ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΦΙΛΙΠΠΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 3/09, 27.05.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3/09 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ 133(Ι)/2004 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ______________________ 27.05.2009 Για το Γενικό Εισαγγελέα: κα Μ. Αλεξάνδρου Για τον Εκζητούμενο: κ Μ. Γεωργίου Εκζητούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 11.03.2009 λήφθηκε μήνυμα (Τεκ. Β) από την Interpol Αθήνας και διαβιβάσθηκε στην Κύπρο Ευρωπαϊκό Ενταλμα Σύλληψης στην Ελληνική Γλώσσα, ημερ. 17.02.2009 (Τεκ. Α2) εναντίον του εκζητούμενου για τα αδικήματα
(1)της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και
(2)της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, τα οποία, σύμφωνα με το Ελληνικό Δίκαιο, τιμωρούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και φυλάκισης 6 μηνών έως 5 ετών αντίστοιχα. Τα αντίστοιχα αδικήματα του Κυπριακού Νόμου προνοούνται στο άρθρο 205 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και στα άρθρα 2, 4
(1), 51, Πρώτο Παράρτημα Περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Οπλων Νόμου (Ν. 113(Ι)/04), όπως τροποποιήθηκε με τους Νόμους 91(Ι)/05 και 56(Ι)/07. Οι λεπτομέρειες διάπραξης των πιο πάνω αδικημάτων περιγράφονται στον όρκο και στο Ευρωπαϊκό Ενταλμα Σύλληψης (Τεκ. Α2). Στις 22.04.2009 εκδόθηκε από την Κεντρική Αρχή το Πιστοποιητικό (Τεκ. Α4), δυνάμει του άρθρου 16
(1)του Ν. 133(Ι)/2004 (που στο εξής θα καλείται «ο Νόμος»). Στην ίδια επιστολή επισυνάπτονται
(1)η έγγραφη διευκρίνιση της Εισαγγελίας Πατρών, ημερ. 22.04.2009 (Τεκ. Α5) ότι είναι αρμόδια για την έκδοση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και
(2)Εγγραφα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ημερ. 15.07.2004 (Τεκ. Α6 και Α7), στα οποία φαίνεται ότι η νομοθεσία της Ελλάδας για την εφαρμογή της απόφασης πλαίσιο έχει τεθεί σε ισχύ από τις 09.07.2004 με τον Ελληνικό Νόμο 3251/2004. Αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, προχώρησε στις 23.04.2009 και ώρα 16:12 στην έκδοση εντάλματος σύλληψης του εκζητούμενου, δυνάμει του άρθρου 16
(2)του Νόμου. Μετά τη σύλληψή του ο εκζητούμενος οδηγήθηκε εντός 24 ωρών και συγκεκριμένα στις 24.04.2009 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Νόμου. Αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε για την ταυτότητα του εκζητούμενου και τον ενημέρωσε για τα δικαιώματά του, ο εκζητούμενος δεν συγκατατέθηκε στην παράδοσή του, με αποτέλεσμα η υπόθεση να ορισθεί αρχικά για ακρόαση στις 29.04.2009 και στη συνέχεια στις 07.05.
