← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Boris Bojtos κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 9886/2007, 17 Ιουνίου 2009

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Boris Bojtos κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 9886/2007, 17 Ιουνίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 9886/2007 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής - και - 1.Boris Bojtos 2.Branislav Bojtos

  1. Erika Dobronova Κατηγορούμενων ------------------------------- Ημερομηνία: 17 Ιουνίου 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ξ Ξενοφώντος Για Κατηγορούμενο 1: κ. Χ. Φωτίου Κατηγορούμενος 1: παρών ------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η O πρώτος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: (α) Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. (β) Κλοπή κατά παράβαση των άρθρων 255, 262, 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (γ) Χωρίς δικαίωμα λαμβάνει γνώση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά παράβαση του άρθρου 26

(1)(ε) του Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου 138(Ι)/2004 και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (δ) Πρόκληση απώλειας περιουσίας άλλου προσώπου με εισαγωγή ή απόκρυψη δεδομένων ηλεκτρονικού υπολογιστή κατά παράβαση του άρθρου 10(α) του Περί της Σύμβασης κατά του Εγκλήματος μέσω Διαδικτύου Νόμος Ν. 22(III)/2004 και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Όλες τις πιο πάνω κατηγορίες, ο πρώτος κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει από κοινού με τους κατηγορούμενους 2 και 3, για τους οποίους η υπόθεση έχει ήδη ολοκληρωθεί με την παραδοχή τους και την επιβολή ποινής. Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου δεν κλήθηκαν να καταθέσουν οποιοιδήποτε μάρτυρες, κατατέθηκαν όμως εκ συμφώνου διάφορα τεκμήρια, το περιεχόμενο των οποίων δηλώθηκε ως κοινά αποδεχτό γεγονός, εξαιρουμένου του περιεχομένου της κατάθεσης του δεύτερου κατηγορούμενου. Ο συνήγορος του πρώτου κατηγορούμενου, προτού η Κατηγορούσα Αρχή κλείσει την υπόθεση της, ζήτησε από την αυτή να του δοθούν στοιχεία σχετικά με τον δεύτερο κατηγορούμενο ούτως ώστε να καταφέρει να τον κλητεύσει για να τον αντεξετάσει. Δηλώθηκε όμως από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος μετά την έκτιση της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε, στις 14.4.2008 απελάθηκε. Ο πρώτος κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία, δήλωσε δια ανώμοτης δήλωσης ότι είναι αθώος και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Αποτελεί κοινή θέση στην παρούσα υπόθεση ότι το μόνο στοιχείο που έχει στην διάθεση της η Κατηγορούσα Αρχή που εμπλέκει τον πρώτο κατηγορούμενο με τα αδικήματα είναι η κατάθεση του συγκατηγορούμενου του δεύτερου κατηγορούμενου. Επίσης, ακόμη ένα στοιχείο που σύμφωνα με την κα Ξενοφώντος, φαίνεται να συνδέει τον πρώτο κατηγορούμενο με τα αδικήματα είναι η Διεύθυνση στην οποία ήταν εγκαταστημένη η ηλεκτρονική διεύθυνση η οποία χρησιμοποιήθηκε για την διάπραξη μέρους των αδικημάτων (βλέπε επισυνημμένο πίνακα στο Τεκμήριο 12) και στην οποία ο πρώτος κατηγορούμενος διέμενε μαζί με την αρραβωνιαστικιά του. Στοιχείο το οποίο όμως, όπως παραδέχτηκε η κα Ξενοφώντος, δεν είναι από μόνο του ικανό να στηρίζει καταδίκη του πρώτου κατηγορούμενου αφού δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποιο πρόσωπο ήταν πίσω από τον Η/Υ που χρησιμοποιήθηκε για την διάπραξη των αδικημάτων. Ο συνήγορος του πρώτου κατηγορούμενου κατά την αγόρευση του, αφού σχολίασε την δυναμική που υπέχει η κατάθεση του συγκατηγορούμενου του πρώτου κατηγορούμενου στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής και με αναφορά σε νομολογία επί του θέματος, ζήτησε την απόρριψη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής καθότι υπό τις περιστάσεις, ως ήταν η εισήγηση του, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να συνδέει τον πρώτο κατηγορούμενο με τα αδικήματα που του καταλογίζονται. Σε ότι αφορά τo τεκμήριο 16 που είναι η γραπτή κατάθεση του δεύτερου κατηγορούμενου στην Αστυνομία, θα συμφωνήσω ότι δεν αποτελεί αποδεχτή μαρτυρία εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου. Αποτελεί νομικό κανόνα ότι η αναφορά σε μια κατάθεση προς την Αστυνομία από ένα κατηγορούμενο με την οποία εμπλέκει ένα συγκατηγορούμενο στην εκτέλεση μιας κοινής παράνομης πράξης δεν μπορεί να ενοχοποιήσει τον συγκατηγορούμενο. (βλ. R. V. Gunnezwardene
(1951)35 (2 App.R.80), Βρακάς και άλλος ν. Δημοκρατία
(1973)2 CLR 139 Νεάρχου ν. Αστυνομίας 1996 2 ΑΑΔ 438, Κίτα ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 209) Η πιο πάνω αρχή επαναλήφθηκε στην πρόσφατη υπόθεση Γιώργος Ευριπίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 118/2007 ημερομηνίας 29.6.2007 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Εισηγούνται οι συνήγοροι των εφεσειόντων πως η κατάθεση του συγκατηγορούμενου τους στην Αστυνομία δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία εναντίον τους, χωρίς δε αυτή δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να τους ενοχοποιεί. Είναι ορθό πως η ενοχοποιητική γραπτή κατάθεση στην αστυνομία κατηγορούμενου εναντίον του συγκατηγορούμενου αφ΄εαυτής ως έγγραφο δεν είναι αποδεκτή ως μαρτυρία εναντίον του συγκατηγορούμενου. Είναι όμως αποδεκτή μαρτυρία η ένορκη κατάθεση κατηγορούμενου εναντίον συγκατηγορούμενου του, η οποία βεβαίως θα αξιολογηθεί από το Δικαστήριο. Οι καταθέσεις στην Αστυνομία αναμένεται, όπως πάντοτε, να στοιχειοθετήσουν την υπόθεση της εισαγγελικής αρχής εφόσον βέβαια παρουσιαστούν στο Δικαστήριο με τη νενομισμένη διαδικασία». Συνεπακόλουθα αυτά τα οποία αναφέρει στην κατάθεση του ο δεύτερος κατηγορούμενος, ότι δηλαδή ανέφερε στον αδελφό του, που είναι ο πρώτος κατηγορούμενος, ότι είχε κωδικούς της Τράπεζας Κύπρου και ότι όταν σχόλασαν αφού του είπε ο αδελφός του να πάνε στο σπίτι του, πήγαν και συνδέθηκαν με το computer (του αδελφού του) και αφού δοκίμασαν τους κωδικούς που έκλεψε από τον Θανάση συνδέθηκαν με την ιστοσελίδα direct banking της Τράπεζας Κύπρου και αγόρασαν μέσω του πιο πάνω site κωδικούς για τις κάρτες so easy για το ποσό των 20 λιρών ο καθένας, τους οποίους και φύλαξαν σε ένα file της word στο computer του αδελφού του και τους εκτύπωσαν πάνω σε χαρτί και ότι επανέλαβαν τα πιο πάνω ξανά την ίδια ημέρα και αγόρασαν και άλλους κωδικούς και ότι ο αδελφός του, του είπε ότι πούλησε 8 από του κωδικούς για το ποσό των 80 λιρών και του έδωσε τις 40 λίρες, δεν μπορούν ασφαλώς να αποτελέσουν αποδεκτή μαρτυρία εναντίον του συγκατηγορούμενου του, κατηγορούμενου 1. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω αποτελεί νομικό κανόνα, ο οποίος τίθεται σε εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Στην υπόθεση Nasir Mahmoud Malik ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 7707 και 7708 ημερομηνίας 27.1.2008 λέχθηκαν τα εξής με αναφορά στην πρωτόδικη απόφαση: « Αξιολόγησε με λεπτομέρεια τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε, μεταξύ της οποία και τις καταθέσεις των εφεσειόντων στην Αστυνομία. Καθοδηγούμενο ορθά από τη νομολογία, χειρίστηκε τις καταθέσεις του κάθε ενός από τους κατηγορούμενους, ως και τις προφορικές δηλώσεις τους, μόνο ως μαρτυρία εναντίον αυτού που τις έδωσε και όχι εναντίον του συγκατηγορούμενου του (βλ. Κίτα ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 209 και 212). Πέραν των πιο πάνω και παρά το ότι η εξ ακοής μαρτυρία μετά την τροποποίηση του Περί αποδείξεως Νόμου, αποτελεί πλέον αποδεκτή μαρτυρία, η βαρύτητα που θα προσδοθεί σε μια τέτοια μαρτυρία εναπόκειται στο Δικαστήριο, το οποίο μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορούς παράγοντες οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στον νόμο. Στην επιφύλαξη του άρθρου 24 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, προνοείται ότι το Δικαστήριο σε ποινική διαδικασία δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο να μην αποδεχτεί εξ΄ακοής μαρτυρία, αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Όπως είναι νομολογημένο τα δικαιώματα που έχει κάθε διάδικος καθορίζονται ευθέως από το Σύνταγμα και αποτελούν αυθεντικό οδηγό για το πλαίσιο διεξαγωγής της δίκης. Με το άρθρο 30 του Συντάγματος διασφαλίζεται το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη η οποία περιλαμβάνει το δικαίωμα του να «προσάγη ή να προκαλή την προσαγωγήν των μέσων αποδείξεως και να εξετάζη μάρτυρας συμφώνως τω νόμω» 30
(3)(γ). Το άρθρο 12
(5)(δ) του Συντάγματος κατοχυρώνει τα ελάχιστα δικαιώματα κάθε κατηγορούμενου μεταξύ των οποίων περιλαμβάνει το δικαίωμα του να «εξετάζει ή να προκαλεί την εξέταση μαρτύρων κατηγορίας.» Στην υπόθεση Ευθύβουλος Λιασίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 434, το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την καταδίκη του εφεσείοντα που βασίστηκε μεταξύ άλλων στην αποδοχή κατάθεσης σαν τεκμήριο προσώπου που έδωσε στην αστυνομία χωρίς το πρόσωπο αυτό να παρουσιαστεί στη δίκη. Κρίθηκε ότι με τον τρόπο αυτό ο εφεσείοντας στερήθηκε του δικαιώματος να αντεξετάσει το πρόσωπο που έδωσε τη κατάθεση, εκτρέποντας όπως αναφέρθηκε την διαδικασία για τη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου έξω από το πλαίσιο της δίκαιης δίκης. Επίσης αναφέρθηκαν στην υπόθεση Λιασίδης, τα εξής: «Η συνάρτηση του δικαιώματος της δίκαιης δίκης με το δικαίωμα κάθε διαδίκου να αντεξετάζει τους μάρτυρες που καταθέτουν εναντίον του είναι συνυφασμένη με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης. Χωρίς το όπλο αυτό, ο διάδικος στερείται των εχεγγύων της φυσικής δικαιοσύνης για την υπεράσπιση του. Το δικαίωμα αυτό εμπεριέχεται στην έννοια της δίκαιης δίκης και κατοχυρώνεται ευθέως σε κάθε δικαστική διαδικασία από τις πρόνοιες του άρθρου 30
(3)(γ) του Συντάγματος». Ο κατηγορούμενος 1 στην κατάθεση του Τεκμήριο 8 αρνείται οποιαδήποτε ανάμιξη στα αδικήματα και δεν αναφέρει οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ενοχοποιητικό στοιχείο εναντίον του, ενώ στην γραπτή κατηγορία του (Τεκμήριο 9) απαντά μη παραδοχή. Περαιτέρω, από το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρία της και των παραδεχτών γεγονότων, δεν υπάρχει κανένα άλλο ενοχοποιητικό στοιχείο εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου σε σχέση με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει στο κατηγορητήριο. Η αναφορά στον επισυνημμένο πίνακα του τεκμηρίου 12, των κατόχων των ηλεκτρονικών διευθύνσεων IP, όπου μια εξ αυτών είναι η αρραβωνιαστικιά του πρώτου κατηγορούμενου και η διεύθυνση εγκατάστασης της ηλεκτρονικής διεύθυνσης με αριθμό IP 213.7.106.175, από την οποία και έγινε, σύμφωνα με την μαρτυρία, μέρος των παράνομων συναλλαγών, είναι η ίδια με αυτή του δίνει ο πρώτος κατηγορούμενος στην κατάθεση του (Τεκμήριο 8), ως διεύθυνση διαμονής του (Γεώργιου Ιωαννίδη Ερατώ Κώρτ 9), δεν μπορεί να οδηγήσει ασφαλώς σε συμπέρασμα ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν αυτός που χρησιμοποίησε τον Η/Υ και τους κωδικούς του παραπονούμενου και προέβη στην αγορά αριθμών προπληρωμμένης σύνδεσης so easy της CYTA από τον λογαριασμό του ή ότι αυτός συνεργάστηκε, προς επίτευξη του πιο πάνω παράνομου σκοπού, με άλλο πρόσωπο. Συνεπακόλουθα δεν υπάρχει καμία αποδεχτή μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου, ως ήταν και η εισήγηση του συνηγόρου του πρώτου κατηγορούμενου στη βάση της οποίας το Δικαστήριο θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη του. Υπό το φως των πιο πάνω ο πρώτος κατηγορούμενος αθωώνεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει στο κατηγορητήριο. Τα έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής εκ 235 ευρώ να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. ........... (Υπ) Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.