημείο αναφοράς του ευπαίδευτου συνηγόρου του εκζητούμενου αποτέλεσαν τα πιο κάτω:
(1)Η σύγκριση των δύο κειμένων του αγγλικού και του ελληνικού καταδεικνύει ότι από το αγγλικό κείμενο ελλείπουν στοιχεία αναφορικά με την μορφή συμμετοχής του εκζητούμενου. Σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα και με αναφορά στο άρθρο 4 του Νόμου 133
(1)/2004 που σχετίζεται με το περιεχόμενο και τον τύπο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, υπέβαλε ότι υπάρχει κάθετη παραβίαση του άρθρου 4 (ε) του Νόμου, εφόσον, στο αγγλικό κείμενο που είναι το πρωτότυπο, δεν περιλαμβάνονται τα περιστατικά, ο χρόνος τέλεσης και η μορφή συμμετοχής του εκζητούμενου. Ανέφερε επίσης ο κ. Ερωτοκρίτου πως στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 21
(2)του Νόμου καθότι το άρθρο αυτό αναφέρεται σε συμπληρωματικές πληροφορίες και δεν έχει να κάνει με παραλήψεις, ώστε στην ανυπαρξία στοιχείων, το Δικαστήριο να ζητά κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 21
(2)να του προσκομίσουν στοιχεία, κάτι τέτοιο σύμφωνα με τον κ. Ερωτοκρίτου θα οδηγούσε σε ατέρμονες οι διαδικασίες.
(2)Σε περίπτωση που το ελληνικό κείμενο θα μπορούσε κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις να θεωρηθεί ότι αποδίδει την φύση και τα περιστατικά του αδικήματος, χωρίς αξιολόγηση των γεγονότων, θα πρέπει το δικαστήριο να δει κατά πόσο τα συγκεκριμένα γεγονότα και περιστατικά είναι τέτοια που στην όψη τους θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν τον ισχυρισμό ότι έχει διαπραχθεί αδίκημα και ότι εμπλέκεται ο εκζητούμενος. Παρέπεμψε το Δικαστήριο στο άρθρο 38
(2)του Νόμου αναφέροντας ότι το εσωτερικό μας δίκαιο λέει ότι το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να δει αν έχουν διαπραχθεί αδικήματα στην όψη τους χωρίς όμως να υπεισέλθει στο αν είναι βάσιμοι ή αβάσιμοι οι ισχυρισμοί γιατί αυτό είναι έργο του Άγγλου δικαστή. Με αναφορά στις περιστάσεις τέλεσης της αξιόποινης πράξης, όπως αυτές περιγράφονται στο ελληνικό κείμενο, υπέβαλε πως μέσα από αυτές δεν συνάγεται οποιαδήποτε εμπλοκή του εκζητούμενου.
(3)Πρόκειται για πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας και για αυτό θα έπρεπε το κράτος έκδοσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης, να είχε δώσει την διαβεβαίωση του άρθρου 13 (στ) και η Κυπριακή Δημοκρατία να την είχε εξασφαλίσει, στοιχείο το οποίο δεν τέθηκε στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου τίθεται ζήτημα υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του εντάλματος ( Άρθρο 13 (στ)).
(4)Σχετικά με την ποινική υπόθεση 2121/2009 που εκκρεμεί ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων ανάφερε ότι αυτή προηγείται της εκτέλεσης του εντάλματος και θα πρέπει αυτό το γεγονός να συνυπολογιστεί από το Δικαστήριο εφόσον και αν ακόμα αυτό θα μπορούσε να εκτελέσει το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, σε μια τέτοια περίπτωση εμποδίζεται, λόγω της ύπαρξης της υπόθεσης 2121/2009 η οποία προηγείται.
(5)Υποστήριξε επίσης πως ελλείπει πληροφόρηση από πού ήρθε το πλοίο που κατασχέθηκε το 2006. Σύμφωνα με τον κ. Ερωτοκρίτου, επειδή ως υπεύθυνος της χώρας εισαγωγής φέρεται να είναι κάποιος Ιωάννης Ιωάννη, φαίνεται ότι η χώρα που προερχόταν το συγκεκριμένο πλοίο-φορτίο είναι η Κύπρος γεγονός το οποίο εσκεμμένα παρασιωποιήθηκε. Και εφόσον μέρος του αδικήματος της συνομωσίας διαπράχθηκε στην Κύπρο, υπάρχει συντρέχουσα δικαιοδοσία κάτι το οποίο εμποδίζει την έκδοση του συγκεκριμένου ατόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, είπε, αν μπορεί να στοιχειοθετηθεί η συνωμοσία, είναι σαφές ότι αυτή ξεκίνησε στην Κύπρο και εφόσον μέρος του αδικήματος διαπράχθηκε στη Κύπρο, μπορεί να δικαστεί στη Κύπρο, και αυτό το γεγονός εμποδίζει την έκδοση του.
(6)Αναφορικά με τον χρόνο που διέρρευσε από την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, είναι η θέση της υπεράσπισης, πως δεν είναι βέβαιο αν μετά από τόσο χρονικό διάστημα αυτό έχει ακυρωθεί και πως παραβιάζονται, λόγω του χρόνου που πέρασε από την έκδοση του, βασικά ανθρώπινα δικαιώματα του εκζητούμενου ο οποίος δεν ήταν υπαίτιος για την μη εκτέλεση του. Ο κ. Κορακίδης με την σειρά του, αναφέρθηκε στο άρθρο 30 του Νόμου 133
(1)/2004 αντίστοιχο του άρθρου 24 της Απόφασης πλαίσιο που αναφέρεται στην εξουσία του δικαστηρίου να αναβάλει την παράδοση του εκζητούμενου, με την εισήγηση πως το Δικαστήριο θα πρέπει σε περίπτωση που αποφασίσει την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, να αναβάλει την παράδοση του εκζητούμενου μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης 2121/2009 ούτως ώστε να προστατεύσει το νομικό σύστημα της Κύπρου και να μην επιτρέψει κατά αυτό τον τρόπο να υπάρξει εμπόδιο στη εκδίκαση της υπόθεσης που εκκρεμεί εναντίον του εκζητούμενου. Επίσης αναφορά έκανε και στην αγγλική νομοθεσία (Extradition Act 2003) και στο γεγονός ότι απόφαση του Δικαστηρίου για αναβολή της παράδοσης του εκζητούμενου δεν θέτει ζήτημα μη συμμόρφωσης της Δημοκρατίας αναφορικά με τις δεσμεύσεις της έναντι των υπολοίπων κρατών της Ε.Ε. Μετά το πέρας των αγορεύσεων, το δικαστήριο προτού ορίσει ημερομηνία για την εκφώνηση της απόφασης του, λόγω του ότι ο εκζητούμενος είναι πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας, για τους λόγους που διατύπωσε σε ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 6.4.2009, ζήτησε, κατ΄εφαρμογή του άρθρου 21.
