← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Αζάρι Ποπονίδη, Αρ. Υπόθεσης: 4787/07, 29 Μαίου, 2009

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Αζάρι Ποπονίδη, Αρ. Υπόθεσης: 4787/07, 29 Μαίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B41 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου - Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4787/07 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής εναντίον Αζάρι Ποπονίδη Κατηγορούμενου -------------------------------- Ημερομηνία: 29 Μαίου, 2009 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή : κα. Σ. Π΄ Λαζάρου Για Κατηγορούμενο : κ. Α. Αλεξάνδρου ( κα Μενοίκου, για να ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος : παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 όπως έχει τροποποιηθεί (1η Κατηγ.) και της υπέρβασης του ορίου ταχύτητας (2η Κατηγ). Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ο κατηγορούμενος ζήτησε άδεια και παραδέχθηκε τη 2η κατηγορία, με αποτέλεσμα η ακροαματική διαδικασία να διεξαχθεί μόνο σε σχέση με τη 1η. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 6/12/2006, στην οδό Ικάρου στην Πάφο, της επαρχίας Πάφου, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΕΡ 420 και λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια και χωρίς πρόθεση, επέφερε το θάνατο στην Elena Kotranova, τέως από τη Γεωργία. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 2ης κατηγορίας, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, οδηγούσε το ίδιο αυτοκίνητο με υπερβολική ταχύτητα, δηλαδή με 66 χλω, αντί με ταχύτητα 50 χλω. Πρίν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν ως παραδεκτά, τα ακόλουθα γεγονότα τα οποία ως τέτοια, εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Ο θάνατος της Elena Kotranova, τέως απο τη Γεωργία, επήλθε στις 6/12/06, μετά απο τροχαίο δυστύχημα, που έγινε την ίδια ημερομηνία και περί ώρα 18.05, στην οδό Ικάρου στην Πάφο και στο οποίο εμπλέκεται ο κατηγορούμενος, ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΕΡ

  1. Αμέσως μετά το δυστύχημα, η Ολυμπιάδα Π' Σάββα μαζί με το κατηγορούμενο, μετέφεραν με το αυτοκίνητο της πρώτης, την Elena Kotranova τραυματισμένη, στο γενικό νοσοκομείο Πάφου, όπου η ώρα 20.50, απεβίωσε και ο κυβερνητικός ιατρός Ανδρέας Στυλιανού, πιστοποίησε το θάνατο της. Ο θάνατος της Kotranova, προήλθε απο κρανιοεγκεφαλική κάκωση συνεπεία του τροχαίου δυστυχήματος και η σορός της, αναγνωρίσθηκε στις 7/12/06, απο τον εγγονό της, Χριστόφορο Στεφανίδη. Δηλώθηκαν περαιτέρω ως παραδεκτά γεγονότα και τα όσα περιέχονται στα Τεκμήρια 1 και 2 και ως τέτοια, εγκρίθηκαν απο το Δικαστήριο. Αυτά είναι, η μεταθανάτια ιατροδικαστική εξέταση της Δρ Ελένης Αντωνίου και η κατάθεση του λοχία 1289 Π. Αναστάση, αντίστοιχα. Τα όσα αναφέρονται σε αυτά και αποτελούν παραδεκτά γεγονότα, δεν θα τα επαναλάβω αφού προκύπτουν πλήρως απο τα τεκμήρια, που έχουν κατατεθεί. Θα επισημάνω μόνο ότι, το γεγονός ότι ο θάνατος της Elenas Kotranova, προήλθε απο κρανιοεγκεφαλική κάκωση συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος, επαναλαμβάνεται και στην ιατροδικαστική εξέταση, (Τεκμήριο 1), ενώ απο το Τεκμήριο 2, προκύπτουν τα αποτέλεσματα των εξετάσεων που ο λοχίας διενήργησε καθώς και το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ότι το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, δεν παρουσίαζε οποιαδήποτε μηχανική βλάβη που να συνέτεινε στην πρόκληση του δυστυχήματος. Για τη κατηγορούσα αρχή κατάθεσαν δύο μάρτυρες κατηγορίας, ο αστυφ. 2970 Ματθαίος Ματθαίου (Μ.Κ.1) και ο αστυφ. 3767 Ιωάννης Ανδρονίκου (Μ.Κ.2). Μετά τη κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, αυτός επέλεξε και κατάθεσε ενόρκως χωρίς να καλέσει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Στη συνέχεια και μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επιχειρηματολόγησαν ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ο καθένας τις δικές του θέσεις. Ο Μ.Κ.1, ήταν ο αστυφύλακας, ο οποίος την αμέσως επόμενη μέρα του δυστυχήματος, επισκέφθηκε το τόπο που έγινε το δυστύχημα, μαζί με το κατηγορούμενο. Ο μάρτυρας και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται απο τον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, κατάθεσε τη κατάθεση την οποία ετοίμασε για την υπόθεση ως μέρος της κύριας του εξέτασης, την οποία αφού ολοκλήρωσε, στη συνέχεια αντεξετάσθηκε απο τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου. Κατά την επίσκεψη τους στο τόπο του δυστυχήματος και στην παρουσία του κατηγορούμενου, προχώρησε και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, (Τεκμήριο 3), με το οποίο και ο κατηγορούμενος συμφώνησε και προέβη σε διάφορες μετρήσεις τις οποίες κατέγραψε στο Τεκμήριο 4 και στη συνέχεια ετοίμασε σχεδιαγράφημα επί κλίμακας (Τεκμήριο 5). Παρά το ότι θεωρώ ότι ο Μ.Κ.1 σε γενικές γραμμές μαρτύρησε την αλήθεια, εν τούτοις έχω διαπιστώσει ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει στο Δικαστήριο κάποια σημαντικά στοιχεία που σχετίζονταν με το δυστύχημα. Συγκεκριμένα, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει, ποιά ήταν η κατάσταση της ασφάλτου κατά το χρόνο του δυστυχήματος, ούτε και εάν το θύμα φορούσε ή όχι σκούρα ρούχα. Δεν με έπεισε επίσης, ότι αυτά που ανάφερε σε σχέση με τον οδικό φωτισμό που υπήρχε κατά το χρόνο του δυστυχήματος, ήταν προιόν, επαρκούς και ικανοποιητικής έρευνας εκ μέρους του. Και αυτό γιατί, παρά το ότι επισκέφθηκε το μέρος που έγινε το δυστύχημα, μόνο την επόμενη μέρα και ώρα 9.15 π.μ., επέμενε ότι στο σημείο που έγινε το δυστύχημα υπήρχε αρκετά ικανοποιητικός φωτισμός, λέγοντας ότι το μέρος φωτιζόταν απο δύο λαμπτήρες της ηλεκτρικής, αλλά και απο το φώς που εξέπεμπε συγκρότημα τουριστικών διαμερισμάτων που υπήρχε στο μέρος. Και αυτό, χωρίς όμως να επισκεφθεί το μέρος το συγκεκριμένο βράδυ, να ελέγξει και να διαπιστώσει ότι πράγματι τα φώτα απο τους λαμπτήρες της ηλεκτρικής αλλά και των διαμερισμάτων λειτουργούσαν ικανοποιητικά και φώτιζαν το μέρος. Για το λόγο αυτό και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται απο τη νομολογία, δεν αποδέχομαι το μέρος αυτό της μαρτυρίας του, ότι δηλαδή στο μέρος υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός. Δεν αποδέχομαι επίσης το σημείο της μαρτυρίας του όπου ισχυρίσθηκε ότι ο κατηγορούμενος υπέδειξε στο Μ.Κ.2, το σημείο σύγκρουσης χρησιμοποιώντας φανάρι, όταν τα δύο αυτά πρόσωπα επισκέφθηκαν μαζί τη σκηνή, το ίδιο βράδυ που έγινε το δυστύχημα. Και αυτό γιατί ο μάρτυρας ούτε καν ανέφερε από που γνώριζε τα πιο πάνω, αλλά και γιατί στη συνέχεια και ο ίδιος δέχθηκε ότι δεν γνώριζε τι έγινε κατά τη διάρκεια των εξετάσεων που διεξήχθησαν εκείνο το βράδυ. Έλαβα επίσης υπόψη μου, ότι ο ίδιος ο Μ.Κ.2 δέχθηκε ότι εκείνο το βράδυ δεν μετέφερε μαζί του στη σκηνή του δυστυχήματος, φανάρι. Υποστήριξε ο μάρτυρας, ότι εντόπισε στη σκηνή του δυστυχήματος, την επόμενη μέρα, όταν επισκέφθηκε το τόπο που έγινε το δυστύχημα, συνεχή ίχνη τροχοπέδησης, μήκους 25.30 μέτρων και ότι αυτά προήλθαν απο τη χρήση των φρένων του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου. Τα ίχνη αυτά, δεν εντοπίστηκαν απο το Μ.Κ.2, ο οποίος το ίδιο βράδυ που έγινε το δυστύχημα, επισκέφθηκε τη σκηνή. Η υπεράσπιση προώθησε και βάσισε την υπεράσπιση της στη θέση ότι ο κατηγορούμενος έκαμε χρήση των φρένων του και ότι τα ίχνη αυτά που βρέθηκαν την επόμενη μέρα στο δρόμο, προκλήθηκαν πράγματι απο το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, γι' αυτό και το μέρος αυτό της μαρτυρίας του γίνεται αποδεκτό. Ο Μ.Κ. 2, δεν με έπεισε ότι εξέτασε το δυστύχημα, με την απαιτούμενη σοβαρότητα και το δέοντα επαγγελματισμό. Παρά το ότι πρόκειται για σοβαρότατο τροχαίο δυστύχημα αφού σε αυτό έχασε τη ζωή του ένας άνθρωπος, ο μάρτυρας δεν εξέτασε με την πρέπουσα επιμέλεια τη σκηνή του δυστυχήματος, όταν επισκέφθηκε το τόπο, το ίδιο βράδυ με το κατηγορούμενο. Ενώ η ώρα που μετέβησαν στη σκηνή, ήταν 20.00 το βράδυ, εν τούτοις δεν μετέφερε μαζί του φανάρι έτσι ώστε να είναι σε θέση να εντοπίσει οποιαδήποτε στοιχεία, τα οποία τυχόν υπήρχαν στο μέρος. Για να δικαιολογήσει την παράλειψη του αυτή, προέβαλε ότι υπήρχε στο μέρος ικανοποιητικός φωτισμός. Και αυτό παρά το ότι σε προηγούμενο στάδιο της μαρτυρίας του ανάφερε μόνο ότι, υπήρχε «κάποιος» οδικός φωτισμός. Ενώ υποστήριξε ότι το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξε ο κατηγορούμενος, όταν επισκέφθηκαν μαζί το ίδιο βράδυ τη σκηνή, δεν βρισκόταν στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου αλλά λίγο δεξιότερα και σε απόσταση 6.20 μέτρων απο το αριστερό πεζοδρόμιο σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου, τούτο δεν προκύπτει απο το πρόχειρο σχέδιο που ετοίμασε (Τεκμήριο 10), όπου σημείωσε το σημείο σύγκρουσης με το σημείο Χ να βρίσκεται λίγο αριστερότερα του κέντρου του δρόμου, δηλαδή εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του κατηγορούμενου. Σε ερωτήσεις δε που του υποβλήθηκαν κατά το στάδιο της αντεξέτασης, ότι ποτέ ο κατηγορούμενος δεν του υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης να βρίσκεται στη δεξιά πλευρά του δρόμου, επέμενε στη θέση του αυτή, χωρίς να απαντά με αμεσότητα και ευθύτητα, αλλά επικαλούμενος μόνο τις μετρήσεις του. Προέβαλε δε, κατά το τέλος της αντεξέτασης, ότι η απόσταση των 6.20 μέτρων πρέπει να αφορά την απόσταση απο το δεξιό πεζοδρόμιο, επιβεβαιώνοντας τελικά κατά την επανεξέταση, ότι η απόσταση αυτή, ήταν απο την άκρη του δεξιού πεζοδρομίου. Ενώ όπως προκύπτει απο το Τεκμήριο 9, που είναι η κατάθεση που ο Μ.Κ.2, έλαβε απο το κατηγορούμενο, αυτή λήφθηκε μεταξύ των ωρών 19.20 μέχρι τις 20.15., καταθέτοντας ενόρκως ισχυρίσθηκε ότι τη σκηνή του δυστυχήματος μαζί με το κατηγορούμενο, την επισκέφθηκαν η ώρα 8.00 μ.μ. Προσπαθώντας δε να δικαιολογήσει την πιο πάνω διαφορά, ισχυρίσθηκε ότι λίγο πριν το τέλος της κατάθεσης διέκοψαν για να επισκεφθούν τη σκηνή και στη συνέχεια την τελείωσαν. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν την ποιότητα της μαρτυρίας του, η οποία σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή, το Δικαστήριο να βασισθεί σε αυτή και να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω πλήρως τη μαρτυρία του, εκτός μόνο ότι το ίδιο βράδυ του δυστυχήματος επισκέφθηκε τη σκηνή μαζί με το κατηγορούμενο και προέβη σε κάποιο έλεγχο αυτής, χωρίς να χρησιμοποιήσει φανάρι. Μετά δε τη κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, αυτός επέλεξε και κατάθεσε ενόρκως και προέβαλε τη δική του εκδοχή. Υποστήριξε ότι, ενώ οδηγούσε κανονικά στην πορεία του, ακολουθώντας απο κάποια απόσταση άλλο αυτοκίνητο και ενώ απο την αντίθετη κατεύθυνση ερχόταν επίσης άλλο αυτοκίνητο, μόλις το τελευταίο αυτό αυτοκίνητο, που ερχόταν εξ' αντιθέτου, πέρασε απο δίπλα του, είδε μια γυναίκα που φορούσε σκούρα ρούχα, να βρίσκεται ήδη μέσα στο δρόμο και να προσπαθεί με γρήγορο βήμα να διαταυρώσει. Ο ίδιος αμέσως χρησιμοποίησε τα φρένα του αυτοκινήτου του, χωρίς όμως να μπορέσει να την αποφύγει. Παρακολουθώντας το κατηγορούμενο να καταθέτει και παρατηρώντας το ύφος, την όλη στάση και συμπεριφορά του σχημάτισα καλή εντύπωση γι' αυτόν, γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως τα όσα προέβαλε καταθέτοντας ενόρκως. Οι κάποιες αντιφάσεις που επισημαίνονται μεταξύ των όσων προέβαλε στη κατάθεση του στην αστυνομία και των όσων προφορικά προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν κρίνονται ικανές να επηρεάσουν την αξιοπιστία του. Και αυτό γιατί καταθέτοντας ενόρκως, έδωσε κάποιους λόγους και εξήγησε γιατί υπάρχουν οι αντιφάσεις αυτές, λέγοντας ότι αυτά που προέβαλε στη κατάθεση του, οφείλονταν στη κατάσταση σύγχισης που ο ίδιος βρισκόταν λόγω του δυστυχήματος, αλλά και στα όσα του είπε Μ.Κ.2, για τον οποίο όπως προαναφέρθηκε δεν σχημάτισα καλή εντύπωση, ως μάρτυρα της αλήθειας. Πολύ σημαντικό επίσης είναι ότι, η εκδοχή που προέβαλε ο κατηγορούμενος, δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά απο τη κατηγορούσα αρχή. Θα πρέπει δε στο σημείο αυτό να λεχθεί, ότι και ο ίδιος ο Μ.Κ.1, που ήταν ο εξεταστής του δυστυχήματος, δέχθηκε ότι κατά τη διερεύνηση του δυστυχήματος, δεν προέκυψε οποιαδήποτε μαρτυρία που να αποκλείει τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης και των παραδεκτών γεγονότων, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 6/12/2006, ο κατηγορούμενος, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΕΡ 420 στην αριστερή πλευρά της οδού Ικάρου στην Πάφο, με δυτική κατεύθυνση και με ταχύτητα 66 χλω. Η ώρα ήταν βραδυνή, περί τις 18.05 περίπου και γι' αυτό ο κατηγορούμενος είχε αναμμένα τα φώτα του αυτοκινήτου του, στη χαμηλή τους στάση. Κατά τον ίδιο χρόνο, κάποιο αυτοκίνητο, προπορευόταν αυτό του κατηγορούμενου, ενώ απο την αντίθετη κατεύθυνση οδηγείτο άλλο αυτοκίνητο. Καθώς ο κατηγορούμενος οδηγούσε στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του και μόλις το εξ' αντιθέτου ερχόμενο αυτοκίνητο πέρασε απο δίπλα του, διέκρινε μια γυναίκα που φορούσε σκούρα ρούχα, να βρίσκεται ήδη μέσα στο δρόμο και να προσπαθεί να διασταυρώσει με γρήγορο βήμα. Αμέσως μόλις την είδε και στην προσπάθεια του να την αποφύγει, πάτησε δυνατά τα φρένα του αυτοκινήτου του, χωρίς όμως να τα καταφέρει, με αποτέλεσμα να την κτυπήσει αφήνοντας ίχνη τροχοπέδησης μήκους 25.30 μέτρων. Το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης που άφησαν οι αριστεροί τροχοί του αυτοκινήτου, ήταν 23.30 μέτρα. Το σημείο σύγκρουσης, βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου και σε απόσταση 5.40 μέτρων απο το δεξιό πεζοδρόμιο και είναι αυτό που στο Τεκμήριο 5, σημειώνεται ως Χ
  2. Ο κατηγορούμενος αμέσως μετά το δυστύχημα μαζί με άλλο πρόσωπο, την Ολυμπιάδα Π' Σάββα, μετέφεραν με το αυτοκίνητο της τελευταίας, την πεζή, που ήταν η Elena Kotranova απο τη Γεωργία, τραυματισμένη, στο γενικό νοσοκομείο Πάφου, όπου στις 20.50 απεβίωσε και ο κυβερνητικός ιατρός Ανδρέας Στυλιανού, πιστοποίησε το θάνατο της, ο οποίος προκλήθηκε απο κρανιοεγκεφαλική κάκωση, συνεπεία του τροχαίου δυστυχήματος. Η σορός της, αναγνωρίσθηκε στις 7/12/06, απο τον εγγονό της, Χριστόφορο Στεφανίδη. Το πλάτος του δρόμου στο σημείο που έγινε η σύγκρουση είναι 8.90 μέτρα. Σε απόσταση 300 μέτρων απο το σημείο που έγινε το δυστύχημα, υπήρχε διάβαση πεζών. Το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, δεν παρουσίαζε οποιαδήποτε μηχανική βλάβη που να συνέτεινε στην πρόκληση του δυστυχήματος. Τo αδίκημα το οποίο αποδίδεται στο κατηγορούμενο, βασίζεται στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως έχει τροποποιηθεί και προβλέπει ως ακολούθως: «΄Οποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει τον θάνατο άλλου προσώπου είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Με τη τροποποίηση του αρχικού άρθρου είναι φανερό ότι έχουν παραληφθεί οι φράσεις «έλλειψη προφύλαξης» και «απρόσεκτη πράξη» και έχουν αντικατασταθεί με τις φράσεις «απερίσκεπτη» και «επικίνδυνη» πράξη. Έτσι, για να βρεθεί κάποιος ένοχος σε τέτοια κατηγορία, πρέπει η πρόκληση θανάτου να οφείλεται σε αλόγιστη (rash), απερίσκεπτη (reckless) ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά. Το άρθρο δεν καθορίζει κριτήρια ως προς το τι αποτελεί επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά και επαφίεται στο Δικαστήριο να διακρίνει αν τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης καταδεικνύουν ή όχι μια τέτοια συμπεριφορά. (Βλ. Μιχαλάκης Πέτρου ν. Αστυνομίας

(1994)2 ΑΑΔ 233). Στην υπόθεση Ανδρέου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409, το Ανώτατο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι όροι αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ίδιου αδικήματος. Η έννοια της αλόγιστης πράξης δόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κώστας Ζυπίτης ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220 και ως τέτοια ορίσθηκε η πράξη η οποία δεν είναι υπό τις περιστάσεις λελογισμένη ή απόρροια της κοινής λογικής. Στην πιο πάνω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο χαρακτήρισε την πράξη του εφεσείοντα να χρησιμοποιήσει λεωφορείο για τη μεταφορά επιβατών, όταν αυτή εγκυμονούσε άμεσο κίνδυνο για την ασφάλεια τους, κίνδυνο, τον οποίο γνώριζε, αλλά αψήφησε, ως αλόγιστη. Η μαρτυρία είχε καταδείξει με τρόπο συντριπτικό, ότι το λεωφορείο είχε υποστεί μηχανική βλάβη, γεγονότα που καθιστούσαν τη χρήση του προβληματική και επικίνδυνη. Ο εφεσείοντας ήταν ενήμερος της ύπαρξης της μηχανικής βλάβης και της δυσλειτουργίας που αυτή προκαλούσε στη κίνηση και στον έλεγχο του λεωφορείου. Η πράξη του να το οδηγήσει παρά ταύτα χωρίς μηχανικό έλεγχο για τα αίτια της μηχανικής βλάβης και χωρίς προηγουμένως να μεριμνήσει για τη διόρθωση της, εγκυμονούσε κινδύνους για την ασφάλεια των επιβατών, τους οποίους ο εφεσείοντας αγνόησε. Αυτή του η πράξη συνιστούσε το αλόγιστο της συμπεριφοράς του. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αντώνη Χρυσοστόμου (αρ.2),
(2002)2 ΑΑΔ 518, δεκαεπτάχρονος βρέθηκε ένοχος για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, αφού κρίθηκε ότι η συμπεριφορά του να οδηγήσει αυτοκίνητο χωρίς άδεια, εν καιρώ νυκτός σε κατοικημένη περιοχή, με πολλές στροφές και ενώ ήταν εντελώς άσχετος στην οδήγηση στοιχειοθετούσε απερισκεψία με την έννοια του άρθρου 210. Αναφορικά με την έννοια της απερίσκεπτης οδήγησης καθοδηγητική είναι η Αγγλική απόφαση R v. Lawrence
(1981)All E R 974, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεων με πιο σημαντικές την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αντώνη Χρυσοστόμου (Αρ. 1)
(2002)2 ΑΑΔ 473 και την παλαιότερη Μιχαλάκης Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233. Δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά απλώς με την απόδειξη αμελούς οδήγησης με την έννοια της οδήγησης που εξ' αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από το μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με την συνήθη του έννοια, υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, στην περίπτωση μας, την οδήγηση. Σύμφωνα με την απόφαση του Λόρδου Diplock στην υπόθεση R. v. Lawrence
(1981)All ER 974, που πιο πάνω αναφέρθηκε, για να στοιχειοθετηθεί απερίσκεπτη οδήγηση πρέπει οι ένορκοι να ικανοποιηθούν για δύο πράγματα. Πρώτο, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργεί εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που τυγχάνει να χρησιμοποιεί το δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία και, δεύτερο, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτόν το τρόπο χωρίς να στρέψει την προσοχή του προς την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις αποφάσισε να διακινδυνεύσει οδηγώντας με το τρόπο αυτό. Είναι οι ένορκοι που αποφασίζουν κατά πόσο ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από το τρόπο οδήγησης του οχήματος είναι εμφανής και σοβαρός και κατά τη λήψη της απόφασης τους δύνανται να εφαρμόσουν το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού όπως τον εκπροσωπούν οι ίδιοι. Αν ικανοποιηθούν, ότι έχει δημιουργηθεί εμφανής και σοβαρός κίνδυνος από το τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου δικαιούνται να συμπεράνουν ότι ο κατηγορούμενος είχε τη μια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα. Πρέπει, όμως, να εξετάζεται και οποιαδήποτε εξήγηση, η οποία δίνεται από το κατηγορούμενο αναφορικά με τη νοητική του κατάσταση, η οποία δυνατό να αναιρέσει το συμπέρασμα. Στην υπόθεση Μιχαλάκης Πέτρου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω), κρίθηκε ότι το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου για απερίσκεπτη οδήγηση δεν εδικαιολογείτο κάτω από τις συνθήκες που έγινε το δυστύχημα και κρίθηκε ότι δεν είχε αποδειχθεί η ύπαρξη πρόθεσης (mens rea) που απαιτείται για την απερίσκεπτη (reckless) οδήγηση. Η αποτυχία του εφεσείοντα να δεί την πεζή, στην περίπτωση εκείνη, που ήταν ορατή από αρκετή απόσταση και να λάβει μέτρα για να μην τη χτυπήσει, μπορεί να μην ενέπιπτε στον ορισμό της απερίσκεπτης οδήγησης, κρίθηκε όμως ότι ενέπιπτε στον ορισμό της αλόγιστης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς και σαν αποτέλεσμα η καταδίκη του εφεσείοντα για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου με βάση το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα επικυρώθηκε από το Εφετείο. Σε σχέση με το τι αποτελεί την απερίσκεπτη οδήγηση λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όσον αφορά την έννοια της απερίσκεπτης (reckless) οδήγηση» Σχετική είναι η απόφαση R v. Lawrence
(1981)All E R 974, όπου αποφασίσθηκε ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea) με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς παραλείπει να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. (Βλ. R. ν. Caldwell
(1981)1 All ER 961) (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζού
(2001)2 ΑΑΔ 18).» Στην υπόθεση Χρυσόστομος Κ. Χρυσοστόμου ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 300 λέχθηκε: «... διότι απερίσκεπτη οδήγηση σημαίνει να παίρνει ένα αδικαιολόγητο κίνδυνο για τον οποίο ο κατηγορούμενος γνώριζε...» Το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας αντικειμενικά ιδωμένης επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα του οδηγού, όπως και στην περίπτωση της οδήγησης χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα και είναι μόνο από αυτή την άποψη που δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ εκείνου του αδικήματος και της επικίνδυνης οδήγησης. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο αδικήματα δεν αφορά στο βαθμό του σφάλματος για την ορισμένη συμπεριφορά ή κατάσταση. Ούτε και δικαιολογείται η κατάταξη μιας πράξης ή συμπεριφοράς ως εκ προοιμίου συνιστώσας το ένα κατ' αποκλεισμό του άλλου. Στη μια περίπτωση αυτό που αναζητείται είναι αν το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό. Στην άλλη, αν η ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη (βλ. Σάββα v. Αστυνομίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 117). Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα αποδεικνύεται από τα γεγονότα της υπόθεσης και μόνο. Αν, όμως, ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ιδιαίτερο γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το Δικαστήριο από του να εξαγάγει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα ενοχής δεν πρέπει να εμποδιστεί από του να το πράξει. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502, η οδηγός κατηύθυνε το αυτοκίνητό της στο λανθασμένο ρεύμα κυκλοφορίας και το ερώτημα ήταν αν αυτή η εξ' αντικειμένου επικίνδυνη ενέργεια μπορούσε να εξουδετερωθεί ως παράγοντας από μαρτυρία που έδειχνε πως δεν έφταιγε γι' αυτό. Η θέση που ήθελε να προωθήσει ήταν πως παραπλανήθηκε από τη σήμανση του δρόμου και την έλλειψη κατάλληλων οδικών σημάτων. Αποφασίστηκε πως ο αποκλεισμός της μαρτυρίας αυτής ήταν λανθασμένος. Ως προς την έννοια δε του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης σχετική είναι η πιο πάνω Αγγλική απόφαση, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σάββα v. Αστυνομίας, που πιο πάνω αναφέρθηκε. Το σφάλμα δεν περιλαμβάνει απαραίτητα εσκεμμένη συμπεριφορά (deliberate misconduct) ή απερισκεψία (recklessness) ή πρόθεση για οδήγηση με τρόπο που δεν συνάδει με τα ορθά πρότυπα ή ηθικό σφάλμα (moral blame). Το σφάλμα: «. εμπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας ή της δεξιότητας του ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Είναι αρκετή η ύπαρξη σφάλματος με αυτήν την έννοια, παρόλο που αυτό μπορεί να είναι μικρό ή να ανάγεται σε στιγμιαίο ολίσθημα ή κανένας κίνδυνος να μην αναφύεται υπό κανονικές συνθήκες από αυτό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί την μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν βλέποντας το λογικά αποτελεί μια αιτία.» (Βλ. R v. Gosney,
(1971)55 Cr. App. R. 502, πιο πάνω). Είναι, επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea) (Βλ. Hill v. Baxter,
(1958)42 Cr. App. Rep. 51 και Simpson v. Peat,
(1952)2 QB 24). Ενώ αυτό υποδηλοί, ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει, ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα, δεν σημαίνει, όπως και πιο πάνω υποδείχθηκε, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Στην υπόθεση Σάββα v. Αστυνομίας, πιο πάνω, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η αποτυχία του εφεσείοντα να δεί το θύμα ενώ όφειλε υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης να το πράξει και η πράξη του να οδηγήσει το αυτοκίνητο του εκεί που βρισκόταν το θύμα ενώ ο δρόμος πρός τα δεξιά ήταν ελεύθερος, συνιστούσε επικίνδυνη οδήγηση. Στην υπόθεση Νίκος Χ΄ Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 453, ο εφεσείοντας ενώ οδηγούσε αυτοκίνητο στο κύριο δρόμο, επιχείρησε να στρίψει δεξιά και ανέκοψε την πορεία μοτοποδηλάτου με αποτέλεσμα το θάνατο του οδηγού του. Ο εφεσείοντας δεν είχε αντιληφθεί τη σύγκρουση παρά μόνο όταν άκουσε το θόρυβο που προκλήθηκε από αυτήν. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον εφεσείοντα ένοχο για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου βάση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και η έφεση που ακολούθησε αφορούσε μόνο την επιβληθείσα ποινή. Για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, όφειλε η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει κάποια ενέργεια του κατηγορούμενου που να εμπίπτει στην έννοια της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, κάτι το οποίο απέτυχε να πράξει. Από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν έχει αποκαλυφθεί καμιά απολύτως ενέργεια του κατηγορούμενου, που θα μπορούσε να ενταχθεί στις πιο πάνω έννοιες. Ειδικότερα δεν έχει καταδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος όφειλε πράγματι υπό τις περιστάσεις, να αντιληφθεί ενωρίτερα την παρουσία της πεζής στο δρόμο και έτσι να λάβει επαρκή μέτρα για να την αποφύγει. Αντίθετα και όπως προέκυψε απο τη μαρτυρία οι συνθήκες που υπήρχαν την ώρα του δυστυχήματος, δηλαδή η ύπαρξη των διερχόμενων αυτοκινήτων και συγκεκριμένα του αυτοκινήτου που προπορευόταν αυτού του κατηγορούμενου, καθώς και του άλλου αυτοκινήτου που ερχόταν απο την αντίθετη πορεία, η ώρα που επισυνέβη το δυστύχημα και ήταν νυκτερινή, αλλά και τα σκούρα ρούχα που φορούσε η πεζή, περιόριζαν την ορατότητα που είχε ο κατηγορούμενος. Σίγουρα ο κατηγορούμενος οδηγώντας στο δρόμο, είχε την υποχρέωση να ασκεί τη δέουσα παρατηρητικότητα και να ελέγχει το δρόμο μπροστά του. Όμως δεν έχει καταδειχθεί ότι αυτός, υπό τις περιστάσεις που υπήρχαν στο δρόμο μπορούσε πράγματι και συνεπώς όφειλε, να αντιληφθεί την πεζή, απο μεγαλύτερη απόσταση απο αυτή που τελικά την είδε και έτσι να λάβει ενωρίτερα κατάλληλα και επαρκή μέτρα για να αποφευχθεί το δυστύχημα. Με δεδομένο ότι ήταν νύκτα, ότι του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου προπορευόταν άλλο αυτοκίνητο, ότι απο την αντίθετη πορεία ερχόταν επίσης άλλο αυτοκίνητο, ότι το θύμα φορούσε σκούρα ρούχα, δεν έχει αποδειχθεί ότι ο τελευταίος είχε πράγματι τη δυνατότητα να τη δεί προηγουμένως, Αντίθετα ότι προκύπτει απο τα γεγονότα ήταν ότι, ο κατηγορούμενος βρέθηκε ξαφνικά σε μία αγωνιώδη κατάσταση, όταν ενώ οδηγούσε στην πορεία του, είδε ξαφνικά την πεζή να προσπαθεί με γρήγορο βήμα να διασταυρώσει το δρόμο, δημιουργώντας ξαφνικά μπροστά του, απρόβλεπτο κίνδυνο. Όταν ο κατηγορούμενος βρέθηκε ξαφνικά μπροστά σε ένα απρόσμενο κίνδυνο, ενεργώντας κάτω από την αγωνία της στιγμής και αντιδρώντας σε αυτόν και στην προσπάθεια του να αποφύγει την πεζή χρησιμοποίησε τα φρένα του αυτοκινήτου του χωρίς όμως τελικά να τα καταφέρει. Ο τρόπος αντίδρασης του κατηγορούμενου μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία της πεζής στο δρόμο και η ενέργεια του να πατήσει τα φρένα του αυτοκινήτου του, θα πρέπει να κριθεί με βάση τα γεγονότα που επικρατούσαν στη σκηνή του δυστυχήματος, την πίεση της στιγμής και την αγωνιώδη κατάσταση στην οποία βρέθηκε όταν αντελήφθηκε την πεζή να προσπαθεί με γρήγορο βήμα να διασταυρώσει το δρόμο (βλ. Κωνσταντίνου v. Φιλή
(1991)1 ΑΑΔ 1110, Νικολαίδης v. Κλεοβούλου
(1992)1 ΑΑΔ 422). Όπως είναι νομολογημένο, ένας οδηγός δεν είναι ένοχος αμέλειας «αν στην αγωνία της στιγμής δεν πάρει την καλύτερη δυνατή αποφευκτική ενέργεια νοουμένου ότι ακολουθεί μία λογική πορεία. (βλ. Αντωνίου v. Ιορδάνου κ.α.
(1976)1 ΑΑΔ 341, Χ΄ Γεωργίου v. Ροδίνης
(1978)1 ΑΑΔ 175, Καρικάτου v. Σωτηρίου
(1979)1 ΑΑΔ 150, Γεωργιάδης v. Χ΄ Σάββα
(1984)1 ΑΑΔ 597, Παπαχριστοδούλου v. Χατζηνεοφύτου
(1991)1 ΑΑΔ 426 και Adamis and another v. Eracleous
(1982)1 CLR 746. Aν δε, η αντίδραση του οδηγού είναι τέτοια, που παρ' όλη την αγωνία της στιγμής είναι ικανοποιητική υπό τις περιστάσεις και αναμένεται εύλογα απο το μέσο συνετό οδηγό, τότε ο οδηγός δεν μπορεί να κριθεί ένοχος αμέλειας (βλ. Κυριάκου v Φιλίππου
(1992)1 ΑΑΔ 642). Και στην παρούσα υπόθεση οι ενέργειες που έλαβε ο κατηγορούμενος μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία της πεζής στο δρόμο, ευρισκόμενος μπροστά σε μια αγωνιώδη κατάσταση, να χρησιμοποιήσει δηλαδή τα φρένα του αυτοκινήτου του, κρίνονται εύλογες και ικανοποιητικές υπό τις περιστάσεις. Σημαντικό στο σημείο αυτό είναι να λεχθεί, ότι και ο ίδιος ο Μ.Κ.1 ανάφερε ότι δεν ήταν σε θέση να πεί αν ο κατηγορούμενος, μπορούσε να λάβει οποιαδήποτε άλλη αποφευχτική ενέργεια, εκτός απο το να χρησιμοποιήσει τα φρένα του αυτοκινήτου του. Ούτε η ταχύτητα με την οποία ο κατηγορούμενος οδηγούσε και ήταν πέραν του επιτρεπόμενου ορίου, θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης να κριθεί ότι συνετέλεσε στην πρόκληση του δυστυχήματος και ούτε καμία μαρτυρία προσκομίσθηκε πρός τη κατεύθυνση αυτή. Όπως έχει επαναληφθεί στην υπόθεση Ανδρέας Θεοδούλου Μιχαήλ ν. Γιαννάκη Ηλία Κυριάκου 2004
(1)(Γ) 1825, παλαιότερη επί του θέματος νομολογία, η υπερβολική ταχύτητα δεν μπορεί από μόνη της να στοιχειοθετήσει αμέλεια, εκτός εάν οι υπόλοιπες λεπτομέρειες συνηγορούν στην ύπαρξη αμέλειας. Και κάτι τέτοιο στην παρούσα υπόθεση δεν έχει καταδειχθεί. Είναι νομολογημένο ότι η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε συστατικού στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου τη κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 και Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18). Και στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας κάποια ενέργεια ή πράξη του κατηγορούμενου που να αποτελεί απερίσκεπτη, επικίνδυνη ή αλόγιστη πράξη σύμφωνα με τη κατηγορία που αυτός αντιμετωπίζει. Αντίθετο συμπέρασμα θα ήταν αποτέλεσμα υποθέσεων, οι οποίες δεν επιτρέπονται. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται στη 1η κατηγορία. (Υπ.) ................................... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.