← Κύπρος

Δήμου Πάφου ν. Παύλου Νεοφύτου κ.α., Αρ. Υπόθεσης : 5951/06, 22.6. 2009

Δήμου Πάφου ν. Παύλου Νεοφύτου κ.α., Αρ. Υπόθεσης : 5951/06, 22.

  1. 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B47 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης : 5951/06 Μεταξύ: Δήμου Πάφου Κατηγορούσας Αρχής Εναντίον
  2. Παύλου Νεοφύτου
  3. ΄Αρη Νεοφύτου
  4. Ελπινίκης Νεοφύτου
  5. Hercules Parking Ltd Κατηγορούμενων -------------- Ημερομηνία : 22.
  6. 2009 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή ׃ κ. Λ. Χ' Νεοφύτου Για Κατηγορούμενους 1, 2 και 4 ׃ κ. Α. Λαδάς Κατηγορούμενοι 1 και 2 ׃ παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Η υπόθεση αυτή καταχωρήθηκε αρχικά εναντίον και των τεσσάρων κατηγορούμενων, προχώρησε όμως σε ακρόαση μόνο για τους κατηγορούμενους 1, 2 και 4, αφού εναντίον της κατηγορούμενης 3 έχει σε προηγούμενο στάδιο αποσυρθεί. Με το κατηγορητήριο, αποδίδονται στους κατηγορούμενους 1, 2 και 4, οι κατηγορίες της ανέγερσης οικοδομής και διεξαγωγής οικοδομικών εργασιών χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής (1η και 2η κατηγ.), της μεταβολής της χρήσης ακινήτου χωρίς πολεοδομική άδεια (3η κατηγ.) και της κατοχής και χρήσης οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης (4η και 5η κατηγ.). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 1ης και 2ης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι κατά ή περί το έτος 2005 και/ή προηγουμένως και/ή μεταγενέστερα και μέχρι σήμερα προέβησαν παράνομα σε οικοδομικές εργασίες, χωρίς να εξασφαλίσουν άδεια απο την αρμόδια αρχή. Κατηγορούνται συγκεκριμένα ότι εντός των τεμαχίων 122,121,120 και 119 του φ/σχ. LI/18.3.11, που βρίσκονται εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Πάφου, κατασκεύασαν περίφραξη στην περίμετρο τους, καθώς επίσης και λυόμενο υποστατικό σε τσιμεντένια βάση που είναι στο έδαφος σε μόνιμη βάση. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 3ης κατηγορίας, κατά την ίδια χρονική περίοδο και εντός των ιδίων τεμαχίων προέβησαν σε αλλαγή της χρήσης των τεμαχίων αυτών και τα χρησιμοποιούσαν ως χώρο στάθμευσης χωρίς να έχουν προηγουμένως εξασφαλίσει πολεοδομική άδεια. Τέλος και σύμφωνα πάντα με τα όσα εκτίθενται στο κατηγορητήριο στις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 4ης και 5ης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι κατά τον ίδιο χρόνο και εντός των ιδίων τεμαχίων κατέχουν και χρησιμοποιούν τις οικοδομές χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης. Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών, κατάθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δήλωση παραδεκτών γεγονότων. Παράλληλα κατάθεσαν ως τεκμήρια εννέα έγγραφα και το περιεχόμενο τους έγινε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του. Τα παραδεκτά αυτά γεγονότα είναι τα ακόλουθα׃ Ο εγεγγραμμένος ιδιοκτήτης του οικοπέδου με αριθμό τεμαχίου 120, είναι ο κατηγορούμενος 1, του τεμαχίου 121, ο κατηγορούμενος 2, του τεμαχίου 122 η Ελπινίκη Νεοφύτου, μητέρα των κατηγορούμενων 1 και 2 και του τεμαχίου 119 ο Ρήγας Νεοφύτου, αδελφός των κατηγορούμενων 1 και