(2)του Νόμου 133
(1)/2004, μέσω της Κεντρικής Αρχής, την κατεπείγουσα προσκόμιση έγγραφης διαβεβαίωσης από τις Βρετανικές Αρχές ότι ο εκζητούμενος, μετά από ακρόαση του, θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να εκτίσει σ΄αυτή την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που δυνατόν θα απαγγελθεί εναντίον του, ως το άρθρο 13(στ) του Νόμου 133
(1)/2004 ορίζει. Η πιο πάνω διαβεβαίωση στάληκε μέσω της Κεντρικής Αρχής στο Δικαστήριο μαζί με επιστολή ημερομηνίας 8.4.2009 και τοποθετήθηκε το φάκελο της υπόθεσης, ενώ αντίγραφο της δόθηκε στους συνηγόρους αμφοτέρων των πλευρών στις 10.4.2009, ημερομηνία που ο εκζητούμενος δεν ήταν παρών στο Δικαστήριο και εναντίον του εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης. Στις 22.4.2009, στην παρουσία του εκζητούμενου, το Δικαστήριο κάλεσε αμφότερες τις πλευρές να αγορεύσουν, αν επιθυμούσαν, λόγω της ύπαρξης του πιο πάνω εγγράφου στη διαδικασία. Ο κ. Ερωτοκρίτου εισηγήθηκε πως, (α) η προσκόμιση του εγγράφου έγινε κατά παράβαση του το άρθρου 3 του Νόμου 133
(1)/2004 που αναφέρεται σε ποινική διαδικασία, του άρθρου 2 του ίδιου Νόμου, της δίκαιης δίκης και της ισότητας των όπλων αφού δεν δόθηκε στην υπεράσπιση, κατά τον τρόπο που το έγγραφο παρουσιάστηκε, η δυνατότητα αντεξέτασης. (β) Το έγγραφο θα πρέπει να θεωρηθεί ως μη υπαρχτό, καθότι αυτό, το οποίο αποτελεί μέρος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, είναι συντεταγμένο στην Αγγλική γλώσσα. Αναφορικά με τα πιο πάνω, παρέπεμψε το Δικαστήριο στο άρθρο 4
(3)του Νόμου 133
(1)/2004, το οποίο αναφέρεται σε επίσημη γλώσσα ή σε μια από τις επίσημες γλώσσες του κράτους εκτέλεσης του εντάλματος τονίζοντας και την σημασία της μετάφρασης για τον εκζητούμενο ο οποίος δεν γνωρίζει αγγλικά. (γ) Με αναφορά στο περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου και στο άρθρο 13(στ) του Νόμου 133
(1)/2004, υποστήριξε πως με βάση αυτό δεν διασφαλίζεται ότι ο εκζητούμενος θα επιστραφεί στην Κύπρο, αφού σε αυτό αναφέρεται ".as soon as reasonably practicable after the sentencing process in this country has been completed" γεγονός το οποίο αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να επικαλεστεί η Αγγλία διάφορους λόγους και δικαιολογίες για την μη επιστροφή του εκζητούμενου στη Κύπρο. (δ) Αναφέρθηκε και στην ποινή που προβλέπεται σε περίπτωση που ο εκζητουμενος θα δικαστεί με συνοπτική διαδικασία, που σε αυτή την περίπτωση προβλέπεται, σύμφωνα με τα στοιχεία επί του εντάλματος, πρόστιμο ή σε τρεις φορές την αξία των αγαθών ή σε φυλάκιση για διάστημα που δεν ξεπερνά τους 6 μήνες ή και στα δύο λέγοντας πως σε μια τέτοια περίπτωση, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 7 του νόμου, αν το παρών δικαστήριο είχε γνώση της διαδικασίας που θα ακολουθήσει η εκζητούσα χώρα σε συνδυασμό και με την ποινή που προβλέπεται, δεν θα επέτρεπε την εκτέλεση του εντάλματος. Η κα Σπηλιωτοπούλου ανάφερε ότι δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα, ενόψει του άρθρου 4 του Νόμου, σε σχέση με την γλώσσα που είναι διατυπωμένο το έγγραφο που έχει σταλεί ενώ σε σχέση με το περιεχόμενο του ανάφερε ότι η διαβεβαίωση έχει δοθεί με βάση τον αντίστοιχο αγγλικό νόμο (Extradition Act 2003) και πως δεν τίθεται ζήτημα σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης αυτή να μην εκτιθεί στην Κύπρο και με πως οι εγγυήσεις που απαιτεί το άρθρο 13 (στ) του Νόμου με βάση το έγγραφο έχουν ικανοποιηθεί. Για την έκδοση της παρούσας απόφασής μου, έχω λάβει υπόψη μου, όλα τα ενώπιον μου έγγραφα και στοιχεία, τα όσα εισηγήθηκαν αμφότερες οι πλευρές και έχω μελετήσει επισταμένα τον Νόμο και την Νομολογία επί του θέματος. Αναφορικά με τους δύο μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου, αυτοί μου άφησαν καλή εντύπωση και δέχομαι την μαρτυρία τους. Ο καθένας με την σειρά του αναφέρθηκε στις δικές του ενέργειες και στα όσα περιλαμβάνονται στα δικά του καθήκοντα. Η μαρτυρία τους δεν έχει κλονιστεί και για ότι κατέθεσαν γίνονται πιστευτοί. Το πρώτο ζήτημα που θα εξεταστεί αφορά την σύγκριση των δύο κειμένων του αγγλικού και του ελληνικού. Είναι εμφανές από την σύγκριση των δύο κειμένων του αγγλικού και του ελληνικού, πως στοιχεία τα οποία περιλαμβάνονται στο ελληνικό κείμενο δεν περιλαμβάνονται στο Αγγλικό. Εμφανές επίσης είναι, ότι δεν πρόκειται για αυθαίρετη προσθήκη γεγονότων στο ελληνικό κείμενο και ότι η διαφορά που εντοπίζεται στα δύο κείμενα οφείλεται στο γεγονός ότι από το αγγλικό κείμενο ελλείπει μια σελίδα, κάτι το οποίο φαίνεται και από την σειρά αρίθμησης των σελίδων του αγγλικού κειμένου που με βάση την αρίθμηση τους ελλείπει η 4η σελίδα. Ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε πως εφόσον το πρωτότυπο είναι το Αγγλικό κείμενο, υπάρχει κατάφορη παραβίαση του άρθρου 4(ε) του Νόμου 133
(1)/2004 αφού στο Αγγλικό κείμενο δεν υπάρχει περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος. Το άρθρο 4 του Νόμου 133
(1)/2004 διαλαμβάνει τα εξής: Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία: (α) Ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητούμενου όπου είναι γνωστή. (β) όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος. (γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής. (δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξης. (ε) περιγραφή τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητούμενου στην αξιόποινη πράξη. (στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για τελεσίδικη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και (ζ) στο μέτρο του δυνατού, τις οποιεσδήποτε λοιπές συνέπειες, περιλαμβανόμενης οποιασδήποτε παρεπόμενης ποινής της αξιόποινης πράξης.
(2)Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να αφορά περισσότερες από μια αξιόποινες πράξεις.
(3)Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μεταφράζεται στην επίσημη γλώσσα ή σε μια από τις επίσημες γλώσσες του κράτους εκτέλεσης του εντάλματος. Όταν υποβάλλεται ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης στις Κυπριακές Αρχές θα πρέπει να είναι διατυπωμένο σε μια από τις επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας ή στην αγγλική γλώσσα.
(4)Η δικαστική αρχή έκδοσης δύναται, όπου είναι δυνατό να συμπληρώνει το συνημμένο έντυπο, Παράρτημα Α, το οποίο παρέχει τα πιο πάνω στοιχεία. Με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, είναι εμφανές ότι αυτό το οποίο υποβλήθηκε στις Κυπριακές Αρχές είναι το αγγλικό και ότι το ελληνικό αποτελεί μετάφραση του αγγλικού λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι η χώρα έκδοσης του είναι η Αγγλία. Η κα Μορφάκη κατά την διάρκεια της αντεξέταση της, χαρακτήρισε το ελληνικό κείμενο ως την μετάφραση του εντάλματος (Βλέπε απάντηση Μ.1: «...... αν δείτε στην τελευταία σελίδα του Ελληνικού κειμένου της μετάφρασης,.....») ουδέποτε όμως η κα Μορφάκη αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, ότι το ελληνικό κείμενο που όπως ανάφερε είναι η μετάφραση του εντάλματος αποδίδει στην ελληνική γλώσσα το περιεχόμενο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που παραλήφθηκε μέσω της Interpol Λευκωσίας και το οποίο απέστειλαν οι Βρετανικές Αρχές. Συνεπακόλουθα το γεγονός ότι ελλείπει σελίδα από το αγγλικό κείμενο, η οποία όμως μεταφράστηκε στην ελληνική γλώσσα και βρίσκεται ενώπιον του δικαστηρίου, δεν αποτελεί στοιχείο το οποίο επηρεάζει καθ΄οιονδήποτε τρόπο την διαδικασία και ούτε τίθεται ζήτημα παραβίασης του άρθρου 4 (ε) του Νόμου 133
(1)/2004, αφού στο ελληνικό κείμενο, γίνεται αναφορά και περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης της αξιόποινης πράξης και ο βαθμός συμμετοχής του εκζητούμενου, οπόταν δεν τίθεται καν ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 21
(2)του Νόμου από το Δικαστήριο αλλά ούτε και θεωρώ ότι ετίθετο ζήτημα μη αποδοχής ακόμη και σε μεταγενέστερο στάδιο της ελλείπουσας σελίδας όπως έγινε και στην υπόθεση David Scattergood v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Πολιτική Έφεση 12/2005 ημερομηνίας 21.1.2005, στην οποία όμως να σημειωθεί, δεν υπήρχε καθόλου μετάφραση στα ελληνικά και το ευρωπαϊκό ένταλμα που είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν συντεταγμένο στα αγγλικά. Είναι η θέση της υπεράσπισης ότι μέσα από τις περιστάσεις τέλεσης της αξιόποινης πράξεις, όπως αυτές περιγράφονται στο ελληνικό κείμενο, δεν συνάγεται οποιαδήποτε εμπλοκή του εκζητούμενου. Όσον αφορά την παραπομπή του κ. Ερωτοκρίτου στο άρθρο 38
(2)του Νόμου 133
