← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Μιχάλη Νικάντρου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 577/08, 05.06.2009

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Μιχάλη Νικάντρου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 577/08, 05.06.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 577/08 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου V

  1. Μιχάλη Νικάντρου
  2. Ντίνου Ψαθά Κατηγορουμένων ____________________________ 05.06.2009 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Δημήτρης Σαββίδης (για να ακούσει απόφαση κ. Παύλος Κυριακίδης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας) Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ευάγγελος Πουργουρίδης (για να ακούσει απόφαση καμιά εμφάνιση) Κατηγορούμενος 2: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Αφορμή για την έκδοση της παρούσας απόφασης αποτελεί η εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου υπεράσπισης του Κατηγορούμενου 2, που υποβλήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του, σε σχέση με το αδίκημα της 3ης κατηγορίας, που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τον αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Ο ευπαίδευτος δημόσιος κατήγορος από την πλευρά του εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του και, όπως υποστήριξε, το Δικαστήριο πρέπει να τον καλέσει σε απολογία. Τα όσα ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι συγκεκριμένοι παράμετροι, που καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορουμένου, έχουν οριοθετηθεί, κατά κύριο λόγο, από τη Δικαστική Πρακτική (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England) του 1962 1 All E.R. σελ. 448 του Λόρδου Πάρκερ, η οποία έκτοτε ακολουθήθηκε κατά κόρον από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Το άρθρο 74
(1)(β) αποτέλεσε, στη διάρκεια του χρόνου, αντικείμενο ευρείας νομολογίας, με την οποία καθορίσθηκαν οι αρχές που πρέπει να έχει υπόψη του το Δικαστήριο, όταν πρόκειται να αποφασίσει εάν υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον κάποιου προσώπου. Στην υπόθεση Ανδρέας Αζίνας V Δημοκρατίας
(1981)2 ΑΑΔ σελ. 9 υιοθετήθηκε πλήρως η Οδηγία Πρακτικής (Practice Direction) του Λόρδου Πάρκερ. Η οδηγία αυτή, από άποψη καθοδήγησης, είναι μεγάλης σημασίας και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο, με καθορισμό των κριτηρίων για την απαλλαγή του Κατηγορουμένου και τη μη κλήση του σε απολογία: Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της Υπεράσπισης και να αθωώσει τον Κατηγορούμενο, όταν κρίνει ότι από την ενώπιόν του μαρτυρία: (α) εξ αντικειμένου, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και (β) διότι η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την Κατηγορούσα Αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο. Το αποδεικτικό βάρος της απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο αυτό συνίσταται στη δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση με το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης (βλέπε σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus, Loizou & Piki, σελ. 111 και 167). Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες, που υπάρχουν, στη μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή (βλέπε The Police V Kallenos
(1980)J.S.C. σελ. 145). Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλέπε Shaban Bin Hussein V Chong Fukkan
(1969)3 All E.R. σελ. 1626). Οπως τονίσθηκε μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Σωτηριάδης V Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. σελ. 102 και Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 363: «Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά βαρύνουν εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και εάν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικών γεγονότων που συνιστούν ή αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Η προσέγγιση του θέματος της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αναλύεται επαρκέστατα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας V Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. σελ. 133 και επόμενες, με ιδιαίτερη αναφορά στις σελίδες 141 και 145, όπου λέχθηκε, ότι τότε μόνο δικαιολογείται διακοπή της δίκης μετά το πέρας της κατηγορίας και αθώωση του κατηγορουμένου όταν: (α) Η μαρτυρία δεν στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος ή ένα από αυτά και όταν (β) Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό, που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι ξεκάθαρα αντικειμενικό. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της δίκης δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση σε αυτό το στάδιο να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου, οπότε αποφασίζεται ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι αναξιόπιστη. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του δικαστηρίου περιορίζεται στο στάδιο αυτό σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» έχει αναλυθεί από την ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση IN RE KAKOS
(1985)1 Α.Α.Δ. σελ. 250. Η υπόθεση R V Calbraith
(1981)2 All E.R. σελ. 124 έχει διευκρινίσει και καθιερώσει το κριτήριο της αντικειμενικής αδυναμίας καταδίκης από την κρινόμενη ανεπάρκεια και αναποτελεσματικότητα της μαρτυρίας σαν θέμα νομικής κρίσης (βλέπε ακόμα και την υπόθεση Fulcher
(1995)2 Cr. App. R. σελ. 251). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, όπως έχει αναλυθεί ανωτέρω, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Τα πιο πάνω νομικά κριτήρια έχουν αναλυθεί και επιβεβαιωθεί σε πλείστες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά αναφέρω: (α) Γενικός Εισαγγελέας V Κουνίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. σελ. 82 (β) Γενικός Εισαγγελέας V Αριστοτέλους
(1992)2 Α.Α.Δ. σελ. 356 (γ) Γεωργιάδης V Αστυνομίας
(1985)2 C.L.R. σελ. 56 (δ) Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων V Καλλή
(1996)2 Α.Α.Δ. σελ. 55 (ε) Δημητρίου v Στόκκου
(1999)2 Α.Α.Δ. σελ. 293 (στ) CH. ZAKAKIOTIS (DISCO) LTD V KALAVAS & ASSOCIATES LTD κ.α.
(1999)2 Α.Α.Δ. σελ. 523 (ζ) Γενικός Εισαγγελέας V Ζαβαλλή
(1999)2 Α.Α.Δ. σελ. 531 (η) Παναγιώτου και Μίτσιγγα v Αστυνομίας, Ποιν. Εφέσεις
(2000)2 Α.Α.Δ. σελ. 191 (θ) Γενικού Εισαγγελέα V Χρίστου,
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 456 Στην Γενικός Εισαγγελέας V Κουννίδης τονίζεται ότι: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο Κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Στις συνεκδικαζόμενες Ποινικές εφέσεις Παναγιώτου και Μίτσιγγα V Αστυνομίας επισημαίνεται ότι: «Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο, όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιόν του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί». Συμπερασματικά το έργο του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο εξικνείται στην αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ' επέκταση εάν αντικειμενικά η μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιόν του δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής περιορίσθηκε στην, εκ συμφώνου, με την πλευρά της υπεράσπισης, κατάθεση από το Λοχία 1003 Κλέανθη Χρυσάνθου (Μ.Κ.1) των ακόλουθων τεκμηρίων:
  1. Επιστολή της Εμιλυς Α. Λεμονιάτη, Δικηγόρου, ημερ. 08.12.2005 (Τεκ. 1)
  2. Επιστολή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, ημερ. 25.08.2006 (Τεκ. 2)
  3. Κατάθεση Πολύκαρπου Γεωργίου, ημερ. 14.12.2006 (Τεκ. 3)
  4. Κατάθεση Ελένης Λεμονιάτη, ημερ. 18.12.2006 (Τεκ. 4)
  5. Κατάθεση Αλεξάνδρας Μιχαήλ, ημερ. 16.12.2006 (Τεκ. 5)
  6. Κατάθεση Λέαντρου Αρέστη, ημερ. 16.12.2006 (Τεκ. 6)
  7. Κατάθεση Εμιλυς Λεμονιάτη, ημερ. 23.12.2006 (Τεκ. 7)
  8. Κατάθεση Λοχ. 1003 Κλεάνθη Χρυσάνθου, ημερ. 22.12.2006 (Τεκ. 8)
  9. Κατάθεση Μιχάλη Νικάνδρου, ημερ. 15.12.2006 (Τεκ. 9)
  10. Κατάθεση Ντίνου Ψαθά, ημερ. 15.12.2006 (Τεκ. 10)
  11. Γραπτή κατηγορία Ντίνου Ψαθά, ημερ. 15.05.2007 (Τεκ. 11) και
  12. Γραπτή κατηγορία Μιχάλη Νικάνδρου, ημερ. 15.05.2007 (Τεκ. 12). Με βάση αυτή τη μαρτυρία έχω να παρατηρήσω τα ακόλουθα σε σχέση με την απόδειξη ή μη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, στο βαθμό και στο επίπεδο που απαιτείται στο στάδιο αυτό: Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι «κατά το Δεκέμβριο του 2006 στην Αναρίτα της Επαρχίας Πάφου χωρίς δικαίωμα ανακοίνωσε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα αρχείου που ήρθε σε γνώση του δηλαδή με σκοπό να βλάψει τα συμφέροντα των άλλων υποψηφίων για τις κοινοτικές εκλογές του 2006 ανακοίνωσε μέρος του αρχείου αλληλογραφίας προς το κοινοτικό συμβούλιο αίτηση της Ελένης Παπαμηνά Λεμονιάτη του χωριού Αναρίτα για ανταλλαγή γης και επιστολή/αλληλογραφία από το κτηματολόγιο Πάφου για το ίδιο θέμα με αιτητές τον Λέαντρο Κλεάνθους, Μιχαήλ Αρέστη και Αλεξάνδρα Κλεάνθους Μιχαήλ όλοι από την Αναρίτα προς το Γεώργιο Πολυκάρπου από την Αναρίτα» (3η κατηγορία). Η Κατηγορία στηρίζεται στα άρθρα 2, 4
(1)(α)(β) και 26
(1)(ε)
(2)του Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου 138(Ι)/2001. Στο άρθρο 2 δίνεται ο ακόλουθος ορισμός: «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» ή «δεδομένα» σημαίνει κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε υποκείμενο των δεδομένων που βρίσκεται εν ζωή. Δε λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δε δύνανται πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων.. Στο άρθρο 4
(1)(α)(β) προνοείται ότι: «4.-
(1)Ο υπεύθυνος επεξεργασίας διασφαλίζει ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα- (α) Υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία (β)συλλέγονται για προσδιορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και δεν υφίστανται μεταγενέστερη επεξεργασία ασυμβίβαστη με τους σκοπούς αυτούς ...........................................................................................................................................................». Στο άρθρο 26
(1)(ε)
(2)προβλέπεται ότι: «26.-
(1)Διαπράττει αδίκημα- ............................................................................................................................................................. (ε) όποιος, χωρίς δικαίωμα, επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιοδήποτε τρόπο, ..............................................................................................................................................................
(2)Αν ο υπαίτιος των πράξεων που αναφέρονται στις παραγράφους (α) έως (ε) του εδαφίου
(1)είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή να βλάψει τρίτο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι πέντε ετών ή χρηματική ποινή μέχρι οχτώ χιλιάδων πεντακοσίων σαράντα τριών ευρώ ή και με τις δυο αυτές ποινές». Από τα κοινά αποδεκτά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης (περιεχόμενο Τεκ. 1 έως 12) προκύπτει ότι: «Στις 12.12.2006 ο Κατηγορούμενος 2, υποψήφιος για το Κοινοτικό Συμβούλιο Αναρίτας, επισκέφθηκε, στα πλαίσια της προεκλογικής του εκστρατείας, τον Πολύκαρπο Γεωργίου στο σπίτι του στην Αναρίτα. Κατά τη διάρκεια αυτής της επίσκεψης ο Κατηγορούμενος 2 έδειξε στον Πολυκάρπου δυο επιστολές (Τεκ. 1 και 2). Το Τεκ. 1 είναι επιστολή, ημερ. 08.12.2005, της δικηγόρου Εμιλυς Λεμονιάτη με παραλήπτη το Κοινοτικό Συμβούλιο Αναρίτας, στην οποία η εν λόγω δικηγόρος ενεργώντας για λογαριασμό της μητέρας της Ελένης Μηνά Παπαμηνά Λεμονιάτη, ζητούσε την αποζημίωση της πελάτιδός της ή την ανταλλαγή ενός οικοπέδου της με ακίνητο ίσης αξίας, επικαλούμενη παράνομη, κατ' ισχυρισμό, επέμβαση του Κοινοτικού Συμβουλίου Αναρίτας σε τεμάχιο της πελάτιδός της, η οποία συνίστατο στην αυθαίρετη ανέγερση γύρω στο 1961 ενός ντεποζίτου νερού, το οποίο χρησιμοποιείτο για την υδροδότηση της κοινότητας. Το Τεκ. 2 είναι επιστολή, ημερ. 25.08.2006, του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου προς
(1)τον Επαρχο Πάφου
(2)τον Επαρχιακό Λειτουργό Πολεοδομίας και Οικήσεως Πάφου
(3)τον Επαρχιακό Λειτουργό Αναδασμού Πάφου και
(4)τον Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου Αναρίτας, με την οποία τους γνωστοποιούνται αιτήματα πέντε ιδιοκτητών ακινήτων στην Αναρίτα, που γειτνίαζαν με τις εγκαταστάσεις του ΚΕΝ Αναρίτας, για ανταλλαγή τους με κρατική γη, λόγω ισχυριζόμενου, από τους αιτητές αρνητικού επηρεασμού των ακινήτων τους από τη γειτνίαση με το ΚΕΝ και ζητούνται οι απόψεις των παραληπτών της επιστολής. Οπως προκύπτει από το περιεχόμενο του Τεκ. 3 ο λόγος που ο Κατηγορούμενος 2 έδειξε τις επιστολές στο Γεωργίου ήταν για να τον επηρεάσει να μην ψηφίσει δυο συνυποψήφιούς του για το Κοινοτικό Συμβούλιο, την Εμιλυ Λεμονιάτη και τον Κλεάνθη Μιχαήλ, καθώς οι επιστολές αφορούσαν αιτήματα συγγενικών τους προσώπων. Η παρούσα υπόθεση προέκυψε μετά από σχετικά παράπονα, που υπέβαλαν στην Αστυνομία η Ελένη Λεμονιάτη (Τεκ. 4), η Αλεξάνδρα Μιχαήλ (Τεκ. 5) και ο Λέαντρος Αρέστη (Τεκ. 6) για παραβίαση του δικαιώματος προστασίας των προσωπικών τους δεδομένων. Από το περιεχόμενο του Τεκ. 7 προκύπτει ότι η επιστολή (Τεκ. 1), εκτός από το Κοινοτικό Συμβούλιο Αναρίτας, απεστάλη στο Υπουργείο Εσωτερικών, στον Επαρχο Πάφου και στο Διευθυντή του Τμήματος Υδάτων Πάφου. Τέλος από το περιεχόμενο του Τεκ. 8 προκύπτει ότι τις επιστολές, στην ουσία αντίγραφα των πρωτοτύπων, έδωσε στον Κατηγορούμενο 2 ο τότε Κοινοτάρχης Αναρίτας, χωρίς να κατονομάζεται, κατά τη διάρκεια πανκοινοτικής συνέλευσης, κατά τη διάρκεια της οποίας αντίγραφα των επιστολών δόθηκαν και σε άλλους ομοχώριους του Κατηγορούμενου 2». Το πρώτο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι εάν οι επιστολές (Τεκ. 1 και 2) περιέχουν προσωπικά δεδομένα των παραπονούμενων. Και αυτό γιατί μόνο σε μια τέτοια περίπτωση η επεξεργασία τους υπάγεται στις διατάξεις του Ν. 138(Ι)/2001 (ο Νόμος). Η απάντηση στο ερώτημα αυτό, κατά την ταπεινή μου άποψη, είναι καταφατική. Υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου στα «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» ή «δεδομένα» περιλαμβάνεται «κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε υποκείμενο των δεδομένων που βρίσκεται εν ζωή». Το δεύτερο ερώτημα, που πρέπει να απαντηθεί, είναι εάν η ενέργεια του τότε Κοινοτάρχη Αναρίτας, να γνωστοποιήσει το περιεχόμενο των Τεκ. 1 και 2 σε κατοίκους της κοινότητας, μεταξύ των οποίων και ο Κατηγορούμενος 2, στα πλαίσια πανκοινοτικής συνέλευσης, ήταν σύννομη ή όχι. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Νόμου «Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη ρητή συγκατάθεσή του». Κάτι τέτοιο αναμφίβολα δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Ομως, σύμφωνα με το άρθρο 5
(2)(α)(δ)(ε) του Νόμου, κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων, όταν (α) «Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρεώσεως του υπεύθυνου επεξεργασίας, η οποία επιβάλλεται από το νόμο», (δ) «η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση έργου δημόσιου συμφέροντος ή έργου που εμπίπτει στην άσκηση δημόσιας εξουσίας και έχει ανατεθεί είτε στον υπεύθυνο επεξεργασίας είτε σε τρίτο, στον οποίο ανακοινώνονται τα δεδομένα» και (ε) «η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος στον οποίο ανακοινώνονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει των δικαιωμάτων, συμφερόντων και θεμελιωδών ελευθεριών των υποκειμένων των δεδομένων». Σύμφωνα δε με το άρθρο 6
(2)(ε) του Νόμου, το οποίο εφαρμόζεται στα ευαίσθητα δεδομένα, με την έννοια του άρθρου 2 του Νόμου, αλλά αναμφίβολα και στα απλά προσωπικά δεδομένα (βλ. ορισμό ευαίσθητων δεδομένων και πιο συγκεκριμένα «ευαίσθητα δεδομένα» σημαίνει τα δεδομένα.............), κατ΄ εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία όταν «αφορά αποκλειστικά δεδομένα τα οποία το υποκείμενο των δεδομένων δημοσιοποιεί ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση ή άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου». Εξάλλου, σύμφωνα, με το άρθρο 46(η) του Περί Κοινοτήτων Νόμου (Ν.86(Ι)/99)ο κοινοτάρχης έχει αρμοδιότητα «να ενημερώνει την κοινότητα για όλες τις γνωστοποιήσεις, τις προκηρύξεις και τα άλλα επίσημα έγγραφα που τυχόν αποστέλλονται σε αυτόν από τον Επαρχο ή από άλλη αρχή της Δημοκρατίας». Στην κρινόμενη περίπτωση το Τεκ. 1 αποστάληκε, εκτός από το Κοινοτικό Συμβούλιο Αναρίτας, στον Υπουργό Εσωτερικών, στον Επαρχο Πάφου και στο Διευθυντή του Τμήματος Υδάτων Πάφου. Στην πράξη δηλ. το περιεχόμενό του δημοσιοποιήθηκε από την αποστολέα της επιστολής. Οσον αφορά το Τεκ. 2 αποτελεί επίσημο έγγραφο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, το οποίο απεστάλη στο Κοινοτικό Συμβούλιο Αναρίτας, για ενημέρωση και απόψεις, και του οποίου το περιεχόμενο ο Κοινοτάρχης Αναρίτας είχε αρμοδιότητα να γνωστοποιήσει στους κατοίκους της κοινότητας. Εξάλλου το έννομο συμφέρον και υποχρέωση, θα έλεγα, του Κοινοτάρχη και του Κοινοτικού Συμβουλίου, στα πλαίσια των αρχών της χρηστής διοίκησης, για την ενημέρωση των κατοίκων της κοινότητας για ζητήματα δημοσίου συμφέροντος, όπως αναμφίβολα ήταν τα ζητήματα που ετίθεντο με τις επιστολές, υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των υποκειμένων των δεδομένων, να μην γίνουν εν γένει γνωστά τα αιτήματά τους, τα οποία, ειρήσθω εν παρόδω, οι ίδιοι οι παραπονούμενοι επικαλέστηκαν και απαίτησαν την ικανοποίησή τους (δηλ. επί της ουσίας και στην πράξη δημοσιοποίησαν). Συνεπώς η δημοσιοποίηση των προσωπικών δεδομένων των παραπονούμενων, που περιέχονταν στα Τεκ. 1 και 2, από τον τότε Κοινοτάρχη Αναρίτας, στα πλαίσια της πανκοινοτικής συνέλευσης, έγινε στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 5
(2)(α)(δ)(ε) και 6
(2)(ε) (συρροή νομίμων βάσεων επεξεργασίας) του Νόμου και είναι για τον λόγο αυτό νόμιμη. Στη βάση της πιο κατάληξης, η ενέργεια του Κατηγορούμενου 2 να γνωστοποιήσει τα δεδομένα στον Γεωργίου, επίσης κάτοικο της κοινότητας, δεν μπορεί να κριθεί, ως ανακοίνωση, με την έννοια του άρθρου 26
(1)(ε) του Νόμου, με τη λογική ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν μπορεί, εκ των πραγμάτων, να θεωρηθεί ότι ανακοίνωσε κάτι που σε προγενέστερο χρόνο είχε σύννομα δημοσιοποιηθεί από τον Κοινοτάρχη σε όλους τους κατοίκους της κοινότητας στα πλαίσια της πανκοινοτικής συνέλευσης. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Καταληκτικά, με βάση το πιο πάνω σκεπτικό, κρίνω, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου 2 στην 3η Κατηγορία και συναφώς αυτός αθωώνεται. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/General/Final (Αναφορά: Ο Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμος του 2001 - Ν.138(Ι)/2001) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.