  7. Τα οικόπεδα αυτά βρίσκονται εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Πάφου. Κατά την περίοδο μεταξύ των ετών 1992 και 1995, ενοικιάσθηκαν στην εταιρεία Τοp Hotels Λτδ, για χρήση τους ως χώρου στάθμευσης. Το 1992, η εταιρεία Top Hotels Λτδ τα περιέφραξε με ττέλι, στην πλευρά της οδού Ιάσωνος και φύτεψε φρακτικά, φυτά-θάμνους και τα χρησιμοποίησε ως χώρο πρασίνου για μερική επέκταση της βεράντας της πισίνας, που βρισκόταν εντός του τεμαχίου 305, με τσιμέντωμα και πλακόστρωση μερικών εκατοντάδων τετραγωνικών μέτρων, για τη τοποθέτηση λυόμενου υποστατικού μέσα στο οποίο αποθήκευαν καρέκλες της πισίνας και ως χώρο στάθμευσης, με επίστρωση του τεμαχίου 122 με μέλανο και crusher run. Ο χώρος εχρησιμοποιείτο ως ιδιωτικός χώρος στάθμευσης και όχι επί πληρωμή. Το 1995 τα οικόπεδα επανήλθαν στη κατοχή της οικογένειας Νεοφύτου. Το 1998 τα τεμάχια 121 και 122 ενοικιάσθηκαν στην Anemi Hotel Appartments για χρήση του τεμαχίου 121 ως κήπου και εισόδου στο τεμάχιο 305 απο την οδό Ιάσωνος και του τεμαχίου 122 ως χώρου στάθμευσης. Μετά την ολοκλήρωση οικοδομής που η Anemi Hotel Apartments ανήγειρε στα τεμάχια 304 και 305, η Anemi τέλιασε τα τεμάχια 304 και 305, με ττέλι που βρίσκεται εντός των τεμαχίων της και άφησε καγκελόπορτα στα σύνορα των τεμαχίων 304 και 122 που χρησιμοποίησε ως δίοδο προς την οδό Ιάσωνος και ως πέρασμα απο το συγκρότημα των τουριστικών της διαμερισμάτων προς το χώρο στάθμευσης (τεμάχια 119, 120, 121, 122). Την περίοδο Ιουνίου 2002 - Απριλίου 2005, τα τεμάχια αυτά ήταν ενοικιασμένα στο Γιώργο Ζαβρείδη (διαχειριστή της Theseas Hotel Apartments) για χρήση τους ως χώρου στάθμευσης. Ολόκληρος ο χώρος επιστρώθηκε με crusher-run και το καλοκαίρι του 2002 επιδιορθώθηκε η περίφραξη. Ο Ζαβρείδης εξέδιδε στους εισερχόμενους στο χώρο εισητήρια προς 50 σεντ και στη συνέχεια επέστρεφε το τίμημα σε όσους κάθονταν στη καφετέρια Buena Vista, που ήταν μέρος των Theseas Hotel Apartments. Οι ένοικοι των διαμερισμάτων αυτών χρησιμοποιούσαν επίσης το χώρο, δωρεάν. Η υπηρεσία του Δήμου Πάφου δεν γνώριζε επίσημα ότι ο Ζαβρείδης χρησιμοποιούσε το χώρο και ως δημόσιο χώρο στάθμευσης επί πληρωμή. Το αναθεωρημένο τοπικό σχέδιο Πάφου, του Μαρτίου του 2003 και το οποίο ισχύει μέχρι σήμερα, προβλέπει ότι, τα τέσσερα τεμάχια μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και ως δημόσιος χώρος στάθμευσης. Το Μάιο του 2005, ο χώρος περιήλθε στην αποκλειστική κατοχή του κατηγορούμενου 1 για να τον χρησιμοποιήσει ως επιχείρηση παροχής δημοσίων χώρων στάθμευσης επί πληρωμή. Απο το Μάρτιο του 2005 είχε υποβληθεί αίτηση για πολεοδομική άδεια για εκτέλεση έργων αναβάθμισης του χώρου εκ μέρους των ιδιοκτητών των τεμαχίων 120, 121 και 122 για να ασκείται η επιχείρηση προς όφελος του κατηγορούμενου
  8. Στις 9/5/2006 ο Δήμος Πάφου αποφάσισε να απορρίψει την αίτηση και ειδοποίησε σχετικά τους ιδιοκτήτες με επιστολή ημερομ. 13/6/
  9. Οι κατηγορούμενοι και ιδιοκτήτες των τεμαχίων καταχώρησαν την προσφυγή με αριθμό 1444/
  10. Στις 17/12/2008 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση με την οποία έκανε δεκτή την προσφυγή και ακύρωσε την απόφαση για απόρριψη της αίτησης. Ο Δήμος Πάφου εφεσίβαλε την απόφαση. 'Οταν ο κατηγορουμενος 1 έλαβε το χώρο στη κατοχή του, υπήρχαν μέσα σε αυτόν μπάζα και μέρος της απο το 1992 περίφραξης στα δύο άκρα, είχε φθαρεί ή κατεδαφισθεί. Γι' αυτό και ο κατηγορούμενος 1, φρόντισε ώστε στο τέλος Μαίου, αρχές Ιουνίου 2005 ο χώρος να καθαρισθεί πλήρως, να επιδιορθωθεί η περίφραξη με τη τοποθέτηση νέας περίφραξης στα σημεία όπου ο προηγούμενος ενοικιαστής είχε κατεδαφίσει την παλαιά περίφραξη. Στις 28-29 Μαίου, ο κατηγορούμενος 1 χρησιμοποίησε το χώρο για την άσκηση επιχείρησης δημόσιου χώρου στάθμευσης επί πληρωμή. Ακολούθως τον έκλεισε γιατί είχε την εντύπωση ότι ενδεχομένως να χρειαζόταν πολεοδομική άδεια για την εν λόγω χρήση και τον ξαναάνοιξε στις αρχές Οκτωβρίου του 2005 αφού έλαβε νομική συμβουλή ότι δεν χρειαζόταν τέτοια άδεια. Στις 13/8/2005 υπάλληλος του Δήμου Πάφου, προέβη σε κακόβουλη ζημιά στο βόρειο μέρος της περίφραξης του χώρου. Στο Δικαστήριο, στην ποινική υπόθεση 1347/06, παραδέχθηκε ενοχή και δήλωσε ότι είχε ενεργήσει αυτόβουλα. Η ζημιά επιδιορθώθηκε προσωρινά απο το κατηγορούμενο 1 και τελική επιδιόρθωση έγινε απο τη κατηγορούμενη 4, το τέλος Νοεμβρίου του
  11. Στις αρχές Δεκεμβρίου του 2005 κατασκευάστηκε μέσα στο τεμάχιο 122, τσιμεντένια βάση, διαστάσεων περίπου, ύψος 0.20 Χ πλάτος 1.70 Χ μήκος 2.20 μέτρα, πάνω στην οποία το τέλος Δεκεμβρίου 2005, αρχές Ιανουαρίου του 2006 τοποθετήθηκε ξύλινο υποστατικό, με διαστάσεις ύψους 2.00 Χ πλάτους 1.60 Χ μήκους 2.10 μ., περίπου. Οι φωτογραφίες 9Α, 9Β και 9Γ λήφθηκαν απο το κατηγορούμενο 1 στις ημερομηνίες και ώρες που αναγράφονται σε αυτές. Οι φωτογραφίες 9Δ, 9Ε, 9ΣΤ και 9Ζ λήφθηκαν στις 18/5/2006 στην παρουσία του Σοφοκλή Σοφοκλέους. Η τσιμεντένια βάση κατασκευάστηκε με τον εξής τρόπο׃ πάνω στο έδαφος και χωρίς να γίνει οποιαδήποτε εκσκαφή, κατασκευάστηκε ξύλινο καλούπι μέσα στο οποίο χύθηκε έτοιμο μπετόν και μετά που στέγνωσε το μπετόν αφαιρέθηκε το καλούπι απο τα πλευρά. Πάνω στη τσιμεντένια βάση τοποθετήθηκε ξύλινο υποστατικό, χωρίς το υποστατικό να στερεωθεί στη τσιμεντένια βάση. Το ξύλινο υποστατικό χρησιμοποιόταν για να κάθεται μέσα ο ρυθμιστής του χώρου στάθμευσης και να πωλεί τα εισητήρια εισόδου στο χώρο στάθμευσης μέχρι την ανάληψη κατοχής απο το Δήμο Πάφου στις 16/6/
  12. Στις 10 Νοεμβρίου του 2005, ο κατηγορούμενος 1, μεταβίβασε την επιχείρηση δημόσιου χώρου σταύθμευσης επί πληρωμή στη κατηγορούμενη εταιρεία 4, Hercules Parking Ltd, στην οποία είναι μέτοχος κατά 99% και ο μόνος διευθυντής. Γραμματέας και μέτοχος κατά 1% είναι η πρώην κατηγορούμενη
  13. Η κατηγορούμενη 4 είχε αποκλειστική κατοχή των επίδικων οικοπέδων μέχρι την έξωση της απο το Δήμο Πάφου. Στις 14/4/2006 δημιοσιεύθηκε διάταγμα επίταξης των τεμαχίων 120, 121 και
  14. Στις 16/6/2006 ο Δήμος Πάφου έλαβε κατοχή του επιταχθέντος χώρου και έκτοτε έχει αποκλειστική κατοχή αυτού. Η νομιμότητα της επίταξης προσβάλλεται με προσφυγή των κατηγορουμένων που εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ο Δήμος διαμόρφωσε τον επιταχθέντα χώρο σε δημοτικό χώρο στάθμευσης επί πληρωμή. Τόσο η περίφραξη όσο και η τσιμεντένια βάση αφαιρέθηκαν και δεν υπάρχουν πλέον. Το ξύλινο υποστατικό μετακινήθηκε απο τη κατηγορούμενη 4, σε απέναντι οικόπεδο. Η περίφραξη μπροστά στο τεμάχιο 119 παραμένει. Το τεμάχιο 119 κατέχεται απο τον ιδιοκτήτη του και δεν χρησιμοποιείται ως χώρος στάθμευσης. Για όλες τις ενέργειες που περιγράφονται πιο πάνω, ο Δήμος Πάφου, δεν εξέδωσε οποιαδήποτε πολεοδομική άδεια ή άδεια οικοδομής και δεν άσκησε οποιαδήποτε ποινική δίωξη εκτός απο την παρούσα, αν και σε κάθε ουσιώδη χρόνο, οι ενέργειες αυτές, ήταν σε γνώση του Δήμου Πάφου εκτός απο τη χρήση του χώρου απο το Ζαβρείδη και ως δημοσίου χώρου στάθμευσης επί πληρωμή. Τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, είναι τα ακόλουθα׃ Τοπογραφικό σχέδιο (Τεκμήριο 1). Τρία ενοικιαστήρια έγγραφα, το πρώτο ημερομ. 20/12/91 μεταξύ της Ελπινίκης και Άρη Νεοφύτου, ως ιδιοκτητών και της Top Hotels Ltd, ως ενοικιάστριας τεσσάρων οικοπέδων, το δεύτερο χωρίς ημερομηνία, μεταξύ των ιδίων ιδιοκτητών και ως ενοικιαστή της Anemi Hotel Apts για τα οικόπεδα με αριθμούς τεμαχίων 122 και 121 και τρίτο ενοικιαστήριο έγγραφο με ημερομ. 31/5/2002, μεταξύ των ιδιοκτητών Ελπινίκης, Άρη, Παύλου και Ρήγα Νεοφύτου και των Γεωργίου Ζαβρείδη και Γεώργιου Πέτρου ως ενοικιαστών των οικοπέδων με αριθμούς εγγραφής 122, 121, 120 και 119 (Τεκμήρια 2, 3 και 4 αντίστοιχα). Απόδειξη, ημερ, 17/7/2004 που εξέδωσε ο κατηγορούμενος 1, στο Γ. Ζαβρείδη (Τεκμήριο 5), φωτογραφία που λήφθηκε από το κατηγορούμενο 1 στις 8/9/2002 (Τεκμήριο 6), τέσσερα πρωτότυπα εισητήρια που πωλήθηκαν στις 23/8/2003 (Τεκμήριο 7). Αντίγραφο της απόφασης στην προσφυγή αρ.1444/06 (Τεκμήριο 8) και επτά φωτογραφίες (Τεκμύρια 9Α-9Ζ). Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγόρου, δήλωσε στο Δικαστήριο ότι, πέραν των πιο πάνω, δεν θα παρουσιάσει οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία προς απόδειξη των κατηγοριών. Το ίδιο δήλωσαν και οι κατηγορούμενοι μετά τη κλήση τους σε απολογία και στη συνέχεια οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών ανέπτυξαν τις θέσεις και τα επιχειρήματα τους, παρουσιάζοντας επίσης γραπτές αγορεύσεις τις οποίες ανάγνωσαν. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να σημειωθεί η μεγάλη βοήθεια που οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών παρείχαν στο Δικαστήριο, τόσο με την ετοιμασία της δήλωσης παραδεκτών γεγονότων η οποία βοήθησε στην εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου, όσο και με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Ενόψει της μη προσκόμισης μαρτυρίας η οποία θα έπρεπε να αξιολογηθεί, όλα τα παραδεκτά γεγονότα που πιο πάνω αναφέρονται, αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορούμενων ότι η δίωξη εναντίον των πελατών του είναι καταχρηστική. Σύμφωνα και με τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Σοφίας Ν. Βασιλείου v. M. Mακρίδη, 2000

(2)ΑΑΔ 133, το ζήτημα τούτο, θα είναι το πρώτο το οποίο θα πρέπει να εξετασθεί, αφού σε περίπτωση επιτυχίας της εισήγησης, η ποινική δίωξη θα πρέπει να τερματισθεί. Παρά το ότι η προσέγγιση του Δικαστηρίου στην υπόθεση αυτή κρίθηκε με μεταγενέστερη απόφαση της πλειοψηφίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως λανθασμένη, (βλ. Χαραλαμπίδης v. Κωμοδρόμου, 2002
(2)ΑΑΔ 522), εν τούτοις ο λόγος της επί του σημείου αυτού δεν έχει ανατραπεί. Σε αυτή αναφέρονται τα ακόλουθα ׃ «Η λογική του πράγματος επιβάλλει την εξέταση, κατά πρώτο λόγο της θέσης ότι η ποινική δίωξη της εφεσείουσας αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Εάν η ποινική διαδικασία συνιστούσε κατάχρηση, η ποινική δίωξη θα έπρεπε να τερματιστεί, χωρίς να εξεταστεί οποιοδήποτε θέμα εγείρετο σ' αυτή». Το εγειρόμενο ζήτημα θα πρέπει βέβαια να κριθεί, υπό το πρίσμα των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης και το βάρος απόδειξης, το φέρουν οι κατηγορούμενοι και περιορίζεται στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, (βλ. Archbold, έκδ. 2009, σ. 386, παρ. 4-52 και 4-51). Είναι νομολογημένο ότι τα Δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι, η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της είναι ανάλογα ευρεία (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR 348, Έλληνας v. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149, Αρχιεπισκόπου Κύπρου (Αρ.) 2
(1993)1 ΑΑΔ 248, Διευθυντής Φυλακών v. Περέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217, Re Beogradska D.D.
(1996)1 ΑΑΔ 911). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Beogradska, υιοθετείται η αρχή που έχει καθιερωθεί και στην Αγγλική νομολογία και σύμφωνα με την οποία, η άσκηση της δραστικής αυτής εξουσίας των Δικαστηρίων, πρέπει να ασκείται φειδωλά (βλ. R. v. Oxford City Justices, ex p. Smith 75, Crim. App. Rep. 200, 204, Lawrence v. Norreys
(1890)15 App. Cas. 210, 219). Κλασσική για το ζήτημα που εξετάζεται είναι η υπόθεση Δ/ντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περέλλα, που αναφέρεται πιο πάνω, στην οποία αποκαλύπτεται η φύση της σύμφυτης εξουσίας των Δικαστηρίων να περιστέλλουν καταχρήσεις της δικαιοδοσίας τους. Το πιο κάτω απόσπασμα απο την απόφαση, είναι χαρακτηριστικό׃ «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει απο την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του. Γι ' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα. Μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου». Στην Constantinides v. Vima, πιο πάνω, επεξηγείται επίσης η φύση της δικαιοδοσίας που σκοπό έχει την παρεμπόδιση διαδικασιών που αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας. Η σύμφυτη αυτή δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, αποβλέπει, όπως εξηγείται, στην αποτροπή υπονόμευσης της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Η διαδικασία μπορεί να κατασταλεί και όταν εκπηγάζει απο δικαίωμα το οποίο παρέχεται για την προσεπίκληση της, οποτεδήποτε μολύνεται απο αλλότρια κίνητρα. Γίνεται δε παραπομπή στην Goldsmith v. Sperrings Ltd [1977] 2 All E.R. 566 (CA), όπου διακηρύχθηκε ότι η άσκηση δικαιώματος μπορεί να περιοριστεί οποτεδήποτε ασκείται για σκοπό άλλο απο εκείνο για τον οποίο παρέχεται απο το νόμο, κυρίως όταν αποβλέπει στην εξασφάλιση παρεμφερούς πλεονεκτήματος, (collateral advantage). (Βλ. επίσης Church of Scientology v. DHSS [1979] 3 All E.R. 97 (CA).). Στην Έλληνας v. Δημοκρατίας, (πιο πάνω), αναγνωρίζεται ότι η ποινική διαδικασία μπορεί να ανασταλεί εφόσον διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της θα συνιστούσε κατάχρηση του δικαιώματος του κατηγόρου να προσφύγει στο Δικαστήριο. Πρόκειται, όπως εξηγείται, για εξουσία η οποία ασκείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο όπου διαπιστώνεται ότι η διαδικασία απολήγει σε κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Βιολάρης v. Ηρακλέους κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 61, λέχθηκε ότι : «Η αίτηση για συνοπτική απόφαση, τόσα χρόνια μετά την καταχώριση εμφάνισης στην αγωγή και με την απαράδεκτη πορεία που σκιαγραφήσαμε θα έπρεπε να απορρίπτετο η ίδια συνοπτικά λόγω κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, παρόλον ότι το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης που έφθασαν τα πράγματα έως εκεί την έφερε το ίδιο το Δικαστήριο». Στην υπόθεση Χαραλαμπίδης v. Κωμοδρόμου,
(2002)2 ΑΑΔ 522, όπου με την απόφαση της πλειοψηφίας ανατράπηκε παλαιότερη επί του θέματος νομολογία, λέχθηκαν τα ακόλουθα׃ «Η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνον εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Η δικαιοδοσία για πάταξη τετοιων περιπτώσεων είναι σύμφυτη χωρίς να έχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Είναι μία εξουσία αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της. Υπήρξε βέβαια αντικείμενο συζητήσεων και πολλών δικαστικών αποφάσεων ποιά δικαστήρια έχουν τέτοια αρμοδιότητα και για ποιούς σκοπούς μπορούσαν να την ασκήσουν». Στη συνέχεια της απόφασης αυτής εκτίθενται πολλά και ενδιαφέροντα σε σχέση με τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, ενώ για το τρόπο αντίκρυσης του θέματος απο τη νεώτερη Αγγλική νομολογία αναφέρονται τα ακόλουθα׃ «Ως προς τη νεώτερη αντίκρυση του θέματος από την αγγλική νομολογία χαρακτηριστική είναι η διατύπωση του Λόρδου Diplock στην Hunter v. Chief Constable of the West Midlands and Another [1981] 3 All E.R. 727, 729) " .......this is a case about abuse of the process of the High Court. It concerns the inherent power which any court of justice must possess to prevent misuse of its procedure in a way which, although not inconsistent with the literal application of its procedural rules, would nevertheless be manifestly unfair to a party to litigation before it, or would otherwise bring the administration of justice into disrepute among right - thinking people. The circumstances in which abuse of process can arise are very varied; those which give rise to the instant appeal must surely be unigue. It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power." Aς σημειωθεί ότι η παραπάνω ανάπτυξη υιοθετείται από το Εφετείο μας στην Μιχάλη Παπόρη v. Maskinfabriken "510" A/S
(1996)1 (B) ΑΑΔ 1037.» Στον Archbold, πιο πάνω, στη σελ. 390, αναφέρονται τα ακόλουθα׃ «Before criminal proceedings are instituted by a local authority they must consider with care the terms of their own prosecution policy; consequently a prosecution brought by a local authority in circumstances where there was no material to suggest that their criteria for prosecution were met should have been stayed as an abuse of process׃ R. v. Adaway,168 J.P.645, CA.» Στην υπόθεση Βασιλείου, που αναφέρεται πιο πάνω, χαρακτηρίζονται οι σκοποί της ποινικής δίωξης και πότε η χρήση της μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση׃ «Η ποινική δίωξη σκοπούσε να προσφέρει οφέλη στον εφεσίβλητο στην πολιτική δίκη τα οποία και αποκόμισε. Αυτός δεν είναι ο σκοπός της ποινικής δίωξης που συνίσταται στον κοινό σκοπό τιμωρίας του εγκλήματος και μέσω της τιμωρίας στην αποτροπή επανάληψης του εγκλήματος απο τον ίδιο και κάθε επίδοξο εγκληματία. Η χρήση της ποινικής δίωξης για σκοπούς άλλους απο τους καθιερωμένους εκτρέπει τον σκοπό της, αποδυναμώνει το κύρος της και την καθιστά έρμαιο των επιδιώξεων του διώκοντος.» Με βάση τις αρχές που πιο πάνω εκτίθενται και σε συσχετισμό με το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το ζήτημα. Σύμφωνα με τα γεγονότα που δηλώθηκαν ως παραδεκτά, απο το 1992 και μέχρι το Μάιο του 2005 και ενώ τα οικόπεδα ήταν ενοικιασμένα σε τρίτα πρόσωπα, έγιναν μέσα σε αυτά, διάφορες πράξεις και ενέργειες απο τους εκάστοτε ενοικιαστές, για τις οποίες καμία άδεια δεν εκδόθηκε ποτέ απο το Δήμο της Πάφου. Για τις πράξεις αυτές, δεν ασκήθηκε ποτέ, καμία ποινική δίωξη εναντίον οιουδήποτε απο τα πρόσωπα αυτά. Και τούτο, παρόλο που όλες οι πιο πάνω ενέργειες εκτός μόνο μίας, ήταν σε γνώση του Δήμου. Ο Δήμος της Πάφου απο το 1992 μέχρι και το 2006 που καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση, παρέμεινε απραγής στα όσα συνέβαιναν μέσα στα όρια της αρμοδιότητας του και τα οποία πάντοτε ήταν σε γνώση του. Νομικά μέτρα αποφάσισε και έλαβε μόνο μετά την παρέλευση δεκατεσσάρων χρόνων απο το 1992 και μάλιστα, μετά την έκδοση διατάγματος επίταξης και την ανάληψη της κατοχής απο τον ίδιο, των τριών απο τα τέσσερα οικόπεδα. Άφησε να παρέλθουν δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια χωρίς ποτέ να λάβει κανένα απολύτως μέτρο για τερματισμό των όσων λάμβαναν χώραν και χωρίς ποτέ να μεριμνήσει για την εφαρμογή του Νόμου. Παρά το ότι η ποινική δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται σε φώς η αξιόποινη πράξη, αποτελεί αρχή συνυφασμένη με τη καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη τη δίκαιη δίκη, ο Δήμος αδράνησε για όλη την πιο πάνω χρονική περίοδο, χωρίς ποτέ να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τα πρόσωπα που ανήγειραν την περίφραξη και τοποθέτησαν το λυόμενο υποστατικό και όσους στη συνέχεια προέβησαν στις ενέργειες που ακολούθησαν. Και αυτό χωρίς καμία απολύτως εξήγηση να δοθεί για την απραξία του αυτή. Επέλεξε να διώξει ποινικά, μόνο τους ιδιοκτήτες των τριών οικοπέδων απο τα τέσσερα, μέσα στα οποία διενεργήθηκαν οι διάφορες ενέργειες που πιο πάνω αναφέρονται και αφού πρώτα είχε προηγηθεί υποβολή αίτησης για έκδοση πολεοδομικής άδειας για έργα αναβάθμισης του χώρου απο τους ιδιοκτήτες των οικοπέδων αυτών, δηλαδή των οικοπέδων με αριθμούς τεμαχίων 120, 121 και 122, η απόρρριψη της αίτησης τους, η άσκηση εκ μέρους των ιδιοκτητών προσφυγής εναντίον της απόφασης αυτής και στη συνέχεια άλλων μέτρων, όπως η έγερση έφεσης απο το Δήμο εναντίον της απόφασης στην προαναφερθείσα προσφυγή και η οποία είχε επιτυχή αποτελέσματα για τους ιδιοκτήτες των οικοπέδων, καθώς επίσης και η δημοσίευση διατάγματος επίταξης των τριών αυτών οικοπέδων στις 14/4/2006, η νομιμότητα της οποίας έχει προσβληθεί επίσης με προσφυγή, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου και η οποία ασκήθηκε απο τους επηρεαζόμενους ιδιοκτήτες. Η δίωξη μάλιστα την οποία άσκησε ο Δήμος με την παρούσα υπόθεση, στράφηκε επιλεκτικά όχι εναντίον των ιδιοκτητών και των τεσσάρων οικοπέδων, αλλά μόνο εναντίον εκείνων απο τους ιδιοκτήτες των οποίων επίταξε την περιουσία. Και αυτό παρά το ότι, η περίφραξη γύρω απο το τεμάχιο 119 και το οποίο ανήκει στον ιδιοκτήτη εναντίον του οποίου ο Δήμος δεν έχει στραφεί με δικαστικά μέτρα, εξακολουθεί να υφίσταται, σε αντίθεση με τη περίφραξη στα άλλα τρία οικόπεδα και τη τσιμεντένια βάση οι οποίες αφαιρέθηκαν και δεν υπάρχουν πλέον. Όλα τα πιο πάνω, ιδωμένα σφαιρικά και σωρευτικά, δεικνύουν ότι, η καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης δεν διαπνέεται απο γνήσια και ειλικρινή κίνητρα για εφαρμογή του Νόμου και άρση οποιονδήποτε τυχόν παρανομιών. Αντίθετα αυτό που μπορεί να εξαχθεί, στη βάση πάντα της απλής πιθανολόγησης, είναι η ύπαρξη άλλων σκοπών και επιδιώξεων απο το Δήμο. Μέσα απο όλα όσα πιο πάνω αναφέρονται, διαφαίνεται ότι σκοπός του Δήμου δεν είναι σίγουρα η τιμωρία αυτών που είχαν παρανομήσει και μέσω της τιμωρίας αυτής η αποτροπή επανάληψης της παρανομίας είτε απο τους ίδιους τους παραβάτες, είτε απο οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Ότι προκύπτει είναι ότι η ποινική αυτή δίωξη, αλλού αποσκοπεί και το πιθανότερο στην άσκηση πιέσεων προς τους κατηγορούμενους, με τους οποίους ο Δήμος είχε και εξακολουθεί να έχει άλλες διαφορές, οι οποίες ξεκίνησαν με την άρνηση χορήγησης πολεοδομικής άδειας για ανάπλαση του χώρου. Η γενικότερη συμπεριφορά του Δήμου, δεικνύει ότι η ποινική αυτή διαδικασία, έχει μολυνθεί απο αλλότρια κίνητρα εκ μέρους του Δήμου και ότι χρησιμοποείται για σκοπούς άλλους απο εκείνους για τους οποίους είναι ταγμένη. Η συνέχιση της θα ήταν καταπιεστική για τους κατηγορούμενους, θα εμπεριείχε το στοιχείο της αδικίας και θα συνιστούσε κατάχρηση του δικαιώματος του κατήγορου Δήμου, κάτι το οποίο δεν θα πρέπει να επιτραπεί. Ενόψει της κατάληξης μου αυτής, θεωρώ ότι κανένα άλλο ζήτημα δεν θα πρέπει να εξετασθεί (βλ. Βασιλείου, πιο πάνω). Στην υπόθεση Beogradska, που αναφέρεται πιο πάνω, αναφέρονται τα ακόλουθα׃ «Στην Mills v. Cooper [1967] 2 All E.R.100, 104 το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε το κατηγορητήριο επειδή ήταν καταπιεστικό και αποτελούσε κατάχρηση της δικαιοδοδσίας του δικαστηρίου. Σε σχέση με το λόγο απόρριψης του κατηγορητηρίου ο Αρχιδικαστής Λόρδος Πάρκερ διατύπωσε την άποψη ότι χωρίς αμφιβολία κάθε δικαστήριο δικαιούται, εντός της διακριτικής του ευχέρειας, να αρνηθεί να ακούσει οποιαδήποτε διαδικασία επειδή είναι καταπιεστική και καταχρηστική της δικαστικής διαδικασίας. ΄Οπως φαίνεται απο την πιο πάνω επισκόπηση της Αγγλικής νομολογίας η τελευταία έχει υιοθετήσει κατά κανόνα το μέτρο της αναστολής της μιας απο τις δύο διαδικασίες - της μεταγενέστερης. Έχει δε υιοθετήσει το μέτρο της απόρριψης σε ποινικές υποθέσεις (βλ. Mills, πιο πάνω). Δεν έχει διατυπώσει οποιοδήποτε κανόνα ο οποίος ρυθμίζει το πότε εφαρμόζεται το ένα ή το άλλο απο τα δύο μέτρα. Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης και Υψαρίδης, πιο πάνω). Χωρίς να επιχειρούμε την διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί όπου η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας». Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι η άσκηση της παρούσας ποινικής δίωξης, δεν μπορεί να συνεχισθεί, αφού η συνέχιση της, θα αποτελούσε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών, κάτι το οποίο θα πρέπει να παρεμποδισθεί. Ως τέτοια λοιπόν, θα πρέπει να τερματισθεί και τερματίζεται. Το ζήτημα των εξόδων, διέπεται απο το άρθρο 169 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155. Αυτό παρέχει στο Δικαστήριο, τη διακριτική ευχέρεια να διατάξει το πρόσωπο το οποίο έχει προσάψει στο κατηγορούμενο τη κατηγορία, όπως σε περίπτωση αθώωσης του τελευταίου να του καταβάλει τα έξοδα. Σε σχέση με τη διακριτική ευχέρεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επιδίκαση εξόδων σε ποινικές υποθέσεις, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση, Dias Yvan Katharina v. Θεόδωρου Ευθυμίου κ.α., 1998
(2)ΑΑΔ 78. «Το άρθρο 151 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να προβεί στην έκδοση διαταγής ως προς τα έξοδα. Η άσκηση γενικά της εξουσίας για την επιδίκαση εξόδων σε ποινικές υποθέσεις αποτέλεσε το αντικείμενο συζήτησης στην Pishorn v. Police
(1973)9 J.S.C. 1132. Διευκρινίζεται ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας για την παροχή εξόδων δεν ασκείται όπως και στις πολιτικές υποθέσεις, που, κατά κανόνα ακολουθεί το αποτέλεσμα. Υπεισέρχονται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και όλοι οι άλλοι παράγοντες δημοσίου συμφέροντος οι οποίοι αφορούν την έγερση ποινικής διαδικασίας». Παρόλο που τα πιο πάνω σχετίζονται με την εξουσία του Ανωτάτου και όχι πρωτόδικου Δικαστηρίου, εν τούτοις θεωρώ ότι αυτά είναι σχετικά και με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας από τα πρωτόδικα δικαστήρια, σε σχέση με το ζήτημα. Εν πάση περιπτώσει θεωρώ ότι στην παρούσα περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τις γενικότερες περιστάσεις της υπόθεσης και τη κατάληξη του Δικαστηρίου, είναι ορθό και δίκαιο όπως τα έξοδα επιδικαθούν υπέρ των κατηγορούμενων. Συνακόλουθα οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 4 αθωώνονται και απαλλάττονται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Τα έξοδα της υπόθεσης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των κατηγορούμενων 1, 2 και 4 και εναντίον του κατηγόρου. (Υπ.) ........... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.