(1)/2004 παρατηρώ ότι αυτή δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την περίπτωση που εξετάζεται. Το άρθρο 38, όπως και ολόκληρο το «Μέρος Πέμπτο», αναφέρεται στα αποτελέσματα της παράδοσης, συγκεκριμένα το άρθρο 38 αναφέρεται στην μεταγενέστερη έκδοση σε τρίτο κράτος προσώπου που παραδόθηκε στις Κυπριακές αρχές. Λαμβάνοντας υπόψη μου την αμέσως προηγούμενη κατάληξη μου που αφορά τα δύο κείμενα, θα εξετάσω στην συνέχεια κατά πόσο ικανοποιούνται οι πρόνοιες του άρθρου 4 (ε) του Νόμου που σχετίζονται με την περιγραφή τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητούμενου στην αξιόποινη πράξη. Σύμφωνα με τα ενώπιον μου στοιχεία, ο εκζητούμενος φέρεται ως ένας εκ των 5 συνωμοτών που έχουν ονομαστεί και που εμπλέκονται σε συνομωσία με σκοπό τη δόλια αποφυγή καταβολής δασμών που αφορούν σε εισαγόμενα τσιγάρα. Η συνωμοσία εκτείνεται χρονικά από τον Ιανουάριο του 2006 έως τον Ιανουάριο του 2007 και αφορά σε πέντε εισαγωγές τσιγάρων. Το συνολικό ποσό δασμών που δεν καταβλήθηκε λόγω αποφυγής ανέρχεται σε περίπου 1.094.000 λίρες στερλίνες. Οι λοιποί συνωμότες έχουν ονομαστεί είναι οι Zahid Mohammed, Alfred Chapple, William McDermott και Armando Da Silva. Τον Απρίλιο του 2006, πραγματοποιήθηκε κατάσχεση τσιγάρων στο λιμάνι του Φέλιξστοου (Felixstowe). Τα τσιγάρα ήταν σε εμπορευματοκιβώτιο, το οποίο, σύμφωνα με τα λεγόμενα, περιείχε γυάλινα είδη. Ο προορισμός του φορτίου ήταν η Μονάδα 2 (Unit 2), Clobe Road, Bootle, Liverpool και ο παραλήπτης ήταν η εταιρεία Koydeck Ltd, μια εταιρεία που άνηκε στον Mohammed με την οποία ήταν συνδεδεμένοι οι Chapple και McDermott. Τον Ιανουάριο του 2007, ο Πηγασίου ήρθε στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο Chapple κανόνισε την διαμονή του και ο McDermott εγγυήθηκε την πληρωμή με την πιστωτική του κάρτα. Ο Πηγασίου πήγε με τον Chapple στην Μονάδα 2 (Unit 2), Clobe Road, Bootle, Liverpool. Την επόμενη οι τρεις
(3)τους ακούστηκαν να συζητούν με κώδικες για την εισαγωγή των τσιγάρων. Λίγο αφότου άφησε τους οι Chapple και McDermott, έλαβε ένα κειμενικό μήνυμα, ήτοι «Clou Ocean», το οποίο αφορούσε σε ένα πλοίο που έφτανε στο λιμάνι του Τιλμπουρι (Tilbury). Το πλοίο μετέφερε ένα εμπορευματοκιβώτιο που κατ΄ ισχυρισμό περιείχει πατάτες, αλλά οι Εναγόμενοι πίστευαν ότι περιείχε φορτίο τσιγάρων. Ο προορισμός ήταν και πάλι η Μονάδα 2 (Unit 2), Clobe Road, Bootle, Liverpool. Ο υπεύθυνος επικοινωνίας για την εταιρεία εισαγωγών ονομαζόταν Ιωάννης Ιωάννου και ο αριθμός τηλεφώνου του βρέθηκε αποθηκευμένος στο κινητό τηλέφωνο του Chapple. Στις 11 Ιανουαρίου 2007, οι Chapple, McDermott και Πηγασίου συνελήφθηκαν και ανακρίθηκαν. Ο Πηγασίου αρνήθηκε τη διάπραξη της αξιόποινης πράξης και είπε ότι είχε έρθει στο Ηνωμένο Βασίλειο για να αγοράσει οχήματα. Ισχυρίστηκε ότι αυτός ήταν και ο λόγος που συναντήθηκε με τους Chapple και McDermott. Αυτή η εξήγηση δεν επιβεβαιώθηκε από τους Chapple και McDermott. Στο σακάκι του Πηγασίου βρέθηκε ένα κομμάτι χαρτιού που έφερε την προαναφερθείσα διεύθυνση και ένα από τα ψευδώνυμα του Chapple. Ο Πηγασίου αποφυλακίστηκε προσωρινά με την καταβολή εγγύησης, ενώ διεξάγονταν περαιτέρω έρευνες, αλλά δεν εμφανίστηκε στον αστυνομικό τμήμα, όπως απαιτείτο. Πιστεύεται ότι έχει επιστρέψει στην Κύπρο Δεν αποτελεί βέβαια έργο του παρόντος δικαστηρίου, κάτι με το οποίο συμφώνησε και ο συνήγορος του εκζητούμενου, να υπεισέλθει στην ουσία των γεγονότων για την εξαγωγή συμπερασμάτων επίσης δεν επιτρέπεται η εξέταση του βασίμου της κατηγορίας που αποδίδεται στον εκζητούμενο λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι στα απαιτούμενα από το άρθρο 4 (ε) του νόμου δεν περιλαμβάνονται και τα αποδειχτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτουν ενδείξεις ενοχής του εκζητούμενου. Δεν θα συμφωνήσω όμως με την θέση πως τα πιο πάνω δεν αποκαλύπτουν στοιχεία για την εμπλοκή του. Όλα τα πιο πάνω τα οποία περιγράφονται στην μετάφραση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αποκαλύπτουν τις συνθήκες εμπλοκής του εκζητούμενου, ο οποίος σύμφωνα με αυτά, έχει ονομαστεί ως ένας εκ των 5 συνωμοτών που εμπλέκονται σε συνομωσία με σκοπό τη δόλια αποφυγή καταβολής δασμών που αφορούν σε εισαγόμενα τσιγάρα. Οπόταν η πρόνοια του άρθρο 4 (ε) του Νόμου κρίνω πως έχει ικανοποιηθεί, επίσης έχω ικανοποιηθεί, ότι ενώπιον μου υπάρχουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία που πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)του νόμου να περιέχει το ένταλμα. H ύπαρξη της ποινικής υπόθεσης 2121/2009 ενώπιον Κυπριακού Δικαστηρίου, που αποτέλεσε μέρος των εισηγήσεων του συνηγόρου του εκζητούμενου, ότι δηλαδή αυτό το γεγονός εμποδίζει την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, δεν βρίσκει σύμφωνο το δικαστήριο. Τέτοιος λόγος μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δεν περιλαμβάνεται στον Νόμο 133
(1)/2004. Σχετικό, επί τους θέματος θεωρώ ότι είναι το άρθρο 30 του Νόμου, το οποίο και παραθέτω: 30).
(1)Η αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί, αφού αποφασίσει την εκτέλεση τoυ ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, να αναβάλει την παράδοση του εκζητούμενου, ώστε να διωχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία ή, αν έχει ήδη καταδικασθεί να εκτίσει στη Κυπριακή Δημοκρατία καταγνωσθείσα ποινή για έγκλημα διαφορετικό από εκείνο για το οποίο εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.
(2)Η δικαστική αρχή που αποφασίζει την εκτέλεση εντάλματος, μπορεί, αντί να αναβάλει την παράδοση, να παραδώσει προσωρινά τον εκζητούμενο στο κράτος μέλος της έκδοσης του εντάλματος υπό όρους που συμφωνούνται με τη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος και διατυπώνονται εγγράφως. Είναι εμφανές πως με βάση το άρθρο 30 του Νόμου, η δίωξη εκζητούμενου στην Κυπριακή Δημοκρατία δεν αποτελεί εμπόδιο στην εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αλλά πιθανόν ένα τέτοιο γεγονός να διαδραματίσει ρόλο στην παράδοση του η οποία ακολουθεί της εκτέλεσης και η οποία παράδοση μπορεί σε μια τέτοια περίπτωση να αναβληθεί. Επομένως η ύπαρξη της ποινικής υπόθεσης 2121/2009 εναντίον του εκζητούμενου κανένα ρόλο δεν μπορεί να διαδραματίσει στην ίδια την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης πέραν της πιθανής αναβολής παράδοσης του, ζήτημα το οποίο θα εξεταστεί στην συνέχεια, στα πλαίσια της εξέτασης της εισήγησης του κ. Κορακίδη σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει την εκτέλεση του εντάλματος. Ως προς την θέση ότι μέρος του αδικήματος της συνομωσίας διαπράχθηκε στη Κύπρο, γεγονός το οποίο εμποδίζει την έκδοση του, ο κ. Ερωτοκρίτου παρέπεμψε στο άρθρο 3 της απόφασης πλαίσιο οι διατάξεις του οποίου είναι όμοιες με αυτές του άρθρο 13 του Νόμου 133
(1)/2004. Αρχικά θα πρέπει να αναφέρω ότι οι αναφορές περί διάπραξης μέρος του αδικήματος στην Κυπριακή Δημοκρατία στηρίχθηκαν σε εικασίες. Το γεγονός ότι ο υπεύθυνος επικοινωνίας για την εταιρεία εισαγωγών, όπως αναφέρεται στο ένταλμα, ήταν κάποιος Ιωάννης Ιωάννου, και όχι υπεύθυνος της χώρας εισαγωγής, όπως ανάφερε ο κ. Ερωτοκρίτου, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η χώρα που προήλθε το συγκεκριμένο πλοίο ήταν η Κύπρος όπως επίσης ο κ. Ερωτοκρίτου το έθεσε. Επίσης το γεγονός ότι στο ένταλμα αναφέρεται ότι μέρος της ενέργειας πραγματοποιήθηκε εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου δεν σημαίνει ότι αυτή πραγματοποιήθηκε στην Κύπρο. Το άρθρο 3 της Απόφασης Πλαίσιο αναφέρεται στους λόγους υποχρεωτικής μη εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (Grounds for mandatory non-execution of the European arrest warrant). Όμοιες με το πιο πάνω άρθρο είναι και οι διατάξεις του άρθρου 13(α) (β) και (γ) του Νόμου 133
(1)/2004, συγκεκριμένα το άρθρο 13 αναφέρει τα εξής: Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση αρνείται την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Αν η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, καλύπτεται από αμνηστία σύμφωνα με τους Κυπριακούς Νόμους, εφόσον η Κυπριακή Δημοκρατία είχε την αρμοδιότητα για τη δίωξη αυτής της αξιόποινης πράξης, (β) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίσει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικαστεί τελεσιδίκως για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, (γ) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαικό έντλαμα σύλληψης, είναι ανεύθυνο ποινικά λόγω της ηλικίας του για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ένταλμα, σύμφωνα με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους, (δ)........ (ε)....... (στ)....... Σε περίπτωση δηλαδή που και αν ακόμα διαφαίνετο ότι μέρος τους αδικήματος, διαπράχθηκε στην Κύπρο, θα έπρεπε η αξιόποινη πράξη για την οποία εκδόθηκε το ένταλμα να καλύπτεται από αμνηστία ούτως ώστε το δικαστήριο να αρνηθεί την εκτέλεση του υποχρεωτικά ως το άρθρο 13 του Νόμου 133
(1)/2004 ορίζει. Τέτοια εισήγηση δεν υπήρξε αλλά ούτε και ένα τέτοιο στοιχείο τέθηκε ενώπιον μου. Από τα ενώπιον μου στοιχεία και μαρτυρία το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εναντίον του εκζητούμενου εκδόθηκε στις 5.3.
- Και πάλι με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, η καθυστέρηση στην προώθηση του εντάλματος εντοπίζεται στο γεγονός ότι αν και αυτό στάληκε από τις Βρετανικές Αρχές από τις 20.3.2008, η Interpol Λευκωσίας φαίνεται να μην το είχε παραλάβει καθότι αυτό μετά από έρευνα δεν εντοπίστηκε στους φακέλους της. Ο ισχυρισμός πως λόγω του χρονικού διαστήματος που διέρρευσε δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν αυτό ακυρώθηκε δεν βρίσκει έρεισμα. Η κα Μορφάκη στη μαρτυρία της ανάφερε πως διερεύνησε το ζήτημα του χρόνου μέσω της Ιντερπολ και ζήτησε από τις Βρετανικές Αρχές διευκρινήσεις αναφορικά με την καθυστέρηση μετά που τέθηκε το ζήτημα στο Δικαστήριο και μετά την λήψη των πρακτικών της υπόθεσης και ακολούθως μετά την διαπίστωση ότι αυτό δεν είχε παραληφθεί το ίδιο ένταλμα στάληκε εκ νέου. Ουδέποτε στην μάρτυρα υποβλήκε, από την υπεράσπιση, ότι το ένταλμα για το οποίο προχώρησε και έκδωσε το Τεκμήριο 1, ακυρώθηκε αλλά και κανένα στοιχείο ενώπιον μου δεν τέθηκε ότι υφίσταται ένα τέτοιο γεγονός πόσο μάλλον όταν, με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία και μαρτυρία, οι Βρετανικές Αρχές επανήλθαν εκ νέου και ζητούσαν την εκτέλεση του. Περαιτέρω δεν έχω διαπιστώσει ότι το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την έκδοση του μέχρι την σύλληψη του εκζητούμενου, δηλαδή το χρονικό διάστημα που εκκρεμούσε το ένταλμα και που είναι από τις 5.3.2008, έχει επηρεάσει οποιοδήποτε δικαιώματα του εκζητούμενου αφού οποιαδήποτε αποτελέσματα και επιπτώσεις στο πρόσωπο του άρχισαν μετά την σύλληψη του δηλαδή μετά την 16η Μαρτίου
- Στην υπό κρίση περίπτωση όπως πιο πάνω αναφέρεται ο εκζητούμενος είναι πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το ζήτημα αποτέλεσε αντικείμενο απόφασης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κώστας Κωνσταντίνου Πολιτική Έφεση 294/2005 ημερομηνίας 7.11.2005, η οποία όμως εκδόθηκε πριν από την τροποποίηση του Συντάγματος (βλέπε Ο Περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 2006 127
(1)/2006) με την οποία και επιλύθηκαν ζητήματα που αφορούν στην έκδοση ημεδαπών αφού πριν την τροποποίηση κρίθηκε ότι υπήρχε σύγκρουση μεταξύ του Ν. 133
(1)/2004 και του Συντάγματος και η Απόφαση - Πλαίσιο δεν υπερίσχυε του Συντάγματος μας. Με την τροποποίηση του άρθρου 11 η υποπαράγραφος (στ) της παραγράφου 2 έχει τώρα ως εξής: (στ) ....................................... (i) Η σύλληψη ή κράτηση πολίτη της Δημοκρατίας προς το σκοπό παράδοσής του με βάση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι δυνατή μόνο αναφορικά με γεγονότα που επισυνέβησαν ή πράξεις του τελέστηκαν μετά την ημερομηνία προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συνεπακόλουθα επιτρέπεται η σύλληψη ή κράτηση πολίτη της Δημοκρατίας για τους σκοπούς του Νόμου 133
(1)/2004 νοούμενου ότι τα γεγονότα επισυνέβησαν ή οι πράξεις τελέστηκαν μετά την 1.5.2004 ημερομηνία προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τα ενώπιον του στοιχεία η συνωμοσία εκτείνεται χρονικά από τον Ιανουάριο του 2006 έως τον Ιανουάριο του 2007 δηλαδή μετά την 1.5.2004. Το άρθρο 13 του Νόμου παραθέτει τους λόγους υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, όπου δηλαδή η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος αρνείται την εκτέλεση του. Το άρθρο 13 απαριθμεί τις περιπτώσεις μεταξύ των οποίων αναφέρει και τα ακόλουθα: (στ) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς τον σκοπό της δίωξης, είναι ημεδαπός, εκτός αν διασφαλιστεί ότι, μετά από ακρόαση του, θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να εκτίσει σ΄αυτή την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος. Στην υπό κρίση περίπτωση το Δικαστήριο, αποφασίζοντας ότι έχει την δυνατότητα, εφαρμογής του άρθρου 21
(2)και κατ΄ εφαρμογή του, ζήτησε την προσκόμιση της πιο διαβεβαίωσης από τις Βρετανικές Αρχές, η οποία όπως πιο πάνω αναφέρω με τον τρόπο που επίσης αναφέρω τέθηκε ενώπιον μου. Οι θέσεις αμφοτέρων των πλευρών αναφορικά με το πιο πάνω έγγραφο έχουν καταγραφεί πιο πάνω. Αναφορικά με το ζήτημα της παρουσίασης του εγγράφου συντεταγμένου στην αγγλική γλώσσα έχοντας υπόψη μου την απόφαση στην υπόθεση David Scattergood (πιο πάνω) δεν θεωρώ ότι υφίσταται ζήτημα μη αποδοχής του, λόγω του γεγονότος αυτού και συνεπακόλουθα αγνόησης του. Στην πιο πάνω υπόθεση το Ευρωπαϊκό Ένταλμα ήταν συντεταγμένο στα αγγλικά και ετέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς να μεταφραστεί. Ο εφεσείων υποστήριξε ότι η σχετική πρόνοια του άρθρου 4
(3)είναι αντισυνταγματική και το ένταλμα δεν μπορεί να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε άλλη από την επίσημη γλώσσα, γιατί είναι έγγραφο στο οποίο στηρίζεται η δικαιοδοσία του δικαστηρίου και σαν τέτοιο δεν επιτρέπεται να είναι σε άλλη γλώσσα της επίσημης. Το Εφετείο διαφώνησε με την πιο πάνω θέση αναφέροντας τα εξής: «Δεν βλέπουμε λόγο για την διάκριση που γίνεται. Ο περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμος του 1988, Ν.67/88, όπως τροποποιήθηκε, επιτρέπει την προσαγωγή εγγράφου σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα. Το Δικαστήριο αποδέχτηκε την κατάθεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης στα αγγλικά, όπως προνοεί το άρθρο 4 του Νόμου 133
(1)/2004». Συνεπακόλουθα, η παρουσίαση του πιο πάνω εγγράφου στην αγγλική δεν αντιστρατεύεται με οποιοδήποτε τρόπο τις πρόνοιες του άρθρου 4 του Νόμου 133
(1)/2004 όπως το έθεσε ο συνήγορος του εκζητούμενου, αφού με την πιο πάνω απόφαση κρίθηκε ότι ακόμα και η παρουσίαση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης στα αγγλικά, χωρίς να μεταφραστεί, βρισκόταν εντός των προνοιών του άρθρου 4 του Νόμου. Περαιτέρω σε ότι αφορά τον ισχυρισμό ότι η μη μετάφραση του έχει επηρεάσει τα δικαιώματα του εκζητούμενου, δεν θεωρώ ότι βρίσκει έρεισμα, η διαδικασία που ακολούθησε διεξήχθηκε, όπως προβλέπεται στα Ελληνικά, ο εκζητούμενος εκπροσωπείτο σε όλα τα στάδια από Δικηγόρο, στον οποίο δόθηκε αντίγραφο του εγγράφου και η δυνατότητα αγόρευσης σε σχέση με αυτό, ο οποίος μάλιστα συνήγορος του έκανε και εκτεταμένη αναφορά και ανάλυση σε σχέση με το περιεχόμενο του. Ο συνήγορος του εκζητούμενου έκανε αναφορά και στο άρθρο 3 του Νόμου 133
(1)/2004 το οποίο αναφέρεται σε ποινική διαδικασία. Το άρθρο 3 διαλαμβάνει ως εξής: Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή Διάταγμα δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την παράδοση προσώπου το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: (α) Για την άσκηση ποινικής δίωξης ή (β) για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας. Η αναφορά του κ. Ερωτοκρίτου στο άρθρο 3 είχε σκοπό να καταδείξει ότι η προσκόμιση του εγγράφου έγινε κατά παράβαση του πιο πάνω άρθρου το οποίο αναφέρεται σε ποινική διαδικασία. Δεν θα συμφωνήσω με την υπεράσπιση ότι το άρθρο 3 αναφέρεται στον τρόπο διεξαγωγή της διαδικασίας που αφορά την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης. Είναι σαφές ότι το πιο πάνω άρθρο προσδιορίζει την έννοια του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, το σκοπό του, τα πλαίσια και σε σχέση με ποια διαδικασία εκδίδεται. Σχετικό με τις προϋποθέσεις και την διαδικασία έκδοσης και εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης είναι το άρθρο 2 του Ν. 133
(1)/2004. Ο συνήγορος του εκζητούμενου, σε σχέση με τον τρόπο παρουσίασης του εγγράφου, θέτει ζήτημα παράβασης αρχών στην διαδικασία και για πράξεις οι οποίες επηρέασαν την υπεράσπιση ειδικότερα σε σχέση με την αρχή της ισότητας των όπλων. Η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 6.4.2009 είναι δεδομένη, επίσης είναι δεδομένος και ο τρόπος προσαγωγής και παρουσίασης του εγγράφου στην διαδικασία κατ΄εφαρμογή του άρθρου 21
(2)του Νόμου, οπόταν θεωρώ, πως τυχόν εξέταση της πιο πάνω εισήγησης της υπεράσπισης, θα οδηγούσε σε κρίση από τον παρών δικαστήριο της ίδιας του της απόφασης, κάτι το οποίο δεν είναι επιτρεπτό αφού έτσι θα λειτουργούσε ως εφετείο για τον ίδιο του τον εαυτό. Η αναφορά στο έγγραφο, που αποτελεί μέρος της διαβεβαίωσης, ότι ο εκζητούμενος θα επιστραφεί στην Κύπρο το συντομότερο που αυτό θα είναι εφικτό μετά την συμπλήρωση της διαδικασίας επιβολής ποινής στο Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία δόθηκε με βάση το άρθρο 144
(2)του Extradition Act του 2003, κρίνω πως δεν αναιρεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την διασφάλιση που θέτει το άρθρο 13 (στ) δικού μας Νόμου. Ενώ η αναφορά στο έγγραφο αυτό και στο τι πιθανόν να περιλαμβάνει η διαδικασία της ποινή «This process may include» συνδέεται σαφώς με την ποινή η οποία δυνατό να επιβληθεί από το εκδικάζον την υπόθεση δικαστήριο και αυτό δεν αναιρεί με οποιοδήποτε τρόπο την διασφάλιση της μεταφοράς του σε περίπτωση επιβολής στερητικής της ελευθερίας ποινή ή στερητικού της ελευθερίας του μέτρου ασφαλείας που επίσης τυχόν να απαγγελθεί εναντίον του. Οι περιστάσεις, ο χρόνος και ο βαθμός συμμετοχής του εκζητούμενου όπως αναφέρονται στο ένταλμα περιγράφονται πιο πάνω και δεν θα τις επαναλάβω. Οι πράξεις για τις οποίες έχει εκδοθεί το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης είναι αξιόποινες σύμφωνα με τους Κυπριακούς Ποινικούς Νόμους δηλαδή το άρθρο 93 του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου 94
(1)/2004 και επισύρει ποινή φυλάκισης 2 χρόνων και τα άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και επισύρουν ποινές φυλάκισης 7 και 2 έτη αντίστοιχα ενώ για το αδίκημα της καταδολίευσης συμπεριλαμβανομένης της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά την έννοια της σύμβασης της 26ης Ιουλίου 1995 σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που σημειώνεται με Χ στην 8η σελίδα του εντάλματος, δεν απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 12
(2)έλεγχος του διττού αξιόποινου, και πρόκειται για αξιόποινη πράξη η οποία τιμωρείται με μέγιστη στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέγιστο στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας 3 τουλάχιστον ετών όπως ορίζονται από το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος. Το άρθρο 7 του νόμου αναφέρει τα εξής: Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους Κυπριακούς ποινικούς Νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας ανώτατης διάρκειας δώδεκα
(12)μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας για απαγγελθείσες καταδίκες διαρκείας τουλάχιστον τεσσάρων
(4)μηνών. Όμοιο είναι και το άρθρο 2 του Νόμου Πλαισίου και του αντίστοιχου με τον δικό μας νόμο αγγλικού νόμου (βλέπε section 148 1(
- b)και 5 (
- c)του Extradition Act 2003). Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα ενώπιον μου στοιχεία, η προβλεπόμενη ποινή σύμφωνα με τον Αγγλικό Νόμο (Νόμος Περί Διαχείρισης Τελωνείων και Ειδικών Φόρων 1979 παράγραφος 170
(2)
(3)) για το αδίκημα της δόλιας αποφυγής καταβολής δασμών επισύρει ποινή φυλάκισης 7 ετών ενώ, αν όμως καταδικαστεί με συνοπτική διαδικασία, στο πρόστιμο που προβλέπει ο νόμος ή σε τρεις φορές την αξία των αγαθών, όποιο είναι το μεγαλύτερο, ή σε φυλάκιση για διάστημα που δεν ξεπερνά τους 6 μήνες ή και στα δύο. Η διαδικασία που θα ακολουθηθεί, δηλαδή παραπομπή του εκζητούμενου ή η εκδίκαση του σε συνοπτική διαδικασία ή ακόμα και η ποινή που θα επιβληθεί σε αυτόν, η οποία μπορεί να είναι πρόστιμο, θεωρώ ότι είναι άσχετο γεγονός και δεν διαδραματίζει κατά την άποψη μου κανένα ρόλο στη διαδικασία και δεν την επηρεάζει. Με βάση την εισήγηση του κ.Ερωτοκρίτου θα έπρεπε, σε κάθε περίπτωση που από τον νόμο πέραν της στερητικής της ελευθερίας ποινή προβλεπόταν και πρόστιμο ή άλλη διαζευκτική ποινή το δικαστήριο που εξέταζε αίτημα για εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης να ζητούσε πληροφορίες από το κράτος έκδοσης του εντάλματος, την εκζητούσα χώρα, αναφορικά με το είδος της ποινής που θα επιβάλει το εκδικάζον την υπόθεση δικαστήριο και σε περίπτωση που αυτή διέφερε από την πιο πάνω ποινή, να μην προχωρούσε την εκτέλεση του εντάλματος, κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται και βρίσκεται εντελώς έξω από το πνεύμα και τον σκοπό του νόμου και της Απόφασης Πλαίσιο. Είναι αρκετό κατά την άποψη μου το γεγονός ότι από τον νόμο προβλέπεται ανώτατη ποινή φυλάκισης 7 ετών. Συνεπακόλουθα έχοντας υπόψη μου και τις πρόνοιες του άρθρου 12, το οποίο αναφέρει τα εξής: 12.
(1)Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 13 έως 15 του παρόντος Νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον: (α) Η πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, συνιστά έγκλημα το οποίο τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που το εκδίδει και είναι αξιόποινη σύμφωνα με τους Κυπριακούς Ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού. Στις περιπτώσεις που η αξιόποινη πράξη συνιστά έγκλημα περί φόρων, τελών, τελωνείων και συναλλάγματος δεν αποτελεί λόγο άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος η διαπίστωση ότι το Κυπριακό κράτος δεν επιβάλει ιδίου τύπου φόρους ή τέλη ή δεν προβλέπει ιδίου τύπου φόρους ή τέλη ή δεν προβλέπει ιδίου τύπου ρύθμιση περί φόρων, τελών, τελωνείων και συναλλάγματος με εκείνη του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος. (β) .............. Κρίνω επομένως πως στην κρινόμενη περίπτωση ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 12 του Νόμου. Έχοντας πιο πάνω καταλήξει στα ζητήματα που η υπεράσπιση έχει θέσει κρίνω πως στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει οποιοδήποτε λόγος είτε υποχρεωτικής είτε προαιρετικής μη εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης συμφώνως των άρθρων 13 και 14 του Νόμου και όλα τα προαπαιτούμενα του Νόμου έχουν ικανοποιηθεί. Ως εκ τούτου διατάσσω την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Μετά την πιο πάνω κατάληξη μου, θα εξετάσω κατά πόσο θα αναβάλω την παράδοση του εκζητούμενου, εφόσον εναντίον του εκκρεμεί προς εκδίκαση η ποινική υπόθεση 2121/2009, ως ήταν και η εισήγηση του κ. Κορακίδη. Το άρθρο 30 του Νόμου 133
(1)/2004 καταγράφεται πιο πάνω. Αφού έλαβα υπόψη μου, το γεγονός ότι η αναφερόμενη ποινική υπόθεση είναι ορισμένη τον Σεπτέμβριο του 2009 δηλαδή η εκδίκαση της απέχει σχεδόν 5 μήνες από σήμερα καθώς και το γεγονός ότι ο εκζητούμενος είναι Κύπριος Πολίτης και υπάρχει η διαβεβαίωση από το κράτος έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης για την επιστροφή του από τις Βρετανικές Αρχές στην Κυπριακή Δημοκρατία θεωρώ ότι δεν υφίστανται ζητήματα τέτοια και δεν δημιουργούνται εμπόδια τα οποία θα συνέβαλαν θετικά προς την κατεύθυνση της αναβολής παράδοσης του προς τις Βρετανικές Αρχές. Ο εκζητούμενος να παραμείνει υπό κράτηση και να παραδοθεί στις Βρετανικές Αρχές. Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου όπως κοινοποιήσει αμέσως στην δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος την παρούσα απόφαση. (Υπ.).......... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο