← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χριστόφορος Χριστοφόρου, Αρ. Υπόθεσης: 10757/08, 07.05.2009

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χριστόφορος Χριστοφόρου, Αρ. Υπόθεσης: 10757/08, 07.05.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10757/08 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου V

  1. Χριστόφορος Χριστοφόρου
  2. Nadim Chalosi Κατηγορουμένων ____________________________ 07.05.2009 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παύλος Κυριακίδης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Πολύκαρπος Φιλίππου Κατηγορούμενος 1: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 στην παρούσα υπόθεση κατηγορείται για παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού, κατά παράβαση του άρθρου 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 (1η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας ο κατηγορούμενος 1 την 27η Αυγούστου 2008 στη Μηλιού της Επαρχίας Πάφου εργοδοτούσε παράνομα τον κατηγορούμενο 2 σε οικία στο πιο πάνω χωριό, χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΥΛΙΚΟ Προκειμένου να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε μόνο ένα μάρτυρα κατηγορίας, το Nadim Chalosi (Μ.Κ.1), πρώην Κατηγορούμενο 2, ο οποίος στις 26.02.2009, πριν την έναρξη της ακρόασης της κατηγορίας αυτής της υπόθεσης, καταδικάσθηκε, κατόπιν δικής του παραδοχής, σε συντρέχουσες και άμεσες ποινές φυλάκισης 40 ημερών σε κάθε μια από τις κατηγορίες 2, 3 και 4 που τον αφορούσαν (για παράνομη απασχόληση, παράνομη είσοδο και παράνομη παραμονή αντίστοιχα). Πέραν του συγκεκριμένου μάρτυρας δηλώθηκε ως παραδεκτό το ακόλουθο γεγονός, το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο και κατέστη κοινά αποδεκτό γεγονός για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας: «Ο Κατηγορούμενος 2 (Μ.Κ.1) συνελήφθη σε υπό ανέγερση κατοικία στο χωριό Μηλιού» Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου 1 και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία, στην οποία υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (Τεκ. 1), υποβλήθηκε σε αντεξέταση από τον ευπαίδευτο δικηγόρο της Δημοκρατίας και δεν κάλεσε κανένα μάρτυρα υπεράσπισης. Επιπρόσθετα ο ευπαίδευτος συνήγορός του κατέθεσε, χωρίς ένσταση, το Τεκ. 2, που είναι πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, με βάση το περιεχόμενο του οποίου, ο Κατηγορούμενος 1 δεν είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης καμιάς ακίνητης ιδιοκτησίας στο χωριό Μηλιού. Τα όσα ανέφεραν, τόσο ο μάρτυρας κατηγορίας, όσο και ο κατηγορούμενος, έχουν καταγραφεί αυτολεξεί στα πρακτικά της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται απαραίτητο να επαναληφθούν στο σύνολό τους στην παρούσα απόφαση. Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέπεια η αποδοχή ή απόρριψή της. Αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους, οι οποίες αποτελούν επίσης μέρος της δικογραφίας, προσπάθησαν με νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία να πείσουν για την ορθότητα των εισηγήσεών τους. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ-ΕΠΙΔΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ Η 1η κατηγορία στηρίζεται στο άρθρο 14Β του Κεφ. 105 το οποίο προνοεί ότι: «Η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια ή η εργοδότηση κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή η εργοδότηση κατά παράβαση οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού, συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι οχτώ χιλιάδες πεντακόσια σαράντα τρία ευρώ ή και με τις δυο αυτές ποινές». Το άρθρο 2 είναι το ερμηνευτικό άρθρο της συγκεκριμένης νομοθεσίας, όπου μεταξύ άλλων, περιλαμβάνεται και ο ορισμός της έννοιας «αλλοδαπός» ως ακολούθως: «αλλοδαπός» σημαίνει πρόσωπο το οποίο δεν είναι Κύπριος υπήκοος. Από το λεκτικό της ανωτέρω νομοθετικής διάταξης , σε συνδυασμό και με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1, όπου η Κατηγορούσα Αρχή σαφώς προσδιορίζει ότι αυτός, κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο, εργοδοτούσε παράνομα σε οικία στη Μηλιού τον Κατηγορούμενο 2, προκύπτει ότι απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η απόδειξη της ύπαρξης σχέσης εργοδότησης μεταξύ Κατηγορούμενου 1 και Κατηγορούμενου
  1. Στο Κεφ. 105 δεν δίνεται η νομική ερμηνεία των όρων «εργοδότης» και «εργοδοτούμενος». Πιστεύω όμως ότι δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή που δίδεται στο άρθρο 2 του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, Ν.24/67, όπως έχει τροποποιηθεί, όπου προνοείται ότι: «εργοδοτούμενος» σημαίνει πρόσωπον εργαζόμενον δι' έτερον πρόσωπον είτε δυνάμει συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας είτε υπό τοιαύτας περιστάσεις εκ των οποίων δύναται να συναχθή η ύπαρξις σχέσεως εργοδότου και εργοδοτουμένου, ο δε όρος «εργοδότης» θα ερμηνεύηται αναλόγως και θα περιλαμβάνη την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Στην παρούσα υπόθεση από τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής σίγουρα δεν έχει προκύψει η ύπαρξη συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας μεταξύ Κατηγορούμενου 1 και Κατηγορούμενου
  2. Αρα το μόνο που απομένει να εξετασθεί είναι εάν η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου δύναται να συναχθεί από τις περιστάσεις της υπόθεσης. Κομβικής σημασίας για την κατηγορία αυτή είναι αναμφίβολα η μαρτυρία του Μ.Κ.
  3. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Θα ασχοληθώ πρώτα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, τον οποίο είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω επισταμένα να καταθέτει δια ζώσης ενώπιόν μου και για τον οποίο έχω πλήρη αντίληψη για τη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Δεν διατηρώ καμιά αμφιβολία και δεν έχω κανένα δισταγμό να αποδεχθώ τη μαρτυρία του ως πλήρως αξιόπιστη. Είμαι απόλυτα βέβαιος ότι μετέφερε στο Δικαστήριο όσα στην πραγματικότητα διαδραματίσθηκαν στην παρουσία του και με τη συμμετοχή του από τις 26.08.2008 που αφίχθηκε στο έδαφός μας από τα κατεχόμενα μέχρι τις 11:00 π.μ. περίπου της 27.08.2008 που συνελήφθη να εργάζεται σε υπό ανέγερση οικία στο χωριό Μηλιού. Αξιολογώ κατ' αυτόν τον τρόπο τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, όχι βεβαίως αυθαίρετα, αλλά διότι πέραν του ότι παρέμεινε σταθερός και ιδιαίτερα πειστικός, κατά τη διάρκεια, τόσο της κυρίως εξέτασης, όσο και κυρίως της αντεξέτασής του στα όσα ισχυρίσθηκε και δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις, δεν προκύπτει από το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας, τόσο της κατηγορούσας αρχής, όσο και της υπεράσπισης, οποιοδήποτε στοιχείο ή έστω ένδειξη ότι η μαρτυρία του ήταν προσχεδιασμένη ή ότι ο Μ.Κ.1 διακατεχόταν από οποιαδήποτε κακόβουλα ή υστερόβουλα κίνητρα. Μη ξεχνάμε πως ο Μ.Κ.1 είχε έρθει παράνομα για πρώτη φορά στη χώρα μας την αμέσως προηγούμενη ημέρα της διάπραξης του αδικήματος για να παραμείνει και να εργασθεί παράνομα και δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία, είτε ότι γνώριζε τον Κατηγορούμενο 1, είτε ότι μπορούσε να γνωρίζει τα όσα θα συνέβαιναν την επομένη της αφίξεώς του, ώστε να θεωρήσουμε ότι είχε προσχεδιάσει τα όσα ισχυρίσθηκε στο Δικαστήριο. Μην ξεχνάμε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος 2, όντας ήδη κατάδικος σε ποινή φυλάκισης 40 ημερών, δεν είχε ούτως ή άλλως οτιδήποτε να αναμένει, υπό μορφή ευνοϊκής μεταχείρισης στο πρόσωπό του. Πριν προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 1 οφείλω να κάνω ιδιαίτερη αναφορά στο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, που δεν είναι πρωτογενής, αλλά εξ' ακοής μαρτυρία για να αιτιολογήσω την απόφασή μου να την αποδεχθώ, με την υποσημείωση ότι η αξιολόγηση της βαρύτητάς της θα γίνει μετά την αξιολόγηση και της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου
  4. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, όπου μετέφερε στο Δικαστήριο τη δήλωση προς τον ίδιο του Γιάσερ, ότι ο Κατηγορούμενος 1 είναι ο εργοδότης του. Ο λόγος που την αποδέχομαι είναι η σαφής διάταξη του άρθρου 24
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, σύμφωνα με την οποία η εξ' ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου απλά και μόνο επειδή αυτή είναι εξ' ακοής. Ερχόμενος στη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 1 οφείλω να πω ότι μου έχει αφήσει ανάμεικτες εντυπώσεις. Από τη μια αρνήθηκε κατηγορηματικά, ανεπιτυχώς κατά την κρίση μου, τη συνάντηση με το Γιάσερ έξω από το σπίτι του στη Γιόλου το πρωϊνό της 27.08.2008, αρνούμενος παράλληλα, ότι γνωρίζει αυτό το πρόσωπο ή ότι είχε δει οποτεδήποτε πριν την ακρόαση της υπόθεσης το Μ.Κ.1, από την άλλη προέβαλε κάποιους σημαντικούς για την υπόθεση και αναντίλεκτους επί της ουσίας ισχυρισμούς, όπως ότι ασχολείται με αγοραπωλησίες χωραφιών και σπιτιών, ότι δεν είναι εργολάβος οικοδομών και ότι δεν έχει σπίτι υπό ανέγερση ή άλλη περιουσία στο χωριό Μηλιού. Σημειωτέον ότι ο τελευταίος ισχυρισμός του Κατηγορούμενου 1 αποδεικνύεται και από το περιεχόμενο του Τεκ.
  1. Θα σχολιάσω πρώτα την άρνησή του για τη συνάντηση, για να καταγράψω το συγκεκριμένο λόγο που δέχομαι την εκδοχή του Μ.Κ.1 και απορρίπτω την εκδοχή του Κατηγορούμενου
  2. Οπως προείπα ο Μ.Κ.1 δεν είχε κανένα λόγο, ούτε κανένα όφελος, να επινοήσει τη συγκεκριμένη συνάντηση του Κατηγορούμενου 1 και του Γιάσερ και να αναφερθεί σε αυτή. Ούτε γνώριζε από πριν τον Κατηγορούμενο 1, ούτε είχε οποιαδήποτε οικονομική ή άλλη διαφορά με αυτόν για να δικαιολογείται η σκέψη ότι προσπάθησε με αυτόν τον τρόπο να τον ενοχοποιήσει. Αντίθετα ο Κατηγορούμενος 1, προφανώς επειδή ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι μετά τη συνάντηση ο Γιάσερ τον υπέδειξε στο Μ.Κ.1, ως τον εργοδότη του, είχε κάθε λόγο και συμφέρον να αρνηθεί, είτε την ίδια τη συνάντηση και τη συνομιλία του με το Γιάσερ, είτε την παρουσία, έστω και εξ' αποστάσεως του Μ.Κ.
  3. Από την άλλη, προφανώς, οι προαναφερόμενοι αναντίλεκτοι ισχυρισμοί του Κατηγορούμενου 1, δεν μπορούν παρά να γίνουν αποδεκτοί από το Δικαστήριο. Απομένει η αξιολόγηση της βαρύτητας της δήλωσης του Γιάσερ προς το Μ.Κ.1 ότι ο Κατηγορούμενος 1 είναι ο εργοδότης του. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 27
(1)του Κεφ. 9 θα πρέπει να λάβουμε υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης από τις οποίες εύκολα μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναντίλεκτοι ισχυρισμοί του Κατηγορούμενου 1, ότι δεν είναι εργολάβος οικοδομών και δεν έχει υπαλλήλους και ότι δεν έχει σπίτι υπό ανέγερση ή άλλη περιουσία στο χωριό Μηλιού, σε συνδυασμό, αφενός μεν με την ανυπαρξία οποιασδήποτε μαρτυρίας από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής που να συνδέει τον Κατηγορούμενο 1 με τις οικοδομικές εργασίες που διεξάγονταν στην οικία που συνελήφθη ο Μ.Κ.1, αφετέρου δε με τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ότι ουδέποτε συνομίλησε με τον Κατηγορούμενο 1, ουδέποτε αυτός του έδωσε οποιεσδήποτε οδηγίες και ουδέποτε του πλήρωσε οποιαδήποτε χρήματα, δεν αφήνουν, κατά την ταπεινή μου άποψη, οποιοδήποτε περιθώριο για αποδοχή της συγκεκριμένης εξ' ακοής μαρτυρίας ως αξιόπιστης και κατά συνέπεια ως απόδειξης της αλήθειας του περιεχομένου της. Κοντολογίς, ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιόν μου μαρτυρίας, αποδέχομαι στο σύνολό της μόνο την πρωτογενή μαρτυρία του Μ.Κ.1 και από τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 1 μόνο το αναντίλεκτο μέρος της. Αμεση απόρροια αυτής της αξιολόγησης είναι τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Ο Μ.Κ.1 έφθασε στη χώρα μας στις 26.08.2008 από τη Λαττάκεια, μέσω θαλάσσης, με τη βοήθεια λαθρεμπόρων. Αποβιβάσθηκε σε άγνωστο στον ίδιο σημείο των κατεχομένων. Από εκεί, με τη βοήθεια των ίδιων προσώπων, πέρασε στις ελεύθερες περιοχές και κατέληξε στην Πάφο στο σπίτι κάποιου Γιάσερ, αγνώστων λοιπών στοιχείων. Ο λόγος που ήρθε στη χώρα μας ήταν για να εργασθεί και προς αυτή την κατεύθυνση τον είχε παρακινήσει ο αδερφός του, ο οποίος ήταν προηγουμένως στη χώρα μας. Φθάνοντας στο σπίτι του Γιάσερ το βράδυ της ίδιας ημέρας ο Μ.Κ.1 ενημερώθηκε από αυτόν ότι την επόμενη ημέρα θα πήγαινε για δουλειά, στην οποία υπήρχε κάποιος βασικός μισθός. Ο Μ.Κ.1 δε θυμόταν το σπίτι που κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ. Είχε συνεννοηθεί όμως με το Γιάσερ ότι στις 07:00 της επόμενης ημέρας θα έπρεπε να κατέβει από το σπίτι και ότι ο Γιάσερ θα περνούσε να τον πάρει για δουλειά. Πράγματι την επόμενη ημέρα, 27.08.2008, ο Μ.Κ.1 κατέβηκε στις 07:00 στο δρόμο και περίμενε το Γιάσερ. Αφού ανέμενε για λίγη ώρα, γύρω στις 07:15 με 07:30, εμφανίσθηκε ο Γιάσερ με κάποιο αυτοκίνητο και τον πήρε αρχικά σε ένα αγρόκτημα, όπου του είπε να περιμένει για μισή ώρα, πράγμα το οποίο έκανε ο Μ.Κ.
  1. Η διαδρομή από το σπίτι μέχρι το αγρόκτημα διήρκησε περίπου 45 λεπτά. Στη συνέχεια ο Γιάσερ παρέλαβε το Μ.Κ.1 από το αγρόκτημα και αφού διήνησαν μια απόσταση περίπου 15 λεπτών έφθασαν στην υπό ανέγερση οικοδομή στη Μηλιού. Στη διαδρομή σταμάτησαν σε μια κατοικία στην ισόγειο βεράντα της οποίας καθόταν σε μια καρέκλα ο Κατηγορούμενος
  2. Ο Γιάσερ κατέβηκε από το αυτοκίνητο, πλησίασε τον Κατηγορούμενο 1 και συνομίλησε μαζί του. Τα δυο αυτά πρόσωπα βρίσκονταν σε απόσταση μικρότερη των 10 μέτρων από το αυτοκίνητο στο οποίο βρισκόταν ο Μ.Κ.
  3. Στη συνέχεια πήγαν στην οικοδομή στη Μηλιού, όπου εργάζονταν ήδη δυο άλλοι εργάτες. Αφού ο Γιάσερ έδωσε οδηγίες στο Μ.Κ.1, έφυγε, λέγοντάς του ότι θα επιστρέψει στις 11:00 π.μ. Συγκεκριμένα ο Γιάσερ του εξήγησε πως να ετοιμάσει το κουγκρί και ότι στη συνέχεια θα το έπαιρναν τα άλλα δυο άτομα για να τοποθετήσουν κεραμικά. Την ώρα της σύλληψής του, μισή περίπου ώρα μετά την άφιξή του στην οικοδομή, ο Μ.Κ.1 έφτιαχνε πηλό με την κουγκρομηχανή. Ο Μ.Κ.1 δεν μίλησε ποτέ με τον Κατηγορούμενο 1, ούτε ο τελευταίος του ανέθεσε καμιά εργασία ή του πλήρωσε οποιαδήποτε λεφτά. Περαιτέρω ο Κατηγορούμενος 1 δεν είναι εργολάβος οικοδομών, ούτε έχει υπαλλήλους και δεν έχει σπίτι υπό ανέγερση ή άλλη περιουσία στο χωριό Μηλιού. Τα ανωτέρω γεγονότα συναποτελούν τη μαρτυρία της υπόθεσης, στη βάση της οποίας το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει εάν προκύπτει η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου μεταξύ του Κατηγορουμένου 1 και Κατηγορούμενου
  4. Αναμφίβολα δε το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας αυτής είναι μαρτυρία η οποία προκύπτει από ή συναρτάται με τα περιστατικά του αδικήματος. Ποιοτικά βεβαίως η περιστατική μαρτυρία δεν υπολείπεται ούτε είναι υποδεέστερης σημασίας από την άμεση μαρτυρία. Η σημασία της έγκειται στα συμπεράσματα που μπορεί να εξαχθούν από το περιεχόμενό της (βλ. Ευριπίδης Ανδρέα Γεωργίου άλλως Παφίτης V Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 444) . Οπως αναφέρεται στη σελ. 450 της πιο πάνω απόφασης «Κλασσικό παράδειγμα περιστατικής μαρτυρίας είναι η παρουσία δακτυλικών και παλαμικών αποτυπωμάτων. Αποκαλύπτουν την επαφή του εφεσείοντα με τα σύνεργα του εγκλήματος, γεγονός σχετικό προς το ποιος διέπραξε το έγκλημα, παρόλο που δεν είναι, αφ' εαυτού, καθοριστικό για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορούμενου. Το γεγονός, συνεκτιμούμενο με άλλα περιστατικά του εγκλήματος, μπορεί να δικαιολογήσει την καταδίκη του κατηγορούμενου, εφόσον τα περιστατικά, σωρευτικά αποτιμούμενα, οδηγούν συμπερασματικά στην ενοχή του. Εχουν αυτά τα χαρακτηριστικά, εφόσον δεν επιδέχονται λογικά άλλης ερμηνείας ή εξήγησης από την ενοχή του κατηγορουμένου» (βλ. και Fournides V Republic
(1986)2 CLR 73). (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Κατά την ταπεινή μου άποψη, στην παρούσα περίπτωση, τα περιστατικά της υπόθεσης, όπως βεβαίως προκύπτουν από τα πραγματικά της γεγονότα, σωρευτικά αποτιμούμενα, πρόδηλα δεν μπορούν να οδηγήσουν συμπερασματικά στην πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ενοχή του Κατηγορουμένου 1. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Καταληκτικά και με βάση το πιο πάνω σκεπτικό κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία την υπόθεσή της εναντίον του Κατηγορούμενου 1 στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος 1 αθωώνεται στην Κατηγορία αυτή. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/ Criminal//Final (Αναφορά: παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού-περιστατική μαρτυρία-συστατικά στοιχεία αδικήματος) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.