- Κατά την έναρξη της ακρόασης ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εκζητούμενου, προς πίστη του, δήλωσε ότι συμφωνεί ότι όσα έγγραφα είναι κατατεθειμένα στο φάκελο του Δικαστηρίου έχουν έλθει δια της κανονικής οδού και δεν αμφισβητούνται (Τεκ. Α1-7), με αποτέλεσμα η ακρόαση της υπόθεσης να περιορισθεί στην από κοινού κατάθεση των Τεκ. Β-Δ, το περιεχόμενο των οποίων επίσης δεν αμφισβητήθηκε, και στη δήλωση του παραδεκτού γεγονότος ότι εναντίον του εκζητούμενου εκκρεμεί η ποινική υπόθεση 22528/08 Ε.Δ. Λεμεσού (αντίγραφο του κατηγορητηρίου είναι κατατεθειμένο στο φάκελο της δικογραφίας), στην οποία, μεταξύ άλλων περιοριστικών όρων, του έχει απαγορευθεί η έξοδος από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σε σχέση με το χειρισμό της υπόθεσης αυτής, σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος παράδοσης του εκζητούμενου, η ευπαίδευτη δικηγόρος της Δημοκρατίας , δεν θέλησε να προβεί σε επίσημη και δεσμευτική για τη Δημοκρατία δήλωση, εξέφρασε όμως την εκτίμηση ότι σε μια τέτοια περίπτωση το πιο πιθανό είναι να ανασταλεί η ποινική δίωξη της κυπριακής υπόθεσης. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Πηγασίου V Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Εφεση αρ. 120/2009, ημερ. 12.05.2009, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 8-10: «Η Κυπριακή Δημοκρατία υλοποιώντας την υποχρέωση που επιβάλλει η Απόφαση-Πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ημερ. 13 Ιουνίου, 2002, σε σχέση με το «ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ κρατών μελών» προχώρησε στη θέσπιση του Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης Νόμου του 2004) (Ν. 133(Ι)/2004(ο Νόμος). Η Ευρωπαϊκή Ενωση, είχε θέσει ως στόχο, τη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας ασφάλειας και δικαιοσύνης, που συνεπάγεται την κατάργηση του συστήματος της έκδοσης προσώπων, τα οποία προσπαθούν να διαφύγουν τη δικαιοσύνη μεταξύ χωρών μελών, και την αντικατάστασή του από ένα σύστημα παράδοσης μεταξύ δικαστικών αρχών (αρ. 5 του προϊμίου της Απόφασης-Πλαίσιο). Ταυτοχρόνως επιδιώκετο η εισαγωγή ενός απλουστευμένου συστήματος παράδοσης υπόπτων ή καταδικασθέντων προσώπων, με στόχο την άρση της πολυπλοκότητας και του ενδεχομένου καθυστερήσεων που ενυπάρχουν στις ισχύουσες διαδικασίες έκδοσης. Ως προς την πρόθεση του Συμβουλίου που εκδηλώθηκε με το Νόμο-Πλαίσιο σχετική αναφορά γίνεται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2009, para.D31.2 και στην υπόθεση Hadjametovic Πολιτική Εφεση αρ. 117/09, ημερ. 4.5.
- Το δε Ευρωπαϊκό Ενταλμα Σύλληψης που προβλέπει η Απόφαση-Πλαίσιο, χαρακτηρίζεται ως ο « ακρογωνιαίος λίθος» της δικαστικής συνεργασίας στον τομέα του ποινικού δικαίου, που βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ των κρατών μελών (άρθρο 6 προϊμίου). Συνακόλουθα οι πρόνοιες του Ν. 133(Ι)/2004, θα πρέπει να διαβάζονται σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του νόμου Πλαισίου (άρθρο 1 του Νόμου 133/2004)». Στην ίδια απόφαση (σελ. 10 και 11) ξεκαθαρίσθηκε η φύση της διαδικασίας και οι εξουσίες του Δικαστηρίου: «Θα πρέπει από την αρχή να επισημάνουμε ότι δεν πρόκειται περί ποινικής δίκης και η συνήγορος της νομικής υπηρεσίας δεν εμφανίζεται ως εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής. Πρόκειται για διαδικασίας sui generic. Αν πληρούνται οι προϋποθέσεις υποχρεωτικής παράδοσης τότε το εκζητούμενο πρόσωπο πρέπει να παραδοθεί και το ένταλμα να εκτελεστεί (άρθρο 12 του Νόμου). Αν δεν υφίστανται τα αναγκαία προαπαιτούμενα του άρθρου 4, το Δικαστήριο αρνείται την εκτέλεση (άρθρο 13). Επειδή πρόκειται περί διαδικασίας διερευνητικού χαρακτήρα, ο ίδιος ο νόμος προσφέρει επιπρόσθετες εξουσίες στη δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος. Αν «κρίνει», τονίζεται στο άρθρο 21
(2)του Νόμου, ότι οι πληροφορίες που διαβιβάστηκαν «δεν αρκούν» ώστε να της επιτρέψουν να αποφασίσει για την παράδοση ζητεί........». Είναι συνεπώς προστακτική ανάγκη για τη δικαστική αρχή να ζητήσει την προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων «ιδίως σε σχέση με τα άρθρα 4 και 13 και 15». Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εκζητούμενου εισηγήθηκε, στη γραπτή αγόρευσή του, ότι αυτός δεν πρέπει να παραδοθεί και το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δεν πρέπει να εκτελεστεί για τους ακόλουθους λόγους:
- Το Δικαστήριο δεν δικαιούται να εκδώσει Κύπριο υπήκοο, δυνάμει του άρθρου 11 του Συντάγματος, ως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το Ν.127(Ι)/06, καθώς το άρθρο αυτό εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα, διότι ο τροποποιητικός νόμος είναι αντισυνταγματικός.
- Ο εκζητούμενος δεν μπορεί να εκδοθεί γιατί το εκζητών κράτος δεν συμμορφώθηκε με τις πρόνοιες του άρθρου 4
(1)(ε) του Ν.133(Ι)/04, εφόσον η περιγραφή που έχουν στείλει οι Ελληνικές Αρχές δεν μας δίνει να καταλάβουμε ποια η σύνδεση και ο τρόπος συμμετοχής του εκζητούμενου στο διαπραχθέν αδίκημα. 3. Εφόσον η Γενική Εισαγγελία αποφάσισε τη συνέχιση της ποινικής υπόθεσης 22528/08 Ε.Δ. Λεμεσού εναντίον του εκζητούμενου δεν μπορεί να συναινεί και να ζητεί την έκδοσή του στην Ελληνική Δημοκρατία γιατί κάτι τέτοιο παραβιάζει κατάφωρα τις πρόνοιες του Νόμου. Η ευπαίδευτη δικηγόρος της Δημοκρατίας, στη δική της γραπτή αγόρευση, με σχετική νομική επιχειρηματολογία, αντέκρουσε τις πιο πάνω εισηγήσεις του συναδέλφου της. Πριν προχωρήσω στην εξέταση των ανωτέρω λόγων αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω αμφότερους τους συνηγόρους για τον υψηλό επαγγελματισμό που επέδειξαν τόσο κατά τη διεξαγωγή της ακρόασης, όσο και στη διακρίβωση και προσέγγιση των επίδικων θεμάτων, μέσω των αγορεύσεών τους, που βοήθησε το Δικαστήριο, όχι μόνο στη γρήγορη και απρόσκοπτη ολοκλήρωση της υπόθεσης, αλλά και στην έκδοση της παρούσας απόφασης. 1ος Λόγος ένστασης Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εκζητούμενου, με αναφορά στο σύγγραμμα του Γ. Πική «Constitutionalism - Human Rights Separation of Powers The Cyprus Presedent», σελ. 36-39 κάτω από τον υπότιτλο «The Law of Necessity and Amenity to Amend the Constitution» και στο σύγγραμμα του Α. Λοϊζου «Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας», σελ. 418-420, εισηγείται ότι η κρατούσα άποψη της πλειοψηφίας των Δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι το Δίκαιο της Ανάγκης δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να επιτευχθεί τροποποίηση του Συντάγματος γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν αντινομικό. Συμπερασματικά το επιχείρημα είναι ότι το δίκαιο της ανάγκης δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε και την τροποποίηση του άρθρου 11 του Συντάγματος που έγινε με το Νόμο 127(Ι)/2006 και ειδικά με το άρθρο 3 του Νόμου. Συνακόλουθα, το νέο άρθρο 11 του Συντάγματος που επιτρέπει την κράτηση και έκδοση Κυπρίου πολίτη σε χώρες της Ευρώπης είναι αντισυνταγματικό και θα πρέπει κατά την εισήγηση του κ. Γεωργίου να ισχύσει η προηγούμενη πρόνοια του Συντάγματος που απαγορεύει κάτι τέτοιο. Ουσιαστικά το ερώτημα που προκύπτει από το επιχείρημα του κ. Γεωργίου και πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο είναι εάν η Βουλή των Αντιπροσώπων δύναται, κατ' επίκληση του δικαίου της ανάγκης, να τροποποιεί μη θεμελιώδεις Συνταγματικές διατάξεις. Υπενθυμίζω ότι με τον Περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο του 2006 (Ν.127(Ι)/06), η Βουλή των Αντιπροσώπων, κατ΄ επίκληση του δικαίου της ανάγκης, πρόσθεσε στο Σύνταγμά μας το άρθρο 1Α και τροποποίησε τα άρθρα 140, 169 και 179, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στα θεμελιώδη άρθρα, με στόχο, σύμφωνα με το προοίμιο του νόμου, την άρση του ασυμβίβαστου, που δημιουργούσαν οι διατάξεις που τροποποιήθηκαν και των συμβατικών υποχρεώσεων της χώρας μας από την προσχώρησή της στην Ευρωπαϊκή Ενωση την 01.05.2004, σε σχέση με την έκδοση και παράδοση πολιτών της που διέπραξαν ποινικά αδικήματα στην αλλοδαπή. Η απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα ενυπάρχει στην νομολογία μας. Δόθηκε πριν από 12 χρόνια με σαφή, κατηγορηματικό και δεσμευτικό για το Δικαστήριο τρόπο στην Κουλουντής κ.α. V Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α.
(1997)1 ΑΑΔ 1026, απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην οποία έγινε εκτενής επισκόπηση της νομολογίας και στην οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτη δικηγόρος της Δημοκρατίας, με την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο, έκρινε ότι ο Περί της Τρίτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 1996 (Ν.115
(1)/96), με τον οποίο αντικαταστάθηκαν, κατ' επίκληση του δικαίου της ανάγκης, οι διατάξεις του Άρθρου 66.2 του Συντάγματος για διεξαγωγή αναπληρωματικής εκλογής για την πλήρωση βουλευτικής έδρας, με πρόνοια περί πλήρωσης βουλευτικής έδρας όπως ο νόμος ορίζει, είναι συνταγματικός. Στην ίδια απόφαση κρίθηκε ότι η Βουλή των Αντιπροσώπων έχει, κατ' επίκληση του δικαίου της ανάγκης, αναθεωρητική δικαιοδοσία να προβαίνει σε τροποποίηση μη θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος. Εκτενές απόσπασμα του λόγου (ratio) αυτής της απόφασης παρατίθεται αυτούσιο στη συνέχεια: «Απόφαση πλειοψηφίας: Α. Υπό Νικολαΐδη, Δ., συμφωνούντων και των Δικαστών Παπαδόπουλου, Χατζητσαγγάρη και Ηλιάδη:
- Το δίκαιο της ανάγκης εισήχθη στη νομική ιστορία του τόπου μας με την υπόθεση Attorney - General ν. Mustafa Ibrahim and Others, στην οποία κρίθηκε η συνταγματικότητα του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964, Ν. 33/64με την εγκαθίδρυση του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπό τη σημερινή του μορφή, ύστερα από την αποχώρηση των Τούρκων δικαστών.
- Επίκληση του δικαίου της ανάγκης έγινε έκτοτε επανειλημμένα. Ο περί της Πρώτης Τροποποιήσεως του Συντάγματος Νόμος του 1986 με τον οποίο επιχειρήθηκε τροποποίηση του Συντάγματος για να τυγχάνουν δικαιώματος ψήφου οι συμπληρώσαντες το 18ο έτος της ηλικίας τους, καθώς και για τη μη διεξαγωγή αναπληρωματικής εκλογής για την πλήρωση κενωθείσας έδρας, κρίθηκε αντισυνταγματικός.
- Αντίθετα ο περί της Πρώτης Τροποποιήσεως του Συντάγματος Νόμος του 1989, Ν. 95/89και ο περί Οικογενειακού Δικαστηρίου Νόμος του 1990, Ν. 23/90, κρίθηκαν συνταγματικοί ύστερα από ισοψηφία των Δικαστών. Οι πέντε από τους δέκα Δικαστές αποφάσισαν ότι η Βουλή χωρίς τη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων, έχει αναθεωρητική δικαιοδοσία και μπορεί να τροποποιήσει το Σύνταγμα μόνο με πλειοψηφία των ανηκόντων στην ελληνική κοινότητα βουλευτών (Υπόθεση Νικολάου ν. Νικολάου).
- Το δίκαιο της ανάγκης το οποίο στηρίζεται στην αρχή ότι ο κανόνας της σωτηρίας της πολιτείας είναι ο υπέρτατος νόμος, αποτελεί το θεμέλιο κάθε κρατικής οργάνωσης, συνιστά δε σε τελευταία ανάλυση, το βασικό κανόνα που διέπει τη συγκρότηση δεδομένης πολιτείας, δηλαδή τον υπέρτατο κανόνα συνταγματικού δικαίου.
- Η επίκληση του δικαίου της ανάγκης θα πρέπει να προσεγγίζεται με μεγάλη προσοχή.
- Ο κίνδυνος που διέρχεται η πολιτεία πρέπει να είναι αντικειμενικά υπαρκτός, άμεσος και έκδηλος.
- Η αρχή του δικαίου της ανάγκης στο δημόσιο βίο αποτελεί στην πραγματικότητα την αποδοχή της ανάγκης ως πηγής εξουσίας για ενέργεια με τρόπο που δεν προβλέπεται από το νόμο, αλλά που είναι απαραίτητος κάτω από τις επικρατούσες συνθήκες από το ανώτατο δημόσιο συμφέρον για την επιβίωση του κράτους και του λαού.
- Η υπόθεση στην Αναφορά 1/86, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1986)3 C.L.R. 1439, στην οποία έγινε αναφορά επανειλημμένως κατά την εξέταση των επίδικων εκλογικών αιτήσεων, δεν εξέτασε κατά πόσο σύμφωνα με το δίκαιο της ανάγκης είναι δυνατή η τροποποίηση του Συντάγματος, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι καταλήγει στη θέση ότι η τροποποίηση του Συντάγματος δεν είναι δυνατή χωρίς την παρουσία των Τουρκοκυπρίων βουλευτών. Εξάρτησε όμως την εφαρμογή του δικαίου της ανάγκης από την αναγκαιότητα της συγκεκριμένης τροποποίησης. Η κατάληξη αυτή δεν συμφωνεί με την απόφαση στην υπόθεση Πολύκαρπος Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(1973)2 C.L.R. 125, όπου κρίθηκε ότι αφού η παράταση της θητείας της Βουλής ήταν έγκυρη υπό τις περιστάσεις, η νομοθετική εξουσία μπορούσε να ασκηθεί από αυτή, όχι μόνο σε επείγουσες και εξαιρετικές περιπτώσεις, αλλά όπως και πριν την παράταση της θητείας της.
- Η απόφαση στην Αναφορά 1/86 δεν υιοθετήθηκε στην απόφαση Νικολάου και Άλλη ν. Νικολάου και Άλλου (Αρ. 2) από τους πέντε Δικαστές μεταξύ των οποίων και ο Δικαστής Στυλιανίδης ο οποίος επιβεβαιώνει τη θέση που τέθηκε με την απόφαση στην Ιωαννίδης, ότι κατά την εφαρμογή του δικαίου της ανάγκης δεν εξετάζεται κάθε συγκεκριμένο νομοθέτημα, αφού η ανάγκη συνίσταται στη λειτουργία της Βουλής.
- Αντίθετα οι άλλοι πέντε Δικαστές δέκτηκαν ότι η Βουλή υπό την παρούσα της σύνθεση δεν έχει αναθεωρητική δικαιοδοσία. Ο υπό κρίση νόμος κρίθηκε συνταγματικός με βάση το τεκμήριο συνταγματικότητας το οποίο σε περίπτωση ισοψηφίας δεν ανατρέπεται.
- Παρά την ισοψηφία που σημειώθηκε, η απόφαση στην υπόθεση Νικολάου, για τη δυνατότητα τροποποίησης άρθρων του Συντάγματος, θεωρείται δεσμευτική όπως αν είχε αποφασιστεί ομόφωνα. Τόσο η αντιμετώπιση στη Νικολάου όσο και στην Ιωαννίδη είναι ορθές και υιοθετούνται.
- Η Βουλή δεν άσκησε αρμοδιότητες που δεν της παρέχονται από το Σύνταγμα, ούτε το περιεχόμενο της τροποποίησης είναι ασύμφωνο με οποιαδήποτε συνταγματική διάταξη. Ο μόνος λόγος για τον οποίο προβάλλεται ο ισχυρισμός για αντισυνταγματικότητα είναι η απουσία των Τουρκοκυπρίων βουλευτών.
- Η δυνατότητα αναθεώρησης του Συντάγματος αποτελεί την πλέον βασική αρμοδιότητα της Βουλής και αποτελεί μία από τις συνέπειες της δημοκρατικής μορφής του πολιτεύματος.
- Η σημερινή κατάσταση της πατρίδας μας καθιστά εμφανή με τον πιο πειστικό τρόπο πόσο μακριά από την πραγματικότητα ήταν ορισμένες συνταγματικές πρόνοιες και σε ποιό βαθμό το Σύνταγμα απαιτεί τη βοήθεια του δικαίου της ανάγκης για να μπορέσει το κράτος να συνεχίσει να λειτουργεί.
- Με την επίκληση του δικαίου της ανάγκης απλώς αναστέλλεται το μέρος του Άρθρου 182.3, που αναφέρεται στην προϋπόθεση ψήφισης της τροποποίησης του Συντάγματος από τα δύο τρίτα των Τουρκοκυπρίων βουλευτών. Έτσι εν όψει του γεγονότος της συνέχισης της ίδιας κατάστασης, η Βουλή έχει το δικαίωμα να προβαίνει σε τροποποίηση του Συντάγματος, ασκώντας την αναθεωρητική της λειτουργία, νοουμένου πάντα ότι θα εξασφαλίζεται η πλειοψηφία των δύο τρίτων των εκλεγέντων βουλευτών. Είναι γι' αυτό το λόγο που δεν είναι αναγκαίος ο έλεγχος της αναγκαιότητας ψήφισης του κάθε συγκεκριμένου νομοθετήματος.
- Κάθε νόμος που ψηφίζεται κατ' επίκληση του δικαίου της ανάγκης παραμένει αντισυνταγματικός, αλλά για όσο διάστημα διαρκεί η κατάσταση ανάγκης εφαρμόζεται κανονικά παρά την αντισυνταγματικότητά του. Έτσι δεν τίθεται θέμα μονιμότητας της τροποποίησης του Συντάγματος. Μετά τη λήξη της κατάστασης ανάγκης οι διάφορες πράξεις θα πρέπει είτε να επικυρωθούν, είτε να ακυρωθούν». Οφείλω να καταγράψω ότι όχι μόνο δεσμεύομαι, αλλά και ότι συμφωνώ απόλυτα και υιοθετώ πλήρως το λόγο της ανωτέρω απόφασης. Εν όψει των ανωτέρω κρίνεται ότι ο Περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 2006 (Ν.127(Ι)/2006) είναι συνταγματικός και συνεπώς ο 1ος λόγος ένστασης απορρίπτεται. 2ος Λόγος ένστασης Το λεκτικό του άρθρου 4
(1)(ε) του Νόμου έχει ως ακολούθως: «4.
(1)Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία: ...................................... (ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητούμενου στην αξιόποινη πράξη». Με το άρθρο 4 του Νόμου και το άρθρο 8 της Απόφασης-Πλαίσιο, ρυθμίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, προκειμένου να διασφαλισθεί προφανώς η χρήση ενός, ενιαίου τύπου και περιεχομένου, εντάλματος σύλληψης από όλα τα κράτη μέλη της Ενωσης. Ο έλεγχος της τυπικής νομιμότητας του εντάλματος, έχει ανατεθεί με το άρθρο 16
(1)του Νόμου στην κεντρική αρχή, η οποία στη χώρα μας είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης (άρθρο 5). Σύμφωνα με το άρθρο 16
(1)«όταν η κεντρική αρχή λάβει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, αφού ικανοποιηθεί ότι αυτό εκδόθηκε με το νόμιμο τύπο εκδίδει σχετικό πιστοποιητικό και μεριμνά για τη σύλληψη του εκζητουμένου προσώπου». Σύμφωνα δε με το άρθρο 16
(2)«με την παρουσίαση του πιστοποιητικού που προνοείται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου στον αρμόδιο δικαστή μαζί με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αυτός, εφόσον ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση εντάλματος σύλληψης του εκζητούμενου προσώπου, προχωρεί στην έκδοση εντάλματος σύλληψης για σκοπούς του παρόντος Νόμου». Στην παρούσα περίπτωση στις 22.04.2009 εκδόθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης το Πιστοποιητικό, δυνάμει του άρθρου 16
(1)(Τεκ. Α4), με το οποίο πιστοποιείται ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί με το νόμιμο τύπο, δηλ. σε συμμόρφωση με το άρθρο 4 του Νόμου. Τόσο το Πιστοποιητικό, όσο και το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (Τεκ. Α2), παρουσιάσθηκαν σε Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, η οποία εξέδωσε στις 23.04.2009 και ώρα 16:10 ένταλμα σύλληψης του εκζητούμενου, δυνάμει του άρθρου 16
(2)του Νόμου. Δεν βλέπω τίποτε το μεμπτό στη διαδικασία που ακολουθήθηκε, ούτε και ο κ. Γεωργίου ισχυρίζεται κάτι τέτοιο. Πέραν τούτου στις σελ. 4 και 5 του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (Τεκ. Α2), στην παράγραφο «Περιγραφή των περιστάσεων της (των) αξιόποινης (-ων) πράξης (-εων), όπου συμπεριλαμβάνονται ο χρόνος (η ημερομηνία και η ώρα), ο τόπος, καθώς και ο βαθμός συμμετοχής του εκζητούμενου στην αξιόποινη (-ες) πράξη (-εις)», γίνεται εκτενέστατη, θα έλεγα, περιγραφή του τόπου και του χρόνου διάπραξης των αδικημάτων και της μορφής συμμετοχής του εκζητούμενου. Σχετικό με το ζήτημα αυτό και άκρως διαφωτιστικό είναι και το περιεχόμενο του Τεκ. Δ. Συναφώς, κατά την κρίση μου, στη βάση των πιο πάνω στοιχείων, ικανοποιείται πλήρως η πρόνοια του άρθρου 4
(1)(ε) του Νόμου και δεν βρίσκω καμιά βασιμότητα στο συγκεκριμένο επιχείρημα του ευπαίδευτου δικηγόρου του εκζητούμενου. 3ος Λόγος ένστασης Το επιχείρημα του ευπαίδευτου δικηγόρου του εκζητούμενου είναι ότι στην ποινική υπόθεση 22528/08 Ε.Δ. Λεμεσού εκκρεμούν, μεταξύ άλλων, και κατηγορίες εναντίον του εκζητούμενου για τη μεταφορά και την κατοχή του ίδιου όπλου, το οποίο, ειρρήσθω εν παρόδω, φέρεται ότι χρησιμοποιήθηκε για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας στην Ελλάδα, τα οποία αδικήματα είναι ταυτόσημα με τα αδικήματα της οπλοφορίας και οπλοχρησίας, για τα οποία, μαζί με το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, ζητείται η παράδοσή του στις Ελληνικές Αρχές. Σύμφωνα με τον κ. Γεωργίου η ύπαρξη της προαναφερόμενης υπόθεσης θέτει σε εφαρμογή το άρθρο 13(β) του Νόμου, που είναι λόγος υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Στο άρθρο 13(β) του Νόμου αυτό που προνοείται είναι ότι η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος «αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικασθεί τελεσιδίκως για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση». Από το λεκτικό της ανωτέρω διάταξης είναι προφανές ότι καμιά εφαρμογή δεν έχει στην περίπτωση του εκζητούμενου. Συμφωνώ και σε σχέση με το ζήτημα αυτό με τη σχετική εισήγηση της ευπαίδευτης δικηγόρου της Δημοκρατίας. Το άρθρο 13(β) θα ετίθετο σε εφαρμογή αποκλειστικά για τα αδικήματα της οπλοφορίας και οπλοχρησίας και όχι για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, μόνο σε περίπτωση που ο εκζητούμενος είχε καταδικασθεί τελεσίδικα στην υπόθεση του Ε.Δ. Λεμεσού και είχε εκτίσει ή έκτιε ή δεν μπορούσε πλέον να εκτίσει την ποινή του, κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, όπου εκκρεμεί ακόμη η εκδίκαση της υπόθεσης. Καταληκτικά και μετά τη σωρευτική απόρριψη και των τριών
(3)λόγων ένστασης του εκζητούμενου στην εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και στην παράδοσή του στις Ελληνικές Αρχές, συνυπολογιζομένης και της κρίσης του Δικαστηρίου ότι κανείς άλλος, πέραν των τεθέντων από το συνήγορο του εκζητούμενου, λόγος, είτε υποχρεωτικής, είτε προαιρετικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, συμφώνως των άρθρων 13 και 14 αντίστοιχα του Νόμου, δεν συντρέχει, διατάσσω την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Ενόψει της κατάληξής μου το μόνο που απομένει να εξετασθεί είναι εάν η παράδοση θα είναι άμεση ή θα αναβληθεί, ενόψει της εκκρεμούσας υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 30
(1)του Νόμου, στη βάση του οποίου ασκείται η σχετική διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλ. και σελ. 17 της Πηγασίου (ανωτέρω) ). Λαμβανομένων υπόψη: 1) Της σοβαρότητας του αδικήματος του φόνου εκ προμελέτης, για το οποίο ζητείται η παράδοση, σε σχέση με τα αδικήματα της δικής μας υπόθεσης 2) Του γεγονότος ότι ο εκζητούμενος είναι Κύπριος πολίτης και υπάρχει η διαβεβαίωση των Ελληνικών Αρχών ότι σε περίπτωση που ο εκζητούμενος καταδικασθεί από τις αρμόδιες Δικαστικές Αρχές της Ελληνικής Δημοκρατίας σε στερητική της ελευθερίας ποινή ή σε στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας θα επιστρέψει στην Κύπρο για να εκτίσει την ποινή που θα του επιβληθεί και 3) Της μη δεσμευτικής για τη Δημοκρατία, αλλά πρόδηλης των προθέσεων του Γενικού Εισαγγελέα δήλωσης, ότι σε περίπτωση παράδοσης του εκζητούμενου το πιθανότερο είναι να ανασταλεί η ποινική του δίωξη για την υπόθεση της Λεμεσού ασκώ τη διακριτική μου ευχέρεια προς την κατεύθυνση της άμεσης παράδοσης του εκζητούμενου. Συναφώς διατάσσεται η άμεση παράδοση του εκζητούμενου στις Ελληνικές Αρχές. Ο εκζητούμενος μέχρι την παράδοσή του θα παραμείνει υπό κράτηση. Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου να κοινοποιήσει αμέσως την παρούσα απόφαση στη δικαστική αρχή έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Ευρωπαϊκό Ενταλμα Σύλληψης - Διαδικασία εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και παράδοσης εκζητούμενου - Ν. 133(Ι)/2004- Συνταγματικότητα του Περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμου του 2006 (Ν. 127(Ι)/06) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο