Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Δημήτρης Περικέντης, Aρ. Υπόθεσης: 13224/2006, 19 Ιουνίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 13224/2006 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής - και - Δημήτρης Περικέντης Κατηγορουμένου ----------------------------- Ημερομηνία: 19 Ιουνίου 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ξενοφώντος Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χ. Φωτίου Κατηγορούμενος : Παρών ------------------------------ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: 1) Πλαστογραφία κατά παράβαση, των άρθρων 331,332,333(δ)(ι) και 335 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την 3ην Μαρτίου 1992 στη Πάφο της Επαρχίας Πάφου, κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό την καταδολίευση ήτοι πλαστογράφησε το ιδρυτικό έγγραφο και καταστατικό της εταιρείας «ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΡΙΚΚΕΝΤΗΣ ΛΤΔ» θέτοντας την υπογραφή της Κυριακούς Περικκέντη από την Πάφο, άνευ εξουσιοδοτήσεως. 2) Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των Άρθρων 331,332, 333, 335 και 339 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την 15ην Δεκεμβρίου 1992 στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, εν γνώσει του έθεσε σε κυκλοφορία πλαστά έγγραφα, δηλαδή το ιδρυτικό και καταστατικό της εταιρείας «ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΡΙΚΚΕΝΤΗΣ ΛΤΔ» που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, παρουσιάζοντας το στα γραφεία του Εφόρου Εταιρειών στην Λευκωσία. 3) Εξασφάλιση εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση του άρθρου 305 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και Νόμος 43/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της τρίτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τρόπο και χρόνο που αναφέρεται στην δεύτερη κατηγορία, εσκεμμένα ενήργησε στη εξασφάλιση εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις, ήτοι παράδωσε στα γραφεία του Εφόρου Εταιρειών στη Λευκωσία το ιδρυτικό έγγραφο και το καταστατικό της εταιρείας «ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΡΙΚΚΕΝΤΗΣ ΛΤΔ» που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, με αποτέλεσμα να εξασφαλίσει την εγγραφή της πιο πάνω εταιρείας. Έχει υποβληθεί από την Υπεράσπιση θέμα καθυστέρησης στη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου καθότι έχουν παρέλθει 17 έτη από την κατ΄ ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων και 4 έως 5 έτη από την ημερομηνία έναρξης της δίωξης, χρόνος, ο οποίος, σύμφωνα πάντα με την υπεράσπιση, είναι τέτοιος ο οποίος όχι μόνο εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του άρθρου 6.1 της ΕΣΔΑ αλλά επιβάλει την άμεση εφαρμογή τους. Ανέφερε ο κ. Φωτίου, πως στην παρούσα υπόθεση έχουν παρέλθει 4 χρόνια από την έναρξη της διαδικασίας χωρίς να έχει αρχίσει ακόμα η ακροαματική διαδικασία και πως οι μάρτυρες θα κληθούν να καταθέσουν για γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα πριν από 17 έτη παράμετρος η οποία επιδεινώνει ακόμη περισσότερο τη θέση του κατηγορούμενου αφού εγκυμονεί λόγω της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος ο κίνδυνος να μην τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η αλήθεια και τα πραγματικά γεγονότα. Στο ερώτημα αν έχει επηρεαστεί και αν θα επηρεαστεί το δικαίωμα του κατηγορούμενου να τύχει δίκαιης δίκης, σύμφωνα με τον συνήγορο του, η απάντηση, ενόψει όλων των πιο πάνω πραγματικών περιστάσεων και νομικών κανόνων που ρυθμίζουν το ζήτημα δεν μπορεί παρά να είναι καταφατική και για αυτό ο κατηγορούμενος ζητά όπως το δικαστήριο τον απαλλάξει στο στάδιο αυτό καθότι έχει παρέλθει προ πολλού ο εύλογος χρόνος διεξαγωγής της δίκης. Προς υποστήριξη των ανωτέρω θέσεών του ο συνήγορος του κατηγορούμενου αναφέρθηκε σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του ΕΔΑΔ, στις οποίες παρέπεμψε το Δικαστήριο και οι οποίες, κατά την άποψή του, θεμελιώνουν την ορθότητα των εισηγήσεών του. Από την πλευρά της η Κατηγορούσα Αρχή, αναφορικά με την πορεία των εξετάσεων και άλλων στοιχείων που μπορούν να ρίξουν φως στην πορεία της υπόθεσης παρουσίασε μαρτυρία. Σύμφωνα με τον εξεταστή της υπόθεσης, Αστ. 2495 Ανδρόνικο Τσαπή του ΤΑΕ Πάφου, το γραπτό παράπονο της παραπονούμενης στην Αστυνομία έγινε στις 30.5.2005 όπου σύμφωνα με την παραπονούμενη μετά από εξετάσεις που έκανε διαπίστωσε ότι πλαστογραφήθηκε η υπογραφή της σε έγγραφα της Εταιρείας Δημήτρης Περικκέντη Λτδ κάτι το οποίο δεν γνώριζε το έτος 1992 αλλά διαπίστωσε λίγο χρόνο πριν από την καταγγελία. Μετά την καταγγελία, η αστυνομία προχώρησε στην λήψη καταθέσεων, δειγμάτων γραφής και υπογραφής από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, παραλήφθηκαν τα πρωτότυπα έγγραφα που αναφέρθηκε ότι πλαστογραφήθηκαν, τα οποία στάλθηκαν στον κλάδο γραφολογίας για γραφολογικό έλεγχο. Η έκθεση του γραφολόγου ετοιμάστηκε την 28/2/2006 και στάληκε στην αστυνομία μετά από κάποιες ημέρες. Ο κατηγορούμενος, επειδή συνδέθηκε γραφολογικά με την υπόθεση, κατηγορήθηκε στις 19/4/2006 και ακολούθως αφού συμπληρώθηκε ο φάκελος διαβιβάστηκε στον υπεύθυνο του στις 30/4/2006, και στη συνέχεια προωθήθηκε στην εισαγγελία για καταχώρηση στις 3/7/
- Η κα Ξενοφώντος με την σειρά της, διαφώνησε με την εισήγηση της υπεράσπισης. Σύμφωνα με την κα Ξενοφώντος, η Κατηγορούσα Αρχή, θεωρεί ότι τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, είναι τέτοια, που όταν το Δικαστήριο τα εξετάσει, θα διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει παραβίαση του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος και του άρθρου 6
(1)της ΕΣΔΑ, προς τούτο έκανε αναφορά στο χρόνο της καταγγελίας, στο χρόνο που τα αδικήματα, διαπιστώθηκε ότι διαπράχθηκαν, σύμφωνα με την παραπονούμενη το έτος 2005, καθώς και στο τρόπο διερεύνησης της υπόθεσης και στα όσα ακολούθησαν μετά την καταγγελία στα πλαίσια των εξετάσεων. Επίσης αναφέρθηκε στην πορεία της υπόθεσης μετά την καταχώρηση του κατηγορητηρίου και στους λόγους αναβολής της Υποστήριξε πως το γεγονός ότι, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, το κατ΄ ισχυρισμό αδίκημα, φαίνεται να διαπράχθηκε το 1992, δε μπορεί να οδηγήσει σε κατάργηση της δίκης και σε συμπέρασμα ότι παραβιάστηκε το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος αφού σύμφωνα με την νομολογία το θέμα εξετάζεται με αφετηρία την ημέρα σύλληψης ή καταγγελίας κατηγορούμενου. Στη προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τον εξεταστή της υπόθεσης η παραπονούμενη υπέβαλε γραπτώς το παράπονο της στην αστυνομία την 30/6/05 και ήταν τότε που η υπόθεση άρχισε να διερευνάται ενώ ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε από την αστυνομία στις 19/4/2006. Αυτές, σύμφωνα με την κα Ξενοφώντος είναι οι ημερομηνίες που θα πρέπει το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του για να αποφασίσει επί του εγερθέντος ζητήματος και όχι η ημερομηνία διάπραξη του αδικήματος. Αναφέρθηκε επίσης και στις περιπτώσεις που και αν ακόμα το δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει παραβίαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του αντίστοιχου της ΕΣΔΑ, αυτό το γεγονός δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην απαλλαγή του κατηγορούμενου αλλά δύναται να αποτελέσει και να προσμετρήσει ως μετριαστικός παράγοντας. Για την έκδοση της παρούσας απόφασής μου, έχω λάβει υπόψη μου, τα όσα εισηγήθηκαν κατά τις αγορεύσεις τους, οι συνήγοροι και έχω μελετήσει επισταμένα τη Νομολογία, στην οποία με παρέπεμψαν. Αναφορικά με το στάδιο της δίκης κατά το οποίο δύναται να εγερθεί ισχυρισμός για παραβίαση δικαιωμάτων κατηγορούμενου, ζήτημα που έθιξε ο συνήγορος υπεράσπισης, στην υπόθεση Σιακόλας ν. Federal Bank
(1998)1 (Γ) ΑΑΔ 1330 αναφέρθηκε ότι δεν υπάρχει περιορισμός ως προς το στάδιο της δίκης που μπορούν να εγερθούν ισχυρισμοί για παραβίαση δικαιωμάτων φτάνει να εγερθούν μέσα στα πλαίσια της δίκης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου. Το δικαίωμα αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και παράλληλα οριοθετεί τα όρια μέσα στα οποία ασκείται η δικαστική εξουσία και, κατ΄ επέκταση, διασφαλίζεται η πιο πάνω συνταγματική επιταγή. Το δικαίωμα που κατοχυρώνει το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, είναι όμοιο με το δικαίωμα που κατοχυρώνεται με το άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Aνθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε με τον Νόμο 39/62 και προνοεί ότι: «Έκαστος κατά την διάγνωση των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ΄αυτού ποινικής κατηγορίας δικαιούται ανεπηρέαστου δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας εντός εύλογου χρόνου ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυόμενου δια νόμου». Η σχετική διασφάλιση σκοπό έχει να υπογραμμίσει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες δυνατό να θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της (H. V. France
(1990)12 E.H.R.R. 74). Στις ποινικές υποθέσεις εξυπηρετεί ακόμη ένα σκοπό. Προστατεύει τα άτομα από μια μακρά κατάσταση αβεβαιότητας για την τύχη τους ( Stogmuller v. Austria (1979-80) 1 E.H.R.R. 155). Στο σύγγραμμα του κ. Λοΐζου «Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας» στη σελ. 188, μεταξύ άλλων αναφέρονται τα ακόλουθα: «... Κρίθηκε ότι η υπερβολική καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης συνιστά σημαντικό κίνδυνο, ειδικά προς το σεβασμό του κράτους δικαίου. Το Σύνταγμα καθιστά τη διασφάλιση ακριβοδίκαιης δίκης ευθύνη του δικαστηρίου» Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χ. Καψού
(2004)2 ΑΑΔ 127, αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το σκοπό της συνταγματικής πρόνοιας για διάγνωση της ποινικής ευθύνης κάποιου κατηγορούμενου εντός εύλογου χρόνου: «Είναι προφανής ο σκοπός της συνταγματικής πρόνοιας. Είναι η προστασία του κατηγορούμενου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις. Δεν είναι δυνατό ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης». Στην απόφαση του Εφετείου Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 294 κρίθηκε, ότι διάγνωση της ευθύνης διαδίκου έξω από τα συνταγματικά θέσμια που ορίζει το άρθρο 30.2 αποτελεί εκτροπή από τα συνταγματικά θέσμια και καθιστά την διαδικασία άκυρη (βλ. επίσης Rsaras and Another v. Republic
(1987)2 CLR 131) Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία επί του προκειμένου είναι ταυτόσημη με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το εύλογο διάστημα αποφασίζεται με καθιερωμένα κριτήρια. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μενελάου
