Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. N K, Aρ. Υπόθεσης: 520/2006, 29 Μαΐου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 520/2006 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής - και - N. K. Κατηγορούμενης ----------------------------- Ημερομηνία: 29 Μαΐου 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Σάββα Για την Κατηγορούμενη: κ. Αλ. Αλεξάνδρου (για να ακούσει απόφαση κ. Μαυρέσιης) Κατηγορούμενη: παρούσα ----------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορία βίας στην οικογένεια κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(2)(α) και 23 του Νόμου που προνοεί για την πρόληψη της βίας στην οικογένεια και την προστασία των θυμάτων της N.119
(1)/2000, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 212/2004 και άρθρο 151 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η κατηγορούμενη τον Νοέμβριο του 2004 στη Πάφο της Επαρχίας Πάφου, παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε κατά της Ι.Κ από τα Μαντριά. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή εναντίον της κατηγορούμενης κάλεσε συνολικά 4 μάρτυρες κατηγορίας, την Α.Τ. (Μ.Κ.1) την Ελένη Δαγκλή (Μ.Κ.2), την Ψυχολόγο Ιωάννα Οικονομίδου (Μ.Κ.3) και την ανήλικη Ι. Κ. (Μ.Κ.4). Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν τα ακόλουθα Τεκμήρια: 1) Η γραπτή κατάθεση της κατηγορούμενης ημερομηνίας 27/6/2005 (Τεκμήριο 1). 2) Η γραπτή κατηγορία της κατηγορούμενης (Τεκμήριο 2). 3) Η γραπτή κατάθεση της Μ.Κ.1, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της (Τεκμήριο 3). 4) Η γραπτή κατάθεση της Μ.Κ.2, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του (Τεκμήριο 4). 5) Έκθεση ψυχολογικής αξιολόγησης της Μ.Κ.3 (Τεκμήριο 5). Η κατηγορούμενη μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής και αφού το Δικαστήριο αποφάσισε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση αναφορικά με την πρώτη κατηγορία επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Δήλωσε η κατηγορούμενη κατά την ανώμοτη της δήλωση τα εξής: «εγώ είμαι αθώα δεν έκαμα τούτα τα πράγματα, έβγαλαν απλώς τούτα τα πράγματα για να πιάσουν το μωρό». Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι ουδέποτε το παιδί είπε στην ανάδοχη μητέρα της την (Μ.Κ.1) ότι την «πείραξε» η κατηγορούμενη, που είναι η μητέρα της και ότι τα όσα ανέφερε η Μ.Κ.1 σε σχέση με την δήλωση της Ι.Κ., είναι κατασκεύασμα της με σκοπό να κρατήσει κοντά της την μικρή Ι. καθότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπήρχε ανησυχία ότι η μητέρα της, η κατηγορούμενη, θα την έπαιρνε κοντά της και επίσης ότι το παιδί παρακινήθηκε στο να πει ότι η μητέρα του το «πείραξε». H μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής: Η Μ.Κ.1 Ε. Χ. μαζί με τον σύζυγο της, φιλοξενούν από τις 3/7/2003 στο σπίτι τους, με ανάθεση από το γραφείο ευημερίας την Ι.Κ η οποία τότε ήταν ηλικίας 4 χρόνων. Μέχρι την 1/10/2008 η μικρή Ι. έμεινε σε διάφορα χρονικά διαστήματα μαζί τους και από την 1/10/2006 έμενε πλέον μόνιμα. Αρχικά η μητέρα της Ι.Κ. την έβλεπε μετά από έγκριση του γραφείου ευημερίας και στην παρουσία της στην παιδική στέγη αλλά και στο σπίτι της στην οδό Αριάδνης Νικολάου στη Κ. Πάφο. Αρχικά το γραφείο ευημερίας επέτρεπε στην μητέρα της Ι.Κ. να την βλέπει καμιά φορά τον μήνα μόνο και αργότερα 1 φορά την βδομάδα. Τους τελευταίους 3 μήνες, μετά από οδηγίες του γραφείου ευημερίας η Μ.Κ.2 έπαιρνε την Ι.Κ. στην παιδική στέγη και εκεί συναντούσαν κάθε Πέμπτη πότε την μητέρα της και πότε με τον πατέρα της. Μέσα στο πιο πάνω χρονικό διάστημα η μητέρα της θα την πήρε περίπου 8 φορές. Οι σχέσεις της Μ.Κ.2 με την μητέρα της Ι.Κ., την κατηγορούμενη, δεν ήταν οι καλύτερες. Απ΄ ότι η Μ.Κ.2 κατάλαβε στην Ν.Κ. δεν άρεσε που είχε την κόρη της στο σπίτι της και την φρόντιζε. Η μικρή Ι.Κ της έλεγε επίσης ότι η μητέρα της, της έλεγε να μην την αγαπά και ούτε να την φωνάζει «μάμα». Στις 4.11.2004 πήρε την Ι.Κ. στην παιδική στέγη η ώρα 15:45 για να την πάρει η μητέρα της. Στις 19:15, της ίδιας ημέρα έξω από την παιδική στέγη συνάντησε την μητέρα της Ι.Κ. και αφού την πήρε φύγανε. Όταν επέστρεψαν στο σπίτι στις 20:00 μπήκαν μέσα στο μπάνιο για να κάνει μπάνιο την Ι.Κ. Όταν Ι.Κ. έβγαλε το παντελόνι που φορούσε η Μ.Κ.1 είδε ότι η Ι.Κ. φορούσε βρακάκι διαφορετικό από αυτό που φορούσε όταν την πήρε στην παιδική στέγη εκείνη την ημέρα. Τότε την ρώτησε γιατί φορούσε άλλο βρακάκι και η Ι.Κ. της είπε ότι ήθελε η μητέρα της να της το φορέσει. Αυτή την ρώτησε αν είχε κάνει «πισσιά» πάνω της και η Ι.Κ. της απάντησε όχι και τότε άρχισε να κλαίει. Όταν την ρώτησε γιατί κλαίει η Ι.Κ. της είπε «βαρέθηκα θεία μου να με πειράζει η μάμα μου» η Μ.Κ.1 την ρώτησε πως την πειράζει και η Ι. της είπε «πειράζει το πουλάκι μου» και με το δεξί της χέρι της έδειξε πως. Σύμφωνα με την Μ.Κ.1, η Ι.Κ. τοποθέτησε το δεξί της χέρι στα γεννητικά της όργανα μπροστά και κινούσε τα δάχτυλα της. Αυτή την ρώτησε «έτσι Ι. όπως γαργαλιούμε» και η Ι.Κ. της είπε «έβαζε το χέρι της μέσα και πονούσα». Η Μ.Κ.1 σοκαρίστηκε και φώναξε τον σύζυγο της και όταν ζήτησε από την Ι.Κ. να του πει τις συνέβη η Ι.Κ, του είπε ότι η μητέρα της πειράζει το πουλάκι της. Τότε ο σύζυγος της, της είπε να μην την ρωτήσουν τίποτε άλλο και να την αφήσουν να ηρεμήσει. Ο σύζυγος της, ο οποίος νεύριασε, ήθελε να ενημερώσουν αμέσως την κ. Νίκη Γρηγορίου του γραφείου ευημερίας αλλά αυτή του είπε να περιμένουν μήπως και η Ι.Κ. λέει ψέματα, να το ερευνήσουν πρώτα και μετά. Ακολούθως όταν έκανε μπάνιο την Ι.Κ., πρόσεξε ότι τα γεννητικά της όργανα μπροστά ήταν κόκκινα και ερεθισμένα. Όταν στις 2100 πήρε την Ι.Κ. στο δωμάτιο της για ύπνο, η Ι.Κ. της ζήτησε να κοιμηθεί μαζί της και τότε η Ι.Κ. της είπε ότι η μητέρα της την φιλούσε στο πουλάκι της, δείχνοντας της τα γεννητικά της όργανα μπροστά, ότι την φιλούσε το κωλάκι της και στα βυζάκια της. Αυτή την ρώτησε πως την φιλούσε και τότε η Ι.Κ. έβγαλε την γλώσσα και άρχισε να φιλά το χέρι της λέγοντας της «έτσι». Όταν την ρώτησε που ήταν τα αδέλφια της η Ι.Κ. της είπε ότι ήταν στο σαλόνι και έπαιζαν επειδή η μητέρα της έκλεινε την πόρτα ενώ τους είδε ο αδελφός της ο Χ. ο οποίος γελούσε. Όταν ρώτησε την Ι.Κ. αν τα είπε στη γιαγιά της, μητέρα της κατηγορούμενης, η Ι.Κ. της είπε ναι και ότι η γιαγιά της τσακώθηκε με την μητέρα της φωνάζοντας της και λέγοντας της άσχημα λόγια. Σύμφωνα με την κατάθεση της Α.Τ (Μ.Κ.1) την επόμενη ημέρα 5/11/2004 προσπάθησε να επικοινωνήσει με την Νίκη Γρηγορίου του γραφείου ευημερίας χωρίς θετικό αποτέλεσμα. Το πρωί της 8/11/2004 πήγε στο γραφείο ευημερίας και ενημέρωσε την Νίκη Γρηγορίου η οποία της είπε ότι θα το διερευνήσει και θα έρθει την Τετάρτη να δει την Ι.Κ.. Ακολούθως μετά από 2 ώρες την πήρε τηλέφωνο η Ελένη Δαγκλή του γραφείου ευημερίας και αφού της το ζήτησε πήγε ξανά στο γραφείο ευημερίας και την συνάντησε όπυ και την ενημέρωσε. Την επόμενη θα έπαιρνε την Ι.Κ. στο γραφείο ευημερίας την για να την δει ψυχολόγος και μετά θα ενημέρωναν την αστυνομία τελικά η ψυχολόγος επειδή αρρώστησε δε είδε την Ι.Κ. και τότε πήγαν στην Αστυνομία. Επίσης σύμφωνα με την κατάθεση της στις 4/11/2004 που η Ι.Κ. της ανάφερε ότι την πειράζει η μητέρα της την ρώτησε αν η μητέρα της την πείραξε και άλλες φορές και η Ι.Κ. κλαίγοντας της είπε «πολλές φορές εβαρήθηκα» ενώ όταν την πήρε ακολούθως στο δωμάτιο της είπε ότι η μητέρα της την τσιμπούσε σε διάφορα μέρη του σώματος της και αυτή πονούσε. Η Μ.Κ. 2 είναι Κοινωνική Λειτουργός και εργάζεται το Γραφείο ευημερίας υπεύθυνη για τη βία την οικογένεια. Στις 8/11/2004 ενημερώθηκε από την συνάδελφο της Νίκη Γρηγορίου και Δώρα Ζάγκουλου ότι η Ν.Κ. παρενοχλεί σεξουαλικά την κόρη της Ι. Αφού μελέτησε τον φάκελο της τηλεφώνησε στην Α.Τ (Μ.Κ.1), η οποία η ώρα 1230 πήγε στο γραφείο της και της ανάφερε ότι η Ι.Κ. 5 ½ χρονών παρενοχλείται σεξουαλικά από την μητέρα της. Σύμφωνα με την κ. Α, τα πιο πάνω, της τα είπε στις 4/11/2004 η ίδια η Ι. Ενημερώθηκε η ψυχολόγος της υπηρεσίας της και διευθέτησαν να δει την μικρή Ι στις 9/11/2004 η ώρα 0930 αλλά η ψυχολόγος αρρώστησε και πήγε μαζί με την Α. στο ΤΑΕ Πάφου και κατάγγειλαν την υπόθεση Η Μ.Κ.3 στη αντεξέταση της ρωτήθηκε αν θυμάται το γεγονός ότι η κατηγορούμενη είχε διεκδικήσει από τα 3 παιδιά της, την Ι, και για αυτό καταχωρήθηκε αίτηση στο Δικαστήριο και πήρε το παιδί η μάρτυρας ανάφερε ότι το γνωρίζει και ότι η απόφαση εξ΄όσων πληροφορήθηκε ήταν τον Απρίλιο του 2005 αλλά δεν γνώριζε πότε έγινε η αίτηση. Ερωτηθείσα αν γνωρίζει χρονικά πότε έγινε το πιο πάνω η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνωρίζει την περίπτωση, την οποία όμως χειρίστηκε στο παρελθόν όταν ήταν η Ι. βρέφος αλλά ενημερώθηκε ότι ήταν γύρω στον Απρίλιο του 2005 ήταν η απόφαση αλλά δεν γνωρίσει πότε έγινε η αίτηση. Σε ερώτηση αν υπάρχει περίπτωση αυτό να συνέβη πριν την καταγγελία η μάρτυρας ανάφερε ότι δεν γνωρίζει καθότι δεν χειρίστηκε την υπόθεση. Ερωτηθείσα σχετικά ανέφερε ότι την πρώτη ημέρα που πήγε η Α. στο γραφείο ευημερίας δεν ήταν μαζί της η Ι. ενώ την επόμενη ημέρα είχαν κλείσει ραντεβού για να δει η ψυχολόγος την Ι. αλλά λόγω του ότι η ψυχολόγος απουσίαζε, αφού είδε λίγο την Ι. έφυγαν η Α και η Ι και συναντήθηκαν στην συνέχεια με την Α. στην αστυνομία. Σύμφωνα με την μάρτυρα συνομίλησε με την Ι μετά την καταγγελία στην αστυνομία την 11/11/2004 όταν επισκέφθηκε το σπίτι της κ. Α. Η Ι καθόταν στο πάτωμα και ζωγράφιζε και σε συνομιλία που είχαν, στην απουσία της Α, της είπε ότι η μητέρα της πειράζει το πουλάκι της και κλείνει την πόρτα ενώ η ίδια δεν την ρώτησε τίποτα άλλο. Ερωτηθείσα σχετικά, ανάφερε ότι η ίδια είπε στην Α. ότι πρέπει να το καταγγείλει στην αστυνομία. Σε ερώτηση αν συμφωνεί με το ότι δεν γνωρίζει αν υποκινήθηκε το παιδί να πει ότι η μάμα πείραξε του πουλάκι της απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Η Μ.Κ.3 είναι κλινική ψυχολόγος και προτού ιδιωτεύσει εργαζόταν στην υπηρεσία κοινωνικής ευημερίας Λεμεσού και Πάφου ως κλινική ψυχολόγος. Το έτος 2005 είδε την Ι.Κ. και την Ν.Κ. και ετοίμασε έκθεση ψυχολογικής εξέτασης (Τεκμήριο 5) το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Η μάρτυρας αυτή αντεξετάστηκε επι μακρώ από τον συνήγορο υπεράσπισης για τα προσόντα της καθώς και για την ικανότητα της να μπορεί να εξετάσει την ανήλικη Ι.Κ. αφού δεν είχε ειδικότητα παιδοψυχολόγου. Επίσης στην μάρτυρα αυτή τέθηκαν ερωτήματα αναφορικά με γεγονότα τα οποία θα έπρεπε να γνωρίζει ώστε να μπορεί να προχωρήσει σε εξέταση και ευρήματα η οποία ανάφερε ότι ορισμένα θα ήταν ναι μεν σημαντικά στα πλαίσια όμως μιας αστυνομικής έρευνας και όχι ψυχολογικής αξιολόγησης. Η Μ.Κ.4 είναι η ανήλικη Ι.Κ. η οποία έδωσε την μαρτυρία της ενόρκως ανάφερε ότι η μητέρας της όταν ήταν 4 με 5 χρονών την πείραξε στο πουλάκι της με τα χέρια και τη γλώσσα της συγκεκριμένα με τα χέρια της την άνοιγε και με την γλώσσα της, το έγλειφε. Η συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή με αναφορά στην μαρτυρία που παρουσιάστηκε και στα άρθρα 14 και 16 του Νόμου 119
(1)/2000 εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της. Ο κ. Αλεξάνδρου εισηγήθηκε στην τελική του αγόρευση ότι η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής θα πρέπει να απορριφθεί καθότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν αποκαλύπτει την διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος. Με αναφορά στα άρθρα που στηρίζεται η κατηγορία υπέβαλε ότι δεν υπάρχει καθόλου μαρτυρία που να καταδεικνύει οποιαδήποτε μορφή βίας από πλευράς της μητέρα προς το ανήλικο παιδί της. Σε ότι αφορά την ψυχική βλάβη που αναφέρει το άρθρο 4 του Νόμου 119
(1)/2000 είπε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει μαρτυρία για πρόκληση τέτοιας βλάβης και στο σημείο αυτό σχολίασε και την μαρτυρία της ψυχολόγου (Μ.Κ.3), η οποία, σύμφωνα με τον κ. Αλεξάνδρου, θα πρέπει να αποκλιστεί από το Δικαστήριο, καθότι διαφάνηκε ότι ήταν μια εντελώς αντιεπιστημονική εξέταση, αφού η μάρτυρας αυτή δεν γνώριζε βασικά πράγματα που θα έπρεπε να γνωρίζει ώστε να προχωρήσει στην έρευνα και να καταλήξει σε πόρισμα. Υπέβαλε επίσης ότι το παιδί δεν μπορεί να θεωρηθεί γυναίκα ως αναφέρεται στο άρθρο 4
(2)(α) που αφορά το αδίκημα του άρθρου 151 του Κεφ. 154. Με αναφορά στις λεπτομέρειες της κατηγορίας υποστήριξε ότι αυτή χαρακτηρίζεται από γενικότητα και αοριστία αφού δεν προσδιορίζεται το πότε επιτέθηκε άσεμνα η κατηγορούμενη στην ανήλικη θυγατέρα της. Σύμφωνα με τον κ. Αλεξάνδρου και η μαρτυρία της Α.Τ. (Μ.Κ.1) θα πρέπει να αποκλιστεί γιατί φαίνεται να υπήρχε κίνητρο στην καταγγελία. Σχετικά με τα πιο πάνω παρέπεμψε στο μέρος της κατάθεση της στην οποία αναφέρεται στις σχέσεις της με την κατηγορούμενη. Υποβάλλοντας επίσης ότι μέσα από την αντεξέταση της διαφάνηκε ότι έγινε η καταγγελία με σκοπό να αποτρέψει την μητέρα από το να λάβει την φύλαξη του παιδιού της. Σε ότι αφορά την μαρτυρία της ανήλικης Ι.Κ. ανάφερε ότι μέσα από τις λίγες ερωτήσεις που της τέθηκαν στην αντεξέταση φάνηκε αβίαστα ότι υπήρχε καθοδήγηση σε σχέση με το τι θα έλεγε στο Δικαστήριο. Επίσης ανάφερε ότι ελλείπει οποιαδήποτε ενισχυτική μαρτυρία και πως η κατηγορία έγινε για αλλότρια κίνητρα καθότι διαφάνηκε ότι η μητέρα θα διεκδικούσε το παιδί της. NOMIKH ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 3 του Νόμου που προνοεί για την πρόληψη της βίας στην οικογένεια και για την προστασία των Θυμάτων Ν. 119
(1)/2000 είναι ερμηνευτικό της λέξης «βία» που αναφέρεται στο άρθρο 2 του Νόμου. Το άρθρο 3 διαλαμβάνει ως εξής: 3.-
(1)Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε παράνομη πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται άμεσα σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του. Το άρθρο 4 του ιδίου νόμου, σχετίζεται με την σοβαρότητα συγκεκριμένων αδικημάτων που διαπράττονται από μέλος οικογένειας σε βάρος άλλου μέλους των οποίων οι ποινές με βάση το άρθρο αυτό είναι αυξημένες. Συγκεκριμένα το άρθρο 4 αναφέρει: Όταν τα αδικήματα που αναφέρονται στην πρώτη στήλη του πιο κάτω εδαφίου
(2)διαπράττονται από ένα μέλος της οικογένειας σε βάρος άλλου μέλους, αυτά θεωρούνται, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, αυξημένης σοβαρότητας και το Δικαστήριο, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η κατηγορία βασίζεται στα άρθρα του Ποινικού Κώδικα που αναφέρονται στην δεύτερη στήλη του εδαφίου
(2)δύναται να επιβάλει τις αυξημένες ποινές που προβλέπονται στην τρίτη στήλη που ιδίου εδαφίου αντί τις ποινές που προβλέπονται στα εν λόγω άρθρα του Ποινικού Κώδικα. Μεταξύ των αδικημάτων που αναφέρονται στην πρώτη στήλη είναι και το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας, του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο συμπεριλαμβάνεται στην πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη όπου η ποινή φυλάκισης στην περίπτωση αυτή αυξάνεται από δύο σε πέντε χρόνια. Στο εδάφιο
(2)του άρθρου 3 αναφέρονται τα εξής: «Ανεξάρτητα από την ερμηνεία του όρου «βία» με βάση το εδάφιο
(1)στην πιο πάνω έννοια εμπίπτουν και τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 4
(2)και 5 του παρόντος Νόμου ως επίσης και το αδίκημα που αναφέρεται στο άρθρο 147 του Ποινικού Κώδικα». Στο άρθρο 4
(2)του Νόμου αναφέρεται και το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Συνεπακόλουθα δεν απαιτείται η βία, όπως υποστήριξε ο συνήγορος υπεράσπισης, να είναι όπως περιγράφεται στο εδάφιο 1 του άρθρου 3, αλλά εφόσον διαπιστωθεί στην υπό κρίση περίπτωση ότι υπήρξε πράγματι άσεμνη επίθεση εναντίον της ανήλικης Ι.Κ. κατά παράβαση του άρθρου 151, η έννοια της βίας που θέτει το άρθρο 3 θα θεωρείται ότι έχει ικανοποιηθεί και έτσι δεν απαιτείται να αποδειχτεί ότι προκλήθηκε άμεσα σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη στην παραπονούμενη. Το άρθρο 151 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει: «Όποιος παράνομα και άσεμνα επιτίθεται εναντίον γυναίκας είναι ένοχος πλημμελήματος» Στην υπόθεση R. v. Court
(1988)1 All E.R. 221, λέχθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε εκ προθέσεως στο θύμα, ότι η επίθεση ή οι περιστάσεις που την αποτελούν είναι δυνατόν να εκληφθούν ορθόφρονα πρόσωπα ως άσεμνες και ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να διαπράξει την επίθεση με τον τρόπο που περιγράφηκε. Επίθεση αποτελεί οποιαδήποτε πράξη που σκόπιμα ή απερίσκεπτα προκαλεί σε κάποιο άλλο την αντίληψη πως απειλείται με άμεση και παράνομη βία. Η έννοια της περικλείει και την πραγματική ή σκοπούμενη χρήση βίας σ΄αυτόν χωρίς την συναίνεση του. Μπορεί να διαπραχθεί ακόμα και χωρίς κάποιος να αγγιχθεί, όταν δε επέλθει ανεπιθύμητη σωματική επαφή, αυτή από μόνη της αρκεί όσο ανεπαίσθητη και αν είναι η εξασκηθείσα βία. Θα πρέπει όμως κατά πρώτο να αποδειχθεί η διάπραξη της επίθεσης αυτής καθ΄αυτής (βλ. D.P.P. v. Rogers
(1953)2 All E.R. 644). Θα πρέπει δηλαδή ο κατηγορούμενος να ασκήσει βία εναντίον της παραπονούμενης εκ προθέσεως και απερίσκεπτα. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να συνοδεύεται από εχθρική πρόθεση που είναι υπολογισμένη να προκαλέσει την αίσθηση της απειλής για χρήση βίας στο μυαλό του άλλου προσώπου διαφορετικά η επίθεση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί. (βλ. Archbold Pleading, Evidence & Practice, παρα 19-166 μέχρι 19-167, Georgiou ν. The Police
(1961)C.L.R, Fairclough v. Whipp
(1951)2 All E.R. 834). Στο σύγγραμμα Archbold Pleading, Evidence & Practice, 40η έκδοση σελ 1430, με αναφορά στην υπόθεση Fairclough (πιο πάνω), ακόμα και αν ένα παιδί αφήνεται να υποστεί άσεμνη επίθεση, στοιχειοθετείται άσεμνη επίθεση εφόσον το παιδί δεν μπορεί να συναινέσει σε άσεμνη επίθεση. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Criminal Law του Glanville Williams
(1978)σελ. 190 για τεκμηριωθεί επίθεση δεν απαιτείται όπως το θύμα έχει γνώση του τι συμβαίνει, αφού η παράνομη επαφή με κάποιον που κοιμάται ή με ένα παιδί που δεν καταλαβαίνει αποτελεί επίθεση. Επομένως αν η επαφή είναι άσεμνη, τότε η επίθεση μετατρέπεται σε άσεμνη. Ως προς την έννοια της άσεμνης επίθεσης στην υπόθεση R v. Court
(1988)2 All E.R. 221 αναφέρθηκε ότι ένα πρόσωπο είναι ένοχο άσεμνης επίθεσης όταν επιτίθεται στο θύμα με πρόθεση όχι μόνο να επιτεθεί, αλλά να επιτεθεί άσεμνα, δηλαδή κατά τρόπο του τα ορθόφρονα πρόσωπα θα θεωρούσαν άσεμνο. Μια πράξη είναι άσεμνη αν συνοδεύεται από απρεπή συμπεριφορά προς το θύμα (Beal v. Kelly
(1951)2 All E.R. 221. Η πρόθεση στοιχειοθετείται είτε άμεσα, με μια ομολογία, είτε έμμεσα, υπό τις προϋποθέσεις που επιτρέπεται συμπερασματικό εύρημα (βλ. επίσης R. v. Sutton
(1977)3 All 476). Βάρος απόδειξης: Το βάρος απόδειξης είναι στην Κατηγορούσα Αρχή και το επίπεδο αυτού πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαρίτωνος κ.α ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R 40. Αποτελεί νομική αρχή ότι έργο της κατηγορούσας αρχής είναι να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν αυτές είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 AAΔ 71) . Τα στοιχεία αυτά θα πρέπει να αποδείξει με αξιόπιστη και σαφή μαρτυρία (βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2C.L.R. 401). Αν στο τέλος της υπόθεσης μείνει η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Ευριπίδου,
(2002)2 AAΔ 246, επισημάνθηκαν τα εξής: « Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής». Γενικότητα και αοριστία στο κατηγορητήριο Τα όσα καταλογίζονται στην κατηγορούμενη, με στις λεπτομέρειες του αδικήματος αναφέρονται πιο πάνω. Στην υπόθεση Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 187/2007 ημερομηνίας 21.11.2008 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: Σημειώνεται ότι το άρθρο 152 του Κεφ. 154, απλά ποινικοποιεί την παράνομη και άσεμνη επίθεση εναντίον ανδρός, χωρίς να αναφέρεται οτιδήποτε άλλο και χωρίς να καθιστά αναγκαία την ένθεση λεπτομερειών ως προς τον τόπο ή το χρόνο διάπραξης του αδικήματος. Στο άρθρο 39 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, που αφορά τις διατάξεις σε σχέση με τη σύνταξη κατηγορητηρίου, αναφέρεται μεταξύ άλλων, ότι το κατηγορητήριο σε συντομία και σε κοινή γλώσσα, περιγράφει το αδίκημα αποφεύγοντας τη χρήση τεχνικών όρων «. και χωρίς απαραίτητα να εκτίθενται όλα τα ουσιώδη στοιχεία του ποινικού αδικήματος..». Στον Archbold Crimimal Pleading, Evidence and Practice
(2007)σελ. 87-89, παρ. 1-125 έως 1-132, εξηγούνται οι προϋποθέσεις σε σχέση με τις λεπτομέρειες που πρέπει να τίθενται σε ένα κατηγορητήριο προς ενημέρωση, βεβαίως, του κατηγορούμενου. Έχει αποφασιστεί από παλιά ότι δεν είναι ανάγκη να προσδιοριστεί στο κατηγορητήριο ο τόπος όπου κατ΄ ισχυρισμόν έλαβε χώραν το αδίκημα, εκτός εάν είναι αναγκαίο για την κατηγορία. (R. v. Wallwok 42 Cr.App.R. 153), ενώ όσον αφορά τη χρονολογία ή την ημερομηνία, το ορθό είναι να αναφέρεται στο κατηγορητήριο η ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος. (R. v. Hollond
(1841)5 T.R. 607). Όπου βεβαίως είναι δυνατό να συνδέεται το επίδικο επεισόδιο με αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα όπως γενέθλια, διακοπές, ασθένειες κλπ., το κατηγορητήριο θα πρέπει να συντάσσεται κατά ανάλογο τρόπο. Παρά τις πιο πάνω γενικές αρχές, αναφέρονται στην παρ. 1-132, ότι: «Where a child speaks of a number of incidents with no distinguishing features, a convenient course, in order to establish the systematic conduct of the accused, is to have a number of counts, each, apart from the first, alleging «on an occasion other than that alleged in the previous counts». (Σε μετάφραση) «Όπου ένα παιδί αναφέρεται σε αριθμό επεισοδίων χωρίς οποιαδήποτε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, μια πρακτική μέθοδος, προς θεμελίωση της συστηματικής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου, είναι η έκθεση αριθμού κατηγοριών, η κάθε μια από τις οποίες, εκτός από την πρώτη, θα αναφέρει «σε περίπτωση άλλη από αυτή που καταγράφεται στις προηγούμενες κατηγορίες» Στην υπό κρίση περίπτωση στην κατηγορία προσδιορίζεται ο μήνας και το έτος. Το ουσιώδης πάντοτε για τον κατηγορούμενο είναι να γνωρίζει με επάρκεια το μέγεθος και την έκταση των κατηγοριών. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν ζητήθηκαν ποτέ από την κατηγορούμενη λεπτομέρειες σε οποιοδήποτε στάδιο και ούτε παραπονέθηκε ποτέ ότι δεν γνώριζε με επάρκεια τη φύση και τις λεπτομέρειες των κατηγοριών που αντιμετώπιζε. Η αναφορά του συνηγόρου της κατηγορούμενης ότι υπάρχει γενικότητα και αοριστία στην κατηγορία, λόγο του μη προσδιορισμού του χρόνου, να σημειωθεί όμως ότι η κατηγορία αναφέρεται στον μήνα Νοέμβριο του 2004, δεν συνοδεύεται από τον ισχυρισμό ότι η υπεράσπιση λόγω της μη συγκεκριμενοποίησης της ημερομηνίας, επηρεάστηκε αρνητικά από το κατηγορητήριο λόγω ασάφειας. Σε καμία περίπτωση η κατηγορούμενη δεν βρέθηκε προ οποιασδήποτε αβεβαιότητας ως προς το τι αντιμετώπιζε, όφειλε αν αυτή ήταν η θέση της να έγειρε εξαρχής ένσταση στο διατυπωμένο κατηγορητήριο. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό ότι η ανήλικη Ι.Κ. δεν μπορεί να θεωρηθεί γυναίκα εν τη έννοια του άρθρου 151 του Κεφ. 151 δεν θα συμφωνήσω. Με το άρθρο 151 του Κεφ. 154 καθορίζεται το φύλο του προσώπου που δέχεται άσεμνη επίθεση και πανομοιότυπο με το άρθρο 151 είναι το άρθρο 152 με μόνη διαφορά ότι αναφέρεται σε άνδρα. Η Μ.Κ.4 αν και παιδί ηλικίας σήμερα 9 ½ ετών (όταν έδινε μαρτυρία) και κατά τον ουσιώδη χρόνο 5 ½ σχεδόν χρονών είναι γένους θηλυκού δηλαδή γυναίκα με βάση το άρθρο 151 και καμία αμφιβολία περί τούτου δεν χωρεί. Επίσης αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός στην παρούσα υπόθεση και συνεπακόλουθα και εύρημα μου, ότι η κατηγορούμενη είναι η φυσική μητέρα της ανήλικης Ι.Κ. . Με βάση τα πιο πάνω αλλά και με βάση της πρόνοιες του νόμου 119
(1)/2000 η παραπονούμενη και η κατηγορούμενη θεωρούνται και είναι μέλη οικογένειας (βλέπε άρθρο 2 (α) (γ) του Νόμου 119
(1)/2000). Ως εκ τούτου, η υπό κρίση περίπτωση εμπίπτει στις περιπτώσεις που καλύπτει ο πιο πάνω νόμος νοούμενου βέβαια ότι θα αποδειχτεί ότι ασκήθηκε βία από την κατηγορούμενη εναντίον της ανήλικης κόρης της, εν τη έννοια του νόμου, όπως πιο πάνω αναφέρω. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους και αξιολόγησα αυτή αντιπαραβάλλοντας την επίσης και με σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, και με επίγνωση της διάκρισης μεταξύ ευρημάτων αξιοπιστίας και βάρους απόδειξης. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εκάστοτε μάρτυρα είχα παράλληλα κατά νου την μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων, ιδιαίτερα την αλληλουχία των λεχθέντων του υπό αξιολόγηση μάρτυρα και των υπολοίπων μαρτύρων. Ενόψει των ειδικών ισχυρισμών της Υπεράσπισης για κατασκευασμένη υπόθεση από πλευράς της Μ.Κ.1 προσέγγισα την μαρτυρία τόσο της Μ.Κ.1 όσο και των υπολοίπων μαρτύρων που κατέθεσαν, με ιδιαίτερη προσοχή ώστε να διακριβώσω ότι αυτοί κατέθεσαν στο Δικαστήριο μόνο γεγονότα και δεν ωθήθηκαν από αλλότρια κίνητρα. Θα ασχοληθώ πρώτα με την μαρτυρία της παραπονούμενης. Έδωσα ιδιαίτερη προσοχή στη μαρτυρία της γιατί είναι παιδί τρυφερής ηλικίας, αλλά και γιατί είναι στη μαρτυρία της που σε μεγάλο βαθμό στηρίζεται η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Θα εξετάσω κατ΄αρχή την αξιοπιστία της παραπονούμενης και μετά θα αναζητήσω, αν χρειαστεί, ενισχυτική μαρτυρία. Η Μ.Κ.4, παραπονούμενη Ι.Κ, ήταν 9 ½ χρονών όταν έδινε μαρτυρία στο Δικαστήριο. Φάνηκε ότι είναι ένα πολύ έξυπνο παιδί με αντίληψη. Γνώριζε ότι η μαρτυρία που θα έδινε αφορούσε την μητέρα της και παρά το ότι αρχικά ανάφερε ότι υπήρχε κάτι που συνέβηκε όταν ήταν μικρή με αυτή και την μητέρα της, στην συνέχεια ερωτηθείσα σχετικά είπε ότι δεν θυμόταν, παρουσιάζοντας δισταγμό, στη συνέχει όμως, χωρίς όμως να δώσει λεπτομέρειες με την μαρτυρία της, ξεπερνώντας το αρχικό της κούμπωμα και πιθανό φόβο, αναφέρθηκε στα όσα η μητέρα της, της έκανε στο σώμα της σε μικρότερη ηλικία. Οι αναφορές της ότι κανένας δεν της είπε να έρθει στο Δικαστήριο είναι εμφανές ότι δεν αποδίδανε το γεγονός ότι ήρθε από μόνη της στο Δικαστήριο χωρίς να της αναφερθεί από κάποιο πρόσωπο ο λόγος, άλλωστε σε ερώτηση που της τέθηκε στην αντεξέταση «για ποιο λόγο σου είπαν ότι δεν θα πάεις σχολείο και θα έρθεις εδώ σήμερα στο Δικαστήριο;» η Ι.Κ. ανάφερε «για να μιλήσω για αυτό το πράγμα» και σε άλλη ερώτηση παρόμοια που ακολούθησε απάντησε «να μιλήσω για αυτά τα πράγματα που συνέβηκαν» Γενικά από όλη την συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα, είμαι απόλυτα ικανοποιημένη ότι είπε την αλήθεια. Έχοντας υπόψη την ηλικίας της, θα πρέπει να πω ότι, έστω και με τα λίγα που ανάφερε, με εντυπωσίασε ο τρόπος της και το ύφος της. Παρακολουθώντας την Μ.Κ.1 στο εδώλιο, αλλά και όταν μελέτησα την μαρτυρία της, έχοντας κατά νου και τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης περί σκευωρίας ήμουν ιδιαίτερα προσεκτική αφού έλαβε υπόψη μου και το γεγονός ότι αυτή ήταν η «ανάδοχη μητέρα» και οι κατηγορίες στρέφονται εναντίον της φυσικής μητέρας της Ι.Κ. (Μ.Κ.4). Η εντύπωση που μου δημιούργησε η Μ.Κ.1 ήταν πολύ καλή και χωρίς δισταγμό αποδέχομαι την μαρτυρία της. Βέβαια εκτός των δικών της άμεσων παρατηρήσεων, η αναφορά της στο επεισόδιο αντικείμενο της κατηγορίας, αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία για την αλήθεια του περιεχομένου της. Η απλότητα και η φυσικότητα ήταν ανάμεσα στα κύρια χαρακτηριστικά της Μ.Κ.
- Οι αναφορές της στα όσα η ίδια πίστευε για τα συναισθήματα που έτρεφε για αυτή η κατηγορούμενη σε καμία περίπτωση δεν πρόδιδαν άνθρωπο που ήθελε με οποιοδήποτε τρόπο να βλάψει την κατηγορούμενη και ότι υπήρχε εχθρότητα προς την κατηγορούμενη. Παρά την σθεναρή αντεξέταση της, διαφάνηκε ότι η αγάπη της και η ανάγκη να προστατεύσει το παιδί που είχε υπό την φύλαξη της, της επέβαλαν να καταγγείλει τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη της. Αντεξετάστηκε επί μακρώ για την ύπαρξη κινήτρου ώστε να προβεί σε καταγγελία εναντίον της κατηγορούμενης αλλά δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε που να τεκμηριώνει τη θέση της υπεράσπισης ή που να μου δημιουργήσει την παραμικρή αμφιβολία. Θεωρώ ανεδαφικό τον ισχυρισμό ότι η Μ.Κ.1 προέβη σε καταγγελία ουσιαστικά για να μην πάρει η κατηγορούμενη πίσω την κόρης της, άλλωστε όπως έχει διαφανεί μέσα από την μαρτυρία για κάποιο χρονικό διάστημα η ανήλικη Ι.Κ. ήτοι από της 6.4.2004 είχε πάει πίσω στην μητέρα της μέχρι και τον Αύγουστο του ιδίου χρόνου ενώ η καταγγελία αυτή από την Μ.Κ.1 έγινε στις 8.11.2004 μετά δηλαδή που η ανήλικη επέστρεψε στην Μ.Κ.1, ως εκ τούτου δεν είχε λόγο η Μ.Κ.1 κατά τον ουσιώδη χρόνο να προβεί με κίνητρο σε ψευδή καταγγελία. Η καταγγελία δηλαδή δεν συνδέεται χρονικά με το γεγονός που η υπεράσπιση υποστήριξε ότι αποτέλεσε τον λόγο που ώθησε την Μ.Κ.1 να προβεί σε καταγγελία. Ήταν ιδιαίτερα απλή, ψύχραιμη και ειλικρινής, ενώ σε καμία περίπτωση δεν ανάφερε ότι η ίδια είχε την πεποίθηση ότι αυτά που της είπε η μικρή Ι.Κ. ήταν αλήθεια αλλά όπως η ίδια είπε ακόμη και μέχρι σήμερα δεν γνωρίζει αν είναι αλήθεια ενώ σε υποβολή ότι δεν υπήρξε καμία κακοποίηση η Μ.Κ.1 απάντησε μακάρι. Η λειτουργός του γραφείου ευημερίας (Μ.Κ.2) που κατάθεσε ενώπιον μου ήταν απόλυτα σαφής και ειλικρινής αναφορικά με τις δικές ενέργειες στα πλαίσια της άσκησης των καθηκόντων της και στα όσα στην ίδια λέχθηκαν από την ανήλικη Ι.Κ., σε επίσκεψη που είχε κάνει στο σπίτι της Μ.Κ.
- και η οποία έγινε μετά που αυτή έδωσε την κατάθεση της στην αστυνομία στις 11/11/
- Σημειώνω δε ότι η μάρτυρας αυτή δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ότι πράγματι η ανήλικη Ι.Κ. της ανάφερε ότι η μητέρα της, της «πειράζει το πουλάκι», παρά μόνο ρωτήθηκε αν αυτή γνώριζε τι εννοούσε το παιδάκι όταν είπε «η μαμά πειράζει το πουλάκι μου» και η μάρτυρας ανάφερε ότι αυτό της είπε χωρίς να μιλήσει περαιτέρω η ίδια. Η M.K.3, κλινική ψυχολόγος, Ιωάννα Οικονομίδου κλήθηκε ως ειδικός εμπειρογνώμονας από την πλευρά την κατηγορούσας αρχής. Εξετάζοντας αρχικά τα προσόντα της Μ.Κ.3 την πείρα και την εκπαίδευση της όπως η ίδια τα παρέθεσε ενώπιον του δικαστηρίου, βρίσκω και αποδέχομαι ότι η Μ.Κ.3 μπορεί να γίνει και γίνεται και αποδεκτή ως εμπειρογνώμονας από το Δικαστήριο. Αρχικά θα πρέπει να αναφέρω ότι δεν υπάρχει καμία άλλη μαρτυρία, ενώπιον μου η οποία να αντικρούει αυτή της Μ.Κ.3 και η οποία να έχει να κάνει με την ικανότητα της να εξετάζει παιδία και να προβαίνει σε ψυχολογική αξιολόγηση τους, αφού όπως της υποβλήθηκε από την υπεράσπιση δεν είχε ειδικότητα παιδοψυχολόγου. Η Μ.Κ.3 είδε την ανήλικη Ι.Κ. στις 15.11.2004 και αφού είχε μαζί τις έξι διαγνωστικές συνεδρίες ετοίμασε έκθεση ψυχολογικής αξιολόγησης (Τεκμήριο 5) στην οποία και κατέγραψε τα συμπεράσματα της. Στην ίδια έκθεση (Τεκμήριο 5) καταγράφονται και τα συμπεράσματα της σε σχέση με την κατηγορούμενη, με την οποία είχε μια κλινική συνέντευξη. Στο Τεκμήριο 5 αναφορικά με την ανήλικη Ι.Κ. διατυπώνονται τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με την αξιολόγηση και τη γενικότερη εικόνα του παιδιού παρατηρήθηκαν τα ακόλουθα: άγχος, αναταραχή και μια επιφανειακή ικανότητα σχέσεων η οποία εκδηλώνεται από κοινωνικότητα χωρίς διακρίσεις με σαφή ανικανότητα να επιδείξει πρόσφορες επιλεκτικές προσκολλήσεις (υπερβολική οικειότητα με σχετικά ξένους και έλλειψη επιλεκτικότητας στην επιλογή προσώπων συμπάθειας) Οι διαταραχές της Ι. είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις τραυματικές συνθήκες που βίωσε σε μια διάχυτη παθολογική οικογενειακή συναλλαγή, αφενός την ανεπάρκεια των ερεθισμάτων κι' αφετέρου την έλλειψη συναισθηματικών συνεισφορών. Ωστόσο, η χρήση των παιγνιδιών αποδεικνύει ότι η κινητική, η αντιληπτική και η νοητική της οργάνωση είναι ικανοποιητικές. Μέσα από τις συνομιλίες που είχα μαζί με το παιδί, την αυθόρμητη επιδίωξη και τη συμμετοχή του σε συμβολικό και φανταστικό παιγνίδι (κούκλες που συμβόλιζαν το γονεικό ζεύγος, τα παιδία και τους παππούδες), αναπαραστάθηκαν εικόνες και πράξεις με σεξουαλική πρόθεση από την μητέρα της (χάϊδεμα των γεννητικών οργάνων καθώς και στοματική επαφή με τα γεννητικά όργανα του παιδιού) Η Ι. ανάφερε τη παρουσία στο συμβάν, ενός αγνώστου κυρίου καθώς επίσης και του πατέρα της χωρίς χρονική τοποθέτηση. Η ψυχική άμυνα του παιδιού απέναντι στη σεξουαλική κακοποίηση, ήταν η αποσύνδεση από τις αισθητηριακές προσλήψεις του συμβάντος, ως μέσο προστασίας ενάντια στο τραυματικό γεγονός. Συχνό θέμα ιχνογραφίας ήταν η απεικόνιση του εαυτού της καθώς και το σπίτι της μητέρας της. Στην απεικόνιση του σπιτιού, οι γραμμές είναι συγκεχυμένες και δεν αποδίδουν την προοπτική του. Το σπίτι της, ένα άμορφο μουτζουρογράφημα, αποδίδεται στην συγκινησιακή απώθηση που τρέφει γι΄αυτό. Η συμπεριφορά και η συναισθηματική κατάσταση της Ι., εκφράζουν αποδιοργανωτικά στοιχεία τα οποία είναι ενδεικτικά της σεξουαλικής κακοποίησης.» Παρά την ομολογουμένως σθεναρή και επί μακρώ αντεξέταση της Μ.Κ.3 η μάρτυρας υπήρξε σταθερή στις θέσεις της και πάντοτε με τεκμηριωμένο απαντούσε σε όλα τα ερωτήματα τα οποία της τέθηκαν κατά την διάρκεια της αντεξέτασης της χωρίς η μαρτυρία της να κλονιστεί. Ενόψει όλων των πιο πάνω, ως επίσης και της εξαίρετης εντύπωσης που η μάρτυρας έκανε στο δικαστήριο αποδέχομαι την γνώμη και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε με βάση την εξέταση της και ετοίμασε το Τεκμήριο
- Η θέση ότι η ανήλικη Ι.Κ. δεν είδε ουδέποτε τον πατέρα της, στοιχείο το οποίο σύμφωνα με την υπεράσπιση, όπως τέθηκε στη Μ.Κ.3, θα αλλοίωνε τα συμπεράσματα της, παρέμεινε απλά μια θέση. Τόσο η Μ.Κ.1 όσο και η ίδια η παραπονούμενη αναφέρθηκαν σε επαφές με τον πατέρα της και δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Η Μ.Κ.1, στην κατάθεση της, η οποία δόθηκε στις 9.11.2004 ανάφερε ότι τους τελευταίους 3 μήνες, μετά από οδηγίες του γραφείου ευημερίας όταν έπαιρνε την Ι.Κ. στην παιδική στέγη εκεί συναντούσαν κάθε Πέμπτη πότε την μητέρα της και πότε με τον πατέρα της, επίσης η Μ.Κ.1 αναφέρθηκε σε ακόμη μια περίπτωση που η Ι.Κ. επέστρεψε με άλλα ρούχα όταν ο πατέρας της την πήρε στη θάλασσα, ενώ η παραπονούμενη ανάφερε ότι όπως υπολογίζει, τον πατέρα της όταν ήταν τεσσάρων χρονών θα τον είδε 10 - 11 φορές. Το ίδιο το άρθρο 151 του Κεφ. 154 δεν απαιτεί την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας για την καταδίκη ενός κατηγορούμενου. Ενώ το άρθρο 16 του Νόμου 119
(1)/2000 αναφέρει τα εξής: Το Δικαστήριο δύναται να καταδικάσει τον κατηγορούμενο με μόνη την κατάθεση του θύματος εφόσον δεν είναι δυνατόν υπό τις περιστάσεις να εξασφαλιστεί ενισχυτική μαρτυρία. Σε σεξουαλικά, όμως, αδικήματα όπως το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται η κατηγορούμενη, οι δικαστές έχουν υποχρέωση, σύμφωνα με το Κοινοδίκαιο να προειδοποιούν τους εαυτούς του για τους κινδύνους να καταλήξουν σε ευρήματα ενοχής χωρίς ενισχυτική μαρτυρία. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 258, στη σελ 269. Αποτελεί σταθερή θέση της νομολογίας ότι ενισχυτική μαρτυρία τότε μόνο αναζητείται όταν ο μάρτυρας που τη χρειάζεται ή που τη δίνει κρίνεται κατά βάση αξιόπιστος (βλέπε D.P.P v. Kilbourne
(1973)A.C. 729, Ιωάννα Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 449, Ιωάννης Μειτανής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 177) Τι συνιστά ενισχυτική μαρτυρία αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση Fourri and others v. The Republic
(1980)2 C.L.R. 152 στις σελ. 184 και 185 στην οποία υιοθετήθηκαν οι αρχές που τέθηκαν στις υποθέσεις Lazaris Demetriou v. The Republic
(1961)C.L.R 309, D.P.P v. Kilbourne
(1973)1 All E.R.4 40 και D.P.P. v. Hester
(1972)3 All E.R. 1056. Στις υποθέσεις αυτές έχει τονιστεί ότι εκείνο που πραγματικά έχει σημασία στο κατά πόσο υπάρχει ή όχι ενδεχόμενη ενισχυτική μαρτυρία είναι η εξακρίβωση της αλήθειας και ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να προσκολλάται σε τυποποιημένες προσεγγίσεις αλλά να προσπαθεί πάντοτε να προβαίνει σε ρεαλιστική αντιμετώπιση της μαρτυρίας έχοντας υπόψη πως το βασικό θέμα είναι κατά πόσο υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία που να τείνει να επιβεβαιώσει ότι έχει διαπραχθεί αδίκημα και ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος. Η ουσία και η αξία της ενισχυτικής μαρτυρίας έχει σε μεγάλο βαθμό εξεταστεί στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Παρμαξής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 224 με αναφορά σε σωρεία αυθεντιών τόσο Αγγλικών Δικαστηρίων τόσο και του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η ουσία της ενισχυτικής μαρτυρίας έγκειται στο ότι ένας μάρτυρας επιβεβαιώνει αυτά που έχει πει ένας άλλο αξιόπιστος μάρτυρας. Σκοπός της δεν είναι να δίδει αξία ή αξιοπιστία σε μαρτυρία η οποία είναι ελλιπής ή ύποπτη ή αναξιόπιστη, αλλά μόνο να επιβεβαιώσει και να στηρίζει εκείνο που κρινόμενο σαν μαρτυρία είναι αρκετά ικανοποιητικό και αξιόπιστο. Η ενισχυτική μαρτυρία τότε μόνο θα παίζει το ρόλο της όταν η ίδια είναι απόλυτα αξιόπιστη μαρτυρία. Τι συνιστά ενισχυτική μαρτυρία και ποια μορφή μπορεί να πάρει εξηγείται στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ττουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 258: « Ενισχυτική είναι η μαρτυρία η οποία έχει προέλευση ανεξάρτητη από τη μαρτυρία του μάρτυρα του οποίο αποβλέπει να ενισχύσει και να τείνει να καταδείξει ουσιωδώς ότι όχι μόνο διαπράχθηκε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο υπόδικος, αλλά επίσης ότι εκείνος που το διέπραξε ήταν ο κατηγορούμενος. Όπως υποδεικνύεται στην πρόσφατη δικαστική απόφαση Turner v. Blunden " δεν απαιτείται όπως η ενισχυτική μαρτυρία αποδεικνύει αφ΄ εαυτής τα αμφισβητούμενα γεγονότα ή συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Ο, τι απαιτείται είναι η μαρτυρία να έχει ανεξάρτητη προέλευση από το συνένοχο (accomplice) και να τείνει να καταδείξει σε μια ή περισσότερες ουσιώδεις λεπτομέρειες ότι διαπράχθηκε το κρινόμενο έγκλημα και ότι εγκληματίας είναι ο κατηγορούμενος.» Σχετική επίσης είναι και η υπόθεση Χαραλάμπου Χ¨Μάρκου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 482. Στην υπόθεση Σάββα ν. Δημοκρατία
(1993)2 ΑΑΔ 258 αναφέρθηκε στην σελ. 269 πως: Πριν προχωρήσουμε στους λόγους εφέσεως θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι το Κακουργιοδικείο ορθά καθοδηγήθηκε ως προς τις αρχές που διέπουν το θέμα της απόδειξης σεξουαλικών αδικημάτων. Σε τέτοιες περιπτώσεις η μαρτυρία της παραπονούμενης χρειάζεται ενίσχυση σαν θέμα πρακτικής (Βλ. Μειτάνης ν. Δημοκρατίας
(1967)2 ΑΑΔ σελ. 31, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου
(1972)2 ΑΑΔ σελ. 81, Πετεινός ν. Αστυνομίας
(1961)ΑΑΔ σελ 330). Ωστόσο παρά την ύπαρξη του πιο πάνω κανόνα πρακτικής η καταδίκη σε πρέπουσα υπόθεση μπορεί να θεμελιωθεί με βάση μόνο τη μαρτυρία της παραπονούμενης (Βλ. Θεοδώρου ν. Αστυνομίας
(1971)2 ΑΑΔ σελ 245) αφού προηγουμένως το Δικαστήριο προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό του για τον κίνδυνο που ενυπάρχει όταν βασίζεται μόνο πάνω στην χωρίς ενίσχυση μαρτυρία της παραπονουμένης (Βλέπε R. v. Henery and Manning
(1969)Cr. App. R. (C.A.) 150) ". Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να τονιστεί ότι δεν υπάρχει γενικός κανόνας που να αποκλείει την αλληλοενίσχυση της μαρτυρίας εκτός από τις ακόλουθες δύο περιπτώσεις (α) Ένας μάρτυρας δεν μπορεί να ενισχύσει άλλο μάρτυρα όταν ο καθένας είναι συναυτουργός με τον κατηγορούμενο στο ίδιο αδίκημα και (β) Η ανώμοτη δήλωση ενός παιδιού που δεν μπορεί να ενισχύσει την ανώμοτη δήλωση άλλου παιδιού. Έχοντας πιο πάνω αξιολογήσει την ενώπιον μου μαρτυρία θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο η μαρτυρία της παραπονούμενης ενισχύεται από άλλη μαρτυρία και αν όχι αν ενδείκνυται να στηριχθώ στη μαρτυρία της μόνο. Από την ενώπιον μου μαρτυρία φαίνεται ότι υπάρχει τέτοια μαρτυρία, δηλαδή ενισχυτική, και αυτή είναι το άμεσο παράπονο προς τη Μ.Κ.1. Η Μ.Κ.1 στις 4.11.2004 που η Ι.Κ. επέστρεψε στο σπίτι της δέχτηκε, αφού άρχισε πρώτα να κλαίει, και αφού την ρώτησε η Μ.Κ.1 τι συμβαίνει, το παράπονο της. Η Μ.Κ.1 ανάφερε ότι η Ι.Κ. ρωτώντας την, της είπε ότι το είπε και στην γιαγιά της η οποία τσακώθηκε με την μητέρα της και της έλεγε κακά λόγια. Η Ι.Κ. καταθέτοντας ενόρκως δεν επιβεβαίωσε κάτι τέτοιο, αλλά ανάφερε ότι το είπε μόνο στην Α. και δεν αμφισβητήθηκε, ενώ η γιαγιά της δεν κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου για να επιβεβαιώσει ένα τέτοιο γεγονός. Στις 4.11.2004 η Ι.Κ. ανάφερε την Μ.Κ.1 «βαρέθηκα θεία μου να με πειράζει η μάμα μου» και όταν τι ρώτησε, ως ήταν φυσικό και αναμενόμενο, πως την πειράζει, η Ι.Κ. είπε «πειράζει το πουλάκι μου» και αφού τοποθέτησε στο δεξί της χέρι στα γεννητικά της όργανα μπροστά κινούσε τα δάχτυλα της ενώ όταν την ρώτησε αν είναι όπως γαργαλάμε η Ι.Κ. της είπε «όχι το έβαζε μέσα και πονούσα». Η Μ.Κ.1 πρόσεξε επίσης το ίδιο βράδυ ότι τα γεννητικά όργανα της Ι.Κ., μπροστά, ήταν κόκκινα και ερεθισμένα. Ακολούθως το ίδιο βράδυ, η Ι.Κ είπε στην Μ.Κ.1 ότι η μητέρα της την φιλούσε στο πουλάκι της, δείχνοντας της τα γεννητικά της όργανα μπροστά και ότι την φιλούσε στο κωλάκι και τα βυζάκια της ενώ όταν την ρώτησε πως την φιλούσε η Ι.Κ έβγαλε την γλώσσα της και άρχισε να γλείφει και να φιλά το χέρι της. Το άρθρο 14 του Νόμου 119
(1)/2000 αναφέρει: 14. Χωρίς να επηρεάζονται οι διατάξεις του άρθρου 10 του περί Αποδείξεως Νόμου, καταγγελία η οποία γίνεται από θύμα αδικήματος βίας προς οποιοδήποτε αστυνομικό, οικογενειακό σύμβουλο, λειτουργό ευημερίας, ψυχολόγο, γιατρό, περιλαμβανομένου ψυχιάτρου, που εξετάζει το θύμα, μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής, μέλος του Συνδέσμου Πρόληψης και Αντιμετώπισης της Βίας στην Οικογένεια του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος του θύματος εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του, αποτελεί μαρτυρία. Επίσης σύμφωνα με τη Μ.Κ.2, η οποία είναι Κοινωνική Λειτουργός και εργάζεται στο γραφείο ευημερίας και άρα εμπίπτει στα πρόσωπα που αναφέρει το άρθρο 14 του Νόμου 119
(1)/2000, η Ι.Κ. στις 11.11.2004 το απόγευμα όταν την επισκέφθηκε στο σπίτι της, στην απουσία της Μ.Κ.1, της είπε ότι η μητέρα της την πειράζει στο πουλάκι της και κλείνει την πόρτα. Διαδοχικά παράπονα μπορούν να αποτελέσουν άμεσο παράπονο με την έννοια του άρθρου 10 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, οι πρόνοιες του οποίου είναι ευρύτερες στην Κύπρο απ΄ότι στην Αγγλία (βλ. Sutton v. The King 14 C.L.R 160 και στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης , Τάκη Ηλιάδη, στις σελ 282-284). Άλλη ενισχυτική μαρτυρία είναι η μαρτυρία της ψυχολόγου Μ.Κ.3, η οποία αφού είχε 6 διαγνωστικές συνεδρίες με την ανήλικη Ι.Κ. μέσα από τις συνομιλίες που είχε μαζί της, την αυθόρμητη επιδίωξη και τη συμμετοχή της σε συμβολικό και φανταστικό παιγνίδι (κούκλες που συμβόλιζαν το γονεικό ζεύγος, τα παιδία και τους παππούδες), αναπαραστάθηκαν εικόνες και πράξεις με σεξουαλική πρόθεση από την μητέρα της (χάϊδεμα των γεννητικών οργάνων καθώς και στοματική επαφή με τα γεννητικά όργανα του παιδιού). Και πάλι με βάση την μαρτυρία της Μ.Κ.3 η συμπεριφορά και η συναισθηματική κατάσταση της Ι.Κ., εκφράζουν αποδιοργανωτικά στοιχεία τα οποία είναι ενδεικτικά της σεξουαλικής κακοποίησης. Με βάση τα πιο πάνω καταλήγω ότι υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία που ενισχύει τη μαρτυρία της παραπονούμενης. Θα ήθελα να διευκρινίσω ότι και στην περίπτωση ακόμα που τα πιο πάνω εσφαλμένα κρίθηκαν ότι αποτελούν ενισχυτική μαρτυρία, θα ήμουν διατεθειμένη να βασιστώ και να ενεργήσω πάνω στη μαρτυρία της παραπονούμενης χωρίς ενίσχυση προειδοποιώντας πάντοτε για τον κίνδυνο να στηριχθεί καταδίκη σε τέτοια μαρτυρία αλλά νοιώθοντας ότι αυτό μπορούσε να γίνει με ασφάλεια. Ενόψει όλων των πιο πάνω, στα αμφισβητούμενα σημεία, δέχομαι την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής και απορρίπτω την εκδοχή της υπεράσπισης. Με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία βρίσκω ότι σε χρόνο που δεν έχει επ' ακριβώς καθοριστεί, αλλά εμπίπτει μέσα στο χρονικό διάστημα που η κατηγορούμενη είχε επικοινωνία με την ανήλικη κόρη της Ι.Κ., και στο χρόνο που καθορίζεται στο κατηγορητήριο, ότι η κατηγορούμενη στο σπίτι της, τουλάχιστον σε μια περίπτωση, άγγιζε την παραπονούμενη στα γεννητικά της όργανα μπροστά με τα δάχτυλα της και με την γλώσσα της την έγλειφε στο σημείο. Στην προκειμένη περίπτωση ο τρόπος με τον οποίο η Μ.Κ.4 περίγραψε ότι δηλαδή με τα χέρια της η κατηγορούμενη άνοιγε τα γεννητικά της όργανα και με την γλώσσα της την έγλειφε προϋποθέτει την αφαίρεση τουλάχιστον του εσώρουχο της ενώ η Ι.Κ. παραπονέθηκε στην Μ.Κ.1, ότι πονούσε. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, καταλήγω ότι οι ενέργειες της κατηγορούμενης συνιστούν άσεμνη επίθεση. Ως εκ τούτου, η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην πρώτη κατηγορία. (Υπ.) ............. Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο