← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Αντρέα Ταμένου, Αρ. Υπόθεσης: 12764/07, 30 Απριλίου 2009

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Αντρέα Ταμένου, Αρ. Υπόθεσης: 12764/07, 30 Απριλίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12764/07 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής και Αντρέα Ταμένου Κατηγορούμενου --------------------------------- Ημερομηνία: 30 Απριλίου 2009 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Π´Λαζάρου Για Κατηγορούμενο: κ. Γ. Κορφιώτης με κα. Δρυμιώτου ( κα Ρ. Μαλλή, για να ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος ׃ παρών ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τη κατηγορία της αμελούς οδήγησης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 6/2/2007, στην οδό Θεσσαλονίκης, στη Γεροσκήπου στην επαρχία της Πάφου, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KHQ 551, χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας τον αστυφ. 2988 Mάριο Κρεμμά (Μ.Κ.1) και το Χρίστο Χαριλάου (Μ.Κ. 2). Μετά δε τη κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, αυτός επέλεξε και κατάθεσε ενόρκως, χωρίς να καλέσει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν απο το εδώλιο του μάρτυρα, είναι πλήρως καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα την επαναλάβω αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Ο Μ.Κ.1, μου έκαμε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μαρτύρησε με σταθερό και θετικό τρόπο, όσα περιήλθαν σε γνώση του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του απο τη διερεύνηση του δυστυχήματος, χωρίς να περιέλθει στην αντίληψη μου, οποιαδήποτε προσπάθεια του να τα αλοιώσει, πρός όφελος οιουδήποτε απο τους διαδίκους. Για τους λόγους αυτούς αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Σε σχέση με τις συνθήκες κάτω απο τις οποίες επισυνέβη το δυστύχημα, έδωσαν μαρτυρία ο Μ.Κ.2, που ήταν το παιδί που κτυπήθηκε απο το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, όταν εξερχόμενο πίσω από ένα σταθμευμένο λεωφορείο που βρισκόταν στα αριστερά του σημείου από το οποίο προσπάθησε να διασταυρώσει το δρόμο έξω απο το σχολείο του και ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Ο Μ.Κ.2 υποστήριξε ότι, πρίν επιχειρήσει να διασταυρώσει, ήλεγξε τη τροχαία κίνηση και όταν είδε ότι ο δρόμος ήταν ελεύθερος εισήλθε μέσα στο δρόμο με γρήγορο βήμα, αλλά κτυπήθηκε απο το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου το οποίο «έτρεχε». Αντίθετα, ο τελευταίος υποστήριξε ότι, ενώ οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα, ξαφνικά το παιδί και όταν η απόσταση που τους χώριζε ήταν ένα μέτρο, εισήλθε τρέχοντας μέσα στο δρόμο, απο τα δεξιά της πορείας του και βγαίνοντας πίσω απο ένα σταθμευμένο λεωφορείο, το οποίο τον κάλυπτε, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να το αποφύγει, λόγω της μικρής αυτής απόστασης που τους χώριζε και παρά το γεγονός ότι χρησιμοποίησε τα φρένα του αυτοκινήτου του. Μεταξύ των δύο εκδοχών που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρώ ως πλέον ειλικρινή και αξιόπιστη, τη μαρτυρία του Μ.Κ.2. Αυτός μαρτύρησε με τρόπο συνεσταλμένο και μου έδωσε την εντύπωση ότι εξέθεσε τα γεγονότα, όπως πραγματικά έγιναν, γι' αυτό και αποδέχομαι τη μαρτυρία του, όχι όμως στο σύνολο της. Δεν αποδέχομαι συγκεκριμένα ότι, πρίν επιχειρήσει να διασταυρώσει το δρόμο ήλεγξε τη τροχαία κίνηση. Και αυτό γιατί επί του σημείου τούτου, δεν ήταν σταθερός και θετικός σε σχέση με τις κινήσεις που έκαμε. Δεν ήταν πειστικός, όταν περιέγραφε σε ποιό σημείο σταμάτησε για να ελέγξει τη τροχαία κίνηση. Ενώ στη κατάθεση του ανάφερε ότι, πρίν αρχίσει να διασταυρώνει και όταν έφθασε στο σημείο του δρόμου που δεν καλυπτόταν απο το λεωφορείο, σταμάτησε και ήλεγξε τη τροχαία κίνηση, καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, προέβαλε ότι, ήλθε δύο βήματα πρός τη μέση του δρόμου και μετά κοίταξε για να την ελέγξει. Στη συνέχεια αμέσως μετά διαφοροποίησε και πάλι την απάντηση του, λέγοντας ότι προχώρησε μέχρι το σημείο που μπορούσε να δεί πρός τα αριστερά και όταν διαπίστωσε ότι δεν ερχόταν κανένας, τότε διασταύρωσε με γοργό βήμα, χωρίς να τρέξει και αφού έκαμε δύο βήματα, τον κτύπησε το αυτοκίνητο. Προέβαλε τέλος, ότι πήγε στη μέση του δρόμου και κοίταξε και δεξιά και αριστερά και όταν βεβαιώθηκε ότι δεν ερχόταν κανένα αυτοκίνητο, τότε ξεκίνησε να διασταυρώσει με γοργό βήμα. Το ίδιο παρατηρείται και σε σχέση με το πότε είδε για πρώτη φορά το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. Στη κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο Β), αναφέρει ότι όταν έφθασε στο σημείο του δρόμου που δεν καλυπτόταν απο το σταθμευμένο λεωφορείο, σταμάτησε και ήλεγξε το δρόμο, κοιτάζοντας δεξιά, αριστερά και πάλι δεξιά χωρίς να δεί κανένα αυτοκίνητο. Αφού έκαμε περίπου δύο βήματα, είδε ένα αυτοκίνητο να έρχεται απο τα αριστερά του και να τον κτυπά. Στην προφορική όμως ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ισχυρίσθηκε αρχικά ότι, ήλεγξε το δρόμο χωρίς να δεί οτιδήποτε και ότι το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, το είδε πρώτη φορά μετά που τον κτύπησε. Αμέσως μετά και όταν η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής τον παρέπεμψε σε αυτά που ανάφερε στη κατάθεση του, είπε ότι την πρώτη φορά που είδε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου δεν πρόλαβε να αντιδράσει, γιατί έτρεχε πολύ. Για αυτό και αποδέχομαι το σύνολο της μαρτυρίας του, εκτός μόνο απο το μέρος αυτό. Παρακολουθώντας το κατηγορούμενο να καταθέτει απο το εδώλιο του μάρτυρα, παρατηρώντας το τρόπο, το ύφος, την όλη στάση και συμπεριφορά του, σχημάτισα την εντύπωση ότι πρόθεση του δεν ήταν να εκθέσει στο Δικαστήριο τα όσα πραγματικά έγιναν, αλλά μοναδική του προσπάθεια ήταν, να αποφύγει οποιαδήποτε ευθύνη για το δυστύχημα. Η προσπάθεια του αυτή, ήταν εμφανέστατη, όχι μόνο μέσα απο τις απαντήσεις που έδιδε, αλλά ακόμα και απο το ύφος και το τρόπο που απαντούσε, στοιχεία βέβαια που δεν εμφαίνονται απο τα στυγνά πρακτικά. Ένα στοιχείο που επιβεβαιώνει την άποψη μου αυτή, είναι ότι, δεν απαντούσε με αμεσότητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, αλλά καθυστερούσε να απαντήσει, προφανώς σκεπτόμενος την απάντηση που έπρεπε να δώσει, σε ορισμένα δε σημεία, ειδικότερα κατά το στάδιο της αντεξέτασης, η καθυστέρηση ήταν περισσότερο απο εμφανής. Θα πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι, σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του, δεν ήταν σαφής, ενώ κάποιες αντιφάσεις μεταξύ της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία και της προφορικής του μαρτυρίας, σε ουσιαστικά σημεία για την υπόθεση, ενισχύουν την άποψη μου αυτή. Πρόκειται συγκεκριμένα για τα σημεία που αναφέρθηκε στη ταχύτητα με την οποία οδηγούσε όταν έγινε το δυστύχημα, για το πότε ακριβώς, χρησιμοποίησε τα φρένα του αυτοκινήτου του για να αποφύγει το παιδί όταν αυτό εισήλθε μέσα στο δρόμο, καθώς επίσης και πότε το παιδί κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο του. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει εάν η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε, ήταν 20 ή 30 χιλιόμετρα. Σε ερώτηση δε που του υποβλήθηκε για το ζήτημα κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης, απάντησε κατά λέξη, «Εννά παίζουμε με τα 10 χιλιόμετρα παραπάνω; Μπορεί να γέλασε το πόδι μου και να πήγε στα 30». Σε σχέση δε, με το πότε χρησιμοποίησε τα φρένα του αυτοκινήτου του και πότε το παιδί κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο, έδωσε διάφορους, αντιφατικούς μεταξύ τους ισχυρισμούς. Στη κατάθεση του, στην οποία εκθέτει τα γεγονότα του δυστυχήματος (Τεκμήριο 2) είπε συγκεκριμένα ότι, όταν το παιδί εισήλθε τρέχοντας στο δρόμο για να διασταυρώσει, κτύπησε πάνω στο αυτοκίνητο του και ο ίδιος αμέσως μόλις ένοιωσε το κτύπημα στο αυτοκίνητο χρησιμοποίησε τα φρένα του αυτοκινήτου του. Αναφέρει δε περαιτέρω στη κατάθεση του ότι, δεν μπόρεσε να κάμει οτιδήποτε, γιατί όταν το παιδί έτρεξε στο δρόμο, καλυπτόταν από το λεωφορείο και η απόσταση που τους χώριζε ήταν πολύ μικρή. Κάτι παρόμοιο, όχι όμως ακριβώς το ίδιο, επανέλαβε και σε κάποιο άλλο σημείο της μαρτυρίας του, λέγοντας αυτολεξεί, «πάτησα τα φρένα μου και συγχρόνως κτύπησε το μωρό». Σε άλλο όμως σημείο της ένορκης του μαρτυρίας, ισχυρίσθηκε ότι, όταν αντελήφθηκε το παιδί να διασταυρώνει το δρόμο, σταμάτησε και συγχρόνως το παιδί κτύπησε πάνω στην πόρτα του οδηγού, προβάλλοντας στη συνέχεια ότι, η πρώτη στιγμή που πάτησε τα φρένα του αυτοκινήτου του, ήταν πρίν τη σύγκρουση με τον πεζό, όταν στο ένα μέτρο αντελήφθηκε το παιδί να επιχειρεί να διασταυρώσει το δρόμο. Πιεζόμενος στη συνέχεια της αντεξέτασης, προέβαλε ότι τα όσα αναφέρει στο Τεκμήριο 2 και τα όσα προφορικά προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι τα ίδια. Ενόψει όλων των πιο πάνω, δεν αποδέχομαι, τη ταχύτητα με την οποία προέβαλε ότι οδηγούσε και η οποία ήταν συν τοις άλλοις προιόν υπολογισμού του μάρτυρα, ούτε και ότι, χρησιμοποίησε τα φρένα του αυτοκινήτου του, πριν τη σύγκρουση με το παιδί. Δεν δέχομαι επίσης τον ισχυρισμό του ότι, η απόσταση που τον χώριζε απο το Μ.Κ.2, όταν ο τελευταίος εισήλθε μέσα στο δρόμο ήταν ένα μόνο μέτρο. Και αυτό ενόψει της γενικότερης εντύπωσης που σχημάτισα γι' αυτόν και που ήταν κύρια, η προσπάθεια του, να αποποιηθεί οποιασδήποτε ευθύνης για το δυστύχημα, καθώς επίσης και γιατί, αυτή, ήταν μόνο προιόν υπολογισμού. Λαμβανομένης όμως υπόψη, της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή, ότι δηλαδή το σταθμευμένο λεωφορείο, ήταν ένα μεγάλο λεωφορείο που μετέφερε μαθητές και του οποίου ο όγκος δεν αμφισβητήθηκε από κανένα, δέχομαι ότι λόγω του μεγέθους του λεωφορείου και του γεγονότος ότι ο Μ.Κ.2 εξήλθε πίσω απο αυτό, όταν ο τελευταίος έγινε και μπορούσε να γίνει αντιληπτός μέσα στο δρόμο, η απόσταση που τους χώριζε, ήταν μικρή. Όλα τα πιο πάνω σε συνδυασμό με τη γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για το κατηγορούμενο, δεν μου επιτρέπουν να αποδεχθώ τη μαρτυρία του, εκτός μόνο και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται απο τη νομολογία, απο τα ακόλουθα σημεία. Ότι, ενώ βρισκόταν έξω από το σχολείο από το οποίο πήγε να παραλάβει το γιό του και ενώ εκεί, βρίσκονταν πολλά παιδιά και υπήρχε συνωστισμός, αφού ήταν η ώρα που τα παιδιά σχόλαναν, είδε το Μ.