(2004)2 ΑΑΔ 233 λέχθηκαν τα εξής: Το εύλογο διάστημα αποφασίζεται με καθιερωμένα κριτήρια όπως, η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η σημασία για εκείνον που υποβάλλει το αίτημα, η στάση των αρχών και η συμπεριφορά του ιδίου του αιτούντος. Στην Σειρά «Θεσμικά Κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης» των Donna Gomien, David Harris και Leo Zwack, σε επιμέλεια και μετάφραση των Γ. Αμίτση και Τσατσαρέλη διαβάζουμε τα ακόλουθα σε ελληνική μετάφραση: «Η συνολική διάρκεια της διαδικασίας είναι προφανώς αντικειμενικό γεγονός, εφόσον βέβαια είναι γνωστά τα χρονικά της ορόσημα υπεισέρχονται, όμως και άλλοι παράγοντες όταν χρειάζεται να εκτιμηθεί ο εύλογος χαρακτήρας της προθεσμίας. Η Επιτροπή και το Δικαστήριο εφάρμοσαν ειδικότερα τα ακόλουθα κριτήρια: 1. την πολυπλοκότητα της υπόθεσης. 2. την σημασία για εκείνον που υποβάλλει το αίτημα 3. την συμπεριφορά του ίδιου του αιτούντα και 4. την στάση των διοικητικών και δικαστικών αρχών (βλ. επίσης υπόθεση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 203) Στην ανάλυση που ακολουθεί, και σε αναφορά με την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, επισημαίνεται πως αυτή σχετίζεται ταυτόχρονα με θέματα πραγματικών περιστατικών και δικαίου, όπως η φύση και σοβαρότητα των συγκεκριμένων ζητημάτων ή παραβάσεων, ο αριθμός των ζητημάτων και των αξιόποινων πράξεων που μελετώνται στην ίδια υπόθεση, η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Σε σχέση δε με τη σημασία που το ζήτημα έχει για τον αιτούντα, σημειώνεται πως εφαρμόζεται γενικά πιο αυστηρό κριτήριο όταν πρόκειται για ποινικές διαδικασίες, ιδιαίτερα όταν ο κατηγορούμενος τελεί υπό προφυλάκιση. Η συμπεριφορά δε αυτού που επικαλείται το δικαίωμα, εδώ του εφεσίβλητου, μη συνεργασίας ή κωλυσιεργίας λαμβάνεται επίσης υπόψη. Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στις εκδόσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης (Νο 13), αναφορικά με το άρθρο 6 της Σύμβασης, όπου γίνεται παραπομπή σε αποφάσεις, στις οποίες η επίμαχη χρονική περίοδος κρίθηκε εύλογη ή μη ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά στην κάθε υπόθεση». Η πολυπλοκότητα μπορεί να οφείλεται στον αριθμό των κατηγοριών και των κατηγορούμενων (βλ. Ringeisen v. Austria (No.2)
(1971)1 E.H.R.R. 455) στην ανάγκη εξασφάλισης μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων (βλ. Wemhoff ν. FRG A7
(1968)και στον όγκο της μαρτυρίας που θα παρουσιαστεί ( βλ. Eckle ν. Germany
(1982)51 EHRR). Στην υπόθεση Μενελάου (πιο πάνω) επισημάνθηκε, ότι η πολυπλοκότητα της υπόθεσης σχετίζεται ταυτόχρονα με θέματα πραγματικών περιστατικών και δικαίου, όπως η φύση και η σοβαρότητα των συγκεκριμένων ζητημάτων, ο αριθμός των ζητημάτων και των αξιόποινων πράξεων που μελετούνται στην ίδια υπόθεση και η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Ο αριθμός των κατηγορούμενων και η φύση των κατηγοριών μπορεί να δικαιολογήσει καθυστέρηση στη συμπλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις δόλου, πλαστογραφίας εγγράφων, κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων και συνωμοσία για τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων. Στην υπόθεση Μενελάου (πιο πάνω) καταγράφεται σε μετάφραση το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα των D.J. Harris M. O' Boyle και C. Warbrick Law of the European Convention of Human Rights»: « Το εύλογο του χρόνου της δικαστικής διαδικασίας τόσο σε ποινικές όσο και σε μη ποινικές υποθέσεις εξαρτάται από το ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Δεν υπάρχει δογματικά καθορισμένο χρονικό διάστημα. Παράγοντες που πάντοτε λαμβάνονται υπόψη είναι η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η συμπεριφορά του αιτητή και η συμπεριφορά των αρμοδίων διοικητικών και δικαστικών αρχών. Κανένας ειδικός παράγοντας δεν είναι καθοριστικός. Η ορθή προσέγγιση είναι η εξέταση του κάθε παράγοντα ξεχωριστά και μετά ο υπολογισμός των σωρευτικών τους επιπτώσεων. Μονολότι, κάποιες περιπτώσεις καθυστέρησης που βαρύνουν την πολιτεία μπορεί να φαίνονται εύλογες, δυνατόν να μην κριθούν εύλογες, αν οι πιο πάνω παράγοντες προσμετρήσουν. Δεν υπάρχει οποιοδήποτε δόγμα αξιολόγησης του χρόνου, τουλάχιστον, ρητά όταν υπολογίζεται το εύλογο του. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απλά προβαίνει στην δική του αξιολόγηση για το χρονικό διάστημα που διέρρευσε. Όταν δε το κάνει αυτό μπορεί να έχει υπόψη του ότι το άρθρο 6 απαιτεί μόνο τέτοια επίσπευση, η οποία θα είναι συμβατή με τον ορθό τρόπο απονομής της δικαιοσύνης». Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου των Λόρδων στην υπόθεση Attorney General's Reference (No2/01) η οποία δημοσιεύθηκε στους Times Law Reports. Αποφασίστηκε, πως ποινική διαδικασία δυνατόν να ανασταλεί για το λόγο, ότι υπήρξε παραβίαση της αρχής της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης κατηγορούμενου εντός εύλογου χρόνου, αλλά τούτο μπορεί να γίνει μόνο, εφόσον δεν θα ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιης δίκης ή για κάποιο λόγο που είναι πειστικός θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον του κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Bunkate v. The Netherlands
(1995)19 EHRB 477, σημειώθηκε πλήρης αδράνεια δεκαπέντε μηνών στην ακροαματική διαδικασία που οφειλόταν στη καθυστέρηση διαβίβασης του φακέλου της υπόθεσης από το Εφετείο στο Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε, ότι η πλήρης αδράνεια στην προώθηση της υπόθεσης, για την οποία καμία δικαιολογία δεν είχε δοθεί, παραβίαζε την επιταγή του εύλογου χρόνου. Στην υπόθεση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 203, ο Δικαστής κ.Πικής, όπως ήταν τότε, συνοψίζοντας την νομολογία του Ευρωπαικού Δικαστηρίου για τον καθορισμό του μέτρου, για το εύλογο του χρόνου, στην σελ. 22, ανέφερε τα εξής: « Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υποστηρίζει, όπως υποδεικνύεται, ότι στον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, με αφετηρία την ημέρα σύλληψης του κατηγορούμενου, λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης. η συμπεριφορά των ανακριτικών και δικαστικών αρχών, καθώς και εκείνη του κατηγορούμενου. Οι ίδιες αρχές υποστηρίζονται και από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής του Αγγλικού Ανακτοβουλίου (P.C) στην υπόθεση Bell v. DPP of Jamaica
(1985)2 All ER 585, στην οποία ερμηνεύθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 20
(1)του Συντάγματος της Ιαμαικής που αντιστοιχούν σε μεγάλο βαθμό με εκείνες που κατοχυρώνονται από το άρθρο 30.2 του Κυπριακού Συντάγματος. Άξιες μνείες είναι οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη ότι σύμφωνα με τις αρχές του κοινού δικαίου τα Δικαστήρια έχουν συμφυή δικαιοδοσία να παρεμποδίσουν καθυστερήσεις στην εκδίκαση υποθέσεων που οδηγούν σε καταπιεστική (oppressive) μεταχείριση του κατηγορούμενου» Στην υπόθεση Ζήνωνος ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 71, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού σημείωσε, ότι ο λόγος της καθυστέρησης της καταχώρησης ποινικής υπόθεσης οφειλόταν στον πολύπλοκο χαρακτήρα του κατηγορητήριου, που περιλάμβανε 55 κατηγορίες εναντίον 2 κατηγορούμενων και οι οποίες περιλάμβαναν κατηγορίες για πλαστογραφία εγγράφων, κυκλοφορία πλαστών εγγράφων και συνωμοσία και ότι η ποινική ευθύνη εφεσείοντος διαπιστώθηκε μέσα σε χρονικό διάστημα 2 χρονών και 7, κατέλεξε στο συμπέρασμα, ότι η καθυστέρηση δεν ήταν υπό τις περιστάσεις υπερβολική. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου στην καθυστέρηση της διεκπεραίωσης μιας ποινικής υπόθεσης δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Αν και ένας κατηγορούμενος δεν έχει την υποχρέωση να «συνεργαστεί ενεργητικά με τις δικαστικές εξουσίες» το κράτος δεν φέρει καμία ευθύνη για καθυστέρηση, η οποία σημειώνεται όταν ο κατηγορούμενος αρνείται να διορίσει δικηγόρο (βλ. Corigliano v. Italy A57
(1982)ή ξεφεύγει από τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου ή εξαφανίζεται ενόσω εκκρεμεί εναντίον του η εκδίκαση της υπόθεσης. Σε μια τέτοια περίπτωση το χρονικό διάστημα που διαρρέει δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη προς όφελος του στον καθορισμό του εύλογου χρόνου. Όσον αφορά τη συμπεριφορά των δικαστικών οργάνων πρέπει να λεχθεί ότι η εκδίκαση ποινικών υποθέσεων απαιτεί την όσο το δυνατό συντομότερη διεκπεραίωση τους. Στην υπόθεση Abdoella v. The Netherlands
(1995)20 EHRR 585, στην οποία είχε σημειωθεί καθυστέρηση 4 ½ χρονών από την σύλληψη του κατηγορούμενου μέχρι την συμπλήρωση της τελευταίας έφεσης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε, ότι υπήρξε παραβίαση της επιταγής του εύλογου χρόνου. Για σκοπούς εξέτασης του πιο πάνω αναφερόμενου ζητήματος, είναι ορθό όπως γίνει αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης. Tα αδικήματα των κατηγοριών σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων διαπράχθηκαν το έτος
- Σύμφωνα με τα ενώπιον μου στοιχεία η διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης από την αστυνομία άρχισε μετά την καταγγελία της συζύγου του κατηγορούμενο προς στην αστυνομία, η οποία έγινε την 30.5.2005, αφού, σύμφωνα με την παραπονούμενη, μετά από εξετάσεις που έκανε διαπίστωσε ότι πλαστογραφήθηκε η υπογραφή της σε έγγραφα της Εταιρείας Δημήτρης Περικκέντη Λτδ, κάτι το οποίο δεν γνώριζε το έτος
- Ακολούθησαν εξετάσεις τις αστυνομίας, οι οποίες φαίνεται να ολοκληρώθηκαν με την λήψη των γραφολογικών αποτελεσμάτων τα οποία ετοιμάστηκαν στις 28/2/
- Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε από την αστυνομία στις 19/4/
- Στην συνέχεια, με την συμπλήρωση του φακέλου της υπόθεσης, αυτός διαβιβάστηκε στον υπεύθυνο του εξεταστή στις 30/4/2006, και στη συνέχεια προωθήθηκε στην εισαγγελία για καταχώρηση στις 3/7/
- Το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο στις 4.10.2006, η έγκριση του οποίου, έγινε στις 26/9/
- Έχοντας υπόψη μου τον χρόνο της καταγγελίας, τον χρόνο που η αστυνομία χρειάστηκε για να διερευνήσει την υπόθεση, και την ημερομηνία καταχώρησης της υπόθεσης αυτής, σε συνδυασμό και με την φύση των αδικημάτων καταλήγω ότι το χρονικό διάστημα των 16 μηνών, από την καταγγελία μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου, δεν μπορεί να αποτελέσει και να χαρακτηριστεί ως καθυστέρηση. Αποτελεί γεγονός ότι η ακρόαση της υπόθεσης ακόμη δεν άρχισε. Από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου μέχρι σήμερα έχουν παρέλθει 2 χρόνια και 8 μήνες. Το ιστορικό της υπόθεσης, μετά την καταχώρηση του κατηγορητηρίου έχει ως εξής: Στις 26.10.2006, ημερομηνία πρώτης εμφάνισης, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τις κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 22.3.
- Στις 22.3.2007 η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά μασά από αίτημα της υπεράσπισης για να μελετηθούν τα γραφολογικά αποτελέσματα και ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση την 24.9.
- Στις 24.9.2007 αναβλήθηκε, επίσης μετά από αίτημα της υπεράσπισης καθότι δεν είχε ετοιμαστεί η έκθεση του δικούς τους γραφολόγου και η υπόθεση επαναορίστηκε για ακρόαση την 26.2.
- Στις 26.2.2008 αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και ορίστηκε για ακρόαση την 16.7.
- Στις 16.7.2008 αναβλήθηκε επίσης λόγω έλλειψης χρόνου του δικαστηρίου και η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση την 26.11.2008 ημερομηνία που η υπεράσπιση έθεσε ζήτημα ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου ακολούθησε ακρόαση επί του εγερθέντος ζητήματος και το Δικαστήριο έκδωσε ενδιάμεση απόφαση στις 22.1.2009 και επαναόρισε την υπόθεση για ακρόαση την 13.3.2009 ημερομηνία που ο κατηγορούμενος απουσίαζε λόγω προβλήματος υγείας και εναντίον του εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης. Στις 20.3.2009 ημερομηνία που ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση ξανά για ακρόαση την 20.5.2009 όπου τέθηκε το ζήτημα της καθυστέρησης. Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω, ότι η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε σε κάποιες περιπτώσεις μετά από αίτημα της πλευράς της υπεράσπισης και λογω της απουσίας του κατηγορούμενου σε μια περίπτωση δηλαδή και η συμπεριφορά του κατηγορούμενου, μεταξύ άλλων, συνέτεινε στην καθυστέρηση της έναρξης της ακρόασης της υπόθεσης. Σύμφωνα με την νομολογία καθυστέρηση η οποία οφείλεται αποκλειστικά στον κατηγορούμενο και προκαλείται από αυτόν δεν προσμετρά στον καθορισμό τους εύλογου χρόνου διεξαγωγής της δίκης (βλ. Σταμάτη Νικολαίδη ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 1964) Το ζήτημα που πολύπλοκου της υπόθεσης, θα μπορούσε να εξεταστεί αφού διαπιστώνετο καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης κάτι τέτοιο δεν παρατηρείται στην προκειμένη περίπτωση, αφού η υπόθεση καταχωρήθηκε σε χρόνο που αντικειμενικά δεν μπορεί να κριθεί ως υπέρμετρος, όπως πιο πάνω αναφέρω. Η πολυπλοκότητα της επίσης θα μπορούσε να διαπιστωθεί και από τον χρόνο που χρειάζεται για την ολοκλήρωσης της ακρόασης, που στην προκειμένη περίπτωση εφόσον δεν άρχισε ακόμη η ακρόαση της υπόθεσης δεν μπορεί να συνυπολογιστεί ο χρόνος αυτός. Στην προκειμένη περίπτωση από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου μέχρι σήμερα έχοντας υπόψη μου και την συμπεριφορά του κατηγορούμενου η οποία εν μέρει συντέλεσε στην μη έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, το χρονικό διάστημα που διέρρευσε, κατά την άποψη μου δεν είναι τέτοιο το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι καταστρατηγεί τις πρόνοιες του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του άρθρου 6.1 της ΕΣΔΑ. Στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 330, σε σχέση με τη στιγμή που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σαν η ημερομηνία έναρξης της ποινικής δίωξης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στις ποινικές υποθέσεις η διασφάλιση του εύλογου χρόνου αρχίζει από την ημερομηνία της διατύπωσης της κατηγορίας μέχρι την ημερομηνία της τελικής εκδίκασης της, περιλαμβανομένης και της εξάντλησης της διαδικασίας της εφέσεως (Eckle v. Federal Republic of Germany [1983] 5 Ε.Η.R.R. 1). Ένα πρόσωπο υπόκειται σε κατηγορία εντός της έννοιας του αρ. 6 της Σύμβασης όταν ειδοποιείται επισήμως για τους εναντίον του ισχυρισμούς ή όταν επηρεάζεται ουσιωδώς από τη διαδικασία που καταχωρείται εναντίον του. (Deweer v. Belgium [1979 - 1980] 2 E.H.R. R. 439). Σε μια εύκολη υπόθεση (Straight Forward) αυτή είναι ημερομηνία που ο κατηγορούμενος κατηγορείται από την αστυνομία. (Ewing v. U.K. [1988] 10 E.H.R.R. 141 και Χριστόπουλος v. Αστυνομίας
(2001)ΑΑΔ 100, 105). Πλην όμως σε υποθέσεις όπου καθυστερεί η διατύπωση του κατηγορητηρίου ο χρόνος δυνατόν να αρχίζει από την ημερομηνία της σύλληψης ή από την ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος ενημερώνεται (becomes aware) ότι εξετάζεται άμεσα η πιθανότητα ποινικής δίωξης του». Και πιο πάνω στη σ. 355 της ίδιας απόφασης λέχθηκαν για το επί μέρους αυτό ζήτημα τα ακόλουθα: «Αφετηρία για την επιμέτρηση του εύλογου χρόνου στην παρούσα υπόθεση είναι η 16.9.98 ημερομηνία κατά την οποία ο εφεσείων κατηγορήθηκε γραπτώς από την αστυνομία (βλ. Χριστόπουλος, πιο πάνω). Μόνο σ΄ αυτό το χρόνο επηρεάστηκε ο εφεσείων ουσιαστικά ώστε να θεωρείται ότι βρισκόταν υπό κατηγορία. Η ποινική του ευθύνη διαπιστώθηκε στις 6.11.02 σε διάστημα 4 ετών και 5 μηνών. Σημειώνουμε ότι η καταγγελία έγινε στις 12.3.96 και ο εφεσείων κατηγορήθηκε γραπτώς στις 16.9.
- Όπως υπέδειξε και το πρωτόδικο Δικαστήριο: «.Όντως υπάρχει καθυστέρηση στη διερεύνηση της υπόθεσης από την αστυνομία η οποία διαφαίνεται από την ολιγωρία που επέδειξε αλλά και από τις αμφιταλαντεύσεις που υπήρξαν. Οι ανακρίσεις ενώ φαίνεται ότι αρχικά είχαν συμπληρωθεί, μετά επανήρχισαν και τα τεκμήρια που είχαν ήδη επιστραφεί στους αρχικούς κατόχους τους, περισυνελλέγησαν ξανά. Φαίνεται ότι κατά τη διερεύνηση δεν υπήρξε κάποια σταθερότητα αφού μεταξύ άλλων μεσολαβούσαν διακοπές της πορείας της, αντιφατικές γνωματεύσεις κ.λ.π. που επηρέασαν αρνητικά και συνέτειναν στην καθυστέρηση της διερεύνησης της υπόθεσης. Ωστόσο σύμφωνα με τη νομολογία ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη είναι η ημερομηνία κατά την οποία ο εφεσείων κατηγορήθηκε γραπτώς από την αστυνομία.» Συνάγεται από τα όσα πιο πάνω έχω αναφέρει, ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν υπήρξε καθυστέρηση στη καταχώρηση της υπόθεσης για τα κατ΄ισχυρισμό αδικήματα που διαπράχθηκαν στο έτος 1992 αφού αυτά σύμφωνα με τα ενώπιον μου στοιχεία αποκαλύφθηκαν λίγο πριν την καταγγελία. Ενόψει βέβαια και της ίδια της φύσης των αδικημάτων τα οποία δεν έχουν εκείνα τα εξωτερικά χαρακτηρίστηκα και περιστάσεις ώστε να αποκαλύπτονταν ευθύς αμέσως μετά την διάπραξη τους. Σύμφωνα με την νομολογία (βλέπε Χαραλαμπίδης πιο πάνω) ο χρόνος που θα πρέπει να αποτελέσει και κρίνεται ότι αποτελεί αφετηρία για την επιμέτρηση του εύλογου χρόνου είναι η ημερομηνία που ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε, δηλαδή στις 19.4.
- Όπως εξηγείται στην υπόθεση Χαραλαμπίδης (πιο πάνω), ένα πρόσωπο θεωρείται ότι βρίσκεται υπό κατηγορία, εντός της έννοιας του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών όταν ειδοποιείται επισήμως για τους εναντίον του ισχυρισμούς ή όταν επηρεάζεται ουσιωδώς από τη διαδικασία που καταχωρείται εναντίον του. Η ημερομηνία που ουσιαστικά άρχισαν οι συνέπειες για τον κατηγορούμενο ήταν η 19.4.2006 ημερομηνία που αυτός κατηγορήθηκε γραπτώς από την Αστυνομία. Από την ημερομηνία αυτή, ο κατηγορούμενος βρισκόταν πράγματι υπό κατηγορία και άρχισαν για αυτόν οι συνέπειες αφού την ημερομηνία αυτή ειδοποιήθηκε επίσημα για τη κατηγορία που αντιμετώπιζε. Εξετάζοντας λοιπόν το εύλογο ή μη του χρόνου με αφετηρία την ημερομηνία αυτή, κρίνεται ότι δεν υπάρχει παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκη μέσα σε εύλογο χρόνο. Αντικειμενικά βέβαια έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων που είναι 17 χρόνια. Στοιχειό το οποίο θα ληφθεί υπόψη στο πέρας της υπόθεσης και ανάλογα με το αποτέλεσμα της δίκης. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεσης, Μενελάου πιο πάνω: «.. Να θυμίσουμε επίσης πως η διακοπή της δίκης δεν είναι η μόνη και αποκλειστική θεραπεία που παρέχει το Δικαστήριο, όταν αποφανθεί πως η δίκη δεν περατώθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ανάλογα με την περίπτωση, τέτοια διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει και σε άλλη θεραπεία π.χ. κατά την επιμέτρηση της ποινής σε ποινική δίκη στη μείωση της. Τέτοια θεραπεία, καθώς καταδεικνύει η νομολογία μας δόθηκε πολλές φορές.» Όπως προκύπτει από όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω το αίτημα δεν γίνεται αποδεκτό και απορρίπτεται. Η ακρόαση της υπόθεσης ορίζεται στις 30/6/2009, 1/7/2009 και 6/7/2009 στις 10:
- Ο κατηγορούμενος παρών με την ίδια εγγύηση. Οι Μ.Κ.1 να κλητευτούν. (Υπ.) ................................... Κ. Κουνίδου , Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο