← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Καπέρ Αχτέτ κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 682/2007, 24.6.2009

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Καπέρ Αχτέτ κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 682/2007, 24.6.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 682/2007 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής -V-

  1. Καπέρ Αχτέτ
  2. Αλέκος Χαραλάμπους
  3. Nizar Barhom
  4. Raed Mohammad Zuhair
  5. Khazar Al Deeb Κατηγορούμενοι -------------------------------- Ημερομηνία: 24.6.2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Σάββα Για κατηγορούμενο 1 : κ. Χ. Φωτίου (Για να ακούσει απόφαση κα Μ. Παπαδημήτρη) Κατηγορούμενος 1 : παρών -------------------------------- E Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, όπου να σημειωθεί κατατέθηκαν μόνο εκ συμφώνου 2 καταθέσεις (Τεκμήρια 1 και 2), του Αστ. 2464 Κλ. Κλεάνθους και του 4ου κατηγορούμενου χωρίς να κληθούν μάρτυρες κατηγορίας, ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ότι δεν έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να τον απαλλάξει σε αυτό το στάδιο. Συγκεκριμένα o κ. Φωτίου υποστήριξε ότι δεν αποδείχτηκε κανένα συστατικό στοιχείο του αδικήματος, κανένα στοιχείο που να συνδέει τον κατηγορούμενο 1 με τον επίδικο χώρο, δεν έγινε οποιαδήποτε εξέταση για σύνδεση του με τον κατηγορούμενο 4 και ούτε υπάρχει μαρτυρία αναγνώρισης του πρώτου κατηγορούμενου από τον τέταρτο κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο θεώρησε άσκοπο και δεν κάλεσε την κα Σάββα να αγορεύσει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Είναι θεμελιωμένο ότι μια κατηγορία απορρίπτεται στο στάδιο της συμπλήρωσης της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής αν δεν έχει αποδειχθεί απαραίτητο συστατικό στοιχείο της κατηγορίας ή αν η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο να μπορεί να βασίσει σε αυτή, την καταδίκη του Κατηγορούμενου (βλ. Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51) Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης το ορθό κριτήριο δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή του Κατηγορούμενου αλλά κατά πόσο, σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση το Δικαστήριο θα μπορούσε να τον βρει ένοχο (Κουννίδη ν. Γενικός Εισαγγελέας
(1993)2 ΑΑΔ 820) Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, στις σελίδες 144 και 145 αναφέρονται τα ακόλουθα: Όπως ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» υποδηλώνει η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. To Δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 του υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορούσα Αρχή έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι σε αυτή τη έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του κατηγορούμενου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες του νοητού λογικού δικαστηρίου. Στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191 στην σελ 196 λέχθηκαν τα εξής: «Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο, όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί». Το αποδεικτικό βάρος της απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο αυτό συνίσταται στη δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση με το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης (βλέπε σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus, Loizou & Piki, σελ .11 και 176) Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες, που υπάρχουν, στη μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή (βλέπε Police ν Kallenos
(1980)J.S.C σελ 145). Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλέπε Shaban Bin Hussein v. Chong Fukkan
(1969)3 All E.R. σελ 1626). Όπως τονίσθηκε μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Σωτηριάδης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ σελ. 102 και Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363: « Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε συστατικού στοιχείου που την συνιστά βαρύνουν εξ΄ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και εάν είναι, κενά αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικών γεγονότων που συνιστούν ή αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Χρήσιμη ανάλυση του όρου «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» γίνεται και στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 C.L.R 250. Η υπόθεση R. V. Calbraith
(1981)2 All E.R. σελ 124 έχει διευκρινίσει και καθιερώσει το κριτήριο της αντικειμενικής αδυναμίας καταδίκης από την κρινόμενη ανεπάρκεια και αναποτελεσματικότητα της μαρτυρίας σαν θέμα νομικής κρίσης (βλέπε επίσης και Fulcher
(1995)2 Cr. App.R.σελ. 251). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να ανατέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, όπως έχει αναλυθεί ανωτέρω, δηλαδή ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενοψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Συμπερασματικά το έργο του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο περιορίζεται στην αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ΄επέκταση εάν αντικειμενικά η μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά το αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο δεν θα πρέπει να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία. Ο πρώτος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού κατά παράβαση του άρθρου 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο πρώτος κατηγορούμενος την 1.2.2007 στο Κάθηκα της Επαρχίας Πάφου εργοδοτούσε παράνομα τον 4ο κατηγορούμενο στο μπογιάτισμα ανεγειρόμενης οικοδομής χωρίς την άδεια που Διευθυντή του Τμήματος Μετανάστευσης. Κατά την ακροαματική διαδικασία, όπως πιο πάνω ανέφερα ενώπιον του Δικαστηρίου δεν κλήθηκαν να καταθέσουν οποιοιδήποτε μάρτυρες, κατατέθηκαν όμως εκ συμφώνου 2 καταθέσεις ως τεκμήρια. Στη βάση των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο έχει αποδειχτεί εναντίον του κατηγορούμενου εκ πρώτης όψεως υπόθεση, έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Το αδίκημα: Σύμφωνα με το άρθρο 14Β
(1)του Νόμου, Κεφ. 105, που δημιουργεί το αδίκημα της κατηγορίας, τα συστατικά του στοιχεία, είναι: (α) Η εργοδότηση (β) αλλοδαπού Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Κεφ. 105 (βλέπε άρθρο 2 του νόμου) αλλοδαπός σημαίνει πρόσωπο το οποίο δεν είναι Κύπριος υπήκοος. Όσον αφορά το ερώτημα, αν ο 4ος κατηγορούμενος που είναι από την Ιορδανία θεωρείται αλλοδαπος, στον βαθμό που αυτό απαιτείται κατά το στάδιο αυτό, η απάντηση είναι θετική, όπως αναφέρει ο Αστ. 2464 στην κατάθεση του (τεκμήριο 1) ο ίδιος του ανάφερε ότι είναι από την Ιορδανία και επίσης διαπίστωσε ότι αυτός ήταν κάτοχος Ιορδανικού διαβατηρίου. Συνεπώς, το επόμενο ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί, είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που είναι η εργοδότηση. Ως έννοια η εργοδότηση, εξ΄ορισμού, εμπεριέχει δύο στοιχεία. Εδράζεται στην συμβατική σχέση δύο προσώπων, κατά την οποία, το ένα μέρος, ο εργοδότης αναθέτει στο άλλο μέρος τον εργοδοτούμενο, την εκτέλεση κάποιας εργασίας. Επίσης με βάση το Τεκμήριο 1 ο αλλοδαπός βρέθηκε στο υπό ανέγερση πολιτιστικό κέντρο στον Κάθηκα, κατά τον ουσιώδη χρόνο να πογιατίζει. Από το λεκτικό του άρθρου 14Β προκύπτει σαφώς ότι για να καταλήξει το Δικαστήριο σε θετικό συμπέρασμα για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου, θα πρέπει να έχει προκύψει από την μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που εργοδότησε τον αλλοδαπό και να αποδείξει την ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου μεταξύ τους. Σύμφωνα με την κατάθεση του Αστ.2464 (τεκμήριο 1) σύμφωνα με τον ίδιο (τον αλλοδαπό) ο εργοδότης του είναι κάποιος Αχμετ. Κοτπ Ιμπραχίμ, ο οποίος δεν ήταν παρών στο μέρος. Η πιο πάνω δήλωση του αλλοδαπού αλλά και αυτά που καταγράφονται στην γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 2) ο οποίος κάνει αναφορά σε κάποιο Αχμετ αποτελούν εξ΄ακοής μαρτυρία. Το όνομα στο οποίο γίνεται αναφορά πιο πάνω δεν έχει σχέση πέραν του Αχμετ με το όνομα του κατηγορούμενου. Ο αλλοδαπός δεν μαρτύρησε στο δικαστήριο και δεν έχει δοθεί καμία μαρτυρία για την σύνδεση έστω του κατηγορούμενου 1 με τον χώρο που ανευρέθηκε να εργάζεται ο αλλοδαπός. Συνεπώς το συστατικό στοιχείο της εργοδότησης που να συνδέεται με τον πρώτο κατηγορούμενο δεν έχει αποδειχτεί. Συνεπακόλουθα, κρίνω ότι η εισήγηση του συνηγόρου του πρώτου κατηγορούμενου, ότι αυτός θα πρέπει να απαλλαχτεί σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, καθότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να στοιχειοθετήσει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, θα πρέπει να γίνει δεχτή. Ως εκ τούτου ο πρώτος κατηγορούμενος αθωώνεται στην πρώτη κατηγορία. (Υπ.) .............. Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.