Κ.2, να εισέρχεται μέσα στο δρόμο, εξερχόμενος πίσω απο το σταθμευμένο λεωφορείο το οποίο τον κάλυπτε και το οποίο βρισκόταν στα δεξιά της πορείας του κατηγορούμενου. Σε σχέση με το πότε εφάρμοσε τα φρένα του αυτοκινήτου του, αποδέχομαι αυτό που προέβαλε στη κατάθεση του ( Τεκμήριο 2), όπου είπε, ότι, όταν το παιδί εισήλθε στο δρόμο για να διασταυρώσει, κτύπησε πάνω στο αυτοκίνητο του και ο ίδιος, αμέσως μόλις ένοιωσε το κτύπημα στο αυτοκίνητο, εφάρμοσε τα φρένα του αυτοκινήτου του. Και αυτό γιατί η κατάθεση, δόθηκε δύο μέρες μετά το δυστύχημα και θεωρώ ότι αν δεν ήταν η αλήθεια δεν θα το έλεγε στη κατάθεση του. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και ως τέτοιο εγκρίθηκε απο το Δικαστήριο ότι, απο το δυστύχημα ο Μ.Κ.2, τραυματίσθηκε και νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, κάλεσε το Δικαστήριο, να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο πελάτης του, αντέδρασε χρησιμοποιώντας τα φρένα του αυτοκινήτου του, πριν το σημείο της σύγκρουσης με τον πεζό, καθώς επίσης και ότι ο κατηγορούμενος εκινείτο με πολύ μικρή ταχύτητα. Η εισήγηση του αυτή, είχε δύο σκέλη και βασίσθηκε, πρώτο, στα όσα περιέχονται σε αντίγραφο κάποιου πίνακα από σχετικό σύγγραμμα το οποίο ο κ. Κορφιώτης, παρουσίασε στο Δικαστήριο και το οποίο δεικνύει όπως ανάφερε ο συνήγορος, τις ιδανικές αποστάσεις που διανύει ένα αυτοκίνητο, μέχρι να σταματήσει. Το δεύτερο σκέλος της εισήγησης του ήταν ότι, τα πιο πάνω, καταδεικνύονται και από την πραγματική μαρτυρία και ότι το Δικαστήριο, μπορεί να καταλήξει στα πιο πάνω συμπεράσματα, χωρίς να καταστήσει τον ευατό του εμπειρογνώμονα. Δεν θα συμφωνήσω με τις πιο πάνω εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου. Για να ληφθούν υπόψη τα όσα περιέχονται στον πίνακα, θα έπρεπε, να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου με μαρτυρία και μάλιστα στη συγκεκριμένη περίπτωση με μαρτυρία ειδικού εμπειρογνώμονα. Απο τη στιγμή που τα όσα περιέχονται στον πίνακα δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως μαρτυρία και με τον ενδεδειγμένο τρόπο, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Ούτε το Δικαστήριο μπορεί να έχει δικαστική γνώση των όσων εκτίθενται στον πίνακα, όπως επίσης προέβαλε ο συνήγορος και των αποστάσεων που χρειάζονται για να μπορέσει ένας οδηγός να χρησιμοποιήσει τα φρένα του και να μπορέσει το αυτοκίνητο του να σταματήσει . Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Νίκου Π. Κλεάνθους κα,

(1999)2 ΑΑΔ 320 αποφασίσθηκε ότι: «Ο κανόνας της δικαστικής γνώσης δίδει την ευχέρεια στο Δικαστήριο να δέχεται ως αποδεδειγμένα μερικά αναμφισβήτητα και πασίδηλα γεγονότα». Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λίνας Ν. Νεοκλέους v. Γενικός Εισαγγελέας, 1993
(1)ΑΑΔ 352 ׃ «Δικαστική γνώση μπορεί να ληφθεί μόνο για γεγονότα τα οποία είναι πασίγνωστα σε βαθμό που να αποτελούν κοινή γνώση». Όμως στην παρούσα υπόθεση δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Τα όσα εκτίθενται στον πίνακα, δεν είναι γεγονότα πασίδηλα. Αντίθετα αυτά είναι ζητήματα τα οποία θα έπρεπε να αποδειχθούν, αφού γι΄αυτά απαιτείται επιστημονική γνώση και τεκμηρίωση. Eίναι νομολογημένο ότι, η πραγματική μαρτυρία, αποτελεί το γνώμονα με βάση τον οποίο δοκιμάζεται η αξιοπιστία της προφορικής μαρτυρίας (βλ. Α/φοι Παπαλαζάρου v. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1 ΑΑΔ 1388, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160). Είναι επίσης νομολογημένο ότι το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του, τους στοιχειώδεις κανόνες της φυσικής καθώς και τη κοινή λογική (βλ. Σαββίδης v. White
(1996)1 AAΔ 567), καθώς επίσης ότι πρέπει να αποφεύγονται μαθηματικοί υπολογισμοί με σκοπό την εξαγωγή συμπερασμάτων για τη ταχύτητα κάποιου οχήματος (βλ. Pastalides v. Milikouri
(1981)1 CLR 158 και Θεόδουλος Σιαλάμπης v. Θεμούλας Παναγή, ημερ. 25/1/2008). Στην απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Σώζος Οδυσσέως v. Νιόβης Χατζηλουκά
(2000)
(1)(Α) ΑΑΔ 185, κρίθηκε ότι το μήκος των ιχνών των φρένων του οχήματος του εφεσείοντα, στην απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας, δεν μπορούσε απο μόνο του να οδηγήσει σε ασφαλές συμπέρασμα ως πρός τη ταχύτητα του οχήματος του εφεσείοντος, χωρίς μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Λέχθηκαν δε τα ακόλουθα׃ « Το ερώτημα αν ένα Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε ευρήματα που βασίζονται πάνω σε ίχνη φρένων, χωρίς να παρατεθεί πρός τούτο μαρτυρία απο εμπειρογνώμονες, έχει εξετασθεί σε αριθμό υποθέσεων, όπου τονίστηκε ότι ένα τέτοιο εύρημα χωρίς την ύπαρξη επεξηγηματικής μαρτυρίας απο εμπειρογνώμονα είναι αντινομικό.( ίδε Hidjigeorgiou v. Police
(1972)2 CLR 86, Constantinou v. Police
(1972)2 CLR 89, Salih v. Sofocleous
(1979)1 CLR 248, Siakos v Nicolaou
(1980)1 CLR 333, Shakolas v. Agathangelou and another
(1983)1 CLR 1007.'' Στην υπό εξέταση περίπτωση το Δικαστήριο, δεν θα μπορούσε, βασιζόμενο μόνο στην πραγματική μαρτυρία και ειδικότερα στα ίχνη τροχοπέδησης, να καταλήξει σε οποιοδήποτε συμπέρασμα ως πρός τη ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Ειδικότερα στην παρούσα περίπτωση, που το ζήτημα εάν η ταχύτητα με την οποία αυτός οδηγούσε, ήταν η ενδεδειγμένη ή όχι, θα κριθεί απο τις γενικότερες περιστάσεις που περιβάλλουν τη υπόθεση. Εν πάση όμως περιπτώσει, κρίνεται ότι, το μήκος και μόνο των ιχνών τροχοπέδησης, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει το Δικαστήριο, σε ασφαλές συμπέρασμα ως προς την ακριβή ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο κατηγορούμενος και η οποία και υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης, αφού το δυστύχημα έγινε έξω απο σχολείο, την ώρα που σχόλαναν οι μαθητές έχει ιδιαίτερη σημασία. Ούτε θα μπορούσε το Δικαστήριο, να γνωρίζει ή να υπολογίσει απο μόνο του απο ποιά απόσταση ο κατηγορούμενος, έθεσε σε λειτουργία τα φρένα του αυτοκινήτου του και πόση απόσταση διήνυσε πρίν και μετά τη χρήση τους. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης και των παραδεκτών γεγονότων καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Ο κατηγορούμενος στις 6/2/07, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KHQ 551, στην οδό Θεσσαλονίκης, παρά το γυμνάσιο της Αγίας Παρασκευής στη Γεροσκήπου στην Πάφο. Η ώρα που έγινε το δυστύχημα, ήταν η ώρα, που οι μαθητές σχόλαναν απο το σχολείο τους και γι΄αυτό υπήρχαν εκεί πολλά παιδιά, αρκετή τροχαία κίνηση και συνωστισμός. Ο κατηγορούμενος, αφού παρέλαβε το γιό του απο το σχολείο, ξεκίνησε να φύγουν. Προχωρώντας για να αναχωρήσουν, οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του. Στα δεξιά του, υπήρχε σταθμευμένο ένα μεγάλο και ψηλό λεωφορείο απο αυτά που μεταφέρουν μαθητές και το οποίο κάλυπτε ένα μέρος της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας του δρόμου. Ενώ οδηγούσε, ένα παιδί, ο Μ.Κ.2, εξήλθε, βγαίνοντας από την πίσω πλευρά του λεωφορείου και εισήλθε με γρήγορο βήμα μέσα στο δρόμο, για να διασταυρώσει. Το παιδί πριν εξέλθει πίσω από το λεωφορείο, δεν ήταν ορατό από το κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ.2, εισήλθε στο δρόμο για να διασταυρώσει, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει τη τροχαία κίνηση και κτύπησε πάνω στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, ο οποίος αμέσως, όταν ένοιωσε το κτύπημα, χρησιμοποίησε τα φρένα του αυτοκινήτου του. Αυτά, άφησαν ίχνη τροχοπέδησης μήκους 3.80 μέτρων και η αρχή τους απέχει από το σημείο σύγκρουσης, 80 εκατοστά. Το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου, βρέθηκε να είναι στη τελική του θέση, σε απόσταση 4.80 εκατοστών από το σημείο σύγκρουσης. Ο δρόμος έχει πλάτος 6.70 μέτρα. Το σημείο της σύγκρουσης βρίσκεται στη λωρίδα κυκλοφορίας του κατηγορούμενου και σε απόσταση 2.50 μέτρων απο την άκρη του αριστερού πεζοδρομίου του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου. Κατά την ώρα του δυστυχήματος, ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή και καθαρή. Το όριο ταχύτητας ήταν 50 χλω και στο δρόμο δεν υπήρχε διάβαση πεζών. Απο το δυστύχημα ο Μ.Κ.2, τραυματίσθηκε και νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο. Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 8 του Νόμου 86/72 και στο οποίο βασίζεται η κατηγορία, έτυχε νομολογιακής ανάλυσης κατ΄ επανάληψη. Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης, είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (βλ. Charalambous v. Police
(1982)2 CLR 134 και Κυριάκου Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Η αμέλεια που χρειάζεται για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα δεν είναι ψηλότερη από αυτή που χρειάζεται για να αποδειχθεί στις πολιτικές υποθέσεις (βλ. Πορτοκαλλίδης ν. Αστυνομίας
(1987)2 CLR 86). Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κατά την εξέταση κατηγορίας για αμελή οδήγηση η προσοχή επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις όπως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι το τέλειο οδηγό (βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Οι αρχές που διέπουν το καθορισμό ευθύνης των αυτοκινητοδηγών προς άλλους χρήστες του δρόμου είναι αδιαμφισβήτητες (βλ. Vakanas v. Thomas & Another
(1982)1 CLR 530, Adamis & Another v. Eracleous
(1982)1 CLR 746 και Κωμιάτη ν. Πόλιτσου,
(2001)1 ΑΑΔ 226). Όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, το κριτήριο για τη διαπίστωση αμελούς οδήγησης, όπως και της αμέλειας γενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του αυτοκινητοδηγού. Δεν είναι υποκειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική θεώρηση της λειτουργίας του οδηγού. Σε πλείστες αποφάσεις όπου εξετάσθηκε το ζήτημα της ευθύνης οδηγού με την παράλληλη είσοδο πεζού στο δρόμο, επισημάνθηκε ότι, η κάθε υπόθεση, κρίνεται ανάλογα με τις δικές της περιστάσεις και τα ιδαίτερα γεγονότα που την περιβάλλουν. Mε την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ελένης Ιωάννου v Μαρούλας Στυλιανού, 1998
(1)ΑΑΔ 1861, ακυρώθηκε η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με το καταμερισμό ευθύνης και κρίθηκε ότι η εφεσείουσα υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν είχε καθήκον λήψης μέτρων προφύλαξης έναντι του ενδεχομένου, πεζός να προσπαθήσει να διασταυρώσει, υπό τις συνθήκες που περιέβαλλαν την υπόθεση και λαμβανομένου υπόψη ότι η εφεσείουσα δεν οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα, είχε την προσοχή της στραμμένη στο δρόμο αφού αντέδρασε αμέσως μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία της πεζής στο δρόμο. Στην παρούσα όμως υπόθεση, το δυστύχημα έγινε έξω από σχολείο, την ώρα μάλιστα που σχόλαναν οι μαθητές. Στην υπόθεση Έλλης Δημητρίου v. Μάριου Δημητριάδη, ανηλίκου, 2000
(1)ΑΑΔ 1654, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα απο την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, της οποίας το σκεπτικό επικυρώθηκε απο το Ανώτατο Δικαστήριο, «Η εναγόμενη με βάση τα ευρήματα στα οποία το Δικαστήριο έχει καταλήξει και τα περιστατικά της υπόθεσης, είχε καθήκον να είναι ιδιαίτερα προσεκτική και σε κατάσταση εγρήγορσης ενώ οδηγούσε έξω απο το Δημοτικό σχολείο και μάλιστα σε χρόνο που τα παιδιά σχόλαναν, γιατί ο κίνδυνος εισόδου παιδιών στο δρόμο ήταν έκδηλα προβλεπτός και αναμενόμενος. Είναι νομολογημένο ότι εφόσον εντοπίζονται παιδιά στο δρόμο, το ενδεχόμενο να τρέξουν να τον διασταυρώσουν είναι κάτι το σύνηθες και οι οδηγοί πρέπει να το αναμένουν (βλ. Δαυίδ v. Aστυνομίας
(1993)2 AAΔ 169 και Κώστας Κυριακίδης v. Χρ. Στυλιανού, ανηλίκου κ.α., 1997
(1)ΑΑΔ 68). Περαιτέρω είχε καθήκον να οδηγεί το αυτοκίνητο της με τέτοια ταχύτητα που να της επέτρεπε να αντιδράσει έγκαιρα και αποτελεσματικά σε περίπτωση εκδήλωσης τέτοιου κινδύνου, τον οποίο όφειλε να αντιληφθεί ενόψει και της μεγάλης ορατότητας που της επέτρεπε η πορεία της ». Στην υπόθεση Κυριακίδης ν. Στυλιανού, που αναφέρεται στην πιο πάνω απόφαση και στην οποία δύο μαθήτριες στην προσπάθεια τους να διασταυρώσουν για να πάνε στο σχολείο τους, τραυματίσθηκαν απο διερχόμενη μοτοσυκλέττα, επισημάνθηκε η υποχρέωση του οδηγού ο οποίος γνώριζε ότι στην περιοχή υπήρχε σχολείο να οδηγεί με τρόπο που να «επαγρυπνεί, μήπως και συμβεί το χειρότερο». Στην Δαυίδ v. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 169, υπογραμμίστηκε ότι, εφόσον εντοπίζονται παιδιά στο δρόμο, το ενδεχόμενο να τρέξουν να διασταυρώσουν, είναι κάτι το σύνηθες και οι οδηγοί πρέπει να το αναμένουν. Tέλος και όπως λέχθηκε στην υπόθεση Α. Παύλου v. Αστυνομίας, 1998
(2)ΑΑΔ 68, «Η ύπαρξη παιδιών στο δρόμο ή κοντά σ' ένα δρόμο, επιφορτίζει ένα οδηγό με την υποχρέωση επίδειξης αηξημένης προσοχής που μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις να εκδηλωθεί με τη μείωση της ταχύτητας, τη χρήση σειρήνας και ακόμα πιο στενή οπτική επαφή με τα παιδιά, για να μπορέσει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά μια ξαφνική κίνηση εκ μέρους των παιδιών που μπορεί να δημιουργήσει σοβαρούς κινδύνους στο δρόμο». Είναι συνεπώς με βάση τα γεγονότα και τις περιστάσεις που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση που θα πρέπει να εξετασθεί, αν έχει αποδειχθεί αμέλεια του κατηγορούμενου, στο μέτρο που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις όπως και η παρούσα και είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18 και Λοίζου v Αστυνομίας,
(1989)2 ΑΑΔ 363). Το Δικαστήριο θα πρέπει να επικεντρωθεί κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο κατηγορούμενος ενήργησε υπό τις περιστάσεις όπως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν το δρόμο και ειδικότερα έναντι στα παιδιά που εκείνη την ώρα, σχόλαναν από το σχολείο τους. Το καθήκον, θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του και όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι το τέλειο οδηγό. Οι περιστάσεις της υπόθεσης και ειδικότερα του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος, οδηγούσε σε δρόμο που είχε σχολείο, την ώρα μάλιστα που τα παιδιά σχόλαναν, ότι υπήρχε συνωστισμός και αρκετή τροχαία κίνηση, επέβαλλαν στο κατηγορούμενο το καθήκον, να είναι ιδιαίτερα και σχολαστικά προσεκτικός. Όφειλε να οδηγεί με την ελάχιστη δυνατή ταχύτητα έτσι ώστε να μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να ακινητοποιήσει το όχημα του, αντιδρώντας άμεσα και έγκαιρα ώστε να αποφύγει οποιοδήποτε κίνδυνο, που ήταν προφανέστατος κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης και ο οποίος θα προέκυπτε απο ξαφνική είσοδο κάποιου παιδιού στο δρόμο. Η παρουσία του σταθμευμένου λεωφορείου στα δεξιά της πορείας του, επέβαλλε στο κατηγορούμενο το καθήκον περαιτέρω εγρήγορσης και προσοχής. Όφειλε, πλησιάζοντας το λεωφορείο αυτό, ενόψει της κίνησης που υπήρχε και ειδικότερα της διακίνησης παιδιών, να προβλέψει την πιθανότητα εκδήλωσης κινδύνου απο τη ξαφνική είσοδο κάποιου παιδιού στο δρόμο πίσω από αυτό και γι' αυτό να ελαττώσει σε τέτοιο βαθμό τη ταχύτητα του, έτσι ώστε να μπορεί να αντιδράσει και να αποφύγει ένα τέτοιο κίνδυνο που πιθανότατα και εύλογα προβλεπτά, μπορούσε να βρεθεί μπροστά του. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, κρίνεται ότι η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο κατηγορούμενος, δεν ήταν αυτή που επιβάλλετο υπό τις περιστάσεις και αφίστατο του καθήκοντος επιμέλειας που ένας συνετός οδηγός όφειλε να ασκήσει. Μπορεί στο συγκεκριμένο δρόμο το όριο ταχύτητας να ήταν 50 χλω, όμως ο χρόνος και οι γενικότερες συνθήκες που συνέτρεχαν την ώρα του δυστυχήματος, επέβαλλαν στο κατηγορούμενο να οδηγεί με την ελάχιστη δυνατή ταχύτητα, η οποία να του επιτρέπει να αντιδράσει έναντι οποιουδήποτε κινδύνου, ήθελε τυχόν εκδηλωθεί απο την ξαφνική είσοδο κάποιου παιδιού στο δρόμο. Η οδήγηση του έξω απο το σχολείο, σε ώρα που σχόλαναν οι μαθητές και πολλοί απο αυτούς βρίσκονταν εκεί, επέβαλλαν στο κατηγορούμενο όπως ασκήσει την ύψιστη προσοχή και επιμέλεια έναντι των παιδιών που διακινούνταν και ιδιαίτερα έναντι του Μ.Κ.2. Θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση, διαφοροποιείται απο τις περπτώσεις που εξετάσθηκαν στις υποθέσεις Γ. Ιωάννου v. Αστυνομίας, 2003
(2)ΑΑΔ 207 και Παπασωζομενου v. Αναστασίου, 1998
(1)ΑΑΔ 329. Και αυτό γιατί στην παρούσα περίπτωση, ναι μεν, το παιδί δεν ήταν ορατό πριν εξέλθει πίσω απο αυτό, όμως το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε έξω απο ένα σχολείο την ώρα που πολλά παιδιά υπήρχαν στο δρόμο, αφού ήταν η ώρα που αυτά σχόλαναν απο το σχολείο τους, επέβαλλε στο κατηγορούμενο την ύψιστη προσοχή και επαγρύπνηση, έναντι του πιθανότατου κινδύνου της ξαφνικής εισόδου κάποιου παιδιού στο δρόμο. H παρουσία δε του σταθμευμένου λεωφορείου, το οποίο όπως και ο κατηγορούμενος δέχθηκε ήταν μεγάλο λεωφορείο που μεταφέρει μαθητές, καθιστούσε την υποχρέωση επαγρύπνησης του κατηγορούμενου ακόμα εντονότερη, αφού ο κίνδυνος εξόδου κάποιου μαθητή πίσω απο το λεωφορείο, ήταν όχι μόνο πιθανότατος αλλά έπρεπε να θεωρηθεί απο το κατηγορούμενο και ως εύλογα αναμενόμενος και γι΄αυτό όφειλε, να οδηγεί με την ελάχιστη δυνατή ταχύτητα, μέχρι να απομακρυνθεί απο το σχολείο και το χώρο στον οποίο διακινούνταν οι μαθητές. Κρίνεται ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, ο κατηγορούμενος οδήγησε με υπερβολική και εν πάση περιπτώσει, όχι με την ενδεδειγμένη ταχύτητα, χωρίς να επιδείξει την απαιτούμενη απο ένα συνετό και λογικό οδηγό, επιμέλεια και γι' αυτό κρίνεται ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει τη κατηγορία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα με όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω, βρίσκω το κατηγορούμενο, ένοχο στη κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Μ. Λάρμου - Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.