Επάρχου Πάφου ν. Χαράλαμπου Παντελή Πετρίδη, Αρ. Υπόθεσης: 799/08, 13.5.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B35 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου - Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 799/08 Μεταξύ: Επάρχου Πάφου Κατηγορούσας Αρχής εναντίον Χαράλαμπου Παντελή Πετρίδη Κατηγορούμενου --------------------------------- Ημερομηνία: 13.5.2009 Εμφανίσεις: Για τη Κατηγορούσα Αρχή : κα. Ε. Μιχαήλ Για το Κατηγορούμενο : κ. Α. Παπαγεωργίου Κατηγορούμενος : παρών ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η (EX-TEMPORE) Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι ανήγειρε οικοδομή χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή (1η κατηγορία), ότι επέτρεψε την ανέγερση οικοδομής χωρίς άδεια οικοδομής από την αρμόδια αρχή (2η κατηγορία) και ότι κατέχει και χρησιμοποιεί οικοδομή, χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή ( 3η κατηγορία). Πρίν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, ότι η διαδικασία θα πρέπει να διακοπεί γιατί σύμφωνα με την εισήγηση του παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μεγάλο χρονικό διάστημα με αποτέλεσμα να παραβιάζεται το δικαίωμα του πελάτη του για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, όπως ορίζει το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Αντίθετη εισήγηση προέβαλε για το ζήτημα η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής η οποία ανέπτυξε αντίθετη επιχειρηματολογία. Η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου και κατοχυρώνεται από το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος το οποίο διαλαμβάνει ότι: "Έκαστος, κατά την διάγνωση των αστικών αυτού δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ΄ αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρέαστου, δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμόδιου δικαστηρίου ιδρυόμενου διά νόμου". Το δικαίωμα τούτο όπως κατοχυρώνεται από τη συνταγματική διάταξη, είναι όμοιο με το δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται με το άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και η οποία κυρώθηκε με τον Περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως διά την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικό) Ν. 39/62, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: "In the determination. of any criminal charge against him, everyone is entitled to a. hearing within a reasonable time." Στο σύγγραμμα του κ. Λοϊζου «Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας» στη σελ. 188 αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα σε σχέση με το άρθρο 30
(2): "..Κρίθηκε ότι η υπερβολική καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης συνιστά σημαντικό κίνδυνο, ειδικά ως προς το σεβασμό του κράτους δικαίου. Το Σύνταγμα καθιστά τη διασφάλιση ακριβοδίκαιης δίκης ευθύνη του δικαστηρίου". Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χ. Καψού,
(2004)2 ΑΑΔ 127 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το σκοπό της συνταγματικής πρόνοιας για διάγνωση της ποινικής ευθύνης κάποιου κατηγορούμενου εντός ευλόγου χρόνου: "Είναι προφανής ο σκοπός της συνταγματικής πρόνοιας. Είναι η προστασία του κατηγορουμένου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις. Δεν είναι δυνατό ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης". Όπως τονίστηκε στην Αγγλική υπόθεση Mills v. Her Majesty´s Advocate,
(2002)3 W.L.R., 1597 στη σελ. 1604: "Σε ποινικές υποθέσεις, ιδιαίτερα είναι διαμορφωμένο, όπως αποφεύγεται ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για την τύχη του. Είναι, επίσης αναγνωρισμένο, ότι η καθυστέρηση δυνατόν να επιφέρει την απώλεια αθωωτικής μαρτυρίας ή τη φθορά στην ποιότητα της μαρτυρίας γενικότερα. Έχει, επίσης, ειπωθεί, ότι το ασφαλές μιας ετυμηγορίας, η οποία εκδίδεται πολύ μετά το αδίκημα συχνά αποτελεί το αντικείμενο αμφισβήτησης και υπονομεύει την εμπιστοσύνη του δημοσίου στο ποινικό δικαϊκό σύστημα". Στην απόφαση Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ, 330 το ζήτημα του εύλογου χρόνου έτυχε ευρείας ανάλυσης. Σ' αυτή, στη σ. 354, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην Procurator Fiscal v. Watson [2002] 4 All ER 1: "Η πρόνοια για εύλογη περίοδο κράτησης και η απαίτηση για εύλογο χρόνο παρέχουν σημαντικά δικαιώματα στον πολίτη και δεν πρέπει να υποβαθμίζονται ή να εξασθενούν. Πλην όμως ο πολίτης δεν απολαμβάνει αυτά τα δικαιώματα στο κενό. Είναι μέλος της κοινωνίας και τα άλλα μέλη της κοινωνίας έχουν συμφέροντα και αξίζουν σεβασμού. Αυτό αναγνωρίσθηκε από το Δικαστήριο στην Sporroring n. Sweden [1982] 5 E.H.r.R. 35, 52 όταν στην απόφαση του αναφέρθηκε στην χάραξη ενός δικαίου ισοζυγίου ανάμεσα στις απαιτήσεις του γενικού συμφέροντος της κοινωνίας και των απαιτήσεων για προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του πολίτη, η αναζήτηση του οποίου ισοζυγίου είναι σύμφυτη στην όλη Σύμβαση. Eνώ για τους λόγους που έχουν ήδη δοθεί είναι σημαντικό όπως οι ύποπτοι που αναμένουν τη δίκη τους δεν πρέπει να κρατούνται για μεγαλύτερη περίοδο από ότι είναι ευλόγως αναγκαία, και ότι οι διαδικασίες (περιλαμβανομένης και της έφεσης) πρέπει να αποφασίζονται με εύλογη ταχύτητα, υφίσταται επίσης ένα σημαντικό αντίστοιχο δημόσιο συμφέρον για την προσαγωγή σε δίκη εκείνων εναντίον των οποίων υπάρχει εύλογη υποψία για διάπραξη εγκλημάτων και σε περίπτωση καταδίκης τους να τους επιβληθεί η κατάλληλη ποινή. Αν η αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της δικαιοσύνης τεθούν σε κίνδυνο λόγω υπερβολικής καθυστέρησης στην προσαγωγή των κατηγορουμένων σε δίκη τείνουν επίσης να τεθούν σε κίνδυνο οσάκις εκείνοι οι οποίοι ενδεχομένως είναι ένοχοι εγκλημάτων αποφεύγουν την τιμωρία που τους αξίζει." Στη σειρά «Θεσμικά Κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης» των Donna Gomien, David Harris & Leo Zirack, σε επιμέλεια και μετάφραση των Γ. Α. Μιτσή και Ε. Τσατσαρέλη, διαβάζουμε τα ακόλουθα σε ελληνική μετάφραση: "Η συνολική διάρκεια της διαδικασίας είναι προφανώς αντικειμενικό γεγονός, εφόσον βέβαια είναι γνωστά τα χρονικά της ορόσημα υπεισέρχονται, όμως και άλλοι παράγοντες όταν χρειάζεται να εκτιμηθεί ο εύλογος χρόνος της προθεσμίας. Η επιτροπή και το Δικαστήριο εφάρμοσαν ειδικότερα τα ακόλουθα κριτήρια: 1. Την πολυπλοκότητα της υπόθεσης 2. Τη σημασία για εκείνον που υποβάλλει το αίτημα 3. τη συμπεριφορά του ίδιου του αιτούντα 4. τη στάση των διοικητικών και δικαστικών αρχών" (βλ. επίσης Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 203). Η πολυπλοκότητα μπορεί να οφείλεται στον αριθμό των κατηγοριών και των κατηγορουμένων (βλ. Ringeisen v. Austria (No. 2)
(1971)1 EHRR 455), στην ανάγκη εξασφάλισης μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων (βλ. Wemhoff v. FRG A7
(1968)και στον όγκο της μαρτυρίας που θα παρουσιαστεί (βλ. Eckle v. Germany
(1982)51 EHRR). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Κώστα Μέλιου Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223 επισημάνθηκε, ότι η πολυπλοκότητα της υπόθεσης σχετίζεται ταυτόχρονα με θέματα πραγματικών περιστατικών και δικαίου, όπως η φύση και σοβαρότητα των συγκεκριμένων ζητημάτων και παραβάσεων, ο αριθμός των ζητημάτων και των αξιόποινων πράξεων που μελετούνται στην ίδια υπόθεση και η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Ο αριθμός των κατηγορουμένων και η φύση των κατηγοριών μπορεί να δικαιολογήσει καθυστέρηση στη συμπλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις δόλου, πλαστογραφίας εγγράφων, κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων και συνωμοσίας για τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων. Στην υπόθεση Καψού (πιο πάνω) αναφέρονται επίσης τα ακόλουθα: "Η καθόλου νομολογία δεν καθορίζει χρονική περίοδο καθυστέρησης, υπέρβαση της οποία θα θεωρείται ότι θα έβγαινε έξω από τα όρια του εύλογου χρόνου και δεν ήταν δυνατό να γίνει διαφορετικά. Στον καθορισμό του μέτρου κρίσης για το εύλογο του χρόνου πρέπει να ληφθούν υπόψη τόσο τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, το περίπλοκο και οι εγγενείς δυσκολίες της υπόθεσης, η καθόλου στάση των ανακριτικών και δικαστικών αρχών καθώς και εκείνη του κατηγορούμενου". Στην υπόθεση Γενικού Εισαγγελέα v. Κώστα Μέλιου Μενελάου (πιο πάνω) καταγράφεται σε μετάφραση το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγραμμα των D.J. Harris M. O´ Boyle και C. Warbrick "Law of the European Convention of Human Rights", (σε Ελληνική μετάφραση). "Το εύλογο του χρόνου της δικαστικής διαδικασίας τόσο σε ποινικές όσο και σε μη ποινικές υποθέσεις εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Δεν υπάρχει δογματικά καθορισμένο χρονικό διάστημα. Παράγοντες που πάντοτε λαμβάνονται υπόψη είναι η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η συμπεριφορά του αιτητή και η συμπεριφορά των αρμόδιων διοικητικών και δικαστικών αρχών. Κανένας ειδικός παράγοντας δεν είναι καθοριστικός. Η ορθή προσέγγιση είναι η εξέταση του κάθε παράγοντα ξεχωριστά και μετά ο υπολογισμός των σωρευτικών τους επιπτώσεων. Μολονότι, κάποιες περιπτώσεις καθυστέρησης που βαρύνουν την πολιτεία μπορεί να φαίνονται εύλογες, δυνατόν να μην κριθούν εύλογες, αν οι πιο πάνω παράγοντες προσμετρήσουν. Δεν υπάρχει οποιοδήποτε δόγμα αξιολόγησης του χρόνου, τουλάχιστον, ρητά όταν υπολογίζεται το εύλογο του. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απλά προβαίνει στην δική του αξιολόγηση για το χρονικό διάστημα που διέρρευσε. Όταν δε το κάνει αυτό πρέπει να έχει υπόψη του ότι το άρθρο 6 απαιτεί μόνο τέτοια επίσπευση, η οποία θα είναι συμβατή με τον ορθό τρόπο απονομής της δικαιοσύνης". Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στην απόφαση του Δικαστηρίου των Λόρδων στην υπόθεση Attorney-General´s Reference (No 2/01) η οποία δημοσιεύτηκε την 11.12.2003 στους Times Law Reports. Αποφασίστηκε, πως ποινική διαδικασία δυνατόν να ανασταλεί για το λόγο ότι, υπήρξε παραβίαση της αρχής της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης κατηγορουμένου εντός εύλογου χρόνου, αλλά τούτο μπορεί να γίνει μόνο, εφόσον δεν θα ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιης δίκης ή για κάποιο λόγο που είναι πειστικός θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον του κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Bunkate v. The Netherlands
(1995)19 EHRB 477, σημειώθηκε πλήρης αδράνεια δεκαπέντε μηνών στην ακροαματική διαδικασία που οφειλόταν στη καθυστέρηση διαβίβασης του φακέλου της υπόθεσης από το Εφετείο στο Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε, ότι η πλήρης αδράνεια στην προώθηση της υπόθεσης, για την οποία καμία δικαιολογία δεν είχε δοθεί, παραβίαζε την επιταγή του εύλογου χρόνου. Στην υπόθεση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 203, ο Δικαστής Πικής, όπως ήταν τότε, συνοψίζοντας τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για το καθορισμό του μέτρου, για το εύλογο του χρόνου, στη σ. 222, ανέφερε τα εξής: "Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υποστηρίζει, όπως υποδεικνύεται, ότι στον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, με αφετηρία την ημέρα σύλληψης του κατηγορούμενου, λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των ανακριτικών και δικαστικών αρχών, καθώς και εκείνη του κατηγορούμενου. Οι ίδιες αρχές υποστηρίζονται και από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής του Αγγλικού Ανακτοβουλίου (P.C) στην υπόθεση Bell v. DPP of Jamaica [1985] 2 ALL ER 585, στην οποία ερμηνεύθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 20
(1)του Συντάγματος της Ιαμαϊκής που αντιστοιχούν σε μεγάλο βαθμό με εκείνες που κατοχυρώνονται από το άρθρο 30.2. του Κυπριακού Συντάγματος. Άξιες μνείες είναι οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη ότι και σύμφωνα με τις αρχές του κοινού Δικαίου τα Δικαστήρια έχουν συμφυή δικαιοδοσία να παρεμποδίσουν καθυστερήσεις στην εκδίκαση υποθέσεων που οδηγούν σε καταπιεστική (oppressive) μεταχείριση του κατηγορουμένου". Τέλος στην υπόθεση Ζήνωνος v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 71, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού σημείωσε, ότι ο λόγος της καθυστέρησης της καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης οφειλόταν στον περίπλοκο χαρακτήρα του κατηγορητηρίου, που περιελάμβανε 55 κατηγορίες εναντίον 2 κατηγορουμένων και οι οποίες περιελάμβαναν κατηγορίες για πλαστογραφία εγγράφων, κυκλοφορία πλαστών εγγράφων και συνωμοσία και ότι η ποινική ευθύνη του εφεσείοντος διαπιστώθηκε μέσα σε χρονικό διάστημα 2 χρόνων και 7 μηνών, κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι η καθυστέρηση δεν ήταν υπό τις περιστάσεις υπερβολική. Σε σχέση δε με τη σημασία που το ζήτημα έχει για τον αιτούντα, σημειώνεται, ότι εφαρμόζεται γενικά πιο αυστηρό κριτήριο όταν πρόκειται για ποινικές διαδικασίες, ιδιαίτερα όταν ο κατηγορούμενος τελεί υπό προφυλάκιση. Στην υπόθεση Χριστόπουλος v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100, η ακροαματική διαδικασία συμπληρώθηκε 6 χρόνια μετά την καταγγελία και 5 χρόνια από την ημερομηνία καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε, ότι η πιο πάνω καθυστέρηση συνιστούσε εκτροπή από τα θέσμια της δίκαιης δίκης και αρνήθηκε να διατάξει επανεκδίκαση της υπόθεσης. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου στη καθυστέρηση της διεκπεραίωσης μιας ποινικής υπόθεσης δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Αν και ένας κατηγορούμενος δεν έχει την υποχρέωση να "συνεργαστεί ενεργητικά με τις δικαστικές εξουσίες", το κράτος δεν φέρει ευθύνη για καθυστέρηση, η οποία σημειώνεται όταν ο κατηγορούμενος αρνείται να διορίσει δικηγόρο (βλ. Corigliano v. Italy A57
(1982)ή ξεφεύγει από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ή εξαφανίζεται ενόσω εκκρεμεί εναντίον του η εκδίκαση της υπόθεσης. Σε μια τέτοια περίπτωση το χρονικό διάστημα που διαρρέει δεν μπορεί να ληφθεί προς όφελος του στον καθορισμό του εύλογου χρόνου. Όσον αφορά τη συμπεριφορά των δικαστικών οργάνων, πρέπει να λεχθεί, ότι η εκδίκαση ποινικών υποθέσεων, απαιτεί την όσο το δυνατόν συντομότερη διεκπεραίωση τους. Στην υπόθεση Abdoella v. The Netherlands
(1995)20 EHRR 585, στην οποία είχε σημειωθεί μια καθυστέρηση 4½ χρόνων από τη σύλληψη του κατηγορούμενου μέχρι την συμπλήρωση της τελευταίας έφεσης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε, ότι υπήρξε παραβίαση της επιταγής του εύλογου χρόνου. Επισημαίνεται, ότι έχουν διαπιστωθεί παραβιάσεις του άρθρου 6 της Σύμβασης σε περιπτώσεις αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην εξιχνίαση μιας ποινικής υπόθεσης (βλ. Eckle v. Germany (πιο πάνω), στη καταχώρηση αναστολής δίωξης (βλ. Orchin v. UK No. 8435/78) και στην αποστολή μιας υπόθεσης από ένα Δικαστήριο σε άλλο (Foti v. Italy A 56
(1982). Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στις εκδόσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης (Νο. 13) αναφορικά με το άρθρο 6 της Σύμβασης, όπου γίνεται παραπομπή σε αποφάσεις, στις οποίες η επίμαχη χρονική περίοδος κρίθηκε εύλογη ή μη ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στην Ποιν. Έφ. 103/07, Α. Πουμπουρής v. Αστυνομίας, ημερ. 14.1.08, λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο χρόνος διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου ήταν εύλογος ή το αντίθετο σε αδρές γραμμές είναι: (α) ο προσδιορισμός της ημερομηνίας από την οποία αρχίζει η μέτρηση του χρόνου. Ως τέτοια, θεωρείται η ημερομηνία που ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε επίσημα ότι λαμβάνονται εναντίον του μέτρα κανονικής δίωξης (βλ. Emmerson and Ashworth, Human Rights & Criminal Justice, 1st Ed. 2001). (β) η πολυπλοκότητα της υπόθεσης προσμετρά για να κριθεί το εύλογο του χρόνου που απαιτείται για την εκδίκαση μιας υπόθεσης, (βλ. Μενελάου, ανωτέρω). (γ) η συμπεριφορά των παραγόντων της δίκης, δηλαδή του Δικαστηρίου, της κατηγορούσας αρχής λαμβάνεται υπόψη για να κριθεί αν παραβιάστηκε το δικαίωμα της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου και μέσα σε εύλογο χρόνο". Στην υπόθεση Δημήτρη Μερχή v. Αστυνομίας, 2005
(2)Α.Α.Δ. 147, επαναλήφθηκε η παλαιότερη θέση, όπως αυτή τονίσθηκε στην υπόθεση Ευσταθίου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294, ότι "η καθυστέρηση των ανακριτικών αρχών στην εξιχνίαση μιας ποινικής υπόθεσης μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο είναι ένας παράγων ο οποίος συνεκτιμάται στον προσδιορισμό του εύλογου χρόνου για τη διεκπεραίωση της υπόθεσης". Στην υπό εξέταση περίπτωση τα αδικήματα τα οποία καταλογίζονται στο κατηγορούμενο, διαπράχθηκαν σύμφωνα με το κατηγορητήριο, πριν 19 ολόκληρα χρόνια, χωρίς η ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου να έχει μέχρι σήμερα διαγνωσθεί. Υπό το φως των περιστατικών της υπόθεσης θα πρέπει να κριθεί το εύλογο ή μη του πιο πάνω χρονικού διαστήματος. Είναι πράγματι όχι μόνο άξιο απορίας αλλά και αδιανόητο και απαράδεκτο, να καταχωρείται υπόθεση μετά από 19 ολόκληρα χρόνια μετά την κατ' ισχυρισμό διάπραξη κάποιου αδικήματος. Ειδικά στην παρούσα υπόθεση που η υπόθεση διαφαίνεται απλή, χωρίς να παρουσιάζει οποιοδήποτε βαθμό πολυπλοκότητας για τη κατηγορούσα αρχή. Όλα τα αδικήματα που αποδίδονται στο κατηγορούμενο είναι συναφή και έχουν διαπραχθεί, σύμφωνα πάντα με το κατηγορητήριο κατά τον ίδιο χρόνο, ο δε αριθμός των μαρτύρων κατηγορίας είναι περιορισμένος, είναι μόνο τρεις. Εισηγήθηκε η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής για να δικαιολογήσει το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του κατηγορούμενου, ότι αυτή ασκήθηκε μόλις η παρανομία περιήλθε σε γνώση της κατηγορούσας αρχής και επεσήμανε ότι το αδίκημα της 3ης κατηγορίας είναι αδίκημα συνεχές και γι΄ αυτό η κατηγορούσα αρχή δικαιούται να προβεί σε ποινική δίωξη του κατηγορούμενου σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα. Σε σχέση με το αδίκημα αυτό, θα πρέπει να επισημανθεί κατ' αρχήν, μία διάσταση που υπάρχει στην έκθεση του αδικήματος και σε αυτό που περιγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, η οποία όμως δεν κρίνεται αναγκαίο να με απασχολήσει, για τους λόγους που θα διαφανούν στη συνέχεια. Δεν μου διαφεύγει ότι στην παρούσα περίπτωση, η καθυστέρηση που παρατηρείται έγκειται όχι στη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης απο την ημερομηνία διατύπωσης της κατηγορίας, αλλά στη καθυστέρηση στην έναρξη ποινικής δίωξης εναντίον του κατηγορούμενου. Όμως και ο χρόνος αυτός, απο τη διάπραξη δηλαδή των αδικημάτων μέχρι και τη καταχώρηση της υπόθεσης είναι χρόνος που λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με το ζήτημα, ιδιαίτερα στην παρούσα περίπτωση που είναι 19 ολόκληρα χρόνια. Το δικαίωμα του δικάζεσθαι εντός ευλόγου χρόνου, όπως κατοχυρώνεται απο το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος και όπως προκύπτει απο τη νομολογία, δεν ξεκινά αποκλειστικά απο την ημερομηνία καταχώρησης μιας υπόθεσης στο Δικαστήριο. Η αφετηρία για επιμέτρηση του χρόνου αυτού, στη κάθε περίπτωση μπορεί να ποικίλει και να διαφέρει και εξαρτάται απο τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Ευσταθίου v. Αστυνομίας, 1990
(2)ΑΑΔ 294, Φαίδωνας Α. Χριστόπουλος v. Αστυνομίας, 2001
(2)ΑΑΔ 100 και Χαραλαμπίδης, πιο πάνω). Παραβιάσεις δε του άρθρου 6 της Σύμβασης, έχουν διαπιστωθεί και σε περιπτώσεις αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην εξιχνίαση μιας ποινικής υπόθεσης ( βλ. Ecke v. Germany, πιο πάνω). Το άρθρο 35 του Συντάγματος προνοεί ότι οι νομοθετικές, εκτελεστικές και δικαστικές αρχές της Δημοκρατίας, έχουν υποχρέωση, η κάθε μια μέσα στα πλαίσια των ορίων της αρμοδιότητας της, να διασφαλίζει την αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του Μέρους ΙΙ του Συντάγματος που είναι το μέρος που κατοχυρώνει τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες. Έχει συνεπώς και η εκτελεστική εξουσία και όλα τα όργανα της, την ευθύνη του ορθού και αποτελεσματικού ελέγχου για θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της, έτσι ώστε στην περίπτωση που υφίσταται κάποια παρανομία, να παρουσιάζει αυτόν που παρανομεί ενώπιον της δικαιοσύνης εντός ευλόγου χρόνου απο τη διάπραξη των αδικημάτων και όχι όποτε η ίδια ήθελε αποφασίσει, έτσι ώστε και η ίδια μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της να δεικνύει τον απαιτούμενο σεβασμό προς τα δικαιώματα του κάθε πολίτη και να επιδεικνύει την απαιτούμενη μέριμνα για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων αυτών. Η αποδοχή του λόγου που έχει προβληθεί, θα παρείχε στην εκάστοτε κατηγορούσα αρχή, τη δυνατότητα, να παρουσιάζει μία υπόθεση και να ζητά τη τιμωρία του αδικοπραγούντα, όποτε η ίδια ήθελε αποφασίσει, κάτι που θα της επέτρεπε, να λειτουργεί αυτόβουλα και ανεξέλεγκτα, πράγμα όχι μόνο ανεπιθύμητο αλλά και ανεπίτρεπτο. Ούτε μπορώ να αποδεχθώ την εισήγηση της ευπαίδευτης συνήγορου της κατηγορούσας αρχής, ότι επειδή όπως υποστήριξε, ειδικότερα για το αδίκημα της 3ης κατηγορίας, είναι συνεχές, αυτό παρέχει τη δυνατότητα στη κατηγορούσα αρχή να παρουσιάζει την υπόθεση και να ζητά τη τιμωρία του αδικοπραγούντα, όποτε η ίδια ήθελε αποφασίσει, ακόμα και για αδίκημα που διαπράχθηκε πριν 19 χρόνια, σύμφωνα πάντα με τους δικούς της ισχυρισμούς. Ναι μεν και σύμφωνα με τη νομολογία, (βλ. Συνεργαστικό Ταμιευτήριο Λεμεσού v. Δήμου Λεμεσού
(1994)2 Α.Α.Δ. 145), στις περιπτώσεις όπου τα αδικήματα είναι συνεχούς φύσης, παρέχεται η δυνατότητα όπως ο χρόνος διάπραξης του αδικήματος να μπορεί να προσδιοριστεί στο κατηγορητήριο σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη ημερομηνία, από την έναρξη των οικοδομικών, όπως ήταν στην περίπτωση εκείνη εργασιών, αλλά και μεταγενέστερα, (βλ. επίσης, Λ. Χατζηφόραδος v. Δήμου Λάρνακας
(1995)2 Α.Α.Δ. 167), όμως και πάλι, από τη στιγμή που στη συγκεκριμένη περίπτωση, στο κατηγορητήριο, τίθεται ως χρόνος διάπραξης του αδικήματος της 3ης κατηγορίας, το 1989, δεν είναι δυνατό το στοιχείο αυτό να αγνοηθεί. Απο τη στιγμή που ως χρόνος διάπραξης του αδικήματος τίθεται στο κατηγορητήριο η συγκεκριμένη αυτή ημερομηνία, το Δικαστήριο, θα πρέπει να εξετάσει το ζήτημα μέσα απο τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της απονομής της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο και οι οποίες δεν επιτρέπουν την παραβίαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος του κατηγορούμενου, το οποίο θεωρώ πρέπει να γίνεται απόλυτα σεβαστό από τις εκάστοτε αρμόδιες αρχές. Ο χρόνος που παρήλθε απο τη διάπραξη των αδικημάτων που αποδίδονται στο κατηγορούμενο, μέχρι και τη καταχώρηση της υπόθεσης είναι 19 ολόκληρα χρόνια. Είμαι της άποψης ότι, η παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων που αποδίδονται στο κατηγορούμενο, μέχρι και τη καταχώρηση της υπόθεσης, είναι όχι μόνο αδικαιολόγητος, αλλά δίδει πράγματι λαβή για πραγματική ανησυχία (βλ. Χαραλαμπίδη πιο πάνω). Σύμφωνα με τη νομολογία, τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται από τα άρθρα 30
(2)και 12
(5)του Συντάγματος για κάθε διάδικο και κάθε κατηγορούμενο αντίστοιχα, είναι απόλυτα συνυφασμένα με τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης (βλ. Δημοκρατία v. Ford,
(1995)2 ΑΑΔ 232) και πρέπει να γίνονται απόλυτα σεβαστά. Το άρθρο 12
(5), κατοχυρώνει τα κατ' ελάχιστο δικαιώματα κάθε κατηγορούμενου. Μεταξύ αυτών και όπως διασφαλίζεται με την υποπάραγραφο (γ) του εδαφίου αυτού, κατοχυρώνεται το δικαίωμα του, «να εξετάζη ή να προκαλή την εξέτασιν μαρτύρων κατηγορίας και να ζητή την προσέλευσιν και εξέτασιν μαρτύρων υπερασπίσεως υπό τους αυτούς όρους τους ισχύοντας ως πρός τους μάρτυρες κατηγορίας». Το δε άρθρο 30
(3)(γ) του Συντάγματος, κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε διαδίκου να προσαγάγει ή να προκαλεί την προσαγωγή των μέσων απόδειξης και να εξετάζει μάρτυρες σύμφωνα με το νόμο. Η διάγνωση της ποινικής ευθύνης κάποιου ατόμου, αποτελεί έργο του Δικαστηρίου και μόνο, και αυτή πρέπει να διαγνώσκεται μέσα σε εύλογο χρόνο και όχι οποτεδήποτε επιλέγει η κατηγορούσα αρχή. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Καψού, που πιο πάνω αναφέρθηκε, ειπώθηκαν τα ακόλουθα: "Από την επισκόπηση της νομολογίας του Ευρωπαικού Δικαστηρίου προκύπτει ότι πάροδος περιόδου 3-5 χρόνων από την σύλληψη του κατηγορουμένου μέχρι την τελική εκδίκαση (και κατ' έφεση) της υπόθεσης θεωρήθηκε ότι παραβίαζε την επιταγή του εύλογου χρόνου του άρθρου 6.1 της Σύμβασης. Και η πάροδος όμως συντομότερου χρόνου είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι παραβιάζει το άρθρο 6.1 αν καμιά δικαιολογία δεν δοθεί για την παντελή αδράνεια που παρατηρήθηκε". Στην υπόθεση Bunkate v. The Netherlands
(1995)19 EHRR 477 είχε σημειωθεί μια πλήρης αδράνεια 15 μηνών στην ακριαματική διαδικασία, που οφειλόταν στη καθυστέρηση διαβίβασης του φακέλου της υπόθεσης, για την οποία καμία δικαιολογία δεν είχε δοθεί, παραβίαζε την επιταγή του εύλογου χρόνου. Στο σύγγραμμα των κ.κ. Κασπαρή, Σολομωνίδη και Στεφάνου "Η Επιβολή Ποινών στην Κύπρο: Ποινικολογικές Πτυχές, Αρχές και Νομολογία" στη § 9.16 της σ.102 αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ο χρόνος για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας έχει ως αφετηρία την ημέρα σύλληψης του κατηγορουμένου, ενώ λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των ανακριτικών και διωκτικών αρχών όπως και εκείνη του κατηγορουμένου. Η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από το χρόνο διάπραξης του αδικήματος δεν μπορεί να οδηγήσει σε απαλλαγή του κατηγορουμένου από τις εναντίον του κατηγορίες, εκτός εάν αποδεικνύεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα και στοιχεία ότι υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση ή πλήρης αδράνεια των ανακριτών ή της διωκτικής αρχής". Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω, ότι σε περιπτώσεις που μια υπόθεση καταχωρείται με υπερβολική ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να είναι απρόθυμο να βρεί, ότι υπήρξε παραβίαση του πιο πάνω άρθρου. Σε σχέση με τη συμπεριφορά του ίδιου του κατηγορούμενου, θα πρέπει να λεχθεί ότι όπως προκύπτει απο τα πρακτικά της υπόθεσης, αυτός ήταν πάντοτε παρών και συνεπής στις υποχρεώσεις του. Όταν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 15/9/08 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για πρώτη εμφάνιση, κατηγορήθηκε και δεν παραδέχθηκε ενοχή και έτσι η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση στις 8/4/09. Την ημερομηνία εκείνη, ο κατηγορούμενος ήγειρε μέσω του συνηγόρου του το ζήτημα, που σήμερα εξετάζεται. Όπως προκύπτει απο τα πιο πάνω, ο κατηγορούμενος καθόλου δεν ευθύνεται για την όση καθυστέρηση παρατηρείται στην εκδίκαση της υπόθεσης. Ο χρόνος που παρήλθε από την ημερομηνία που σύμφωνα με τη κατηγορούσα αρχή διαπράχθηκαν τα κατ΄ ισχυρισμό αδικήματα μέχρι σήμερα, είναι τέτοιας διάρκειας και τόσο ουσιαστικής σημασίας που δεν είναι ανατρέψιμος και ο οποίος οπωσδήποτε θα πρέπει να διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο στη κρίση του Δικαστηρίου. Θα πρέπει ακόμα να λεχθεί ότι στην περίπτωση που η διαδικασία δεν ανακοπεί και επιτραπεί η συνέχιση της, θα γινόταν ανεκτή η περαιτέρω καταστρατήγηση του δικαιώματος του κατηγορούμενου, αφού οπωσδήποτε θα χρειασθεί περαιτέρω χρόνος για αποπεράτωση της διαδικασίας, χρόνος που σήμερα δεν είναι δυνατό να υπολογισθεί επακριβώς. Οιοσδήποτε χρόνος προστεθεί στη διαδικασία, άγνωστος μεν, αλλά κάποιας διάρκειας δεν θα είχε άλλο αποτέλεσμα παρά τη συνεχή καταστρατήγηση του συνταγματικού δικαιώματος του κατηγορούμενου το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Η διασφάλιση της συνταγματικής τάξης, όπως κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2, αποτελεί πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου και η διεξαγωγή της δίκης υπόκειται στον έλεγχο του εκδικάζοντος δικαστηρίου, αρχή, η οποία συνάδει με την αυτοτέλεια και ανεξαρτησία της δικαιοσύνης (βλ. Γαβριηλίδης v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 405 και Μιχάλης Μαγκάκης
(1990)1 Α.Α.Δ. 1068). Στην Ευσταθίου ν. Αστυνομίας, πιο πάνω, υποδεικνύεται, ότι παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 30.2 καθιστά τη διαδικασία άκυρη στην ολότητα της [(βλ. Paporis v. National Bank
(1986)1CLR 578, ΄Ελληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Χάσσαν ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 78) και (βλ. «το έργο της δικαιοσύνης ατελέσφορο και την απόφαση άκυρη» Βίκτωρος ν. Χριστοδούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 512)]. Στην Αίτηση Ευθυβούλου Λιασίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 2319 επαναλαμβάνεται, ότι η δίκη καθίσταται άδικη, αν η ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου διαπιστωθεί έξω από τα θέσμια της δίκαιης δίκης ή κατ' αντίθεση προς τα δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορούμενου, που διασφαλίζονται από τα άρθρα 12.5 και 30.3 του Συντάγματος. Στη Καψού, που πιο πάνω αναφέρθηκε, υιοθετήθηκε έμμεσα η πορεία ανακοπής υπόθεσης εφόσον διαπιστώνεται, ως εν προκειμένω, παράβαση συνταγματικού δικαιώματος. Λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης κρίνω ότι υπήρξε αδικαιολόγητα μεγάλη και υπερβολική καθυστέρηση και κατά συνέπεια, παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκη εντός εύλογου χρόνου. Με καθοδήγηση όλα τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης η διαδικασία κρίνεται άκυρη. Αναπόφευκτα δεν δύναται να προωθηθεί και θα πρέπει να ανακοπεί όπως και ανακόπτεται. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο