← Κύπρος

Δήμoυ Πάφου ν. Γιωργούλας Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16497/06, 8 Μαίου, 2009

Δήμoυ Πάφου ν. Γιωργούλας Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16497/06, 8 Μαίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16497/06 Μεταξύ: Δήμoυ Πάφου Κατηγορούσας Αρχής και

  1. Γιωργούλας Κωνσταντίνου
  2. Ανδρέα Κωνσταντίνου Κατηγορουμένων --------------------------------- Ημερομηνία: 8 Μαίου, 2009 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή : κα. Χ. Μίτλεττον Για Κατηγορούμενoυς 1 & 2 : κ. Γ. Μιτίδης Κατηγορούμενοι 1 & 2 ׃ παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 & 2 κατηγορούνται ότι, μετέτρεψαν και/ή άλλαξαν την εγκεκριμένη χρήση οικοδομής, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής (1η Κατηγ.), ότι επέτρεψαν τη μετατροπή και/ή αλλαγή της εγκεκριμένης χρήσης οικοδομής, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής (2η Κατηγ.) και ότι την κατέχουν και/ ή την χρησιμοποιούν, χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης απο την αρμόδια αρχή (3 Κατηγ.). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο, οι κατηγορούμενοι κατά ή περί το έτος 2005, μετέτρεψαν και/ή επέτρεψαν τη μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης της υπόγειας αποθήκης της οικοδομής τους, εντός του τεμαχίου 323, του φυλ/σχ. 45/590504, στη τοποθεσία Άγιος Παύλος στην Πάφο, σε εργαστήριο για σιδηρουργικές και άλλες εργασίες χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής και ότι τη κατέχουν και/ή τη χρησιμοποιούν χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης. Μαρτυρία προς υποστήριξη της κατηγορούσας αρχής, έδωσαν οι Σοφοκλής Σοφοκλέους (Μ.Κ.1), ο Χριστάκης Παπανικολάου (Μ.Κ.2), ο Τάκης Σωκράτους (Μ.Κ.3) και ο Χρίστος Ιωακείμ (Μ.Κ.4). Μετά δε τη κλήση των κατηγορούμενων 1 & 2 σε απολογία, η κατηγορούμενη 1 επέλεξε και άσκησε το δικαίωμα της σιωπής, ο δε κατηγορούμενος 2 κατάθεσε ενόρκως και στη συνέχεια αντεξετάσθηκε απο την ευπαίδευτη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, καλώντας στη συνέχεια, ως μοναδικό μάρτυρα υπεράσπισης τον Ανδρέα Καλλή (Μ.Υ. 1). Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν απο το εδώλιο του μάρτυρα είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα την επαναλάβω αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας, μου έκαμαν πολύ καλή εντύπωση, ως μάρτυρες της αλήθειας. Οι Μ.Κ.1 και 3, μαρτύρησαν με σταθερό και θετικό τρόπο, όλα τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν σε γνώση τους μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων τους, χωρίς να διακρίνω οποιαδήποτε προσπάθεια ή πρόθεση τους να αποκρύψουν ή να παραποιήσουν την αλήθεια. Οι δε Μ.Κ. 2 και 4, περιέγραψαν στο Δικαστήριο με παραστατικό τρόπο, όλες τις δραστηριότητες και εργασίες που διεξήγαγε ο κατηγορούμενος 2, στον ισόγειο χώρο του σπιτιού του, χωρίς καμιά προσπάθεια υπερβολής και χωρίς σε κανένα σημείο της μαρτυρίας τους να κλονισθεί η αξιοπιστία τους και η καλή εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτούς. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία, όλων των μαρτύρων κατηγορίας, εκτός μόνο απο το μέρος εκείνο της μαρτυρίας του Μ.Κ.3 που αφορούσε το ζήτημα κατά πόσον την ημέρα της επίσκεψης του στο χώρο, στις 22/1/2007, αυτό δεν λειτουργούσε πλέον, ως σιδηρουργείο, αλλά μόνο ως αποθήκη. Και αυτό, όχι γιατί θεωρώ ότι ο μάρτυρας, ήθελε να αποκρύψει ή να παραποιήσει την αλήθεια, αλλά γιατί τα όσα διαπίστωσε επισκεπτόμενος το χώρο, μία και μοναδική φορά και μάλιστα ενώ προηγουμένως, είχε συνεννοηθεί προς τούτο με το κατηγορούμενο 2 για την ημερομηνία επίσκεψης του, γεγονός που δυνατό να έδωσε στο κατηγορούμενο 2 την ευχέρεια, να ετοιμάσει και να παρουσιάσει το χώρο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δίδει την εντύπωση, ότι χρησιμοποιείται ως αποθήκη και όχι ως σιδηρουργείο, δεν είναι δυνατό να αποτελέσουν τη βάση για εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος ότι πράγματι ο χώρος είχε παύσει να λειτουργεί ως σιδηρουργείο. Και αυτό λαμβανομένης ιδιαίτερα υπόψη της υπόλοιπης προσκομισθείσας για το ζήτημα μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Προσήχθη περαιτέρω απο το Μ.Κ.3, εξ' ακοής μαρτυρία, η οποία αφορούσε δήλωση την οποία ο κατηγορούμενος 2 έκαμε στον ίδιο και με την οποία του παραδέχθηκε ότι ένα χρόνο πρίν την επίσκεψη, χρησιμοποιούσε τον υπόγειο χώρο ως εργαστήριο. Μετά τη τελευταία τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 με το Νόμο 32

(1)/04, η εξ' ακοής μαρτυρία, αποτελεί πλέον αποδεκτή μαρτυρία. Η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί, εναπόκειται στο Δικαστήριο το οποίο κατά τη κρίση του, μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι θα πρέπει να προσδοθεί στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία, πλήρης βαρύτητα. Και αυτό λόγω της καλής εντύπωσης που σχημάτισα για το μάρτυρα, αλλά και γιατί η δήλωση αυτή που ο κατηγορούμενος 2, έκαμε προς αυτόν, συνάδει και με τα όσα οι υπόλοιποι μάρτυρες κατηγορίες κατέθεσαν στο Δικαστήριο και τα οποία ήδη έχουν γίνει αποδεκτά. Επιπρόσθετο στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη στην απόδοση πλήρους βαρύτητας στο μέρος αυτό της μαρτυρίας του Μ.Κ.3, είναι ότι, η δήλωση αυτή του κατηγορούμενου 2, προς αυτόν, αποτελεί δυσμενή δήλωση για τον ίδιο το κατηγορούμενο 2. Για το λόγο αυτό, εύλογα προκύπτει το ερώτημα, εάν δεν ήταν αληθινή, τότε ποιός ο λόγος ο κατηγορούμενος 2, να τη κάμει στο άτομο που επισκέφθηκε τον υπόγειο χώρο για να τον ελέγξει. Η δήλωση αυτή έγινε στο μάρτυρα κατά την επίσκεψη του στο υποστατικό στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του και διερεύνησης του θέματος, το οποίο είχε αποτελέσει, αντικείμενο καταγγελίας εναντίον του. Στην Αγγλική υπόθεση Statterie v. Pooley,
(1840)6 M.& W. 664, το Δικαστήριο για να γίνει αντιληπτή η αρχή στην οποία βασιζόταν η αποδοχή παραδοχών, ως εξαίρεση τότε, στον αποκλειστικό κανόνα της εξ' ακοής μαρτυρίας εναντίον σε αυτούς που τις κάνουν, αναφέρθηκε ότι, όταν ένας διάδικος μόνος του παραδέχεται ότι κάτι είναι αλήθεια, τότε εύλογα μπορεί να θεωρηθεί, ότι αυτό που παραδέχεται είναι και κάτι αληθινό. Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνεται ότι η παραδοχή του κατηγορούμενου 2, προς το Μ.Κ. 3 ότι χρησιμοποιούσε το χώρο ως εργαστήριο, θα πρέπει να γίνει δεχτή, ως απόδειξη του γεγονότος ότι πράγματι ο κατηγορούμενος 2, χρησιμοποιούσε το υπόγειο ως εργαστήριο, σε αντίθεση όμως με τη δήλωση του ότι σταμάτησε να το λειτουργεί ένα χρόνο πρίν προβεί στη δήλωση αυτή και η οποία κρίνεται ότι έγινε με μοναδικό στόχο την απαλλαγή του, απο οποιαδήποτε ευθύνη. Αντίθετα, ο κατηγορούμενος 2, δεν με έπεισε ότι μαρτύρησε την αλήθεια και δεν με έπεισε για τη γνησιότητα της εκδοχής του. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει απο το εδώλιο του μάρτυρα και παρατηρώντας τη γενικότερη στάση και συμπεριφορά του, σχημάτισα την άποψη ότι δεν ήταν ειλικρινής στο Δικαστήριο. Ο τρόπος και το ύφος του, κατά το χρόνο που κατέθετε, ακόμα και η κάποια πονηριά που διέκρινα στο βλέμμα του, στοιχεία βέβαια που δεν εμφαίνονται απο τα στυγνά πρακτικά, με έκαμαν να σχηματίσω την εντύπωση, ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο, αλλά όσα ισχυρίσθηκε, είχαν ως αποκλειστικό και μοναδικό στόχο να απαλλαγεί ο ίδιος και η σύζυγος του απο οποιαδήποτε ευθύνη στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Επιπρόσθετα με τη γενικότερη εικόνα που σχημάτισα γι' αυτόν, θα πρέπει να λεχθεί ότι κάποια άλλα στοιχεία στη μαρτυρία του, ενίσχυσαν την εντύπωση μου αυτή. Ένα απο αυτά ήταν η αξιοπερίεργη στάση που τήρησε, σε σχέση με ισχυρισμούς που προέβαλε ο Μ.Κ.3, του οποίου επανειλημμένα επικαλέστηκε τη μαρτυρία ως να ήταν δικός του μάρτυρας, αφού πολλές φορές προβάλλοντας διάφορους ισχυρισμούς και ειδικότερα ότι ποτέ δεν χρησιμοποίησε το υπόστεγο ως εργαστήριο έλεγε ότι το ίδιο είπε και ο Μ.Κ.
  1. Παρόλο που ο τελευταίος μαρτύρησε ότι ο κατηγορούμενος 2, του παραδέχθηκε ότι μέσα στον υπόγειο χώρο εκτελούσε παλαιότερα κάποιες εργασίες και παρόλο που ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2, δεν δέχθηκε ότι του είπε κάτι τέτοιο, εν τούτοις, σε καμία περίπτωση δεν ισχυρίσθηκε, ούτε ακόμα και όταν ρωτήθηκε ευθέως κατά το στάδιο της αντεξέτασης, ότι ο μάρτυρας είπε ψέματα λέγοντας τα πιο πάνω, αλλά προσπάθησε να απαντήσει υπεκφεύγοντας, πιθανό θεωρώντας ότι, επειδή ο μάρτυρας εξέφρασε την άποψη ότι ο χώρος δεν λειτουργούσε πλέον ως εργαστήριο, δεν θα έπρεπε και ο ίδιος να τον αμφισβητήσει. Ενώ υποστήριξε αρχικά ότι, ο εξαεριστήρας που τοποθέτησε στον υπόγειο χώρο της οικοδομής είναι ένας μικρός και μη επαγγελματικός εξαεριστήρας τον οποίο εγκατέστησε μόνο για μερικό αφού δεν αρκεί, όπως υποστήριξε για αποτελεσματικό εξαερισμό του χώρου, στη συνέχεια δέχθηκε υποβολή που του έγινε ότι η τοποθέτηση τέτοιου εξαεριστήρα σε μια αποθήκη αποτελεί υπερβολή. Προσπάθησε δε, να δικαιολογήσει τη τοποθέτηση του, λέγοντας ότι αυτό συνέβη γιατί ήταν ο ίδιος που τον εγκατέστησε, χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε μελέτη και για το λόγο αυτό, μπορεί και να έκαμε λάθος, όπως είπε, στο μέγεθος. Προέβαλε τέλος, τον αξιοπερίεργο ισχυρισμό, ότι ο λόγος που τοποθέτησε τον εξαεριστήρα, ήταν για να εξαερίζονται τα διάφορα τρόφιμα και άλλα πράγματα που φυλάττονται στο χώρο και τα οποία σύμφωνα με τη θέση του χρειάζονται εξαερισμό, κάτι που δεν μπορούσε να πετύχει με το άνοιγμα της πόρτας του υπόγειου χώρου, γιατί υπήρχε κίνδυνος κλοπής των εργαλείων που βρίσκονται μέσα στο υπόγειο. Ενώ προσπάθησε να προωθήσει τη θέση ότι τα απογεύματα, απασχολείται και εργάζεται ιδιωτικά ως υδραυλικός, δέχθηκε τελικά ότι έξω από το υπόστεγο έκαμε κάποιες σιδηρουργικές εργασίες, ότι δηλαδή κατασκεύασε κάγκελλα σπιτιών και προέβη σε συγκολλήσεις. Προσπάθησε όμως να πείσει το Δικαστήριο ότι διεξήγαγε τις εργασίες αυτές μόνο για τον ευατό του και για να εξυπηρετήσει κάποιους φίλους και γείτονες. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτω πλήρως τη μαρτυρία του, εκτός μόνο και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται απο τη νομολογία, απο τα ακόλουθα σημεία. Ότι είναι υδραυλικός, ότι εργάζεται στο Δήμο Πάφου αλλά στις ελεύθερες του ώρες, τα απογεύματα και τα Σαββατοκυρίακα, απασχολείται ιδιωτικά, ότι μέσα στον υπόγειο χώρο του σπιτιού του στο οποίο διαμένει με τη σύζυγο του, κατηγορούμενη 1 και την οικογένεια τους και του οποίου ιδιοκτήτρια είναι η σύζυγος του και βρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Πάφου, υπάρχουν πολλά και διάφορα μηχανήματα και εργαλεία καθώς και ράφια με σίδερα και σωλήνες, ότι τοποθέτησε στο χώρο εξαεριστήρα, ότι σε κάποιες περιπτώσεις έξω από το υπόστεγο προέβη σε σιδηρουργικές εργασίες και ότι τοποθετεί και επιδιορθώνει συστήματα άρδευσης. Ούτε ο Μ.Υ.1, μου έκαμε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει ενόρκως, σχημάτισα την εντύπωση ότι σκοπός και πρόθεση του δεν ήταν να καταθέσει στο Δικαστήριο την αλήθεια, αλλά μόνο, να βοηθήσει τους κατηγορούμενους, στην υπόθεση που αντιμετωπίζουν. Επέμενε στον ισχυρισμό, ότι ποτέ, κατά τη διάρκεια της γειτνίασης τους, δεν είδε το κατηγορούμενο 2 να εργάζεται στον υπόγειο χώρο του σπιτιού του. Παρά την επιμονή του όμως αυτή, σε πολλές περιπτώσεις και ενώ κατέθετε ενόρκως, αναφερόταν στις επισκέψεις που έκανε στο χώρο και οι οποίες όπως συνάγεται απο την όλη μαρτυρία του, ήταν πολλές και επανειλημμένες και στις οποίες κάποιες φορές, είδε και τη κατηγορούμενη
  2. Σκοπός των επισκέψεων του ήταν σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, είτε να δανειστεί κάποιο εργαλείο, είτε να πιεί καφέ. Προσπαθώντας στη συνέχεια να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, όταν ρωτήθηκε κατά πόσο συνηθίζει να επισκέπτεται φίλους του, στις αποθήκες των σπιτιών τους, απάντησε προσπαθώντας να υπεκφύγει, λέγοντας κατά λέξη, «όταν καθάριζε την αποθήκη του και είχε κάποια εργασία εκεί να καθήσει να κάνει, πιστεύω, ναι», με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί, το ερώτημα, πόσο συχνά μπορεί να καθάριζε ο κατηγορούμενος 2, μία αποθήκη και κύρια, τι δουλειά είχε να κάμει εκεί, αφού σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης, αυτός ουδέποτε λειτούργησε το υπόγειο ως εργαστήριο. Παρουσιάσθηκε περαιτέρω ο μάρτυρας με επιλεκτική μνήμη, αφού απο τη μια, μπορούσε να θυμηθεί το είδος και τις ποσότητες κάποιων κονσέρβων που υπήρχαν όπως είπε μέσα στο υπόστεγο, απο την άλλη όμως δεν μπορούσε να θυμηθεί και να περιγράψει τα μηχανήματα και τα εργαλεία που υπήρχαν μέσα σε αυτό. Προσπαθώντας να δικαιολογήσει την αδυναμία του να θυμηθεί το είδος των μηχανημάτων και των εργαλείων, είπε κατά λέξη, «δεν καταλάβω εγώ απο έτσι δουλιές». Όμως και παρά τον ισχυρισμό του αυτό, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ανάφερε ότι, ένας απο τους λόγους που επισκεπτόταν το κατηγορούμενο 2 στο συγκεκριμένο χώρο, ήταν για να δανεισθεί κάποιο εργαλείο, δημιουργώντας με την απάντηση του αυτή την απορία, τι θέλει ένας άνθρωπος άσχετος με τέτοιες ενασχολήσεις, να ψάχνει να δανειστεί κάποιο εργαλείο. Η γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για το μάρτυρα, το ύφος και ο τρόπος που απαντούσε, δεν μου επιτρέπουν να αποδεχθώ τη μαρτυρία του, την οποία και απορρίπτω, εκτός μόνο απο το ότι, στον υπόγειο χώρο που βρίσκεται στο σπίτι του κατηγορούμενου 2, υπάρχουν μηχανήματα και εργαλεία και ότι ο ίδιος αρκετές φορές επισκέφθηκε εκεί το κατηγορούμενο 2, ότι σε κάποιες απο τις επισκέψεις του, είδε εκεί και τη κατηγορούμενη 1, ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι υδραυλικός αλλά και συγκολλητής και ασχολείται επίσης με εγκαταστάσεις αρδευτικών συστημάτων, ότι σε κάποιες περιπτώσεις κατασκευάζει και επιδιορθώνει κάγκελλα, ότι τον είδε στην αυλή του σπιτιού του να κατασκευάζει κάγκελλα και να επιδιορθώνει ένα γεωργικό τρακτέρ. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, επιχειρηματολόγησαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προβάλλοντας ο καθένας αντίστοιχα επιχειρήματα. Δηλώθηκαν δε κατά το στάδιο αυτό ως παραδεκτά γεγονότα και ως τέτοια εγκρίθηκαν απο το Δικαστήριο, ότι η εγκεκριμένη χρήση του υποστατικού που αναφέρεται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ήταν αποθήκη και ότι η οικοδομή βρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων της Πάφου. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης και των γεγονότων που δηλώθηκαν ως παραδεκτά, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Η κατηγορούμενη 1, είναι η ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 323, φυλ/σχ. XLV/ 59.5.IV, το οποίο βρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων Πάφου και σε οικιστική περιοχή. Ο κατηγορούμενος 2, είναι ο σύζυγος της κατηγορούμενης
  3. Εντός του τεμαχίου αυτού έχει ανεγερθεί οικοδομή, στην οποία οι δύο κατηγορούμενοι διαμένουν και η οποία διαθέτει υπόγειο χώρο, του οποίου η εγκεκριμένη χρήση είναι για αποθήκη. Εδώ και δεκατρία χρόνια και μέχρι σήμερα ο κατηγορούμενος 2, έχει μετατρέψει και λειτουργεί τον υπόγειο χώρο ως εργαστήριο, για σιδηρουργικές, μεταλλικές και άλλες συναφείς εργασίες, χωρίς άδεια προς τούτο. Στο χώρο αυτό υπάρχουν υπολείμματα μπογιάς και σε αυτόν, ο κατηγορούμενος 2, έχει τοποθετήσει επαγγελματικό εξαεριστήρα, ο οποίος λειτουργεί ως σύστημα απαγωγής καυσαερίων. Ο υπόγειος αυτός χώρος είναι πλήρως εξοπλισμένος με διάφορα μηχανήματα, κατάλληλα για εκτέλεση σιδηρουργικών εργασιών, μερικά απο τα οποία είναι στημένα και έτοιμα προς χρήση. Υπάρχουν στο χώρο, μεταξύ άλλων επαγγελματικός δίσκος κοπής σιδήρου, βιομηχανικό τράπανο κατάλληλο για χρήση σε σιδηροκατασκευές, σμιρίλιο, ηλεκτροκόλληση. Σε αυτό ο κατηγορούμενος 2, διεξάγει κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκατριών χρόνων διάφορες εργασίες, όπως κατασκευές καγκέλλων και βάσεων για ντεπόζιτα και γενικότερα διάφορες σιδηρουργικές εργασίες, που περιλαμβάνουν κατασκευές, συγκολλήσεις και επιδιορθώσεις. Ως αποτέλεσμα των εργασιών που ο κατηγορούμενος 2 διεξάγει, δημιουργείται θόρυβος, οχληρία, δυσοσμία και αναθυμιάσεις. Η κατηγορούμενη 1, γνώριζε για τη χρήση του υπόγειου χώρου ως εργαστηρίου απο το σύζυγο της και πολλές φορές προσέφερε καφέδες στον ίδιο και τους επισκέπτες του. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι η 3η κατηγορία είτε έχει αποσυρθεί, είτε δεν προωθείται και ζήτησε τη καταδίκη της κατηγορούμενης 1 στη 2η κατηγορία και του κατηγορούμενου 2, στη 1η κατηγορία. Αντίθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων υποστήριξε ότι, ακόμα και στην περίπτωση που το Δικαστήριο, κρίνει αξιόπιστους τους μάρτυρες κατηγορίας και πάλιν οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να αθωωθούν. Και αυτό γιατί η ημερομηνία κατά την οποία διαπράχθηκαν τα αδικήματα που αποδίδονται στους κατηγορούμενους, σύμφωνα με το κατηγορητήριο είναι «κατά/ή περί το 2005». Ήταν η θέση του ότι απο τη στιγμή που γίνεται ο χρονικός αυτός προσδιορισμός, δεν παρέχεται δυνατότητα στη κατηγορούσα αρχή να αποδείξει τη διάπραξη τους σε προγενέστερη ή μεταγενέστερη ημερομηνία. Στην παρούσα υπόθεση, όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, το βάρος για απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, βαρύνει εξ' ολοκλήρου τη κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Τα αδικήματα της 1ης και της 2ης κατηγορίας, προκύπτουν απο το συνδυασμό των άρθρων 3
(1)(ε), σε συνδυασμό με το άρθρο 20 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96 (βλ. Δήμου Λεμεσού v. Στέλιου Χριστοφίδη, κ.α., 1994
(2)ΑΑΔ 206). Όπως λέχθηκε στην απόφαση, « Η μετατροπή « εγκεκριμένης χρήσης» οικοδομής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή απαγορεύεται. Αυτό προβλέπει το άρθρο 3
(1)(ε) και (στ) σε συνδυασμό με το άρθρο 20 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96 - όπως διαμορφώθηκε ύστερα από τις τροπολογίες τις οποίες υπέστη - που ποινικοποιούν τέτοια ενέργεια». Το άρθρο 3
(1)(ε) του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, προβλέπει τα ακόλουθα׃ « Κανένα πρόσωπο δεν δύναται - (α)...................................... (β) ..................................... (γ)......................... ............. (δ)...................................... (ε) να μετατρέψει ή επιτρέψει ή ανεχθεί τη μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης μιας οικοδομής (ζ)....................................... χωρίς άδεια γι' αυτό, η οποία λαμβάνεται προηγουμένως από την αρμόδια αρχή................................................» Στην παρούσα υπόθεση, ότι η εγκεκριμένη χρήση του υπογείου της οικοδομής είναι ως αποθήκης και ότι η οικοδομή βρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου της Πάφου, αποτελούν παραδεκτά γεγονότα. Το δε άρθρο 3
(2)του Κεφ. 96, καθορίζει ότι αρμόδια αρχή εντός περιοχής Δήμου είναι το Δημοτικό συμβούλιο αυτού και συνεπώς στην παρούσα υπόθεση αυτό του Δήμου της Πάφου. Ότι αμφισβητήθηκε, ήταν μόνο η μετατροπή της χρήσης του υπογείου, ως εργαστηρίου σιδηρουργικών κατασκευών. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι η χρήση του υπογείου ουδέποτε άλλαξε και ότι αυτή, πάντοτε χρησιμοποιείτο και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ως αποθήκη. Όμως η θέση αυτή δεν έχει επιβεβαιωθεί απο τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή. Αντίθετα το Δικαστήριο κατέληξε σε εύρημα ότι, ο κατηγορούμενος 2, μετέτρεψε τον υπόγειο αυτό χώρο σε τέτοιο εργαστήριο. Από τη μαρτυρία των Μ.Κ. 2 και 4 προέκυψε ότι πράγματι ο κατηγορούμενος 2, εδώ και δεκατρία χρόνια, έχει μετατρέψει και λειτουργεί το χώρο αυτό ως εργαστήριο και ότι εκεί κατασκευάζει και επιδιορθώνει διαφόρων ειδών σιδηροκατασκευές και προβαίνει σε διάφορες άλλες συναφείς εργασίες. Η μαρτυρία επίσης του Μ.Κ. 1, ο οποίος επισκέφθηκε το χώρο στις 9/10/2006 κατέδειξε επίσης ότι, την ημερομηνία αυτή, ο χώρος λειτουργούσε ως σιδηρουργείο. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, κρίνεται ότι η 1η κατηγορία, εναντίον του κατηγορούμενου 2, έχει αποδειχθεί. Απο τη στιγμή που έχει αποδειχθεί ότι ο τελευταίος, ήταν αυτός που προέβη στη μετατροπή, η 2η κατηγορία που του αποδίδεται δεν είναι δυνατό να πετύχει, αφού δεν είναι δυνατό κάποιο πρόσωπο ταυτόχρονα να μετατρέπει την εγκεκριμένη χρήση κάποιας οικοδομής και ταυτόχρονα να επιτρέπει ή να ανέχεται τη μετατροπή αυτή. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Πάμπος Ηροδότου v. Δήμου Λευκωσίας, 2003
(2)ΑΑΔ 244, «οι δύο κατηγορίες είναι υπαλλακτικές και δεν θα ήταν δυνατό το ίδιο πρόσωπο να είναι ταυτόχρονα ένοχος και της μετατροπής και της ανοχής για τη μετατροπή». Σε σχέση με την ίδια κατηγορία που αποδίδεται και στη 1η κατηγορούμενη, δεν έχει προκύψει ότι αυτή μετέτρεψε την εγκεκριμένη χρήση της οικοδομής. Ότι καταδείχθηκε απο τη μαρτυρία ήταν ότι αυτή, όχι μόνο γνώριζε την ύπαρξη του εργαστηρίου του συζύγου της, αλλά πολλές φορές σέρβιρε και καφέδες στους επισκεπτόμενους το κατηγορούμενο 2, στο χώρο αυτό. Η ερμηνεία των όρων «επιτρέπει» και «ανεχθεί» που τίθενται στο Νόμο, δίδεται στο «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» του Γ. Μπαμπινιώτη, ως ακολούθως׃ ««επιτρέπω»
  1. χορηγώ (σε κάποιον) το δικαίωμα ή την άδεια να πράξει (κάτι) ........
  2. δίνω τη δυνατότητα .........
  3. επιδέχομαι, αφήνω περιθώριο (για κάτι) ........» ««ανέχομαι»
  4. δέχομαι κάτι χωρίς διαμαρτυρίες, κάνω υπομονή ........
  5. δείχνω ανοχή ( κυρ. προς πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις με τα οποία διαφωνώ) ..............» Η συμπεριφορά της κατηγορούμενης 1, η οποία πολλές φορές σέρβιρε καφέδες στους επισκεπτόμενους το κατηγορούμενο 2, στο εργαστήριο του, καταδεικνύει ότι αυτή, όχι μόνο γνώριζε την ύπαρξη του εργαστηρίου του συζύγου της, αλλά και τη σύμφωνη γνώμη της για τη λειτουργία του ως εργαστηρίου, αφού με το τρόπο της, διευκόλυνε τις δραστηριότητες του συζύγου της. Η συμπεριφορά της και το σερβίρισμα καφέδων στους επισκέπτες του συζύγου της, δείχνει ότι, όχι μόνο ανέχθηκε αλλά και επέτρεψε σε αυτόν να λειτουργεί το χώρο, ως εργαστήριο. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορούμενων, ότι απο τη στιγμή που στο κατηγορητήριο προσδιορίζεται ως χρόνος διάπραξης των αδικημάτων «κατά/ή περί το 2005», δεν παρέχεται δυνατότητα στη κατηγορούσα αρχή να αποδείξει τη διάπραξη τους σε προγενέστερη ή μεταγενέστερη ημερομηνία. Επί του ζητήματος αυτού, η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, ανέπτυξε αντίθετη επιχειρηματολογία και παρέπεμψε το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. Όπως πράγματι προέκυψε απο την προσκομισθείσα μαρτυρία, ο κατηγορούμενος 2, εδώ και δεκατρία ολόκληρα χρόνια έχει μετατρέψει την εγκεκριμένη χρήση της οικοδομής απο αποθήκη σε εργαστήριο. Η μετατροπή της χρήσης συνεπώς, δεν έλαβε χώραν «κατά ή περί το 2005», όπως εκτίθεται στο κατηγορητήριο. Θα πρέπει λοιπόν να εξετασθούν οι συνέπειες των πιο πάνω, στην έκβαση της υπόθεσης. Διαφωτιστική για το θέμα είναι η απόφαση στην υπόθεση, Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού v. Δήμου Λεμεσού, 1994
(2)ΑΑΔ 145, όπου επισημάνθηκε ότι στα αδικήματα συνεχούς φύσης, ο χρόνος διάπραξης του αδικήματος μπορεί να προσδιοριστεί στο κατηγορητήριο σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη ημερομηνία, απο την έναρξη των οικοδομικών, όπως ήταν στην περίπτωση εκείνη εργασιών, αλλά και μεταγενέστερα (βλ. επίσης Λ. Χατζηφόραδος v. Δήμου Λάρνακας, 1995
(2)ΑΑΔ 167). Και στη συγκεκριμένη περίπτωση τα όσα αναφέρονται στην πιο πάνω απόφαση, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών, βρίσκουν εφαρμογή, αφού τα αδικήματα της 1ης και 2ης κατηγορίας, είναι επίσης συνεχή αδικήματα. Κρίνεται λοιπόν ότι εφόσον τα αδικήματα, άρχισαν να διαπράττονται πριν απο δεκατρία χρόνια και εν πάση περιπτώσει μετά το 1978 που η μετατροπή στη χρήση κατέστη αδίκημα, με το τροποποιητικό νόμο Ν.24/78, απο τη στιγμή που αυτά συνεχίζονταν να διαπράττονται καθόλη τη διάρκεια των ετών που μεσολάβησαν και συνεχίζουν να διαπράττονται, έστω και όχι σε τόση συχνότητα όπως προηγουμένως, ο χρονικός προσδιορισμός που τίθεται στο κατηγορητήριο, δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της δίκης. Όπως και στην υπόθεση Χατζηφόραδος πιο πάνω, το επίδικο υποστατικό περιγράφεται στο κατηγορητήριο με πλήρη λεπτομέρεια και η υπεράσπιση των κατηγορουμένων δεν έχει καθόλου επηρεαστεί και καμία σύγχιση δεν έχει προκληθεί σε αυτούς. Αξιοσημείωτο είναι ότι καμία εισήγηση δεν έγινε προς τη κατεύθυνση αυτή απο τον ευπαίδευτο συνήγορο τους. Σε σχέση με τη 3η κατηγορία και όπως προκύπτει από τα πρακτικά της υπόθεσης, δεν διαφαίνεται αυτή να έχει αποσυρθεί σε προηγούμενο στάδιο, εν πάση όμως περιπτώσει, καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί προς απόδειξη των συστατικών στοιχείων της κατηγορίας αυτής και ως φυσικό επακόλουθο τούτου, δεν έχει αποδειχθεί. Με βάση όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι, η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή της κατηγορούμενης 1 στη 2η κατηγορία και του κατηγορούμενου 2 στη 1η κατηγορία και κατά συνέπεια βρίσκω τη κατηγορούμενη 1, ένοχη στη 2η κατηγορία και το κατηγορούμενο 2, ένοχο στη 1η κατηγορία. Η κατηγορούμενη 1, αθωώνεται στη 1η και 3η κατηγορία και ο κατηγορούμενος 2, αθωώνεται στη 2η και 3η κατηγορία. (Υπ.) .................. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.